Legislator Case Law & Legislation
2046/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal for lack of reasoning on 'clean life' mitigation claim due to vagueness.

Case Number 2046/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a Piraeus Court of Assizes decision regarding environmental pollution. The defendant argued for a 'clean life' mitigation circumstance but cited only the law without specific factual examples. The court ruled that vague claims do not justify detailed reasoning, yet the lack of specific facts rendered the rejection of this claim arbitrary. Consequently, the court annulled the penalty portion and remitted the case for retrial by different judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 28 of Law 1650/1986; Article 84 § 2 of the Penal Code: The court is not obliged to provide detailed reasoning against vague mitigation claims, but a rejection based on vagueness without specific factual basis constitutes a lack of reasoning under Article 510 § 1 of the Code of Criminal Procedure.

Keywords

AI generated
Environmental Pollution Clean Life Mitigation Lack of Reasoning Vague Claims Remittal for Retrial Article 510 Criminal Procedure Article 84 Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Article 28 of Law 1650/1986
Article 84 § 2 of the Penal Code
Article 510 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2046 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2046/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1300/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. ...15-2-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I) Η κρινόμενη από 15-2-2018 αίτηση αναίρεσης (αρ.πρ. ...2018) του Ε. Λ. του Γ., για αναίρεση της απόφασης 1300/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

II) Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1650/1986 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τους ν. 3937/2011 και ν. 4042/2012), με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ή τις διατάξεις των διαταγμάτων, υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον.

Κατά την παρ. 2 του όρθρου 28, όταν τα εγκλήματα της παρ. 1 τελούνται από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα εγκλήματα της παρ. 1, αν από το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή από την έκταση και τη σημασία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δημιουργήθηκε κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, ενώ, αν επήλθε σωματική βλάβη ή θάνατος ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.

Επίσης, κατά την παρ. 5 αυτού, οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος.

Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τους να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεών του.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν. 1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες.

Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. "Προστασία του περιβάλλοντος" είναι το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, τη διατήρηση και τη βελτίωση του. "Φυσικοί πόροι" είναι κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο. "Απόβλητα" είναι κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση. "Ουσίες" είναι χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς.

Και "επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον.

Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 28 του ν. 1650/1986 προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρύπανσης" ή "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ), που έχουν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση.

Επιπλέον, η διακρίβωση της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν αφήνεται στην αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά προβλέπεται να γίνεται μόνο από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται, διενεργούν ελέγχους και εργαστηριακές εξετάσεις με προδιαγεγραμμένες μεθόδους και διατυπώνουν το πόρισμά τους με βάση τις κείμενες διατάξεις.

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 11, 25 και 26 του ν. 1650/1986, καθορίζουν (αλλά και παραπέμπουν για τον καθορισμό σε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις), τις αρμόδιες αρχές για την διεξαγωγή των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων (στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ΕΥΕΠ), για τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας της ατμόσφαιρας, για τις μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσής τους, για την προστασία του εδάφους, ιδίως από επικίνδυνα απόβλητα, και για τον Ενιαίο Φορέα Περιβάλλοντος (Ε.Φ.Ο.Π.), ο οποίος, μεταξύ άλλων, καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας περιβάλλοντος και τις οριακές τιμές αποβλήτων και τα κλιμάκια ποιότητας περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ).

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι συνιστούν ρύπανση οι ρύποι εκείνοι, που, κατά το άρθρο 2 του ν. 1608/1986, εξαιτίας της ποσότητας, της συγκέντρωσης και της διάρκειάς τους, είναι δυνατό να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, τη φυσική, διανοητική και κοινωνική ευεξία του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού ή στους ζωντανούς οργανισμούς και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ενώ, για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απαιτείται ρύπανση με την προαναφερόμενη έννοια ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων..., όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 1650/1986.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε αποσπασματική και επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων στο σύνολο τους για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού & αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται αναιρετικά η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για τη ουσία της υπόθεσης.

Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά με την προσβαλλόμενη 1300/2017 απόφαση του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 14 μηνών, με τριετή αναστολή.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται κατ'είδος, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αίγινα, καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2011 - 2012, ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξεις που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ν. 1650/1986 περί προστασίας του περιβάλλοντος και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του.

Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι, ο κατηγορούμενος είναι υπεύθυνος λειτουργίας της υγειονομικής μονάδας χρόνιας αιμοκάθαρσης και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ΕΠΕ", η οποία είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί επί της οδού ... στην περιοχή ... του ... της Περιφέρειας Αττικής. Πρόκειται για μονάδα χρόνιας αιμοκάθαρσης, στην οποία δεν υπάρχουν κλίνες, μόνο θέσεις αιμοκάθαρσης, η οποία είναι εγκατεστημένη σε ισόγειο κτίσμα, ενώ μεταξύ του οικοπέδου στο οποίο βρίσκεται εγκατεστημένη και της γειτονικής από τη δεξιά πλευρά ιδιοκτησίας Σ.

μεσολαβεί μικρού πλάτους οδός. Στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου υπάρχουν εξωτερικές μονάδες κλιματισμού και ψύκτης με αεραγωγό. Σε απόσταση περίπου 13 μέτρων από το κτίριο και 2,5 περίπου μέτρων από το όριο με την ιδιοκτησία Σ. έχει τοποθετηθεί πάνω σε τσιμενόλιθους κοντέινερ μέσα στο οποίο βρίσκονται μηχανήματα υποστήριξης της λειτουργίας του νεφρολογικού κέντρου.

Συγκεκριμένα είναι εγκατεστημένο σύστημα ανάστροφης όσμωσης για τον απιονισμό του νερού του δικτύου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τις συνεδρίας των ασθενών, ενώ σε μικρή απόσταση από το κοντέινερ βρίσκονται δύο πλαστικές δεξαμενές σε βάση από μπετόν καλυμμένες από μεταλλική πέργκολα και υπάρχει και μία άλλη πλαστική δεξαμενή πάνω στο έδαφος.

Σε απόσταση περίπου 1 μέτρου από την ιδιοκτησία Σ. έχει τοποθετηθεί γεννήτρια σε μεταλλική βάση. Με τη λειτουργία των ως άνω κλιματιστικού μηχανήματος, ψύκτη και συστήματος ώσμωσης, ο κατηγορούμενος, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, προκάλεσε θόρυβο που υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη, όπως αυτή ορίζεται στο ΠΔ 1180/1981, σύμφωνα με το οποίο σε περιοχές όπου επικρατεί το αστικό στοιχείο, όπως εν προκειμένω, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο θορύβου ανέρχεται σε 50 db (ντεσιμπέλ), παράβαση η οποία διαπιστώθηκε κατ'επανάληψη από τους διενεργηθέντες ελέγχους και ειδικότερα (α) στις 22-3-2012 διαπιστώθηκε από το Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων της Δ/νσης Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Αττικής ότι ο θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος, του ψύκτη και του συστήματος ώσμωσης, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδας, υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 10,4 db από τη στιγμή που θέτονταν σε λειτουργία και μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας, ενώ κατά την υπόλοιπη συνήθη λειτουργία η υπέρβαση ήταν της τάξης του 1,5 db.

Ο θόρυβος από τη λειτουργία της γεννήτριας υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 11,4 db καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της. Για το λόγο αυτό επιβλήθηκε με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Περιφερειάρχη Αττικής διοικητικό πρόστιμο στο Νεφρολογικό Κέντρο Σαρωνικός ΕΠΕ ύψους 900 ευρώ για παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, β) στις 3-7-2012 και περί ώρα 2:00 διαπιστώθηκε από το AT Αίγινας θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος (βλ.

αντίγραφο ημερήσιου δελτίου οχήματος Ε.Α ... της 2-3/7/7/2012), γ) στις 9-7-2012 διαπιστώθηκε από το Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων, ότι ο θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος, του ψύκτη και του συστήματος ώσμωσης, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδας, υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 4,4 db από τη στιγμή που αυτά θέτονταν σε λειτουργία και μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας, ενώ κατά την υπόλοιπη συνήθη λειτουργία η υπέρβαση ήταν της τάξης του 1,1 db.

Από τις μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνη την ημέρα διαπιστώθηκε μείωση του εκπεμπόμενου θορύβου, ο οποίος όμως εξακολουθούσε να παραμένει εκτός των ορίων που τίθενται στο ΠΔ 1180/81 και συνεστήθη στον κατηγορούμενο ως υπεύθυνο του Νεφρολογικού Κέντρου η λήψη περαιτέρω ηχομονωτικών μέχρι την άρση της υπέρβασης και να ολοκληρωθούν οι εργασίες ηχομόνωσης της γεννήτριας, στις 23-8-2012, διαπιστώθηκε από το Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων, ότι ο θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος, του ψύκτη και του συστήματος όσμωσης, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδας να υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 1,6 db κατά τη συνήθη λειτουργία, ο δε θόρυβος από τη λειτουργία της γεννήτριας ,μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδας, υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 4,1 db και ότι ο συνολικός εκπεμπόμενος θόρυβος κατά την ταυτόχρονη λειτουργία της γεννήτριας και του συνόλου των μηχανημάτων της μονάδας υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 6,1 db.

Επειδή ο εκπεμπόμενος θόρυβος εξακολουθούσε να παραμένει εκτός των ορίων που τίθενται, στο ΠΔ 1180/81 κρίθηκε ότι έπρεπε να ληφθούν περαιτέρω ηχομονωτικά μέτρα για την άρση της υπέρβασης ενώ η Περιφέρεια Αττικής εξέδωσε σχετική απόφαση περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων. Η κατά τα παραπάνω υπέρβαση της ανώτατης επιτρεπόμενης από την κείμενη νομοθεσία στάθμης θορύβου προκαλεί όχληση στους περιοίκους (π.χ οικογένεια Σ.) και υποβαθμίζει το περιβάλλον, καθώς προκαλεί μεταβολή η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.

Περαιτέρω, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, διαπιστώθηκε από διενεργηθέντες ελέγχους του Τμήματος Υπηρεσιών Υγείας της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Αττικής και του AT Αίγινας ότι ο κατηγορούμενος είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε δίκτυο ύδρευσης με σύστημα επεξεργασίας ύδατος, το οποίο όμως δεν διοχέτευε τα ύδατα σε αποχέτευση ή βόθρο, αλλά σε παρακείμενα οικόπεδα, με αποτέλεσμα να διαρρέουν και να λιμνάζουν ύδατα, αν και σύμφωνα με τον Υγειονομικό Κανονισμό ύδατα προερχόμενα από οποιαδήποτε χρήση πρέπει να παροχετεύονται στεγανώς σε βόθρο ή υπόνομο ή με άλλο τρόπο, ώστε να μη λιμνάζουν.

Ενδεικτικά (α) το καλοκαίρι του 2011 ένας μεγάλος εύκαμπτος σωλήνας διοχέτευε καθημερινά μεγάλη ποσότητα υδάτων στο οικόπεδο όπισθεν της ιδιοκτησίας Α. Μ., με αποτέλεσμα να λιμνάζουν ύδατα και να υπάρχει δυσοσμία, ποντίκια, σμήνη κουνουπιών, β) το καλοκαίρι του 2012, τα ύδατα επίσης εξακολουθούσαν να εκχύονται ελεύθερα και όχι σε στεγανό βόθρο σε οικόπεδο ιδιοκτησίας Π.

Μ., με το πρόσχημα ότι ποτίζει καλλιέργεια οπωροκηπευτικών, γ) στις 8-8-2012 κατά την αυτοψία που διενήργησε το Τμήμα Υγειονομικού και Περιβαλλοντικού Ελέγχου διαπιστώθηκε ότι από το κοντέινερ διέρρεαν ύδατα προς την πλευρά του ακάλυπτου χώρου πλησίον του ακινήτου των Θ. και Α. Σ., τα οποία λίμναζαν επί του εδάφους, δ) στις 16-8-2012 από το AT Αίγινας διαπιστώθηκε ότι κατά την ανανέωση του νερού της δεξαμενής χύθηκαν νερά λόγω υπερχείλισης ε) στις 17-8-2012 και 23-8- 2012 παρουσιάσθηκε διαρροή- υπερχείλιση υδάτων που προέρχονταν από το σύστημα επεξεργασίας ύδατος του δικτύου ύδρευσης της μονάδας, στ) στις 12-9-2012 διαπιστώθηκε από το Τμήμα Υπηρεσιών Υγείας της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Αττικής ότι ο πλαστικός σωλήνας ύδρευσης κατέληγε σε διπλανό οικόπεδο και έγινε σύσταση η κατάληξη του σωλήνα ύδρευσης να διοχετεύει τα υγρά σε αποχέτευση ή βόθρο και ζ) στις 25-9-2012 διαπιστώθηκαν από το AT Αίγινας στην οικία Σ.

λιμνάζοντα ύδατα προερχόμενα από τη μονάδα. Η κατά τα ανωτέρω ύπαρξη λιμναζόντων υδάτων, από όπου και αν προέρχονται, δημιουργεί ανθυγιεινή εστία, διότι ευνοεί την ανάπτυξη εντόμων υγειονομικής σημασίας και προκαλεί οχληρές και ανθυγιεινές καταστάσεις σε βάρος των περιοίκων, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Για τα ανωτέρω κατέθεσαν με σαφήνεια οι μάρτυρες κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες δεν αναιρούνται από την κατάθεση των μαρτύρων υπεράσπισης, εκ των οποίων ο μεν Μ. Σ. είναι εταίρος και διαχειριστής της μονάδας αιμοκάθαρσης και άρα η κατάθεση του δεν κρίνεται πειστική, η δε Ο.

Α. η οποία διαμένει στην Αθήνα και με το σύζυγο της επισκεπτόταν τη μονάδα , προκειμένου να υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση ο σύζυγος της, δεν μπορεί να έχει ιδία γνώση και αντίληψη για όσα καταθέτει". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αίγινα, καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2011-2012, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξεις που αντιβαίνουν σης διατάξεις του ν. 1650/1986 περί προστασίας του περιβάλλοντος και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, 1) με τη λειτουργία των υπό στοιχ.

Α' του παρόντος κλιματιστικού μηχανήματος, ψύκτη και συστήματος όσμωσης προκάλεσε θόρυβο που υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη, όπως αυτή ορίζεται στο π.δ. 1180/1981, σύμφωνα με το οποίο σε περιοχές όπου επικρατεί το αστικό στοιχείο το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο θορύβου ανέρχεται σε 50 dB (ντεσιμπέλ), παράβαση η οποία διαπιστώθηκε κατ' επανάληψη από τους διενεργηθέντες ελέγχους και ενδεικτικό:

α) στις 22.03.2012, διαπιστώθηκε οπό το Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων της Δ/νσης Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Αττικής ότι ο θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος του ψύκτη και του συστήματος ώσμωσης, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδος, υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 10,4 dB από τη στιγμή που αυτό τίθενται σε λειτουργία και μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας, ενώ κατά την υπόλοιπη συνήθη λειτουργία η υπέρβαση είναι της τάξης του 1,5 dB, ο δε θόρυβος από τη λειτουργία της γεννήτριας, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδος υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 11,4 dB καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της, β) στις 03.07.2012 και περί ώρα 2:00 διαπιστώθηκε από το AT Αίγινας θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος γ) στις 09.07.2012, διαπιστώθηκε από το Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων, ότι ο θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος του ψύκτη και του συστήματος ώσμωσης μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδος υπέρβαινα την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 4,4 dB από τη στιγμή που αυτό τίθενται σε λειτουργία και μέχρι την επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας, ενώ κατά την υπόλοιπη συνήθη λειτουργία η υπέρβαση είναι της τάξης του 1,1 dB, δ) σης 23.08.2012, διαπιστώθηκε από το Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων, ότι ο θόρυβος από τη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος, του ψύκτη και του συστήματος ώσμωσης, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδας, υπέρβαινα την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 1,6 dB κατά τη συνήθη λειτουργία, ο δε θόρυβος από τη λειτουργία της γεννήτριας, μετρούμενος στα όρια του οικοπέδου της μονάδας, υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 4,1 dB και ότι ο συνολικός εκπεμπόμενος θόρυβος κατά την ταυτόχρονη λειτουργία της γεννήτριας και του συνόλου των μηχανημάτων της μονάδας υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη στάθμη κατά 6,1 dB.

Η δε υπέρβαση της ανώτατης επιτρεπόμενης στην κείμενη νομοθεσία στάθμης θορύβου προκαλεί όχληση στους περιοίκους και υποβαθμίζει το περιβάλλον, καθώς προκαλεί μεταβολή η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.

2) εγκατέστησε και λειτουργεί στην υπό στοιχ. Α' του παρόντος μονάδα χρόνιας αιμοκάθαρσης, δίκτυο ύδρευσης με σύστημα επεξεργασίας ύδατος το οποίο όμως δεν διοχετεύει τα ύδατα σε αποχέτευση ή βόθρο, αλλά σε παρακείμενα οικόπεδα, με αποτέλεσμα να διαρρέουν και να λιμνάζουν ύδατα, καίτοι σύμφωνα με τον Υγειονομικό Κανονισμό ύδατα προερχόμενα από οποιοδήποτε χρήση πρέπει να παροχετεύονται στεγανώς σε βόθρο ή υπόνομο ή με άλλο τρόπο, ώστε σε καμία περίπτωση να μη λιμνάζουν, παράβαση η οποίο διαπιστώθηκε κατ' επανάληψη από τους διενεργηθέντες ελέγχους και ενδεικτικά:

α) το καλοκαίρι του έτους 2011, ένας μεγάλος εύκαμπτος πλαστικός σωλήνας διοχέτευε καθημερινό μεγάλη ποσότητα υδάτων στο ακίνητο οικόπεδο όπισθεν της μονάδας, ιδιοκτησίας Α. Μ., με αποτέλεσμα να λιμνάζουν ύδατα και να υπάρχει δυσοσμία, ποντίκια και αμέτρητα σμήνη κουνουπιών, β) ένα χρόνο μετά και δη το καλοκαίρι του έτους 2012, τα νερά εξακολουθούσαν να εκχύνονται ελεύθερα και όχι σε στεγανό βόθρο, αλλά αυτή τη φορά στο παρακείμενο οικόπεδο ιδιοκτησίας Π.

Μ., με το πρόσχημα άτι ποτίζει καλλιέργεια οπωροκηπευτικών, γ) της 08.08.2012, διαπιστώθηκε από το Τμήμα Υγειονομικού και Περιβαλλοντικού Ελέγχου, ότι από το κοντέινερ διέρρεαν ύδατα προς την πλευρά του ακάλυπτου χώρου που βρίσκεται πλησίον του ακινήτου των εγκαλούντων Σ. Θ. του Θ. και Σ. Α. του Ι., το οποία λίμναζαν επί του εδάφους δ) στις 16-08.2012, διαπιστώθηκε από το Α.Τ.

Αίγινας ότι κατά την ανανέωση του νερού της δεξαμενής χύθηκαν νερό λόγω υπερχείλισης ε) στις 17.08.2012 και 23.08.2012, παρουσιάστηκε διαρροή - υπερχείλιση υδάτων που προέρχονται οπό το σύστημα επεξεργασίας ύδατος του δικτύου ύδρευσης της μονάδας στ) στις 12.09.2012, διαπιστώθηκε από το Τμήμα Υπηρεσιών Υγείας της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Αττικής ότι ο πλαστικός σωλήνας ύδρευσης καταλήγει σε διπλανό οικόπεδο και έγινε σύσταση η κατάληξη του σωλήνα ύδρευσης να διοχετεύει τα υγρά σε αποχέτευση ή βόθρο, ζ) στις 25.09.2012, διαπιστώθηκαν οπό το Α.Τ.

Αίγινας στην οικία των ως άνω εγκαλούντων, λιμνάζοντα ύδατα προερχόμενα οπό τη μονάδα. Η δε ύπαρξη λιμναζόντων υδάτων, από όπου και αν προέρχονται, δημιουργεί ανθυγιεινή εστία, καθώς ευνοεί την ανάπτυξη εντόμων υγειονομικής σημασίας και προκαλεί οχληρές και ανθυγιεινές καταστάσεις σε βάρος των περιοίκων.".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικό περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικό μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτό και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρονται, κατά τρόπο αναλυτικό, τα περιστατικά εκείνα που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την παράβαση της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, κατ' εξακολούθηση, από μέρος του κατηγορουμένου, που προέρχονται από τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις της υγειονομικής μονάδας χρόνιας αιμοκάθαρσης, τις οποίες έχει εγκαταστήσει τον ακάλυπτο χώρο του ακινήτου, που βρίσκεται σε αστική περιοχή (δηλαδή, μηχάνημα υποστήριξης νεφρολογικού κέντρου, κλιματιστικά, γεννήτρια κλπ) και προκαλούν υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου θορύβου των 50 db κάθε φορά, όπως διαπιστώθηκε από σχετικές μετρήσεις που έγιναν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Πειραιώς και Νήσων.

Ο αστικός δε χαρακτήρας της περιοχής προκύπτει από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο της πιο πάνω υπηρεσίας (σελ. 7 με αριθμό 10) η οποία προέβη στις σχετικές μετρήσεις θορύβου, με όριο τα 50 db. Περαιτέρω, η απόφαση δέχθηκε, ότι γινόταν υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην ίδια περιοχή (... Αίγινας) και από τη διοχέτευση των λυμάτων του πιο πάνω νεφρολογικού κέντρου (ακάθαρτων υδάτων) επιφανειακά σε παρακείμενα οικόπεδα, αντί σε βόθρο ή υπόνομο, με συνέπεια αυτά να λιμνάζουν και να δημιουργούν δυσοσμίες και εστίες μόλυνσης από τη σύναξη κουνουπιών, τρωκτικών κλπ.

Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τη δεύτερη περίπτωση (λύματα), δεν ήταν απαραίτητα να αναφέρεται ποια διάταξη νόμου, διάταγμα ή απόφαση υπουργού προβλέπει τα ανώτατα όρια ρύπων, πως καθορίσθηκαν αυτά και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε υπέρβαση αυτών, σε ποιο επίπεδο και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο έγινε η υπέρβαση, αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει, κατά την κατηγορία και τις παραδοχές της απόφασης, υπέρβαση των ορίων των ρύπων, αλλά υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με ενέργειες του υπαιτίου αναιρεσείοντος, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου.

Ενώ, δεν ήταν αναγκαίο, επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό η ενέργεια του αναιρεσείοντος επέδρασε δυσμενώς στην οικολογική ισορροπία και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, αλλά αρκεί η παραδοχή ότι από τη διοχέτευση από τον αναιρεσείοντα των ακαθάρτων υδάτων στα παρακείμενα οικόπεδα και όχι σε βόθρο ή υπόνομο, προκλήθηκε υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ΑΠ 270/2015).

Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ (κατ'ορθότερη εκτίμηση) με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικών λόγων από τις πιο πάνω διατάξεις, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες 'Εσφαλε, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την αιτιολόγηση της μερικότερης πράξης της υπέρβασης του επιτρεπομένου ορίου θορύβου των 50 db, που έλαβε χώρα "στις 3-7-2012 και περί ώρα 2.00" (με στοιχείο β), στην οποία δεν προσδιορίζεται αν υπήρξε υπέρβαση του ορίου των 50 db, στην πιο πάνω αστική περιοχή και σε ποιο όριο, όπως στις λοιπές περιπτώσεις (με στοιχεία α' και γ').

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.

ΙΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ.

δ) και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ, δηλαδή, δεν αρκεί η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητας του υπαιτίου προς εξασφάλιση των μέσων διαβίωσης του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, αλλά, απαιτείται επωφελής για την κοινωνία δράση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του συνηγόρου υπεράσπισής του, ζήτησε να αναγνωριστεί σ'αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α'ΠΚ (πρότερος έντιμος βίος), με παράθεση και μόνο της σχετικής νομικής διάταξης, δηλαδή, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει στον ισχυρισμό αυτόν και να αιτιολογήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απορριπτική επ'αυτού κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού.

Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την μερικότερη πράξη, που έλαβε χώρα "στις 3-7-2012 και περί ώρα 2.00", κατά τα προαναφερόμενα, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). Κατά τα λοιπά δε πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικά την απόφαση 1300/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά και ειδικότερα, ως προς την μερικότερη, κατ' εξακολούθηση, πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος, που έλαβε χώρα στην ... Αίγινας, στις 3-7-2012 και ώρα 2.00, καθώς και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15-2-2018, αίτηση αναίρεσης (αρ. πρ. ...2018) του Ε. Λ. του Γ., κατοίκου ... για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ