Legislator Case Law & Legislation
2045/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to lack of substantive review of inadmissible property claim.

Case Number 2045/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final appellate decision regarding a property ownership dispute. The appellant, now represented by his heirs, argued that the lower court failed to examine the property's exchangeable nature and ignored evidence. The court ruled that the appealed judgment had rejected the claim as inadmissible without conducting a substantive trial, rendering the appeal inadmissible under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 11 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appealed judgment rejected the claim as inadmissible without conducting a substantive examination of the case.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible claim substantive review property ownership code of civil procedure heirs representation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 11 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2045 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2045/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις ...-2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η Ι. Μ. του Κ., κάτοικος ..., Α) ως καθολική διάδοχος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος την ...-2018 αναιρεσείοντος Κ. Μ. του Π., κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου και Β) ως καθολική διάδοχος εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιωσάσης την ...-2022 Ζ. χήρας Κ. Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, η οποία είχε καταστεί εν ζωή εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου του προαποβιώσαντος την ...-2018 συζύγου της Κ. Μ. του Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2005 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29728/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1890/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αποβιώσας αναιρεσείων με την από 5-8-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της υπεισελθούσας στη δικονομική θέση του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 05.08.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 1890/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την από 09.01.2012 έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αρ. 29728/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της νόμιμης προδικασίας, η από 19.8.2005 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος έως την επέλευση του θανάτου του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 938/2024, ΑΠ 369/2022, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 25/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Κ. Π. Μ. απεβίωσε στις ....2018, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα του Ι. Μ. κατά τα 3/4 και τη σύζυγό του Ζ. Μ. το γένος Τ. Α. κατά το 1/4 της κληρονομιαίας περιουσίας, όπως προκύπτει από το από ....2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Θεσσαλονίκης, το με αρ. ....2025 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης, το με αρ. ....2025 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομίας, του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και το με αρ.

πρωτοκ. ....2018 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, στις ....2022, απεβίωσε η Ζ. σύζυγος Κ. Μ., όπως βεβαιώνεται στην από ....2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο Ληξίαρχος του Δήμου Θεσσαλονίκης, η οποία με την από ....2021 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, κατέλειπε το εξ αδιαθέτου μερίδιό της του 1/4 εξ αδιαιρέτου, επί του οικοπέδου μετά της ισογείου οικίας που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη στην οδό ... (επιδίκου ακινήτου), στη θυγατέρα της Ι.

Μ., η οποία δεν αποποιήθηκε την κληρονομία, όπως προκύπτει από το με αρ. ....2022 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης, τη με αρ. 207/15.04.2022 πράξη της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, το με αρ. ....2025 πιστοποιητικό δημοσίευσης διαθήκης και το με αρ. ....2025 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης της κληρονομίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η ανωτέρω κληρονόμος του αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά της αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε, δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, τον θάνατο του αναιρεσείοντος και της συζύγου αυτού και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της διακοπείσας βίαια δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλομένης απόφασης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, καθότι δεν προκύπτει επίδοση της απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 05.08.2016, ήτοι εντός τριετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας, που έλαβε χώρα στις 08.08.2013 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "Περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημοσίων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους αν 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται, οι τελευταίες, σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του βδ της 24.10/31.10.1940 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του αν 1909/1939, ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω βδ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους, μέσω της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.09.1939 βδ "Περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" γνωμοδοτικό συμβούλιο, για απαντήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.

Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ` αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους (ΑΠ 1278/2024, ΑΠ 583/2019, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 657/2016).

Περαιτέρω με το άρθρο 6 παρ. 1 του βδ της 29.09/04.10.1939 "Περί οργανώσεως υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 και 9 του αν 1909/1939 περί αναλήψεως από το Κράτος της διαχείρισης των κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων, που βρίσκονται στην Ελλάδα, και ίδρυσης ειδικής υπηρεσίας διαχείρισης των ανωτέρω ακινήτων (Υπηρεσία Διαχειρίσεως ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) ορίζεται ότι "Πας προβάλλων απαίτησιν κατά του Δημοσίου, απορρέουσαν εκ της υπ` αυτού διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας, μη τυχούσαν διοικητικής ικανοποιήσεως, υποχρεούται προ της δικαστικής επιδιώξεως της ικανοποιήσεως του να υποβάλη διά της γενικής διευθύνσεως δημοσίου λογιστικού σχετικήν αίτησιν εις το κατά την επομένην παράγραφον γνωμοδοτικόν συμβούλιον, προς γνωμοδότησιν περί του βασίμου ή μη της απαιτήσεως του.".

Με την παρ. 3 ορίζεται ο τρόπος υποβολής της αίτησης, το περιεχόμενο αυτής και η διαδικασία έκδοσης απόφασης και συγκεκριμένα ότι, μετά την έκδοση της γνωμοδότησης του συμβουλίου, ο φάκελος επιστρέφεται προς εισήγηση στον Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος εντός διμήνου, χωρίς να δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση, με αιτιολογημένη απόφασή του, δέχεται ή απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την απαίτηση.

Την απόφαση αυτή ο αιτών - ενδιαφερόμενος μπορεί να την αποδεχθεί, με συνέπεια την παραίτησή του από κάθε οποιαδήποτε, από την ίδια αιτία πηγάζουσα, αξίωσή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Μπορεί επίσης να υποβάλει εντός τριάντα ημερών αίτηση αναθεωρήσεως ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ενώ με την παρ. 4 ορίζεται ότι, κατά τη διάρκεια της ενώπιον του συμβουλίου διαδικασίας και έως την έκδοση της αποφάσεως του υπουργού, αναστέλλεται η παραγραφή της απαίτησης και κάθε νόμιμη και δικαστική προθεσμία.

Στη συνέχεια, με την παράγραφο 7 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Αγωγαί εγειρόμεναι προ των τακτικών δικαστηρίων επί υποθέσεων υπαγομένων εις την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου, ως και αιτήσεις περί συνεχίσεως των εκκρεμών δικών, υποβαλλόμεναι προ της εξαντλήσεως αυτής, απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων, ως απαράδεκτοι.".

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία, καθιερώθηκε από το άρθρο 6 του από 29.09/04.10.1939 βδ εξώδικη επίλυση των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλαξίμων κτημάτων, η εξάντληση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αγωγής αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, εφαρμοζομένης μάλιστα και επί εκκρεμών δικών κατά τη δημοσίευση του αν 1909/1939.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30.01.1923 Σύμβασης της Λοζάνης "Περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών", που κυρώθηκε με το από 25/25.08.1923 νδ, της από 21.06.1924 απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και του άρθρου 1 της Ελληνοτουρκικής από 10.06.1930 Συμφωνίας, που συνομολογήθηκε στην Άγκυρα, και κυρώθηκε με τον ν 4793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν στους υποκειμένους σε υποχρεωτική ανταλλαγή Έλληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στα Ελληνικά εδάφη και εγκατέλειψαν αυτά από 28.10.1912 ή πρόκειται να τα εγκαταλείψουν εξαιτίας της παραπάνω ανταλλαγής, χάνονται γι` αυτούς και παραμένουν στη διάθεση της Ελληνικής κυβέρνησης, για να αποζημιωθούν από το τίμημα της εκποίησης τους οι ομογενείς Τούρκοι που υπόκεινται σε αντίστοιχη ανταλλαγή.

Τα παραπάνω ακίνητα περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων (ΑΠ 399/1985). Επίσης, από τα άρθρα 21 του ν της 22.04/16.05.1926 και 4 του αν 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, και το άρθρο 1 παρ. 7 του βδ της 21/31.10.1940, προκύπτει ότι στα ανταλλάξιμα ακίνητα νομέας, από τις 11.9.1939, θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ` αυτών, αποκλειομένης της αναγνώρισης ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου καθ' οιανδήποτε διαδικασία (ΑΠ 1196/2014).

Εξάλλου η ανταλλάξιμη περιουσία διέπεται από ειδική νομοθεσία, οι διατάξεις της οποίας έχουν αποκλειστική εφαρμογή και κατισχύουν κάθε άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης και υπάγεται στη διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση του Δημοσίου, από την ισχύ του αν 1909/1939, που ενεργούσε αρχικά μεν μέσω της ειδικής υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (ΥΔΑΜΚ), καθώς και μέσω του Ταμείου Ανταλλαξίμου Περιουσίας και Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΤΑΠΑΠ), ήδη δε μέσω της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και των κατά τόπους κτηματικών υπηρεσιών.

Το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που διέπει τη διοίκηση και διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων, ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή και χρήση τους, δεν έχει καταργηθεί και, ως εκ τούτου, ως προς τα θέματα που σχετίζονται με αυτά, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής, ευθέως ή αναλογικά, οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα αντίστοιχα θέματα των (κοινών) δημοσίων κτημάτων.

3.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ήγειρε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την από 19.08.2005 αγωγή (αρ. καταθ. 31905/19.08.2005) με την οποία, εκθέτοντας ότι κατέστη κύριος ακινήτου - οικοπέδου εμβαδού 553,20 τμ, που βρίσκεται στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης του ομωνύμου Δήμου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού τις ειδικότερα αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής πράξεις νομής διανοία κυρίου επί εικοσαετία, από το έτος 1960, οπότε το απέκτησε με άτυπη αγορά, έως την άσκηση της αγωγής (2005), ότι οι δικαιοπάροχοί του Ε.

Χ. Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ., το εξουσίαζαν με τους με αρ. 80, 81,82 και 84 Οθωμανικούς τίτλους του έτους 1289 (1874) καθώς και με την καλλιέργειά του από το έτος 1893 έως το 1917, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και κατέστησαν κύριοι, αρχικά των 4/5 αυτού δυνάμει του άρθρου 2 του με αρ. 2468/1917 διατάγματος της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε με το ν 1072/1920 και των άρθρων 49 και 50 του ν 2052/1920 και ακολούθως από το 1929 και του υπολοίπου 1/5 που έως τότε ανήκε στο Δημόσιο, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, και ότι το Δημόσιο αμφισβητεί το επί του επιδίκου ακινήτου δικαίωμα κυριότητάς του, ισχυριζόμενο αβάσιμα ότι είναι ιδιοκτησία ανταλλαγέντος μουσουλμάνου, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος αυτού.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις από 03.04.2009 προτάσεις του που κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, επικαλούμενο ότι έλαβε χώρα η έκδοση και κοινοποίηση, το έτος 1985, πρωτοκόλλου κατάληψης του επιδίκου ως ανταλλαξίμου ακινήτου, κατά του οποίου δεν προβλήθηκε ένσταση, προέβαλε την ένσταση του απαραδέκτου της αγωγής, λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας των καταληφθέντων από το Δημόσιο ως ανταλλαξίμων κτημάτων, με υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Ανταλλαξίμων Κτημάτων.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αρ. 29728/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που, κατά παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας επί ανταλλαξίμων ακινήτων του άρθρου 6 παρ. 1 , 3 και 7 του βδ της 29.09/04.10.1939, που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 και 9 του αν 1909/1939, περί υποβολής αίτησης στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επί απαιτήσεων ανταλλαξίμου περιουσίας.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από 09.01.2012 και με αρ. καταθ. 71/2012 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με τις από 18.02.2013 έγγραφες προτάσεις του, επανέφερε την ανωτέρω ένστασή του περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη τήρησης της προδικασίας που προβλέπεται για τα καταληφθέντα ως ανταλλάξιμα κτήματα.

Το Εφετείο, αφού ερεύνησε την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου περί του απαραδέκτου της αγωγής, δέχθηκε ανελέγκτως ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς και των δύο διαδίκων, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους και στην προσθήκη των προτάσεων του εκκαλούντος, για το επίδικο ακίνητο εκδόθηκε το με αρ. 1545/16.09.1985 πρωτόκολλο κατάληψης της Υπηρεσίας Διαχείρισης Αναταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της άσκησης αναγνωριστικής κυριότητος αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, να απαιτείται η τήρηση της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 6 του από 29.09.1939 βδ "Περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" με την υποβολή αίτησης στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επί απαιτήσεων κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας και την εξάντληση της διαδικασίας αυτής.

Ότι, στην προκειμένη περίπτωση, για την άσκηση της από 19.08.2005 αναγνωριστικής κυριότητος αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, δεν τηρήθηκε η ως άνω διοικητική προδικασία του άρθρου 6 του από 29.09.1939 βδ "Περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων", ενώ η τηρηθείσα προδικασία της αίτησης θεραπείας κατά το άρθρο 24 του ν 2732/1999, (με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του αν 1539/1938), δεν αντικαθιστά την ανωτέρω ειδική διαδικασία περί ανταλλαξίμων κτημάτων, με συνέπεια το απαράδεκτο της αγωγής και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως για παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 599/2025, ΑΠ 1508/2013). Τέτοια διάταξη δικονομικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 του βδ 29.09/04.10.1939, που ορίζει ότι η αγωγή που εγείρεται ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, επί υποθέσεων υπαγομένων στην διαδικασία του άρθρου αυτού (οργάνωση υπηρεσίας ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων) ακόμη και οι αιτήσεις περί συνεχίσεως εκκρεμών δικών, οι οποίες υποβάλλονται πριν την εξάντληση της διοικητικής διαδικασίας του παραπάνω άρθρου, απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια ως απαράδεκτες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αρ. 20 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα καταφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "έγγραφα", η παραμόρφωση των οποίων ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στα αρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ιδίας δίκης (AΠ 1105/2017, ΑΠ 257/2016, ΑΠ 1068/2014, ΑΠ 1672/2013). 'Ετσι, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο η παραμόρφωση της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης ή των προτάσεων (ΑΠ 637/2001, ΑΠ 189/2019), των πρακτικών της δίκης κτλ (ΑΠ 678/2024, ΑΠ 1084/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διατεινόμενος ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι για το παραδεκτό της ένδικης αγωγής απαιτούνταν η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 6 του βδ της 29.09/04.10.1939 και δεν αρκούσε η τηρηθείσα προδικασία του άρθρου 8 του ν 1539/1938 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν 2732/1999), εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τη διάταξη και του άρθρου 8 του ν 1539/1938 επιπροσθέτως δε εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6 του βδ της 29.09/04.10.1939.

Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 20 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι το επίδικο είναι ανταλλάξιμο ακίνητο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αγωγής του, των πρωτοδίκων προτάσεών του και της προσθήκης του στις οποίες ουδεμία αναφορά περιέχεται περί της ιδιότητας του επιδίκου ως ανταλλαξίμου ακινήτου, αλλά άρνηση περί τούτου. Ο ανωτέρω λόγος όσον αφορά την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, δεν νοούνται η αγωγή, οι προτάσεις και η προσθήκη αυτών, που αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα.

Στη συνέχεια, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο αρ. 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, είναι δικονομικές και δεν αφορούν σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Όμως, οι λόγοι αυτοί, κατά την ορθή νοηματική τους εκτίμηση, εμπίπτουν στο πεδίο του αριθ. 14 του αρ. 559 ΚΠολΔ, που ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, της ακυρότητας λαμβάνουσας χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και χαρακτηριζομένης ως δικονομικής (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1446/2024) συνεπώς δε είναι παραδεκτοί ως τέτοιοι πλην όμως κρίνονται αβάσιμοι.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, μετά από έρευνα της προβληθείσας από το εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ένστασης περί απαραδέκτου της αγωγής, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης προδικασίας, με τις παραδοχές ότι για το επίδικο ακίνητο εκδόθηκε το με αρ. 1545/16.09.1985 πρωτόκολλο κατάληψης της Υπηρεσίας Διαχείρισης Αναταλλαξίμων Μουσουλμανικών κτημάτων, ότι για την άσκηση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα της από 19.08.2005 αναγνωριστικής κυριότητος αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν τηρήθηκε η διοικητική προδικασία του άρθρου 6 του από 29.09.1939 βδ "Περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων", με την υποβολή αίτησης στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επί απαιτήσεων κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας και ότι η τηρηθείσα προδικασία της αίτησης θεραπείας κατά το άρθρο 24 ν 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 αν 1539/1938, δεν αντικαθιστά την ανωτέρω ειδική διαδικασία περί ανταλλαξίμων κτημάτων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής.

Τούτο διότι η διαδικασία του άρθρου 6 του από 29.09.1939 β.δ. της υποβολής αίτησης προς εξώδικη επίλυση της διαφοράς, διά της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικού προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επί απαιτήσεως ανταλλαξίμων κτημάτων, επί διεκδικήσεως ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, που έχει καταληφθεί ως ανταλλάξιμο με έκδοση πρωτοκόλλου κατάληψης και η εξάντληση αυτής, αποτελεί κατά την παρ. 7 του ανωτέρω άρθρου, προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η οποία δεν τηρήθηκε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Εξάλλου, η διαδικασία του άρθρου 6 του από 29.09.1939 βδ, είναι διαφορετική από την αίτηση θεραπείας του άρθρου 8 αν 1539/1938 καθόσον η ανταλλάξιμη περιουσία διέπεται από ειδική νομοθεσία, οι διατάξεις της οποίας έχουν αποκλειστική εφαρμογή και κατισχύουν κάθε άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, το ιδιαίτερο δε αυτό νομικό καθεστώς δεν έχει καταργηθεί και ως εκ τούτου, ως προς τα θέματα που σχετίζονται με αυτά (ανταλλάξιμα κτήματα), δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής, ευθέως ή αναλογικά, οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα αντίστοιχα θέματα των (κοινών) δημοσίων κτημάτων.

Οι λοιπές αιτιάσεις του δευτέρου λόγου περί προώθησης, υπηρεσιακώς της υποβληθείσας αίτησης του άρθρου 8 του αν 1539/1938, προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Απαιτήσεων επί Ανταλλαξίμων Κτημάτων και εκδόσεως, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, της από 19.02.2013 απορριπτικής της αίτησης απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών, δεν ασκούν έννομο επιρροή στην κρινομένη αίτηση αναίρεσης καθόσον η διαδικασία του άρθρου 6 βδ 29.09/04.10.1939 δεν είχε εξαντληθεί, πριν την άσκηση στις 19.08.2005 της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση, ούτε έως τη συζήτηση της έφεσης (18.02.2013), επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Περαιτέρω οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως προϋποθέτουν ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και γι' αυτό δεν ιδρύονται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990 ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 1584/2008, ΑΠ 893/2008).

Συνεπώς, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 19 ΚΠολΔ, δια των οποίων διατυπώνονται οι αιτιάσεις ότι, ενώ δεν περιέχεται στην αγωγή του αναιρεσείοντος και στις προτάσεις του επίκληση περί του ανταλλαξίμου χαρακτήρα του ενδίκου ακινήτου και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν αιτήθηκε την αναγνώριση κυριότητας επί ανταλλαξίμου ακινήτου, το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε στα ανταλλάξιμα ακίνητα και ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, είναι απαράδεκτοι διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή, αλλά την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Επίσης απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος εκ του αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις που πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης χωρίς να αρκεί η αντίφαση στο αιτιολογικό της απόφασης, εκτός αν επέχουν ισχύ διατακτικού (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 183/2023, ΑΠ 1097/2022).

Τούτο διότι ο αναιρεσείων, υπό την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει εσφαλμένα ότι η αγωγή του αφορούσε ανταλλάξιμο ακίνητο που διαχειριζόταν η ΕΤΕ, γεγονός που ο ίδιος ουδόλως επικαλέσθηκε, πλήττει το αιτιολογικό της απόφασης το οποίο δεν επέχει ισχύ διατακτικού και όχι το διατακτικό. Εξάλλου η προσβαλλομένη απόφαση επελήφθη μόνο επί του παραδεκτού της έγερσης της αγωγής χωρίς να ερευνήσει κατ' ουσίαν τον χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η υπεισελθούσα στη δικονομική θέση του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένη όμως σύμφωνα με τον περιορισμό του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως ισχύει σήμερα, που εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου σε συνδυασμό με τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-8-2016 και με αρ. καταθ. 194/05.08.2016 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 1890/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος της υπεισελθούσας στη δικονομική θέση του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ