Legislator Case Law & Legislation
2046/2017 AI generated

2046/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2046/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2046/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και επανήλθε με την από 19-11-2010 κλήση της αναιρεσίβλητης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2046 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2046/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- καθου η κλήση: Ν. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παντελή Κοναξή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Θ. Θ. συζ. Ε. το γένος Π. Μ. η οποία δεν παραστάθηκε.

Του καλούντος: P. E. T. του Ε., ... ως κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός του Θ. Θ. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Αγγελομάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6268/2001 του ιδίου Δικαστηρίου, και 63/2003 μη οριστική 245/2009 τελεσίδικη του Εφετείου Πειραιά.

Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-4-2009 αίτησή του, τους από 7-10-2010 πρόσθετους λόγους αυτής και τους από 12-4-2017 Β’ συμπληρωματικούς πρόσθετους λόγους.

Η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε και επανήλθε με την από 19-11-2010 κλήση της αναιρεσίβλητης.

Κατά τη δικάσιμο της 7-12-2011 επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της αναιρεσίβλητης.

Την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο P. E. T. του Ε., ο οποίος με την από 6-12-2016 κλήση επαναφέρει προς συζήτηση την υπόθεση, η οποία αρχικά ορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-5-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 1-11-2017.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε τις από 28-11-2011 και από 29-11-2011 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος Εισηγητή Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με τις οποίες εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των από 7-10-2010 πρόσθετων λόγων αντίστοιχα, καθώς και την από 8-5-2017 έκθεσή της επί των από 12-4-2017 συμπληρωματικών πρόσθετων λόγων, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του καλούντος ζήτησε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α’ , 287 παρ.1, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ’ αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: 1) η από 29/4/2009 αίτηση και οι από 7/10/2010 πρόσθετοι λόγοι που άσκησε ο Ν. Χ. (αναιρεσείων) κατά της Θ. Θ. (αναιρεσίβλητης) για αναίρεση της 245/2009 οριστικής και της συμπροσβαλλόμενης 63/2003 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιά και 2) οι από 12/4/2017 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της προαναφερόμενης 245/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που άσκησε ο ίδιος αναιρεσείων κατά του P. E. T..

Η συζήτηση επί της από 29/4/2009 αίτησης αναίρεσης και των από 7/10/2010 πρόσθετων λόγων αυτής είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 17/11/2010, οπότε ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε με την από 19/11/2010 κλήση της αναιρεσίβλητης, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 7/12/2011. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα και δεν αμφισβητείται, η αναιρεσίβλητη Θ.

Θ. απεβίωσε, στις 16/7/2011, στην πόλη ... της Πολιτείας Florida των Η ΠΑ, οπότε επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης. Στη συνέχεια προέκυψε ότι η αναιρεσίβλητη μετά το θάνατο της κληρονομήθηκε από το γιο της P. E. T., ως μοναδικό εκ διαθήκης κληρονόμο και καθολικό διάδοχο-εμπιστευματοδόχο αυτής. Ο τελευταίος, με την από 6/12/2016 κλήση που επέδωσε νομίμως στον αναιρεσείοντα στις 13/1/2017 (βλ.

την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ...2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ. Α.), αφού του γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου της αναιρεσίβλητης μητέρας του, δήλωσε ότι συνεχίζει για εκείνη τη βιαίως διακοπείσα δίκη επί της από 29/4/2009 αίτησης και των από 7/10/2010 πρόσθετων λόγων, για τη συζήτηση των οποίων ορίστηκε δικάσιμος η 17/5/2017, οπότε ο αναιρεσείων άσκησε κατά του καλούντος P. E. T.

τους από 12/4/2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Ακολούθως, η συζήτηση της υπόθεσης αυτής αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 1/11/2017, κατά την οποία οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Κατόπιν αυτών νομίμως επαναλαμβάνεται στο πρόσωπο του καλούντος P. E. T.

η προκείμενη δίκη με την ένδικη κλήση, και πρέπει, αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των παραπάνω δικογράφων (άρθρα 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ), να εξεταστεί περαιτέρω αν αυτά ασκήθηκαν νόμιμα και παραδεκτά (άρθρο 577 παρ.1, 2 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568παρ.2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, κατ’ άρθ. 575 ΚΠολΔ και, επομένως, η άσκηση των πρόσθετων λόγων μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για τη συζήτηση της κρινόμενης από 29/4/2010 αίτησης αναίρεσης και των από 7/10/2010 πρόσθετων λόγων αυτής κατά της 245/2009 οριστικής και της συμπροσβαλλόμενης 63/2003 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιά ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 17/11/2010, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 7 και 14/11/2010, στην συνέχεια δε με την από 19/11/2010 κλήση της αναιρεσίβλητης Θ.

Θ. για τη συζήτηση της υπόθεσης ορίσθηκε η δικάσιμος της 7/12/2011, οπόταν επήλθε η βίαιη διακοπή της δίκης, η οποία επαναλήφθηκε νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα, με την από 16/12/2016 κλήση του P. E. T. και η υπόθεση συζητήθηκε, τελικά, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Ο αναιρεσείων στις 12/4/2017, δηλαδή, πολύ μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (17/11/2010) για τη συζήτηση της υπόθεσης, κατέθεσε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου το με την ίδια ημερομηνία δικόγραφο πρόσθετων λόγων (που επιγράφεται ως "Β’ συμπληρωματικοί πρόσθετοι λόγοι"), το οποίο επέδωσε αυθημερόν στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του καλούντος.

Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Αντίθετα οι από 7/10/2010 πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι κατατέθηκαν και επιδόθηκαν νομίμως στον καλούντα στις 15/10/2010, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης από το νόμο 30ήμερης προθεσμίας πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17/11/2010 για τη συζήτηση της υπόθεσης, είναι παραδεκτοί και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η βασιμότητα τους.

Με το άρθρο 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Εξαιρούνται από τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων οι αλλοδαποί που έχουν ετεροδικία, εκτός αν πρόκειται για διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 29.

Κατά την έννοια του άρθρου 3 του ΚΠολΔ αναζητείται για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων, η ύπαρξη δωσιδικίας Ελληνικού δικαστηρίου από οποιοδήποτε στοιχείο σύνδεσης αυτού με την υπόθεση. Η γενική δωσιδικία (κατοικία κλπ), όταν συντρέχει με ειδική δωσιδικία ημεδαπού δικαστηρίου ή όταν αποκλείεται από ημεδαπή ειδική δωσιδικία δεν δημιουργούν ζητήματα δικαιοδοσίας (αλλά μόνο τοπικής αρμοδιότητος).

Αντιθέτως, πρόβλημα γεννά η ύπαρξη ημεδαπής γενικής και αποκλειστικής αλλοδαπής δωσιδικίας. Στην τελευταία περίπτωση, η αποκλειστική δωσιδικία των αλλοδαπών δικαστηρίων θεμελιώνει δικαιοδοσία αυτών, η οποία αποκλείει τη δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 29παρ.1 ΚΠολΔ οι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε ακίνητα, τη νομή ή την κατοχή τους κ.λ.π....υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, ενώ κατά το άρθρο 30παρ.1 ΚΠολΔ οι διαφορές που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος...υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του.

Περαιτέρω, το άρθ. 4 ΚΠολΔ καθιερώνει τον κανόνα ότι είναι αποκλειστική και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων: α) σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου στην πρώτη συζήτηση και β) όταν πρόκειται "για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό".

Υπό τη διατύπωση αυτή, χαρακτηριστικώς διάφορη της του αρθρ. 29 ΚΠολΔ, το άρθρ.4 θεσπίζει διάταξη δικονομικού διεθνούς δικαίου, η οποία, ως lex fori, εφαρμόζεται υποχρεωτικώς και ισχύει τόσο για τη θεμελίωση, όσο και για τον αποκλεισμό της ημεδαπής αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Με άλλους λόγους, υπάρχει αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για διαφορές περί ακινήτων κειμένων στην Ελλάδα (άρθρο29 ΚΠολΔ), η οποία καθιστά ανεφάρμοστη οιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου, στηριζόμενη σε άλλη αποκλειστική δωσιδικία κατά τον ΚΠολΔ.

Kατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αν ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε κατοικία και διαμονή στην αλλοδαπή δεν συντρέχει μεν διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων για την εκδίκαση των κληρονομικών διαφορών, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας του άρθρου 30 του ΚΠολΔ, δύναται όμως να υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία τούτων, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας του ακινήτου.

Έτσι, δεν υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία της κληρονομιάς (άρθρο 30 ΚΠολΔ), αλλά στην αποκλειστική δωσιδικία του ακινήτου (άρθρο 29 ΚΠολΔ) η ειδική αγωγή που ασκείται κατ’ εκείνου που κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομιάς και δεν ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο κληρονόμος, αφού στην περίπτωση αυτή διαφιλονικούμενο δεν είναι το κληρονομικό δικαίωμα.

Συνεπώς η διεκδικητική αγωγή που ασκεί ο κληρονόμος εναντίον εκείνου που νέμεται αντικείμενο της κληρονομιάς και που δεν ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο κληρονόμος, ζητεί δε την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος (άρθρο 1094ΑΚ) υπάγεται στην αποκλειστική δωσιδικία του ακινήτου και όχι της κληρονομιάς.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή, όπως προεκτέθηκε, διαφιλονικούμενο δεν είναι το κληρονομικό δικαίωμα, αλλά το δικαίωμα κυριότητας του κληρονόμου στο πράγμα (ΑΠ 775/2013, 406/2009,142/2002). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη και, συγκεκριμένα, την ένδικη από 21/10/1999 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, παρόλο που αφορά σε δικαίωμα επί κληρονομιαίου ακινήτου που βρίσκονται στην Ελλάδα και ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, ήταν κάτοικος της πόλης ...

της Πολιτείας Florida των ΗΠΑ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα ισχυρίστηκε με αυτή ότι είναι κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου, κατόπιν κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 9/5/1978, στην παραπάνω πόλη των ΗΠΑ Δ. Μ. Χ., ο οποίος όσο ζούσε ήταν κάτοικος της εν λόγω πόλης και είχε αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα το έτος 1926.

Ότι αυτός με την από 2/6/1977 διαθήκη του, που συντάχθηκε κατά τους νόμους της Πολιτείας Florida, κατέλιπε στην ενάγουσα όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, που βρίσκεται στην Ελλάδα, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο (το οποίο κείται στην Αίγινα), καθώς και μέρος της περιουσίας του που βρίσκεται στην πόλη ....

Ότι την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκε η ενάγουσα με την .../1979 νόμιμα μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά Π. Σ.. Ότι περαιτέρω το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων της με τον εκτιθέμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο από το έτος 1918.

Ότι μετά το θάνατο του άμεσου δικαιοπάροχου της, το έτος 1978, αυτή (ενάγουσα) κατέχει και νέμεται το πιο πάνω ακίνητο με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής, τόσο ατομικά όσο και μέσω της πληρεξούσιας της Κ. Κ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου ακινήτου, επειδή οι εναγόμενοι με τις ειδικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή ενέργειές τους αμφισβητούν την κυριότητα της σε αυτό, προβάλλοντας δικαιώματα ιδίας κυριότητας, και να υποχρεωθεί ο πρώτος από αυτούς(ήδη αναιρεσείων), ο οποίος την απέβαλε από το επίδικο στις 17/9/1997, να της το αποδώσει.

Η αγωγή αυτή με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προεκτέθηκαν δεν φέρει το χαρακτήρα αγωγής περί κλήρου (άρθρο 1871 ΑΚ), ώστε να υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κληρονομιάς, αλλά αναγνωριστικής - διεκδικητικής αγωγής (άρθρα 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) και υπάγεται στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στην περιφέρεια του οποίου κείται το επίδικο ακίνητο.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με τη συμπροσβαλλόμενη 63/2003 απόφαση του έκρινε ομοίως και δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος πιο πάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος (όπως εκτιμάται) πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ένδικη αναγνωριστική - διεκδικητική αγωγή υπαγόταν στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στην περιφέρεια του οποίου κείται το επίδικο ακίνητο. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, κατά την εξέταση του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης Εξ άλλου από τις διατάξεις του 562 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σε αυτό ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ’ αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ’ αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ’ αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου, σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. Ι του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του. Προκειμένου, ειδικότερα, για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από την άποψη περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της έκτασης, της θέσης, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του.

Όμως δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου, ούτε ο προσανατολισμός αυτού (ΑΠ 1712/2009). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ισχυρισμό που είχε προβάλει με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ο οποίος συνίστατο στο ότι "η περιγραφή του ακινήτου είναι αόριστη και αντιφατική και προκαλείται σύγχυση, σχετικά με την έκταση και τα όρια του επίδικου ακινήτου".

Όμως, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής - διεκδικητικής αγωγής προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο περιγράφεται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια. Ειδικότερα αναφέρεται ότι "αυτό είναι αγρόκτημα... κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αιγινητών...έχει ήδη σήμερα χωριστεί από την παραλιακή οδό προς ...

σε δύο τμήματα (βόρειο και νότιο), τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια και, συγκεκριμένα, ότι το βόρειο τμήμα (με φυστικόδενδρα) έχει εμβαδόν 2900τ.μ.περίπου και συνορεύει γύρωθεν με την παραλιακή οδό προς ..., την οδό ..., το ρέμα ... και πέραν αυτού με ιδιοκτησίες Δ. Γ., Κ. Τ., Σ. Π. - Τ.. Το νότιο τμήμα είναι χέρσο, έχει εμβαδόν 2500τ.μ., περίπου και συνορεύεται γύρωθεν με παραλιακή οδό προς θάλασσα, ναυτικό όμιλο ...

και οδό προς θάλασσα". Επομένως, η ένδικη αγωγή που έχει το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559αρ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου το δεδικασμένο, η ύπαρξη του οποίου κωλύει την εκ νέου εξέταση από το δικαστήριο της έννομης σχέσης που κρίθηκε ήδη με προηγούμενη τελεσίδικη δικαστική απόφαση, προϋποθέτει, εκτός των άλλων στοιχείων που ορίζονται στο άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ., ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.

Τέτοια ταυτότητα δεν υπάρχει μεταξύ της περί κλήρου αγωγής του άρθρου 1871 ΑΚ, με την οποία εισάγεται καθολική αξίωση του ενάγοντος με βάση το κληρονομικό δικαίωμα και η οποία δεν περιέχει διεκδίκηση του αντικειμένου ως παρακρατούμενου, έστω και αν ζητιέται η απόδοση στον ενάγοντα ενός κληρονομικού αντικειμένου, και της διεκδικητικής αγωγής του άρθρου 1094 ΑΚ, η οποία ως βάση έχει το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του πράγματος (και αν ακόμη ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας είναι η κληρονομική διαδοχή), τα περιστατικά, τα οποία κατά νόμο επάγονται την κτήση της κυριότητας του ενάγοντος, καθώς και την προσβολή (κατάληψη) του πράγματος από τον εναγόμενο.

Επομένως, πρόκειται περί αγωγών καθεμία των οποίων έχει διάφορη ιστορική και νομική αιτία και, ως εκ τούτου, αν ασκηθεί η περί κλήρου αγωγή και απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγο μη ουσιαστικό, είναι δυνατή η έγερση από τον ενάγοντα διεκδικητικής αγωγής για το αυτό αντικείμενο κατά του αυτού εναγομένου (ΑΠ 406/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε στην παρούσα υπόθεση, από την 3537/1987 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας η από 2/1/1987 αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος (περί κλήρου) αγωγή που άσκησε η εδώ ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατά των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων των εδώ εναγομένων (μεταξύ των οποίων και του πρώτου εναγομένου ήδη αναιρεσείοντα).

Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, δεδομένου ότι η πρώτη αγωγή (περί κλήρου) αφορούσε την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος, ενώ η δεύτερη (διεκδικητική) αγωγή αναφέρεται στο δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο που αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή).

Κατά το άρθρο 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας "αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση". Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο που εμφανίζεται μετά τη συζήτηση (π.χ. παραίτηση, θάνατος δικαστή) καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης, επιβάλλεται η επανάληψη της συζήτησης. Ως τέλος της συζήτησης νοείται αυτό επ’ ακροατηρίου, γιατί εννοιολογικά η συζήτηση έχει την έννοια της υποβολής των ισχυρισμών στο ακροατήριο, της θέσης υπόψη του δικαστηρίου των αποδεικτικών μέσων και της παροχής τυχόν αναγκαίων διευκρινίσεων. Για την επανάληψη της συζήτησης απαιτείται ορισμός δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 254 ΚΠολΔ, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης συζήτησης και όχι νέα, αφού οι δύο διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς το λόγο της επανάληψης.

Συνεπώς για τον παριστάμενο κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση διάδικο δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων, αλλά είναι επιτρεπτή η επαναφορά των προτάσεων που έχουν κατατεθεί προηγουμένως, ενώ ο διάδικος που είχε παραστεί κατά την αρχική συζήτηση, αλλά δεν παρίσταται στη συνέχεια, δικάζεται κατ’ αντιμωλία, χωρίς να χρειάζεται να καταθέσει νέες προτάσεις.

Ως προς δε τα πρακτικά, εφόσον έχουν υπογραφεί από τον διευθύνοντα τη συζήτηση εκείνη και το γραμματέα, διατηρούν το κύρος τους και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το σε αυτά περιεχόμενο τους. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ ΑΠ 96/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 240 ΚΠολΔ, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 20/2/2002 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της μη κατάθεσης νέων προτάσεων και, συνακόλουθα, της ερημοδικίας της λόγω μη νόμιμης παράστασης της, κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 20/11/2008, αλλά επαναφοράς των προτάσεων που είχε καταθέσει κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 15/11/2007, μετά την οποία επαναλήφθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με πράξη του Διευθύνοντος το Εφετείο Πειραιά, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, λόγω της αποχώρησης από την υπηρεσία (στις 5/3/2008) του Εισηγητή Εφέτη Χ.

Μ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του, υπάγεται στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο ορθά προχώρησε στη μετ’ απόδειξη συζήτηση της έφεσης της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς να κηρύξει απαράδεκτο, εξαιτίας της μη κατάθεσης εκ μέρους της νέων προτάσεων στην επαναληφθείσα συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο της 20/11/2008, αφού αυτή, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν ήταν νέα αλλά συνέχεια της προηγούμενης συζήτησης και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η κατάθεση νέων προτάσεων από την τότε εκκαλούσα.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/4/2009 αίτηση, τους από 7/10/2010 και από 12/4/2017 πρόσθετους λόγους για αναίρεση των 63/2003 και 245/2009 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ