Legislator Case Law & Legislation
2046/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of payment order due to lack of documentary proof.

Case Number 2046/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company and individuals against a final decision of the Single Member Court of Appeal. The appellants argued that a payment order was issued without proper documentary evidence, yet the appellate court had correctly rejected the appeal based on the principle of documentary proof. The court upheld the lower court's decision, ruling that the original payment order was valid because the underlying claim was substantiated by the original promissory note presented to the judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible and the payment order stands when the underlying claim is proven by the original document presented to the court, rendering the appeal based on lack of documentary evidence unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility documentary proof principle payment order validity promissory note evidence single member court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 520 of the Code of Civil Procedure
Articles 118 to 120 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 623, 624, 628 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2046 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2046/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ... "... - ...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Σ. του Ε., 3) Ν. Σ. του Ε., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Νικολόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ... "..." και το διακριτικό τίτλο "...", τέως "..." και το διακριτικό τίτλο "...), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-7-2018 αίτηση αναίρεσης (αριθ.εκθ.κατάθ.118/2019, αριθ. δικ 509/2019), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την διαδικασία των πιστωτικών τίτλων υπ'αριθ.... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……, επί της από ….. με αριθ.καταθ……. έφεσης της καθ'ής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεσή της κατά της 115/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …… και εξαφάνισε την απόφαση αυτή και αφού κράτησε και δίκασε επί της από ... ανακοπής, την απέρριψε, ενώ η πρωτοβάθμια απόφαση την είχε κάνει δεκτή και είχε ακυρώσει την, εκδοθείσα με βάση πιστωτικό τίτλο (συναλλαγματική) υπ'αριθ.... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……, και την κάτωθι αυτής από ….. επιταγή προς πληρωμή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου κώδικα και τους λόγους της εφέσεως. Οι λόγοι της εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται, είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.

Τα σφάλματα του δικαστηρίου είναι δυνατό να ανάγονται, είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή να καθορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια τα παράπονα του εκκαλούντος, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου και να δύναται το δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Αν λείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ενώ αν ένας από τους περισσότερους λόγους είναι αόριστος, τότε μόνο αυτός εξομοιώνεται με ανύπαρκτο λόγο έφεσης και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ εξετάζονται οι λοιποί ορισμένοι και σαφείς λόγοι έφεσης.

Η αοριστία του λόγου της έφεσης δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα (ακόμα και της ίδιας δίκης) ή στο δικόγραφο της αγωγής, το οποίο έχει δικαίωμα να ερευνήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης (Α.Π.489/2021, Α.Π.1130/2015).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μετά τη παραδοχή κάποιου λόγου εφέσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως.

Σε περίπτωση δε που κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλ' επεκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις της αγωγής, όπως και σε περίπτωση ανακοπής εκ του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. στους μη εξετασθέντες πρωτοδίκως λόγους αυτής, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή, ή η ανακοπή, η δε έρευνα των βάσεων που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οίκοθεν, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου.

Επομένως για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος (Α.Π.1173/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).

Επίσης, λόγος αναίρεσης ιδρύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, με αυτόν δε ελέγχεται και το παραδεκτό ή μη των λόγων εφέσεως και ιδρύεται και στην περίπτωση μη κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της έφεσης, στο δικόγραφο της οποίας δεν γίνεται μνεία ορισμένων λόγων (ΑΠ 1774/2017, ΑΠ 297/2013).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων η υπ'αριθ.... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..

με βάση την από 8-2-2007 συναλλαγματική ποσού 1.000.000 ευρώ, εκδοθείσα στις 8-2-2007 από την αναιρεσίβλητη, αποδοχής της πρώτης αναιρεσείουσας με τριτεγγυητές υπέρ αυτής τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, πληρωτέα σε διαταγή της εκδότριας στο κατάστημα ... εντός οκτώ ετών από την έκδοσή της. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της κάτωθι αυτής από ...

επιταγής προς πληρωμή της που επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, ασκήθηκε από τους τελευταίους η από ... ανακοπή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους ζήτησαν την ακύρωση των ως άνω διαταγής πληρωμής και επιταγής προς πληρωμή της. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ.115/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αυτής, και ακυρώθηκαν η υπ'αριθμ. ...

διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….. και η από ... επιταγή προς πληρωμή της. Κατά της απόφασης αυτής η καθ'ης η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Εφετείου …..την από 21-12-2015 έφεσή της, αιτούμενη την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της ανακοπής. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ....

απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ….., με την οποία το Εφετείο δέχθηκε από τυπική και ουσιαστική πλευρά την από 21-12-2015 έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την με αριθμό …… πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., που είχε κάνει δεκτή, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της, την από ...

ανακοπή και αφού δίκασε επί της τελευταίας την απέρριψε στο σύνολό της ως αβάσιμη μετά από έρευνα όλων των λόγων της. Οι εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσείοντες με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προέβαλαν ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της έφεσης και ζήτησαν την απόρριψή της ως απαράδεκτης.

Το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο τυπικά την έφεση έκρινε αυτήν παραδεκτή, απορρίπτοντας έτσι σιγή τον ανωτέρω ισχυρισμό των εφεσιβλήτων περί αοριστίας του δικογράφου της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν αντιπαρήλθε τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό των εφεσιβλήτων, αλλά απάντησε σε αυτόν κρίνοντας παραδεκτή την έφεση, μετά από σιγή απόρριψη του και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την σχετική από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, στο δικόγραφο της άνω έφεσης περιέχονται συγκεκριμένες και σαφείς αιτιάσεις, με τις οποίες προσάπτεται από την εκκαλούσα ήδη αναιρεσίβλητη η μομφή στην πρωτόδικη απόφαση ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο τον δεύτερο λόγο της ανακοπής των αντιδίκων της-εφεσιβλήτων, και -χωρίς έρευνα των λοιπών λόγων αυτής- δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και την κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή, και βάσει των αιτιάσεων αυτών η εκκαλούσα ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης.

Έχοντας το περιεχόμενο αυτό η έφεση έχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1, 118 έως 120 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι εκτίθενται τα επικαλούμενα σφάλματα της εκκαλουμένης για τον λόγο της ανακοπής που ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προσδιορίζονται τα όρια της εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Πέραν των στοιχείων αυτών δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της έφεσης να περιλαμβάνονται και άλλα στοιχεία και δη αιτιάσεις και για τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι οι λοιποί λόγοι ανακοπής δεν είχαν ερευνηθεί και δεν είχαν καταστεί αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης ώστε να δύναται να προβληθεί παράπονο από την εκκαλούσα αναφορικά με αυτούς.

Η έρευνα των λόγων της ανακοπής που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οίκοθεν, μετά την παραδοχή της έφεσης, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου και δεν απαιτείται για την εξέταση αυτή έφεση ή υποβολή ειδικού παραπόνου.

Το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε παραδεκτή την έφεση και την έκανε τυπικά δεκτή, δεχόμενο, έτσι, ότι αυτή έχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό των εφεσιβλήτων. Έτσι που έκρινε το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο ως παραδεκτή την έφεση και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων περί απαραδέκτου της εφέσεως λόγω αοριστίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την σχετική από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

ε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, Α.Π.1285/ 2021, Α.Π.1244/2021, Α.Π.232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π.1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (Α.Π.1285/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ.β' του Κ.Πολ.Δ. με την επίκληση των εξής: "το εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η εμφάνιση προς πληρωμή της επίδικης συναλλαγματικής δεν τελούσε υπό αίρεση και συγκεκριμένα υπό την αίρεση της προηγούμενης εκπλήρωσης εκ μέρους της εκδότριας αυτής εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης της δικής της συμβατικής υποχρέωσης για εργασίες ανακαίνισης στο μίσθιο, ενώ αποδεικνύεται περίτρανα ότι η πρώτη αναιρεσείουσα αποφάσισε να προβεί στη σύναψη του από 21-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης, το οποίο απαρτίζεται από 25 άρθρα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 13, όπου και υφίσταται η αναφορά σχετικά με την επίδικη συναλλαγματική, αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να λάβει χώρα η ανακαίνιση του πρατηρίου με επιμέλεια και δαπάνες της αντιδίκου της και δεδομένου ότι πριν την υπογραφή της συγκεκριμένης σύμβασης το από πλευράς της καταβαλλόμενο μίσθωμα στην προηγούμενη εκμισθώτριά της ήταν σαφώς χαμηλότερο από εκείνο που στην συνέχεια κατέβαλε στην αντιδικό της υπεκιμισθώτριά της, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύεται ότι ουδεμία σύμβαση θα είχε υπογραφεί ανάμεσα στην πρώτη αναιρεσείουσα και στην αναιρεσίβλητη αντίδικό της, και επομένως δεν θα είχε συνταχθεί και υπογραφεί το άρθρο 13 αν εκείνη δεν είχε συμβατικώς δεσμευθεί για τη διενέργεια της ανακαίνισης στο πρατήριο μίσθιο.

Αν είχε λάβει υπόψη του τα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θα είχε κρίνει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε προβεί στην υπογραφή του από 21-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνο στην ανακαίνιση του μισθίου πρατηρίου, ότι η διάταξη του άρθρου 13 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω σύμβασης και επομένως τελεί σε άμεση συνάρτηση με τους λοιπούς όρους αυτής, και ότι υφίσταται άμεση σχέση ανάμεσα στη δυνατότητα της αντιδίκου της να εμφανίσει την επίδικη συναλλαγματική προς πληρωμή και στην παράβαση των όρων του από 21-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης από πλευράς της".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια, του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν αυτά (τα διδάγματα της κοινής πείρας), η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία οι αναιρεσείοντες χαρακτηρίζουν ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος της παραβίασής τους.

Και τούτο πέραν του ότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συγκροτούν δίδαγμα της κοινής πείρας, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα τα οποία προβάλλουν οι αναιρεσείοντες σχετικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων, την οποία ανεπίτρεπτα (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην πραγματικότητα πλήττει υπό την επίφαση του άνω λόγου αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020).

Έμμεση διαπίστωση κενού υπάρχει, όταν το δικαστήριο, καίτοι δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι σαφής και πλήρης, καταφεύγει εντούτοις για να βρει την έννοιά της και σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή επιχειρήματα (Α.Π.1977/2017, Α.Π.389/ 2012, Α.Π.1787/2011, Α.Π.1170/2009). Εξάλλου, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (Α.Π.13/2022, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 416/2018).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης ανακοπής των αναιρεσειόντων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του 21-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας και υπομισθώσεως, η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ...

και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την αμέσως προηγούμενη επωνυμία της "....", υπομίσθωσε στην πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... -...."", που εδρεύει στο ... Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως "πρατηριούχο", ένα σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινήτων που βρίσκεται στο ... Κρήτης και περιλαμβάνει κατάστημα πώλησης πετρελαιοειδών, χώρους διαρρυθμισμένους για πλύση και λίπανση αυτοκινήτων, βοηθητικούς χώρους κ.λ.π., και επιπλέον συμφωνήθηκε η εμπορική συνεργασία μεταξύ των εν λόγω συμβαλλομένων.

Ειδικότερα συμφωνήθηκε η χρήση του μισθίου ως πρατηρίου λιανικής πώλησης βενζίνης και ακάθαρτου πετρελαίου και ως λιπαντηρίου για την εξυπηρέτηση των αυτοκινήτων σε ορυκτέλαια-λιπαντικά, με αποκλειστική αγορά από την ανωτέρω πρατηριούχο της βενζίνης και του ακάθαρτου πετρελαίου από την εκκαλούσα (τότε ΒΡ) και χρησιμοποίηση και των λιπαντικών που εμπορευόταν τότε η ΒΡ ή άλλων σχετικών ειδών της, όπως ορίστηκε στο άρθρο 9 του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού.

Στο άρθρο 4 του ιδίου ως άνω συμφωνητικού, εκτός άλλων, ορίζεται ότι: "Παράλληλα η ΒΡ αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης του Πρατηρίου.", ενώ στο άρθρο 7 του παραπάνω συμφωνητικού, εκτός των άλλων, αναγράφεται ότι: "Ο Πρατηριούχος παρέλαβε σήμερα το μίσθιο στην κατοχή και τη χρήση του, αφού προηγουμένως εξέτασε επισταμένως τόσο το μίσθιο ακίνητο όσο και τον εξοπλισμό του και το βρήκε της απόλυτης αρεσκείας του και κατάλληλο για τη χρήση για την οποία το προορίζει.

Όσο χρόνο διαρκεί η υπομίσθωση αυτή, η ΒΡ δεν θα έχει καμία απολύτως υποχρέωση για επισκευές και βελτιώσεις γενικά του μισθίου, έστω και αν προέρχονται από τη συνήθη χρήση του. Όλες γενικά οι επισκευές και βελτιώσεις στο μίσθιο, ανεξάρτητα της αιτίας τους, θα γίνονται με δαπάνες του Πρατηριούχου.". Επίσης στο άρθρο 13 του ιδίου ως άνω συμφωνητικού αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι η πρατηριούχος (ήτοι πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη) και οι εγγυητές (ήτοι δεύτερος και τρίτος από τους ανακόπτοντες και ήδη δεύτερος και τρίτος των εφεσιβλήτων) αναγνωρίζουν την οφειλή τους προς την ΒΡ συνολικού ποσού 852.762,98 ευρώ την 12-2-2007, προερχόμενη από πωλήσεις καυσίμων και παροχή υπηρεσιών και υπόσχονται την εξόφλησή της με τους όρους και τις προθεσμίες που προβλέπονται στην παρατιθέμενη και ενσωματωμένη ως κύριο σώμα στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό από 8-2-2007 επιστολή τους προς την ήδη εκκαλούσα, στην οποία, εκτός των άλλων, ορίζεται ρητά: "Προς ασφάλειά σας για τις πάσης φύσεως οφειλές μας προς εσάς, (προερχόμενες ενδεικτικά από την πώληση προς εμάς εμπορευμάτων, ή από και τις παραπάνω οφειλές, ή από τα εκάστοτε χρεωστικά μας υπόλοιπα από τις διάφορες συναλλαγές μας με εσάς ή από τη διενέργεια συντήρησης, ή από τη διενέργεια διαφόρων εξόδων στο Πρατήριο, ή γενικά από όλες τις παραπάνω αιτίες, καθώς και για τις πάσης φύσεως απαιτήσεις σας, κύριες ή παρεπόμενες, που απορρέουν από τη συνεργασία μας από οποιανδήποτε οικονομική ή εμπορική συναλλαγή μας μαζί σας, οποτεδήποτε και εάν αυτές λάβουν ή έχουν λάβει χώρα, έστω και αν δεν κατονομάζονται ρητά στο παρόν, αναλαμβάνουμε ρητά σήμερα την υποχρέωση να αποδεχθούμε μία (1) συναλλαγματική όψεως με προθεσμία προς εμφάνιση οκτώ (8) χρόνια από την έκδοσή της από εσάς σε διαταγή σας, ποσού ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000).".

Κατόπιν αυτού, η καθ'ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα εξέδωσε την με ημερομηνία 8-2-2007 συναλλαγματική, ποσού 1.000.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή της στο κατάστημα ... εντός οκτώ (8) ετών από της εκδόσεώς της, την οποία (συναλλαγματική) αποδέχτηκε η πρώτη ανακόπτουσα και τριτεγγυήθηκαν υπέρ της τελευταίας για την πληρωμή της ο δεύτερος και ο τρίτος από τους ανακόπτοντες.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 16-11-2012 το χρεωστικό υπόλοιπο της πρώτης ανακόπτουσας προς την εκκαλούσα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 772.676,01 ευρώ, από το οποίο ποσό τα 446.164,43 ευρώ αφορούσαν ληξιπρόθεσμο τίμημα από αγορές προιόντων και τα 131.808,43 ευρώ αφορούσαν ληξιπρόθεσμα μισθώματα έως Οκτώβριο του 2012.

Στη συνέχεια, κατόπιν αίτησης της καθ' ής η ανακοπή εκδόθηκε η υπ' αρ. ... διαταγή απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., που επιδόθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα την 5-10-2012 μετά της από 27-9-2012 επιταγής προς απόδοση και πληρωμή, η οποία εκτελέστηκε την 20-12-2012. Επίσης, αποδείχθηκε ότι με την από 17-1-2014 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία και πρόσκλησή της η εκκαλούσα καλούσε τους ανακόπτοντες να εξοφλήσουν ολοσχερώς εντός τριών (3) ημερών από την επίδοση αυτής της εξώδικης δήλωσης τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, συνολικού ποσού 762.330,45 ευρώ, όπου και ανέφερε ότι την ως άνω συναλλαγματική είχε δικαίωμα να την εμφανίσει προς πληρωμή για την ικανοποίηση οποιωνδήποτε αξιώσεών της κατά των ανακοπτόντων.

Η καθ' ής η ανακοπή εμφάνισε δε προς πληρωμή την παραπάνω συναλλαγματική την 5- 2-2014, η οποία όμως δεν πληρώθηκε και για το λόγο αυτό, αφού συντάχθηκε το υπ' αρ. 57006/5-2-2014 διαμαρτυρικό της Συμ/φου ….. Μ. Π., η ανωτέρω (καθ' ής η ανακοπή) ανέλαβε εκ νέου τη συναλλαγματική. Στη συνέχεια, κατόπιν αίτησης της καθ' ής η ανακοπή, εκδόθηκε με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο η υπ' αρ. ...

διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….., δυνάμει της οποίας διατάχθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στην καθ' ής η ανακοπή το ποσό των 762.330,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της σύνταξης του ως άνω διαμαρτυρικού, ήτοι από 6-2-2014, καθώς και 1.300,00 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα έκδοσης της διαταγής πληρωμής.

Κατόπιν αυτού, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του υπ' αριθ.12246/2014 πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής μετά της από ... επιταγής προς πληρωμή επιδόθηκε στους ανακόπτοντες την 6-5-2014. Δυνάμει δε της τελευταίας (επιταγής προς πληρωμή), οι ανακόπτοντες επιτάχθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στην καθ' ήςη ανακοπή α) το ποσό των 762.330,45 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) το ποσό των 11.006,80 ευρώ για νόμιμους τόκους, γ) το ποσό των 1.300,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δ) το ποσό των 5,00 ευρώ για έξοδα αντιγράφου, ε) το ποσό των 1.000,00 ευρώ για τη σύνταξη αυτής της επιταγής προς πληρωμή και στ) το ποσό των 35,00 ευρώ για δαπάνη επίδοσης της εν λόγω επιταγής προς πληρωμή.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, η καθ' ής η ανακοπή ανέλαβε μεν την υποχρέωση να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης του εν λόγω πρατηρίου, αλλά αυτός ο όρος αναγράφηκε στο άρθρο 4 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού και ουδεμία αναφορά έγινε γι' αυτήν την υποχρέωση και ούτε αναφέρθηκε ως προϋπόθεση η εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης (δηλαδή ότι τελούσε υπό αυτή την αίρεση) για την πληρωμή της εν λόγω συναλλαγματικής στο άρθρο 13, στο οποίο άρθρο και μόνο γίνεται αναφορά για την έκδοση της επίδικης συναλλαγματικής.

Δηλαδή, δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ της υποχρέωσης της καθ' ής η ανακοπή για τις εργασίες ανακαίνισης του μίσθιου και των προϋποθέσεων περί εμφάνισης της ως άνω συναλλαγματικής προς πληρωμή. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ένδικη συναλλαγματική εκδόθηκε για να εξασφαλιστεί η καθ' ής η ανακοπή για την πληρωμή από τους ανακόπτοντες τόσο των μέχρι τότε ληξιπρόθεσμων οφειλών τους από την προηγούμενη εμπορική συνεργασία τους (ήτοι πριν την υπογραφή του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού), αλλά και για τυχόν μεταγενέστερες οφειλές των ανακοπτόντων.

Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις για την έκδοση και αποδοχή αυτής της συναλλαγματικής είχαν ήδη καθοριστεί από την 8-2-2007, ήτοι πριν από την υπογραφή του από 21-3-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντιθέτως, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς το κεφάλαιο αυτό, κατά παραδοχή ως βάσιμων των σχετικών λόγων της εφέσεως.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια, αφού απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος ανακοπής, να εξετασθεί η ανακοπή ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των υπολοίπων λόγων της, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη".

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ..Δ. με την αιτίαση ότι το εφετείο μολονότι διαπίστωσε εμμέσως κενό για την αληθή βούληση των συμβαλλομένων μερών στο από 21-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης κατά την εξέταση του άρθρου 13 αυτού και έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο εκτός του κειμένου του ιδιωτικού συμφωνητικού και δη την από 17-1-2014 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα αν η εμφάνιση προς πληρωμή της συναλλαγματικής βάσει της οποίας εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής, τελούσε υπό όρο ή αίρεση και συγκεκριμένα υπό τον όρο της προηγούμενης διενέργειας εργασιών ανακαίνισης στο μίσθιο εκ μέρους της εκδότριάς της εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης, παρέλειψε να προσφύγει στην εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το εφετείο, δέχτηκε ότι: υπήρχε ρητός όρος της από 21-3-2007 σύμβασης, με τον οποίο α)αναγνώρισαν οι εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσείοντες την ληξιπρόθεσμη οφειλή τους ύψους 852.762,98 ευρώ προς την αντίδικό τους-αναιρεσίβλητη από προηγούμενη εμπορική συνεργασία, β) προς ασφάλεια για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής της αναιρεσίβλητης, αλλά και κάθε άλλης απαίτησής της που θα πήγαζε από την από την 21-3-2007 σύμβαση, η πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα-οφειλέτριάς της αποδέχθηκε την επίδικη συναλλαγματική όψεως, εκδόσεως της εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης, ποσού 1.000.000 ευρώ, λήξεως εντός οκτώ ετών από την έκδοσή της, την πληρωμή της οποίας τριτεγγυήθηκαν οι λοιποί εφεσίβλητοι ήδη αναιρεσείοντες και γ) δεν τελούσε υπό όρο ή αίρεση ούτε γινόταν οποιαδήποτε σύνδεση της εμφάνισης της συναλλαγματικής αυτής προς πληρωμή με εργασίες ανακαίνισης στο μίσθιο εκ μέρους της εκδότριάς της εκκαλούσας- αναιρεσίβλητης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, κενό ή ασάφεια, ούτε προσέτρεξε για την απόδειξη του πιο πάνω όρου της σύμβασης σε έγγραφο εκτός αυτής και δη στην από 17-1-2014 εξώδικη δήλωση, όπως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση του ερευνώμενου λόγου αναίρεσης. Άλλωστε η εξώδικη αυτή δήλωση δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην ερμηνεία της βούλησης των συμβαλλομένων κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασής τους, καθόσον συνιστά γεγονός πολύ μεταγενέστερο, όχι μόνο της κατάρτισής της, αλλά ακόμη και της πηγάζουσας από αυτή επίδικης ληξιπρόθεσμης απαίτησης.

Με την άνω εξώδικη δήλωση η εκκαλούσα απλώς υπενθύμισε στην οφειλέτριά της την ήδη ληξιπρόθεσμη οφειλή της και την όχλησε να της την καταβάλει και έτσι διατυπώθηκε και στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν τούτων, το εφετείο δεν απαιτήθηκε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στο περιεχόμενο της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών, ώστε να υπάρχει έδαφος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται τα αντίθετα και αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 519 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 867/2019, Α.Π.130/2012).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π.867/2019, ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005).

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 21-3-2007 έγγραφης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, σχετικά με την αποδοχή και πληρωμή της επίδικης συναλλαγματικής εκ μέρους των εφεσιβλήτων-αναιρεσειόντων, και αν είχε προβεί στην ορθή ανάγνωσή του δεν θα είχε κρίνει ότι αποδείχθηκε η υποχρέωσή τους προς πληρωμή της συναλλαγματικής και θα είχε απορρίψει την έφεση στο σύνολό της.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, πρωτίστως ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, με συνέπεια να μη μπορεί να διαγνωσθεί, σε σύγκριση με την εκτίμηση αυτού από το δικαστήριο, αν το τελευταίο οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο που του αποδίδει η αναιρεσείουσα.

Απαράδεκτος, εξάλλου, τυγχάνει και για το λόγο ότι έτσι όπως διατυπώνεται υπό το προεκτεθέν περιεχόμενό του προκύπτει ότι η αναιρετική πλημμέλεια που προβάλλεται, αναφέρεται ευθέως σε εκτιμητικό και αξιολογικό σφάλμα και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας στο επικαλούμενο έγγραφο ώστε να ιδρύεται ο εκ του αρ.20 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης.

Σε κάθε περίπτωση ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθά τα ανέγνωσε οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995). Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή τω επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιωμένου δικαιώματος.

Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση αυτού και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά το νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τ' ανωτέρω προϋποθέσεων (Α.Π.1246/2009). Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.

Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δε θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (Α.Π.607/2022, Α.Π.536/2017, Α.Π. 1799/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της ανακοπής προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία εξετάσθηκε από το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, και δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο τρίτος λόγος της ανακοπής περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από μέρους της καθ'ης η ανακοπή να υποβάλλει αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και να προβεί στην επίδοση της ανακοπτομένης επιταγής προς πληρωμή, αφού η πρώτη ανακόπτουσα ήδη πρώτη αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της καθ'ης η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά συνεπεία της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, η ίδια (η πρώτη ανακόπτουσα) υπέστη τις αναφερόμενες τεράστιας έκτασης ζημίες για τις οποίες έχει ήδη ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …… την από 24-10-2012 αγωγή της κατά της καθής η ανακοπή με ημερομηνία δικασίμου 28-5-2015, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος διότι τα ως άνω επικληθέντα από τους ανακόπτοντες περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.".

Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, δεδομένου ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι ανακόπτοντες για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος της καθ'ής η ανακοπή , να υποβάλλει αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και να προβεί σε επίδοση της ανακοπτομένης επιταγής προς πληρωμή, καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ.

Ειδικότερα η επίκληση από τους ανακόπτοντες ότι η πρώτη ανακόπτουσα δεν παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της καθ'ης η ανακοπή ήδη αναιρεσίβλητης και δεν γεννήθηκε απαίτηση της τελευταίας εναντίον της ώστε για την ικανοποίησή της να εμφανίσει προς πληρωμή την επίδικη συναλλαγματική και να υποβάλει αίτηση για έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, συνιστά επίκληση ανυπαρξίας του δικαιώματος της καθ'ής η ανακοπή και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, η οποία προυποθέτει υπαρκτό δικαίωμα κατά τα προεκτεθέντα.

Επίσης, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος μόνη η επέλευση των ιστορούμενων δυσμενών συνεπειών σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας, δεδομένου ότι αυτές είναι οι αναγκαίως κατά το νόμο δυσμενείς συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος και δεν γίνεται επίκληση άλλων προϋποθέσεων, όπως η με την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος στην υπόχρεο επαχθών συνεπειών, οι οποίες με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιωμένου δικαιώματος, προς αποτροπή των επαχθών για την υπόχρεο συνεπειών.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. καθ'όσον δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τέλος, μόνη η παράθεση νομολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση για τη νομική θεμελίωση της ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, με επίκληση, μεταξύ άλλων, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου του δικαιώματος, την οποία δεν επικαλούνταν οι ανακόπτοντες προς θεμελίωσή της, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αφού το στοιχείο αυτό, δεν αποτέλεσε νομική θέση της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το "πραγματικό" του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την κατάστρωση της μείζονας πρότασης του δικανικού συλλογισμού, και συνεπώς ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων (ΑΠ 872/2017, ΑΠ 1349/2013).

Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/3019, ΑΠ 1071/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 628 παρ.1 αρ.α' του Κ.Πολ.Δ. ο δικαστής απορρίπτει την αίτηση αν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προυποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Εξάλλου λόγος αναίρεσης ιδρύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, με αυτόν δε ελέγχεται και το παραδεκτό ή μη των λόγων εφέσεως και ιδρύεται και στην περίπτωση μη κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της έφεσης, στο δικόγραφο της οποίας δεν γίνεται μνεία ορισμένων λόγων (ΑΠ 1774/2017, ΑΠ 297/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι ενώ η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό δεν αποδεικνύεται εγγράφως, το εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 623, 624, 628 Κ.Πολ.Δ., δεν κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την επίδικη διαταγή πληρωμής, αλλά απέρριψε τον σχετικό λόγο της ανακοπής τους.

Από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολ.Δ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το ενδιαφέρον για τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, δέχτηκε ότι: "Τόσο από τη με ημερομηνία 14-2-2014 αίτηση με την οποία η καθ'ης η ανακοπή ζήτησε την έκδοση της ήδη προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής-όπου στη 2η σελίδα αυτής αναγράφεται: "Επειδή η βάση της αίτησής μας αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη άνω συναλλαγματική, που είναι νόμιμα συντεταγμένη"-, όσο και από την ίδια την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής-όπου στη 2η σελίδα αυτής αναγράφεται : "Η αίτηση είναι νόμιμη και αποδεικνύεται από την προσαγόμενη νόμιμα συντεταγμένη συναλλαγματική"-, προκύπτει ότι για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής είχε προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..

το πρωτότυπο του τίτλου, ήτοι η επίδικη συναλλαγματική. Το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη από τους ανακόπτοντες με ημερομηνία 14-5-2014 βεβαίωση του Γραμματέα του Τμήματος Πιστωτικών τίτλων του Πρωτοδικείου ….., στην οποία βεβαιώνεται ότι την 14-5-2014 και ώρα 11.45 στο φάκελο της σχετικής (με την έκδοση της ήδη ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής) δικογραφίας δεν υπήρχε αντίγραφο της συναλλαγματικής που αναφερόταν στην ως άνω αίτηση, αφού στη βεβαίωση αυτή αναφέρεται μόνο εάν κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία (ήτοι την 14-5-2012, ενώ η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί και δημοσιευθεί ήδη από την 1-4-2014) υπήρχε στο φάκελο της δικογραφίας αντίγραφο της συναλλαγματικής, δεδομένου ότι η αιτούσα και ήδη καθ'ης η ανακοπή είχε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής παραλάβει το πρωτότυπο της επίδικης συναλλαγματικής.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος". Με τις ανωτέρω παραδοχές το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής αποδεικνυόταν εγγράφως από το προσκομιζόμενο ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..

πρωτότυπο του τίτλου, ήτοι από την προσκομιζόμενη νόμιμα συντεταγμένη συναλλαγματική, αυτή δε και μόνο αρκούσε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αφού από αυτήν αποδεικνυόταν εγγράφως η απαίτηση, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 623, 624, 628 Κ.Πολ.Δ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και συγκεκριμένα να κηρύξει την ακυρότητα της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής λόγω παράβασης της αρχής της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, και ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ.

και ο περί του αντιθέτου, σχετικός έβδομος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ.

δ του Κ.Πολ.Δ.), ενώ διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων δεν θα περιληφθεί ελλείψει αιτήματος της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη με δήλωση και δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-7-2018 αίτηση αναίρεσης (…..) των α) της ανώνυμης εταιρείας "……-...", β) Α. Σ……. γ) Ν. Σ.. για αναίρεση της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου …...

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ