Legislator Case Law & Legislation
2047/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on sale contract where seller's warranty clause excludes liability for third-party claims.

Case Number 2047/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a property sale contract. The appellant argued the lower court erred by rejecting their claim based on the seller's failure to disclose the property's status, despite the contract's warranty clauses. The court held that the appeal grounds were unfounded because the lower court correctly applied the specific exemption clause that released the sellers from liability for third-party disputes.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the lower court's decision was based on a valid contractual exemption clause that specifically excluded liability for third-party claims, rendering the alleged error in applying substantive law non-existent.

Keywords

AI generated
contractual exemption clause third party claims warranty of title substantive law violation appeal inadmissibility property sale contract exclusion of liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 197 of the Civil Code
Article 191 of the Civil Code
Article 362 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2047 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2047/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζήση Φασούλα και Κωνσταντίνο Ρήγο.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) Συλλόγου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σταθακοπούλου, 2) .... και 8) ...., οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη, ο οποίος δήλωσε ότι: α. η 6η αναιρεσίβλητη ..., η οποία δεν παραστάθηκε, απεβίωσε την .... , σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθ. .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εκ διαθήκης κληρονόμος της ..., τον οποίο εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίου εγγράφου και β. ο 8ος αναιρεσίβλητος ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε την ..., σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ΄αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών και την παρούσα δίκη συνεχίζει η κληρονόμος του ..., την οποία εκπροσωπεί επίσης ο ίδιος δια πληρεξουσίου εγγράφου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 10.416/1995 μη οριστική, 9363/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6836/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Μαργαρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερµηνεία ή εσφαλµένη εφαρµογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρµόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγµατικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρµόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρµογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νοµίµου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριµένη περίπτωση συντρέχουν οι νόµιµοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρµόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρµογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νοµικό χαρακτηρισµό των πραγµατικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ επί πωλήσεως πράγµατος ιδρύεται αξίωση προς αποζηµίωση του αγοραστού εάν ο πωλητής τελών εν γνώσει της υπάρξεως νοµικού ή πραγµατικού ελαττώµατος επί του πωλουµένου πράγµατος δολίως του το απέκρυψε µε αποτέλεσµα να προβεί στην σύναψη συµβάσεως της πωλήσεως και εντεύθεν να ζηµιωθεί.

Στην προκείµενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά: Με το συµβόλαιο 230/1935 του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Γαρταγάνη που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ..... κλπ. πώλησαν και μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα προς την Ζ1 το αριθ. 3 οικόπεδο του 183ου οικοδομικού τετραγώνου στην περιοχή ....

αντί του αναφερόμενου εκεί ποσού, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί με δόσεις, με τη διαλυτική αίρεση του αναγοράστου, αν δεν καταβληθούν δύο δόσεις. "Οι πωλητές αυτοί, οι οποίοι, όπως συνομολογείται, ήταν τότε συγκύριοι συννομείς και συγκάτοιχοι, του εν λόγω οικοπέδου παρέδωσαν τη νομή και την κατοχή αυτού στην αγοράστρια Ζ1 αφού αυτή με την μεταγραφή του πιό πάνω συμβολαίου θα γινόταν κυρία του επιδίκου οικοπέδου".

Η τελευταία δεν πληρούσε τέσσερες δόσεις του τιμήματος και κατά την 12.4.1935 επήλθε η πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως και η κυριότητα του ακινήτου επανήλθε στους ανωτέρω πωλητές αυτοδικαίως.

Οι αναιρεσίβλητοι, καθολικοί διάδοχοι των ανωτέρω πωλητών. κατά ποσοστό 61/72 εξ αδιαιρέτου συνολικά, με τα συμβόλαια 40149 και 40075/1975 πώλησαν και μεταβίβασαν "κατά κυριότητα, νομή και κατοχή" τα εν λόγω ποσοστά των 61/72 προς τον αναιρεσείοντα. Δέχεται ακόμη το Εφετείο ότι στα συμβόλαια αυτά προς τον αναιρεσείοντα αναφέρεται με σαφήνεια η προαναφερθείσα πώληση του ίδιου ακινήτου προς την Ζ1 με τη διαλυτική αίρεση, καθώς και ότι η τελευταία εξέπεσε οριστικά με την πλήρωση της και ότι οι "αρχικοί πωλητές επανέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα, νομή και κατοχή του πωληθέντος" και ότι ο αναιρεσείων δηλώνει στο συμβόλαιο ότι "τελεί εν γνώσει των ανωτέρω και σε περίπτωση εκνικήσεως παρ' οιουδήποτε του ανωτέρω οικοπέδου δι" οιονδήποτε λόγον και αιτίαν αναλαμβάνει την ευθύνην και υποχρέωσιν της διεξαγωγής της δίκης δαπάναις του και επιμελεία του ανεξαρτήτως παρεμβάσεως ή μη των πωλητών εν περιπτώσει δε απώλειας της δίκης δικαιούται ούτος να απαιτήσει παρά των ώδε πωλητών μετά την έκδοσιν οριστικής, τελεσιδίκου και αμετακλήτου αποφάσεως μόνον την επιστροφήν αυτού ατόκως του καταβληθέντος προς τους ώδε πωλητάς τιμήματος, παραιτούμενος από τούδε ανεπιφυλάκτως παντός δικαιώματος του κατά των πωλητών προς αποζημίωσιν δι" οιανδήποτε θετικήν ή αποθετικήν ζημίαν αυτού ,,,".

Επίσης, δέχεται το Εφετείο ότι τα συμβαλλόμενα μέρη εδήλωσαν στο συμβόλαιο ότι "δια τον προσδιορισμόν του τιμήματος της προκειμένης πωλήσεως ελήφθη υπόψιν η κατά τα άνω νομική και πραγματική κατάστασις του ακινήτου ..." και ότι ο αγοραστής δήλωσε και συνομολογεί και αποδέχεται ότι παρέλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα "νομή και κατοχή" το πωληθέν ακίνητο κατά τα άνω ποσοστά.

Μετά τη σύνταξη των τελευταίων αυτών συμβολαίων, δέχεται ακόμη το Εφετείο, ο αναιρεσείων εγκαταστάθηκε στο ακίνητο και ανήγειρε οικία. Ομως, το έτος 1979 εμφανίσθηκε σ'αυτόν ο γιος της προαναφερόμενης Ζ1 στον οποίο αυτή είχε μεταβιβάσει το έτος 1969 "κατά κυριότητα" λόγω πωλήσεως το προαναφερόμενο ακίνητο και άσκησε αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, η οποία έγινε δεκτή με την αμετάκλητη 12047/1988 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκε κατ' αντιδικία με τον αναιρεσείοντα, υπέρ του οποίου παρενέβησαν προσθέτως και οι αναιρεσίβλητοι, ότι η Ζ1 ναι μεν εξέπεσε των δικαιωμάτων της από τη σύμβαση, διότι επήλθε η διαλυτική αίρεση το έτος 1935, πλην όμως έκτοτε συνέχισε να νέμεται το ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι παρά την πλήρωση της αιρέσεως "δεν απέδωσε τη νομή στους πωλητές της, την οποία νομή αυτοί (πωλητές) δεν αναζήτησαν δικαστικώς ή εξωδίκως" και συνεπώς αναγνώρισε ότι κύριος του ακινήτου είναι ο δικαιοδόχος της Ζ1 και όχι ο αναιρεσείων.

Και καταλήγει το Εφετείο, εκτιμώντας περαιτέρω τις αποδείξεις ότι ο αναιρεσείων από τα ίδια τα συμβόλαια γνώριζε την πραγματική και νομική κατάσταση του πωληθέντος ακινήτου, ήτοι το νομικό του ελάττωμα, το οποίο μάλιστα λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό πολύ χαμηλού τιμήματος (συνολικά για τα 61/72 δραχ. 153.300) και ο αναιρεσείων παραιτήθηκε από κάθε δικαιώματά του να αξιώσει θετική ή αποθετική ζημία και δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε δήλωση βουλήσεως από απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιµη την έφεση τουαναιρεσείοντος ενάγοντος, διέλαβε στην προσβαλλόµενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον ακυρωτικό έλεγχο ως προς την ορθή ερµηνεία και εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 202, 203, 513, 914, 974, 976 και 1041 ΑΚ τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Εποµένως, οι τρίτος, τέταρτος και πέµπτος (κατά το πρώτο µέρος) λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιµοι.

ΙΙ.- Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1033 ΑΚ και ειδικότερα διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι για να "γινόταν κυρία του επιδίκου οικοπέδου" η αγοράστρια Ζ1 οι πωλητές έπρεπε να της παραδώσουν τη νομή και άρα της την παρέδωσαν για να γίνει κυρία. Οπως προεκτέθηκε. το Εφετείο επί του ζητήματος αυτού δέχθηκε ότι "οι πωλητές αυτοί, οι οποίοι, όπως συνομολογείται, ήταν τότε συγκύριοι συννομείς και συγκάτοιχοι. του εν λόγω οικοπέδου παρέδωσαν τη νομή και την κατοχή αυτού στην αγοράστρια Ζ1 αφού αυτή με τη μεταγραφή του πιό πάνω συμβολαίου θα γινόταν κυρία του επιδίκου οικοπέδου". Με την παραδοχή αυτή ουδόλως παραβιάζεται όμως ευθέως ή εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, όπως αβάσιμος υποστηρίζει ο αναιρεσείων, προβάλλοντας εσφαλμένη προϋπόθεση περί την εφαρμογή κανόνα δικαίου.

ΙΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ για µη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 12/91 ΑΠ 448/96 ΑΠ 663/2001 ΑΠ 89/2002 ΑΠ 57/2004). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και εφόσον αναφέρεται σε αγωγικό ισχυρισμό ότι περιεχόταν στο δικόγραφο της αγωγής (σχετ. ΟλΑΠ 43/90, ΑΠ 44/2003).

Α) Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμών που περιέχονται στην αγωγή του και στους οποίους στηρίζεται το αίτημα της. Συγκεκριμένα παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι αγωγικοί του ισχυρισμοί ότι στα συμβόλαια 40149 και 40075/1975 ρητώς αναφέρεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δήλωσαν ότι έχουν στην αποκλειστική "κυριότητα, νομή και κατοχή" τα πωλούμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που περιγράφεται εκεί και ότι οι αναιρεσείβλητοι υποσχέθηκαν στα εν λόγω συμβόλαια ότι το ακίνητο είναι "ελεύθερο παντός .... νομικού ελαττώματος .... τρίτου εκνικήσεως και πάσης εν γένει φιλονικείας, διεκδικήσεως και διενέξεως ..." και "παραδίδουν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή" προς τον αναιρεσείοντα αγοραστή. Από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι με τον εν λόγω ισχυρισμό ασχολήθηκε τούτο μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε επί λέξει με τα αναφερόμενα συμβόλαια 40149 ναι 40075/1975 πώλησαν και μεταβίβασαν "κατά κυριότητα, νομή και κατοχή" το ακίνητο προς τον αναιρεσείοντα, προέβη όμως σε απόρριψη της αγωγής, όχι από τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού αυτού, αλλά εν όψει της ειδικής συνομολόγησης - απαλλακτικής από της ευθύνης ρήτρας.

Εποµένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιµος. Επίσης, και ο πέµπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού µέρος δια του οποίου πλήσσεται η προσβαλλοµένη απόφαση για πληµµέλεια από τον αριθµό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταµένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως πράγµα, το λόγο εφέσεως ότι οι πωλητές κατά τη σύνταξη των άνω συµβολαίων δεν ενηµέρωσαν τον αναιρεσείοντα περί της υφιστάµενης νοµικής και πραγµατικής καταστάσεως επί του ακινήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, αφού από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου που αναφέρονται στην προηγούµενη σκέψη, προκύπτει ότι τούτο ασχολήθηκε µε τον άνω λόγο εφέσεως, που απόρριψε ως αβάσιµο µε την παραδοχή της ανωτέρω απαλλακτικής ρήτρας.

Β) Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο λόγων εφέσεως περί κακής εκτίμησης του περιεχομένου της αγωγής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων των άρθρων 197 και 19!! ΑΚ για πταίσμα στις διαπραγματεύσεις και του άρθρου 362 ΑΚ για υπόσχεση αδύνατης παροχής. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος" διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι σχετικό αγωγινό αίτημα είχε ως έρεισμα πταίσμα κατά τις διαπραγματεύσεις ή υπόσχεση αδύνατης παροχής, αλλ' απεναντίας, από το παρατιθέμένο στο αναιρετήριο μέρος της αγωγής προκύπτει ότι αυτή βασίζεται ευθέως στη φερόμενη ως αδικοπρακτική δήλωση κατά τη σύναψη της τυπικής σύμβασης.

ΙV.- Με τον πέµπτο, κατά το τρίτο µέρος λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλοµένη για αναιρετική πληµµέλεια από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταµένη στο ότι το Εφετείο εσφαλµένως ερµήνευσε και εφήρµοσε τους ερµηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, αόριστος γιατί δεν διαλαµβάνεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διέγνωσε την ύπαρξη κενού ή αµφιβολίας στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στα προµνηµονευθέντα πωλητήρια συµβόλαια, οπότε υπεχρεούτο να καταφύγει στην εφαρµογή των πιο πάνω ερµηνευτικών κανόνων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.05.2004 αίτηση αναιρέσεως του. ... για αναίρεση της 6836/2002 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδοµήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και

Δηµοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ