Legislator Case Law & Legislation
2046/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling lower court properly considered all submitted documents.

Case Number 2046/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision. The appellant argued the appellate court erred by failing to specifically evaluate certain evidence, but the court found the lower court had explicitly acknowledged and weighed all submitted documents, including specific administrative files and the appellant's own complaint. Consequently, the court ruled that the appellate court did not commit a procedural error under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all legally submitted evidence without requiring separate mention, provided the final decision clearly demonstrates that all evidence was taken into account.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appellate review evidence evaluation procedural error document consideration

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 1530/1950
Law 2113/1952
Law 441/1947
Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338-340 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 126/1950
Case 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2046 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2046/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Νιάνιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Λαϊνά Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στην Αλεξ/πολη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαγδαληνή Παναγοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε : α. με την από 12-12-1995 αγωγή της Χ, β. με την από 4-12-1996 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και γ. με την από 9-9-1997 πρόσθετη παρέμβαση του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1999 μη οριστική, 96/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 1530/1950 "περί συμπληρώσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως ενίων διατάξεων του ν.δ. 1138/1949 περί εχθρικών περιουσιών", που κυρώθηκε με το ν. 2113/1952, οι κατά την έννοια του νομοθετικού αυτού διατάγματος εχθρικές περιουσίες, δηλαδή οι γερμανικές και βουλγαρικές, για τις οποίες παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο το δικαίωμα της κατασχέσεως, παρακρατήσεως, εκκαθαρίσεως ή διαθέσεως δυνάμει της από 14-1-1946 Συμφωνίας των Παρισίων, που αφορούσε τις ληφθησόμενες από τη Γερμανία επανορθώσεις κλπ και της με τη Βουλγαρία Συνθήκης Ειρήνης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 441/1947, καθώς και οι κληρονομίες ή κληροδοσίες κάθε φύσεως, που περιήλθαν σε τέως εχθρούς, κατά την έννοια του ίδιου ν.δ. 1138/1949, μεταξύ των οποίων και τα φυσικά πρόσωπα που είχαν αποκτήσει κατά το χρόνο ενάρξεως της εφαρμογής των ανωτέρω διεθνών πράξεων τη Βουλγαρική ή Γερμανική ιθαγένεια, από την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικού αυτού νόμου (9-11-1950), περιέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά πλήρες κυριότητας και νομής δικαίωμα (ΑΠ 1265/2004), ενώ κατά την παρ. 2 του άρθρου 1 του α.ν. 1530/1950 "νομήν επί των περιερχομένων εις το Ελληνικό Δημόσιον περιουσιακών στοιχείων θεωρείται έχον από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος μόνον το Δημόσιον και άνευ υλικής κατοχής αυτών, αποκλειομένης της αναγνωρίσεως ως νομέως οιουδήποτε τρίτου και καθ' οιονδήποτε προσωρινήν ή τακτικήν διαδικασίαν".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 2636/1940, που επαναφέρθηκε σε ισχύ με το νόμο 13/1944 "1. Εχθροί, υπό την έννοια του παρόντος νόμου, θεωρούνται: α) Τα κράτη άτινα, δια βασιλικών διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού των Οικονομικών, ορίζονται εκάστοτε ως εχθρικά, υπό την έννοια του παρόντος νόμου, οι αρχηγοί των κρατών τούτων, και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών, β) τα φυσικά πρόσωπα άτινα κέκτηνται την ιθαγένειαν των κατά την περίπτωσιν α' εχθρικών κρατών ή έχουσι κατοικίαν ή μόνιμον διαμονήν εν αυτοίς, γ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πάσαι αι ενώσεις προσώπων ή περιουσίας, εφόσον έχουσι την έδραν διοικήσεως αυτών εν τινι των κατά την περίπτωσιν α' εχθρικών Κρατών ή τελούσιν υπό νομικήν ή οικονομικήν επιρροήν εχθρών, υπό την έννοιαν του παρόντος άρθρου. 2.

Δεν είναι εχθροί, υπό την έννοια του παρόντος νόμου, φυσικά πρόσωπα τα κεκτημένα ιθαγένειαν εχθρικού Κράτους, εφ' όσον είναι ελληνικής καταγωγής και διαμένουσιν εν τη ημεδαπή ή εις συμμάχους χώρας". Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ίδιου νόμου χαρατηρίσθηκαν ως "εχθρικές περιουσίες" όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν νομικώς ή οικονομικώς σε εχθρούς και βρίσκονται στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα ακίνητα αυτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου νόμου "αι εν Ελλάδι εχθρικαί περιουσίαι τίθενται υπό μεσεγγύησιν από της θέσεως εν εφαρμογή του παρόντος νόμου, απαγορεύεται δε και είναι άκυρος πάσα διάθεσις των περιουσιών τούτων παρά του εχθρού δικαιούχου ή παρά τας διατάξεις του παρόντος νόμου". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2, 3, 5 του ιδίου α.ν. 1530/1950 "τρίτοι" μη εχθροί διεκδικούντες ίδια οποιασδήποτε φύσεως δικαιώματα επί των κατά τα άνω περιερχομένων στο Ελληνικό Δημόσιο περιουσιακών στοιχείων, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και τα ακίνητα, ή προβάλλοντες οποιαδήποτε αξίωση κατά του κυρίου αυτών, δικαιούνται με αγωγή κατά του Δημοσίου να ζητήσουν την αναγνώριση και ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους.

Τα ίδια εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μη εχθρός, αμφισβητεί τα κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1138/1949 και του α.ν. 1530/1950 δικαιώματα του Δημοσίου. Υπό τον όρο δε μη εχθροί νοούνται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία δεν είναι τέως εχθροί με την ανωτέρω έννοια του ν.δ. 1138/1949, ήτοι Γερμανοί ή Βούλγαροι και εκείνα τα οποία δεν είναι ούτε υπήρξαν εχθροί υπό την έννοια του α.ν. 2636/1940 δηλαδή Ιταλοί ή Αλβανοί (Ολ.

ΑΠ 161/1973). Στις ανωτέρω περιπτώσεις η μεταβίβαση της κυριότητας θεωρείται, όπως προαναφέρθηκε ότι ολοκληρώθηκε αυτοδικαίως δυνάμει του νόμου και σημειώνεται στα βιβλία μεταγραφών μετά από σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών (ΑΠ 445/1991). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).

Κατά δε το άρθρο 974 ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προς κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται κατοχή τούτου με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία, η διάνοια δε κυρίου δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.

Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στη κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του ( ΑΠ 1152/1999). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη αναδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς α) με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί των αναφερομένων ακινήτων, τα οποία ανήκαν στην αποβιώσασα μητέρα της το έτος 1968, οπότε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο τα κατέλαβε αυθαίρετα ως εχθρική περιουσία και β) την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου λόγω έκτακτης χρησικησίας, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η Ζ, μητέρα της ενάγουσας, που αποβίωσε στις 8-12-1961 στη Βουλγαρία, κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τις κόρες της Θ και Χ (ενάγουσα), οι οποίες είχαν εγκατασταθεί και ζούσαν στη Βουλγαρία ήδη πριν από το 1940, όπου δημιούργησαν οικογένειες. Η Ζ, είχε από καταγωγής τη βουλγαρική ιθαγένεια και λόγω του γάμου της με το Ξ, πατέρα της ενάγουσας, απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα, την οποία διατήρησε μέχρι το θάνατό της.

Ζούσε στην ... μέχρι και το 1957, οπότε εξ αιτίας προβλημάτων υγείας και επειδή ο σύζυγός της είχε αποβιώσει το 1953, μετέβη στις κόρες της στη Βουλγαρία, όπου και απεβίωσε το 1961. Η ενάγουσα, με βάση την 39197/1995 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, αποδέχθηκε το εξ αδιαθέτου ποσοστό της και ειδικότερα το 1/2 από την κληρονομία της μητέρας της και στη συνέχεια, μετά τον θάνατο της αδελφής της Θ, στις 1-8-1983, η ενάγουσα, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής, αποδέχθηκε νόμιμα την κληρονομία της τελευταίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν το εξ αδιαιρέτου ποσοστό αυτής από την κληρονομία της μητέρας της.

Με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα κατέστη μοναδική κληρονόμος της μητέρας της Ζ. Η τελευταία, είχε κατά τον χρόνο του θανάτου της, ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελούνταν από: 1) τον με αριθ. 544 αγρό, έκτασης 25.500 τ.μ, που βρίσκεται στο αγρόκτημα ..., 2) δύο συνεχόμενους αγρούς, με αριθμούς τεμαχίων 933 και 934, έκτασης 2.125 και 2500 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται στην ίδια πιο πάνω κτηματική περιοχή και 3) μία οικία που είναι κτισμένη σε οικόπεδο τριών στρεμμάτων, που βρίσκεται στην οδό ...

του οικισμού .... Τη διοίκηση της πιο πάνω περιουσίας, η μητέρα της ενάγουσας, με βάση το 21386/1956 πληρεξούσιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Πασχ. Ζώϊου, ανέθεσε στους ... και ..., στους οποίους έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα να αντιπροσωπεύουν αυτήν σε κάθε αρχή και για οτιδήποτε απαιτηθεί.

Μετά το θάνατο της μητέρας τους το 1961, η ενάγουσα και η αδελφή της Θ, που δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, το 1962 με πληρεξούσια που συντάχθηκαν ενώπιον των βουλγαρικών αρχών, ανέθεσαν τη διοίκηση της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας τους στους ... και .... Οι εντολείς με βάση τα πιο πάνω πληρεξούσια εκμίσθωναν, αρχικά για λογαριασμό της μητέρας τους και στη συνέχεια της ενάγουσας και της αδελφής της για μικρό χρονικό διάστημα τους αγρούς σε τρίτους και την οικία στον Φ, αντί μάλιστα για μισθώματα που δεν μπορούσαν να στείλουν, έστελναν σ' αυτές δέματα με ρούχα και τρόφιμα, όμως από τότε που το ελληνικό δημόσιο τους γνωστοποίησε ότι αυτά τελούν υπό την μεσεγγύηση του οικονομικού εφόρου ... (1963), παρέδιδαν αμέσως σ' αυτόν κάθε πρόσοδο εκ των πιο πάνω ακινήτων.

Το Ελληνικό Δημόσιο, με έγγραφο του γενικού λογιστηρίου του κράτους, τον Μάιο του 1963 γνωστοποίησε προς τον οικονομικό έφορο Αλεξανδρούπολης ότι η περιουσία της μητέρας της ενάγουσας ανήκει στην κατηγορία των "εχθρικών περιουσιών" κατά την έννοια του Ν.Δ. 1138/1949 και του Α.Ν. 1530/1950, οπότε αυτοδίκαια, μετά την ισχύ των πιο πάνω νόμων, η κυριότητα αυτής περιήλθε στο δημόσιο, με μεσεγγυούχο τον οικείο οικονομικό έφορο.

Κατόπιν αυτών το Ελληνικό δημόσιο, το Νοέμβριο 1968 εξέδωσε τρία πρωτόκολλα κατάληψης δημοσίων κτημάτων, που αφορούσαν, το πρώτο τους συνεχόμενους αγρούς συνολικής έκτασης περί τα 5.000 τ.μ., το δεύτερο τον αγρό των 25.000 τ.μ. και το τρίτο το οικόπεδο και την οικία, ενώ στη συνέχεια, το Νοέμβριο του 1969, συντάχθηκε το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των πιο πάνω ακινήτων και αμέσως τα ακίνητα αυτά εγγράφηκαν ως δημόσια κτήματα με αριθμούς ΒΚ 2563, 2564 και 2565 στο γενικό βιβλίο καταγραφής και η σχετική μεταβολή σημειώθηκε αμέσως στα αρμόδια βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης.

Ειδικότερα, το οικόπεδο με την οικία που υπήρχε σ' αυτό, που αποτέλεσε το ΒΚ 2565 δημόσιο κτήμα, αρχικά μίσθωνε από τις κληρονόμους της Ζ, ο Φ, ο οποίος όμως από το 1963 κατέβαλε το σχετικό μίσθωμα στην Τράπεζα της Ελλάδος μέχρι το 1968, ενώ από το 1969 μέχρι το 1971, το ελληνικό δημόσιο εκμίσθωνε σ' αυτόν το πιο πάνω ακίνητο, ενώ μετά το 1971, ο πιο πάνω το κατείχε αυθαίρετα, καταβάλλοντος τέλος αυθαίρετης χρήσης και τελικά το 1995 και κατόπιν σχετικής από το 1978 αιτήσεώς του για παραχώρηση αγόρασε από το εναγόμενο έκταση 400 τ.μ.

Το ίδιο πιο πάνω ΒΚ 2565 κτήμα είχε παραχωρηθεί το 1983 κατά χρήση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης αλλά στη συνέχεια το 1992, με απόφαση της κτηματικής εταιρίας του δημοσίου, ανακλήθηκε η σχετική παραχώρηση για έκταση 919,75 τ.μ., στα οποία ήταν κτισμένη και η οικία που διέμενε ο Φ.

Επίσης το ΒΚ 2564 δημόσιο κτήμα, που αντιστοιχεί στον με αριθμό 544 αγρό, εκμισθώθηκε πριν από το 1957, από τη Ζ στον ..., στη συνέχεια δε εκμισθώθηκε στον ίδιο από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τα έτη 1968 έως 1971 και στη συνέχεια κατεχόταν αυθαίρετα από τον πιο πάνω, που κατέβαλε το σχετικό τέλος αυθαίρετης χρήσης μέχρι και το 1980, ενώ η αίτηση που ο πιο πάνω υπέβαλε το 1978 για παραχώρηση του ακινήτου αυτού, δεν έγινε δεκτή.

Ακόμη το ΒΚ 2563 δημόσιο κτήμα, που αντιστοιχεί στους με αριθμούς 933 και 934 αγρούς, εκμισθώθηκε πριν από το 1957 από τη Ζ στην ..., στη συνέχεια εκμισθώθηκε στην ίδια από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα έτη 1968 έως 1971 και κατόπιν κατέχονταν αυθαίρετα από την πιο πάνω, που κατέβαλε το σχετικό τέλος αυθαίρετης χρήσης μέχρι και το 1994, ενώ αίτηση που υπέβαλε το 1978 για παραχώρηση του ακινήτου αυτού, δεν έγινε δεκτή.

Αποδείχθηκε ότι το 1947, οπότε κυρώθηκε η συνθήκη ειρήνης Ελλάδος-Βουλγαρίας, στην οποία αναφέρεται το Ν.Δ 1138/1949, αλλά και στη συνέχεια μέχρι το 1961, χρόνο θανάτου της Ζ, μητέρας της ενάγουσας, δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής οι όροι για την αυτοδίκαιη περιέλευση στο δημόσιο της περιουσίας της ως "εχθρικής περιουσίας", διότι η πιο πάνω, αν και είχε και τη βουλγαρική υπηκοότητα από καταγωγή, απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα λόγω του γάμου της με το Ξ, δεν προέκυψε δε αν μετά το γάμο της διατήρησε και τη βουλγαρική υπηκοότητα, είχε δηλαδή "διπλή ιθαγένεια" ή ότι έδειξε προτίμηση προς τη βουλγαρική ιθαγένεια.

Αντίθετα διατήρησε την ελληνική ιθαγένεια μέχρι το θάνατό της. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την περιέλευση των κτημάτων της στο δημόσιο και την απόκτηση της κυριότητάς τους από αυτό, αποδείχθηκε ότι από το 1968 τουλάχιστον μέχρι το 1992, που η ενάγουσα υπέβαλε στον Υπουργό Οικονομικών αίτηση για απόδοση σ' αυτήν της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας της, πράξη που αποτελεί κατά νόμο διεκδίκηση των δικαιωμάτων της για πρώτη φορά, ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής αρχής, το Ελληνικό Δημόσιο, με τα όργανά του κατείχε τα επίδικα ακίνητα, με διάνοια κυρίου για περισσότερο από είκοσι (20) έτη, ασκώντας σ' αυτά όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση τους, ήτοι εκμίσθωνε αυτά σε τρίτους ή εισέπραττε το τέλος αυθαίρετης χρήσης αυτών, καταλύοντας την κυριότητα της ενάγουσας σ' αυτά και αποκτώντας την κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι ναι μεν η δικαιοπάροχος μητέρα της ενάγουσας διατήρησε την ελληνική ιθαγένεια μέχρι το θάνατό της, αλλά όμως από το έτος 1968 τουλάχιστον μέχρι το 1992, που η ενάγουσα υπέβαλε στον Υπουργό Οικονομικών αίτηση για απόδοση σ' αυτήν της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας της, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατείχε τα επίδικα με διάνοια κυρίου για περισσότερο από είκοσι έτη, καταλύοντας έτσι την κυριότητα της ενάγουσας σ' αυτά και αποκτώντας την κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία.

Κατόπιν τούτου απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός μεν δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του α.ν. 1530/1950, των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. δ/τος 1138/1949, των άρθρων 1, 6, 7, 12 και 13 του α.

ν. 2636/1940 και των άρθρων 982 και 1045 του ΑΚ, ούτε και εκείνες των άρθρων 34 του α.ν. 1539/1938 και 1 του ν. 4506/1966, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είχε αποκτήσει την κυριότητα των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1049 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής, εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου.

Η διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Οι διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως", προκύπτει ότι, ως προς τη διακοπή της χρησικτησίας, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 269 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "Την παραγραφή διακόπτει η υποβολή σε διαιτησία ή σε διοικητική αρχή ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο ειδικό δικαστήριο της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση.

Οι διατάξεις των άρθρων 261 έως 263, 267 έως 268 εφαρμόζονται αναλόγως". Για να επέλθει όμως το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει η διοικητική αρχή να είναι αρμόδια προς επίλυση της διαφοράς. Η υποβολή αιτήσεως σε αναρμόδιο όργανο, δεν επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής και δεν αποτελεί καν όχληση. Εξάλλου, αρχή αρμόδια για την επίλυση διαφοράς με το δημόσιο ήταν, πριν από την με το άρθρο 10 παρ. 4 του νόμου 1256/1982 κατάργησή του, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο γνωμοδοτούσε, κατά τα άρθρα 27 και 28 του α.

ν. 427/1945 και τα άρθρα 4 και 5 του Β. Δ/τος της 2-1-1961 για την προσήκουσα σε τέτοιες διαφορές λύση, εν Ολομελεία ή με το Α' Τμήμα του, ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς με γνωμοδοτήσεις υποκείμενες στην έγκριση του Υπουργού των Οικονομικών, από τον οποίο και προκαλείται η γνωμοδότηση με την παραπομπή απ' αυτόν της αιτήσεως του ενδιαφερομένου που αποτελεί το εισαγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 362/1989).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς με την προβληθείσα από την ενάγουσα αντένσταση διακοπής της επικαλούμενης από το εναγόμενο χρησικτησίας, με την οποία ισχυριζόταν ότι η χρησικτησία του εναγόμενου διεκόπη, διότι η ίδια το 1978 και το 1982 υπέβαλε στις αρμόδιες αρχές σχετική αίτηση ζητώντας την απόδοση των επιδίκων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού προσκομίζει σε φωτοαντίγραφα μία αίτηση της ιδίας και της αδελφής της με ημερομηνία 22-11-1978, που απευθύνεται στην οικονομική εφορία Αλεξανδρουπόλεως, με την οποία, αφού εξιστορούν το θέμα των κτημάτων τους, ζητούν από τον οικονομικό έφορο, να τους δώσει οδηγίες τί να κάνουν για την κληρονομιά τους, ενώ τη δεύτερη από 6-8-1982 αναφορά της, που επικαλείται δεν προσκομίζει, αλλά προσκομίζει μία από 23-9-1982 απάντηση της Διεύθυνσης δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών στην από 6-8-1982 αναφορά αυτής και της αδελφής της, στην οποία απάντηση αναφέρεται ότι τα ακίνητα της μητέρας της περιήλθαν νόμιμα ως "εχθρική περιουσία" στην κυριότητα του ελληνικού κράτους.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι από την παράθεση του περιεχομένου των δύο παραπάνω εγγράφων δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις διακοπής της χρησικτησίας του Δημοσίου, διότι τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν διεκδίκηση των επίδικων κτημάτων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (το ένα είναι απλώς πληροφοριακό, ενώ το ακριβές περιεχόμενο του δεύτερου είναι άγνωστο, αφού η εναγομένη δεν το προσκομίζει), και αφετέρου δεν απευθύνεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα, δηλαδή στον Υπουργό των Οικονομικών και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το πρώτο έγγραφο ή στην αρμόδια νομική υπηρεσία που το αντικατέστησε το δεύτερο για γνωμοδότηση πριν την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι η χρησικτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δεν διακόπηκε με τις παραπάνω ενέργειες της ενάγουσας και κατόπιν τούτου δέχτηκε ότι το εναγόμενο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία τα επίδικα ακίνητα και απέρριψε την αγωγή. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 269 και 1049 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπονται από το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσεως του δικαστηρίου ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος.

Εξάλλου, στο άρθρο 436 § 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν το έγγραφο που προσκομίστηκε αναφέρεται σε άλλο έγγραφο, προσάγεται και αυτό, εκτός αν εκείνο που προσκομίσθηκε αντικατέστησε το έγγραφο που αναφέρεται ή περιλαμβάνει όλο το ουσιώδες περιεχόμενό του. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το αναφέρον έγγραφο έχει την πλήρη απόδειξη του αναφερομένου εγγράφου μόνον, χωρίς την προσαγωγή του αναφερομένου, όταν συντάχθηκε για να αντικαταστήσει το αναφερόμενο ή όταν η όλη ουσιώδης έννοια του αναφερομένου εγγράφου επαναλαμβάνεται στο αναφέρον.

Προκειμένου όμως το δικαστήριο να προσδώσει σε μόνον το αναφέρον έγγραφο την αποδεικτική δύναμη του αναφερομένου πρέπει να βεβαιώνει την συνδρομή ενός των ανωτέρω νομίμων όρων, ήτοι ή ότι το αναφέρον έγγραφο συντάχθηκε για να αντικαταστήσει το αναφερόμενο ή ότι το αναφέρον έγγραφο επαναλαμβάνει την όλη ουσιώδη έννοια του αναφερομένου (ΑΠ 1100/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχτηκε ότι το περιεχόμενο του στην από 23-9-1982 έγγραφη απάντηση της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών αναφερομένου από 6-8-1982 εγγράφου είναι άγνωστο, καίτοι τούτο περιέχεται στο αναφέρον έγγραφο κατά τα ουσιώδη του στοιχεία.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι η εναγομένη δεν προσκομίζει την επικαλούμενη από 6-8-1982 αναφορά της, αλλά προσκομίζει μία από 23-9-1982 απάντηση της ως άνω Διεύθυνσης, του εγγράφου δε αυτού το ακριβές περιεχόμενο είναι άγνωστο. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, αφού το Εφετείο δεν βεβαιώνει ότι η όλη ουσιώδης έννοια του αναφερομένου εγγράφου επαναλαμβάνεται στην προσκομισθείσα απάντηση, ώστε να το εκτιμήσει ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ και ο εξεταζόμενος λόγος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο πιο πάνω αιτιολογικό της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και α) το 5984/499/22-6-1982 έγγραφο της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, β) το 5975/876/23-9-1982 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης, γ) την από 25-7-1994 εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας προς τον Υπουργό των Οικονομικών, δ) την με αριθμό κατάθεσης 1567/ΤΠ/224/31-12-1993 αγωγή της και ε) την 90/1995 απόφαση επί της ως άνω αγωγής, τα οποία έγγραφα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε στην κυριότητά της τα κληρονομιαία επίδικα ακίνητα.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2006 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 199/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ