Legislator Case Law & Legislation
2046/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unclear grounds regarding forged check elements and evidence admissibility.

Case Number 2046/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a forged check case. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence and misinterpreted the check's contents, but the court rejected these claims as vague and lacking necessary detail. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 79 of Law 5960/1933; Art. 559 para. 1, 11, 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal must specify the exact content of evidence and the precise distortion alleged to be material to the judgment; otherwise, it is inadmissible.

Keywords

AI generated
forged check elements unclear appeal grounds evidence admissibility misinterpretation of documents legal costs award inadmissible appeal statutory requirements

Cited Legislation

AI generated
Art. 79 of Law 5960/1933
Art. 1 and 2 of Law 5960/1933
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 118 para. 4 and 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 42/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2046 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2046/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)..... και 2) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαυροματίδη.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1996 αγωγή αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22903/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3387/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή τους και τους από 21 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ'ω δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν αδικήματος απαιτείται, εκτός άλλων, η εκδιδόμενη επιταγή να είναι τυπικώς έγκυρος, ήτοι να φέρει τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 1 και 2 του ως άνω νόμου επί ποινή ακυρότητας του τίτλου ως επιταγής απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 42/1992 Ελ.

Δνη 33, 687). Ειδικότερα, εκτός των άλλων, πρέπει να περιέχει τη σημείωση του τόπου της πληρωμής (άρθρο 1 περ. 4). Όμως εν ελλείψει ειδικής σημειώσεως ο παρά το όνομα του πληρωτή σημειούμενος τόπος θεωρείται ως τόπος της πληρωμής. Εάν περισσότεροι τόποι σημειώνονται παρά το όνομα του πληρωτή, η επιταγή είναι πληρωτέα στον πρώτο σημειούμενο τόπο.

Η επιταγή χωρίς σημείωση του τόπου της πληρωμής θεωρείται πληρωτέα στον τόπο της εκδόσεως αυτής (άρθρ. 2). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι οι αναιρεσείοντες έχοντας δικαίωμα υπογραφής δυνάμει του υπ' αριθμ. 76/21-10-1995 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΒΑ ΑΕΒΕ", προέβησαν στην έκδοση σε διαταγή του της αριθ. ....

επιταγής της Τράπεζας CITY BANK, ποσού 3.220.000 δρχ. και με ημερομηνία προς εμφάνιση την 2-5-1996: Ότι την επιταγή αυτή εμφάνισε προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εν λόγω Τράπεζα, πλην όμως αυτή του επεστράφη απλήρωτη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον αριθ. ...... τραπεζικό λογαριασμό, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της εν λόγω Τράπεζας επί του σώματος της επιταγής.

Ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο πληρωμής της εν λόγω επιταγής και εν τούτοις εξέδωσαν αυτή. Ότι οι αναιρεσείοντες διέπραξαν το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας πράξεως αυτών ζημιώθηκε το ποσό των 3.220.000 δρχ.

και περαιτέρω υπέστη ηθική βλάβη ποσού 400.000 δρχ. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, και με προσωπική τους κράτηση να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 3.620.000 δρχ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ορισμένη την αγωγή και περαιτέρω την έκανε δεκτή ως νομικά και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 932 ΑΚ, 79 του ν. 5960/1933 και 1047 ΚΠολΔ.

Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες λόγους εφέσεως, μεταξύ των οποίων και το λόγο περί αοριστίας της αγωγής, και την έφεση στο σύνόλό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με βάση το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, το οποίο εκτιμά το δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.5960/1933 ως προς το ορισμένο της αγωγής διότι ναι μεν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφερόταν ο τόπος πληρωμής της επιταγής, πλην όμως η έλλειψη αυτή αναπληρωνόταν, κατά νόμο, από τον τόπο εκδόσεώς της, που ήταν η Θεσσαλονίκη, έδρα της εκδότριας εταιρείας, ενώ, περαιτέρω, δεν απαιτούνταν να αναφερθεί στην αγωγή ο χρόνος βεβαίωσης της εμφανίσεως και μη πληρωμής της επιταγής, αφού αρκούσε το ότι σ' αυτήν αναφερόταν ότι η επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, δηλ.

εντός της υπό του νόμου οριζόμενης προθεσμίας των οκτώ ημερών από της εκδόσεώς της (άρθρ. 29 παρ.1 του ν.5960/1933). Επομένως ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 περ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγο από το ίδιο άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ την αιτίαση ότι το αίτημα της αγωγής για προσωπική τους κράτηση, έπρεπε να κηρυχθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτο λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα επιβολής της.

Από την επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφερόταν ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, διότι εν γνώσει τους ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο πληρωμής της επίδικης επιταγής, εν τούτοις την εξέδωσαν, με αποτέλεσμα να σφραγισθεί ως ακάλυπτη και ότι η εταιρεία ΝΟΒΑ ΑΒΕΕ, την οποία νόμιμα εκπροσωπούσαν και επ' ονόματι και για λογαριασμό της οποία εξέδωσαν την επιταγή, στερούνταν καθαρών περιουσιακών στοιχείων, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η είσπραξη του ποσού της επιταγής από την εν λόγω εταιρεία.

Με βάση το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, ορθώς το Εφετείο έκρινε ορισμένο το αίτημα της προσωπικής κρατήσεως των αναιρεσειόντων και ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως ότι αυτοί κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής ενήργησαν όχι ως όργανα της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΒΑ ΑΒΕΕ", αλλά ως πληρεξούσια, αντιπρόσωποι και αντίκλητοι της τελευταίας διορισθέντες ως τέτοιοι με το 76/21-1-1993 πρακτικό του Δ.Σ αυτής που δημοσιεύθηκε νομίμως και συνεπώς ενεργώντας ως εντολοδόχοι του Δ.Σ αυτής δεν υπέχουν ευθύνης, δεδομένου ότι δεν νοείται αντιπροσώπευση εν τη αδικοπραξία, όπως είναι και η εν γνώσει έκδοση ακάλυπτης επιταγής.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη κατά της αγωγής ένσταση η οποία όμως είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη και τούτο διότι σύμφωνα με το καταστατικό της ως άνω ανώνυμης εταιρεία "ΝΟΒΑ ΑΒΕΕ", το διοικητικό συμβούλιο αυτής έχει την εξουσία να αναθέτει την εκπροσώπηση αυτής σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη του ή σε διευθυντές ή σε διευθύνοντα σύμβουλο ή σε τρίτα πρόσωπα (βλ. 3971/1985 ΦΕΚ, τευχ.ΑΕ και ΕΠΕ στο οποίο δημοσιεύεται ολόκληρο το καταστατικό).

Επίσης το Δ.Σ διόρισε αυτή με το 76/21-10-1995 πρακτικό ως νομίμους εκπροσώπους του για να εκπροσωπούν επί ορισμένων υποθέσεών της την εταιρεία, μεταξύ των οποίων και να εκδίδουν για λογαριασμό της εταιρείας επιταγές (βλ. το 6752/28-11-1995 ΦΕΚ στο οποίο είναι καταχωρημένο το πρακτικό αυτό). Η εξουσία δε αυτή των εναγομένων προς έκδοση επιταγών για λογαριασμό της εταιρείας στα πλαίσια της κατ' ανάθεση εξουσίας εκπροσώπησης αυτής είναι γενική και δεν συνάπτεται με ορισμένο κύκλο υποθέσεων, όπως τραπεζικών, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Στα πλαίσια αυτής της εξουσίας τους οι εναγόμενοι ως καταστατικά όργανα της εταιρείας εξέδωσαν και την επίδικη επιταγή, γεγονός που δεν αμφισβητείται από αυτούς στο σώμα της οποίας, νομίμως προσκομιζόμενο, δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι αυτοί κατά την έκδοση της επιταγής ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι, εντολοδόχοι, πληρεξούσιοι της ως άνω εκδότριας της επιταγή ανώνυμης εταιρείας".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "ΝΟΒΑ ΑΒΕΕ" κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής και όχι ως πληρεξούσιοι, αντιπρόσωποι και αντίκλητοι αυτής και, επομένως, ευθύνονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Κατ' ακολουθίαν ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο για να καταλήξει στην ως άνω κρίση του, έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι κατά την έκδοση της επιταγής δεν ενήργησαν ως όργανα της εκδότριας εταιρείας, αλλά ως πληρεξούσιοι, αντιπρόσωποι και αντίκλητοι, και τους απέρριψε, και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτή δεν περιέχεται ομολογία του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, την οποία δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ομολογία του αναιρεσιβλήτου που περιέχεται στην αγωγή του, ότι ουδεμία υπέστη ζημία, διότι ουδέν κατέβαλε στην Τράπεζα στην οποία την είχε μεταβιβάσει και από την οποία την επαναπέκτησε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι, ενώ με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς των ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο χρέος από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής αποσβέστηκε με ανανέωση, η οποία έγινε με το από 10-4-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ της εταιρείας "ΝΟΒΑ ΑΒΕΕ" και του αναιρεσίβλητου και ότι συνεπώς η αγωγή ήταν ουσιαστικά αβάσιμη, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμόν αυτόν ως το πρώτο προβαλλόμενη στην κατ' έφεση δίκη, διότι δεν συνέτρεχε κανένας εξαιρετικός προς τούτο λόγος από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, που καθιστούν παραδεκτή την προβολή ισχυρισμών το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, ενώ, ειδικότερα, δέχθηκε ότι από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον αναιρεσειόντα έγγραφο δεν προέκυπτε τέτοια ανανέωση του επίδικου χρέους. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος ως τιούτος από το άρθρο 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε για τυπικό λόγο.

Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, κατά την οποία τιμωρείται με φυλάκιση ο εκδίδων ακάλυπτη επιταγή προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο για την έγερση αγωγής κατά προσώπου που εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή και έτσι διέπραξε αδικοπραξία, να έχει αυτός καταδικασθεί προηγουμένως αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο, ενώ, περαιτέρω, για τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος της ακάλυπτης επιταγής αρκεί η γνώση του εκδότη της επιταγής ότι δεν έχει αντίστοιχα κεφάλαια επί του πληρωτή. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται, ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή. Πρέπει ακόμη να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο το 2939/4-5-1995 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Ζωγράφου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ώστε να κριθεί, περαιτέρω, ότι ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 περ.4 και 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενο το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεως του δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που περιέχει. Με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της επιταγής, από το οποίο προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν κομιστής από αναγωγή, και, επομένως, δεν θεμελιώνεται αδικοπραξία, ενώ αυτή δέχθηκε ότι ήταν ο κομιστής που εμφάνισε προς πληρωμή την επιταγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτό το πλήρες, περιεχόμενο του εγγράφου της επιταγής και ειδικότερα η αιτία για την οποία οπισθογραφήθηκε και παραδόθηκε από τον αναιρεσίβλητο στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία και την εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα, ώστε με το περιεχόμενο της επιταγής που δέχθηκε το Εφετείο να κριθεί αν το ανέγνωσε εσφαλμένα και εντεύθεν αν το παραμόρφωσε ή όχι.

Τέλος, όλοι οι λοιποί από τα άρθρο 1,9 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτούς τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2002 αίτηση των ..... και ..... για αναίρεση της 3387/1999 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ