2045/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2045/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στον αναπλειστηριασμό, ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα με τον τόκο υπερημερίας και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2045 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2045/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ...., o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Μανώλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Ζ. Κ. του Γ. κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείων με την από 20-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 2-5-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 20-10-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 53/2013 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε η κατά της 30ΜΤ/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου έφεση. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η από 30-10-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία αυτός είχε ασκήσει κατά της επισπευδομένης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την από 9-10-2008 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της με αριθμό .../16-4-2003 Έκθεσης Αναγκαστικού Πλειστηριασμού κατά τη διαδικασία του αναπλειστηριασμού του συμβ/φου Μυκόνου Πέτρου Τόλη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ), είναι δε παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 965 ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 1003 § 4 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή και επί πλειστηριασμού ακινήτου, προκύπτει ότι, αν ο υπερθεματιστής, μετά την κατακύρωση, αρνείται να καταβάλει το πλειστηρίασμα αμέσως ή μέσα στην προθεσμία που του χορηγήθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, επισπεύδεται αναπλειστηριασμός, με πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή με δήλωση προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού του υπέρ ου ή του καθ' ου η εκτέλεση ή δανειστή που αναγγέλθηκε και έχει τίτλο εκτελεστό.
Στον αναπλειστηριασμό, ο αρχικός υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν μπορεί να πλειοδοτήσει, δικαιούται όμως, έως ότου αρχίσει η πλειοδοσία, να καταβάλει το οφειλόμενο πλειστηρίασμα με τον τόκο υπερημερίας και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα.
Η συνταχθείσα περίληψη της πράξης επίσπευσης του αναπλειστηριασμού πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 999 παρ.3 ΚΠολΔ, να επιδίδεται στα αναφερόμενα σ' αυτή πρόσωπα και μέσα στις προβλεπόμενες σ' αυτό προθεσμίες με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού (άρθρο 999 παρ.4 ΚΠολΔ). Μεταξύ των προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνεται στην περίπτωση του αναπλειστηριασμού ο υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα.
Όμως, ενόψει των σε βάρος του οικονομικών συνεπειών από τον αναπλειστηριασμό αλλά και του δικαιώματος που του παρέχεται να καταβάλει το πλειστηρίασμα, τους τόκους υπερημερίας και τα έξοδα του αναπλειστηριασμού και να ζητήσει να του κατακυρωθεί το πράγμα, επιβάλλεται και η προς αυτόν κοινοποίηση περίληψης της πράξης αναπλειστηριασμού.
Η παράλειψη της ως άνω επίδοσης δημιουργεί ακυρότητα του αναπλειστηριασμού με τη συνδρομή όμως του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Οι πράξεις του αναπλειστηριασμού προσβάλλονται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 β Κ.Πολ.Δ., ο ίδιος δε ο αναπλειστηριασμός εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 γ Κ.Πολ.Δ.
Αν κατά τον αναπλειστηριασμό επιτευχθεί μικρότερο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής, που δεν κατέβαλε, ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας. Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει, με τους τυχόν τόκους της, καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Αν απομένει επιπλέον διαφορά, η έκθεση αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό για τη συμπλήρωση.
Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση (άρθρο 924 εδ. α Κ.Πολ.Δ). Αν παραλείφθηκε εντελώς η επίδοση επιταγής οι περαιτέρω πράξεις της εκτέλεσης είναι άκυρες και μπορούν να προσβληθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.
και χωρίς την επίκληση βλάβης, ενώ αν η επίδοση πάσχει κάποια ακυρότητα (άρθρα 122 - 143 Κ.Πολ.Δ) η ακυρότητα της εκτέλεσης κηρύσσεται μόνο αν συντρέχει το στοιχείο της βλάβης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, αντιστοίχως λόγοι αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
ΙΙΙ) Με τον 1ο λόγο της αίτησής του και κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και με τον δεύτερο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14 και 1 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, παραπονείται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτου του πέμπτου λόγου της ανακοπής του. Με αυτόν ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε (παρεμπιπτόντως) ότι είναι άκυρη όλη η διαδικασία του αναπλειστηριασμού, διότι, αν και αυτός είναι μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ, δεν έγινε προς αυτόν "ουδεμία κατά νόμο επίδοση κατ' άρθρο 134 Κ.Πολ.Δ.
των προβλεπομένων από τον νόμο εγγράφων" προκειμένου να λάβει γνώση του διενεργηθέντος σε βάρος του στις 16-4-2003 αναπλειστηριασμού και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, η δε από 9-10-2008 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της με αριθμό .../16-4-2003 "Έκθεσης Αναγκαστικού Πλειστηριασμού κατά τη διαδικασία του αναπλειστηριασμού του συμβ/φου Μυκόνου Πέτρου Τόλη", του επιδόθηκε στις 29-10-2008 στη θερινή κατοικία του στη Μύκονο.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, σχετικώς, δεκτά τα εξής: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής (σημ.: δηλαδή ο πέμπτος) ανεξαρτήτως από τη νομική ή ουσιαστική βασιμότητά του, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι, εφόσον δια του λόγου αυτού αμφισβητείται η εγκυρότητα της πρώτης πράξης της διαδικασίας του αναπλειστηριασμού, ήτοι της εντολής του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου προς το δικαστικό επιμελητή για έκδοση και κοινοποίηση της σχετικής πράξης επίσπευσης του αναπλειστηριασμού, έπρεπε να ασκηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι για να είναι παραδεκτή η ανακοπή που αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης, που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και πέρα, πρέπει να ασκείται έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία εν προκειμένω είναι η σύνταξη της υπ' αριθμ. .../16-4-2003 έκθεσης αναπλειστηριασμού και κατακύρωσης του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη.
Η υπό κρίση ανακοπή, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Σύρου, κατατέθηκε την 3-11-2008 και επιδόθηκε στους καθών στις 6-11-2008 ... δηλαδή εκπρόθεσμα, αφού είχε παρέλθει προ πολλού η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β' ΚΠολΔ. Το ως άνω εκπρόθεσμο, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, έχει σαν αποτέλεσμα η πράξη να θεωρείται έγκυρη και ισχυρή και το ελάττωμά της να μην μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα, ούτε να μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη".
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απαράδεκτος, όμως όχι για την αιτία που δέχθηκε το Εφετείο, διότι ο αναιρεσείων θεωρώντας άκυρο όλο τον αναπλειστηριασμό (και όχι συγκεκριμένες πράξεις αυτού) θα μπορούσε να επιδιώξει την ακυρότητα αυτού, κατά τα ως άνω, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 στοιχ. γ Κ.Πολ.Δ..
Ο αναιρεσείων όμως τελείως αόριστα (και παρεμπιπτόντως) κάνει λόγο για ακυρότητα του αναπλειστηριασμού διότι δεν κλητεύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 134 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ως κάτοικος εξωτερικού, και δεν διευκρινίζει, αν είχε δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την ακριβή διεύθυνσή του στο εξωτερικό. Από την επισκόπηση δε της .../10-7-2002 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβ/φου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, την οποία αυτός επικαλείται προς απόδειξη της κατοικίας του στο εξωτερικό, προκύπτει ότι είχε δηλώσει κάτοικος ΗΠΑ, χωρίς άλλα στοιχεία..
Επίσης, δεν προσδιορίζει αν παραλείφθηκε εντελώς η κλήτευσή του, ενόψει του ότι στην υπ' αριθμ. .../16-4-2003 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού (αναπλειστηριασμού) όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, αναφέρεται ότι έγινε επίδοση στον αναιρεσείοντα αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης και μνημονεύεται σχετικά η με αριθμό 8218/4-3-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου Α.
Χ..
Συνεπώς, οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης κατά το μέρος αυτό είναι μεν εσφαλμένες, εφόσον όμως στηρίζουν ορθό διατακτικό και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τις αιτιολογίες της για την αποτροπή δεδικασμένου πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ, να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης ως αβάσιμοι.
ΙV) Από τον συνδυασμό των άρθρων 924, 933, 935 και 965 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση. Επί αναπλειστηριασμού, κατά τον οποίο επιτεύχθηκε μικρότερο πλειστηρίασμα, ο πρώτος υπερθεματιστής που δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα ευθύνεται για τη διαφορά εντόκως με το επιτόκιο υπερημερίας.
Η εγγυοδοσία που είχε καταθέσει ο αρχικός υπερθεματιστής με τους τυχόν τόκους της καταλογίζεται στη διαφορά για την οποία ευθύνεται. Η έκθεση αναπλειστηριασμού αποτελεί εναντίον του τίτλο εκτελεστό, η δε εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση αρχίζει με την κοινοποίηση σ' αυτόν της έκθεσης αναπλειστηριασμού.
Η επιταγή, πλην των στοιχείων κάθε δικογράφου (άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Πρέπει, δηλαδή, να περιέχει μνεία του οφειλόμενου ποσού, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα όπως και την αιτία της απαίτησης, που θα προκύπτει κατ' αρχήν από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Με τον 1ο λόγο της αίτησής του και κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή, κατ' άρθρον 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (κατά το νοηματικό περιεχόμενό του) της διάταξης του άρθρου 924 Κ.Πολ.Δ., παραπονείται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμων του 2ου και 3ου λόγων της ανακοπής του, με τους οποίους ισχυριζόταν ότι η από 9-10-2008 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της με αριθμ. .../16-4-2003 έκθεσης αναπλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη είναι άκυρη :
α) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν για ποιο λόγο και για ποιο ποσό επισπεύδουν εναντίον του εκτέλεση οι καθών η ανακοπή, καθώς και για ποια χρονική περίοδο υπολογίζονται οι αναφερόμενοι στην επίδικη επιταγή τόκοι και β) διότι η αξίωση των καθών δεν είναι εκκαθαρισμένη. Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο λόγος αυτός είναι μεν νόμιμος ....
πλην όμως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της παραπάνω επιταγής πληρωμής και των επιδοθέντων στον ανακόπτοντα λοιπών εγγράφων (υπ' αριθμ. .../16-4-2003 έκθεση αναπλειστηριασμού, υπ' αριθμ. .../20-7-2002 έκθεση πλειστηριασμού και υπ' αριθμ. .../26-5-2003 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αγροτικού ακινήτου) προκύπτει επαρκώς η αιτία του χρέους του ανακόπτοντος, το ακριβές ποσό του χρέους (ήτοι για κεφάλαιο:
κατακυρωτέο ποσό δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2002 εκθέσεως πλειστηριασμού-κατακύρωσης ακινήτου ευρώ 157.300 - κατακυρωτέο ποσό δυνάμει της υπ' αριθμ. .../26-5-2003 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου ευρώ 47.000 = 110.300 ευρώ), η ιδιότητα του πρώτου (δανειστής, που στις 9-3-1998 κατάσχεσε το πλειστηριασθέν ακίνητο για ποσό 18.777.262.δραχμών) και του δευτέρου των καθών (καθού η εκτέλεση), ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω προσδιορισμός της απαίτησης ενός εκάστου των επισπευδόντων την εκτέλεση της έκθεσης αναπλειστηριασμού, δοθέντος ότι η εκτελούμενη απαίτηση, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που επισπεύδει την εκτέλεση, συνίσταται στην καταβολή της διαφοράς μεταξύ του μεγαλυτέρου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε στον αρχικό πλειστηριασμό και του μικρότερου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε κατά τον αναπλειστηριασμό.
Εξάλλου, το αν υπάρχουν αναγγελθέντες δανειστές, το αν οι απαιτήσεις τους ικανοποιήθηκαν από τη διανομή του πλειστηριάσματος, καθώς και το αν απέμεινε υπόλοιπο, το οποίο οι δύο καθών η ανακοπή δικαιούνται να εισπράξουν με τη σε βάρος του ανακόπτοντος επισπευδομένη εκτέλεση, αποτελούν στοιχεία, που δεν χρειάζεται να παρατίθενται στην επιταγή προς εκτέλεση, στον ανακόπτοντα δε απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει την τυχόν απόσβεση της απαιτήσεώς τους ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλμένο υπολογισμό τους ......
Εξάλλου, η μη αναφορά όλου του παραπάνω ιστορικού στην επιταγή ουδεμία δικονομική βλάβη προξένησε στον ανακόπτοντα, ούτε άλλωστε ο ίδιος επικαλείται κάτι τέτοιο στην ανακοπή του. Επίσης και οι τόκοι αναφέρονται με τρόπο ορισμένο, αφού στην ένδικη επιταγή εκτίθεται το ακριβές ποσό τους, καθώς και το χρονικό σημείο έναρξης του υπολογισμού τους, ενώ αφαιρείται και το ποσό της κατατεθείσας από τον ανακόπτοντα εγγυήσεως των 15.561,75 ευρώ, πλέον τόκων από την επομένη του αρχικού πλειστηριασμού και μέχρι την επίδοση της επιταγής.
Ειδικότερα αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Για επιδικασθέντες νόμιμους τόκους υπερημερίας του άνω ποσού των 110.300 ευρώ, από την επομένη της ορισθείσης ημερομηνίας αναπλειστηριασμού έως σήμερα 53.500 ευρώ. Από το ποσό αυτό αφαιρείται το ποσό εξ ευρώ 25.465, το οποίο και αφορά την κατατεθείσα εγγυοδοσία (ευρώ 15.561,75) πλέον των τόκων από την επομένη του αρχικού πλειστηριασμού μέχρι την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση (ευρώ 9.000), ήτοι συνολικά ευρώ 25.465.
Δηλαδή για κεφάλαιο και τόκους ευρώ 138.335. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ανακοπής ως ουσία αβάσιμους, ορθά εκτίμησε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, δια των οποίων ο ανακόπτων παραπονείται για την απόρριψη τούτων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και απέρριψε τους παραπάνω λόγους ανακοπής.
Και αυτό διότι, σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, από την επισκόπηση της επίδικης επιταγής πληρωμής και των επιδοθέντων στον ανακόπτοντα λοιπών εγγράφων, προέκυπτε με σαφήνεια η αιτία του χρέους, το ποσό της οφειλής, που ήταν η διαφορά μεταξύ του μεγαλυτέρου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε στον αρχικό πλειστηριασμό και του μικρότερου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε κατά τον αναπλειστηριασμό εντόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας αλλά και η ιδιότητα αυτών που επέσπευσαν την εκτέλεση, δηλαδή του πρώτου, ως αναγγελθέντος δανειστή, και του δεύτερου, ως οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, οι οποίοι και νομιμοποιούνται να προβούν σε εκτέλεση με βάση την έκθεση αναπλειστηριασμού, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο (ο 1ος κατά το ποσό της απαίτησής του, ο δε 2ος για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό).
V) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του Κ.Πολ.Δ. και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και συνεπώς λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.
μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 17/1995, ΑΠ 1627/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε τον Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Με τον 3ο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., παραπονείται ότι το Δικαστήριο με το να απορρίψει ως αβάσιμο τον 1ο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η επισπευδόμενη εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν συναφώς δεκτά τα εξής : "Την 10-7-2002, ενώπιον του συμβ/φου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, εκτέθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό ακίνητο, ιδιοκτησίας του 2ου των καθών Ζ. Κ. και συγκεκριμένα αγροτεμάχιο στη θέση "Φυλλάδα" της Άνω Μεράς Μυκόνου, το οποίο, δυνάμει της υπ' αριθμ.
…/9-3-1998 κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω συμβ/φου, είχε κατασχεθεί αναγκαστικά από τον 1° των καθών, Φ. Ν., προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του, ποσού 18.777.262 δραχμών, απορρέουσας από την υπ' αριθμ. 140/1997 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Στον πλειστηριασμό αυτό πλειοδότησε, μεταξύ άλλων, ως υπερθεματιστής, προσφέροντος το ποσό των 157.300 ευρώ, και αφού προηγουμένως είχε καταβάλει ως εγγύηση το ποσό των 15.651,75 ευρώ, ο ανακόπτων Δ.
Κ., το δε ακίνητο κατακυρώθηκε στον ίδιο, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό .../10-7-2002 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του ιδίου ως άνω συμβ/φου. Ο ανακόπτων, παρότι νόμιμα προσκλήθηκε από τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του παραπάνω πλειστηριάσματος εντός της προθεσμίας, που ορίστηκε στη με αριθμό .../29-7-2002 πρόσκληση του τελευταίου, δεν προσήλθε για να το καταβάλει.
Ακολούθως, με την με αριθμό 17448/6-8-2002 πρόσκληση του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου κλήθηκαν, συμφώνως προς το άρθρο 965 παρ.5 του ΚΠολΔ, οι επόμενοι τρεις πλειοδότες, που πλειοδότησαν στον παραπάνω πλειστηριασμό, πλην όμως κανείς δεν προσήλθε για να καταβάλει το υπόλοιπο πλειστηρίασμα. Έτσι, με επίσπευση της εταιρίας "Π.
Λ. και Σια ΕΕ", η οποία είχε απαίτηση σε βάρος του καθού η εκτέλεση, ποσού 1.946.380 δραχμών, άλλως 5.712,05 ευρώ, απορρέουσα από την υπ' αριθμ. 579/1999 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών διενεργήθηκε στις 16-4-2003 και ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, αναπλειστηριασμός του αυτού ως άνω ακινήτου του 2ου των καθών η ανακοπή, τούτο δε κατακυρώθηκε στους Ε.
και Ε. Π. αντί ποσού 47.000 ευρώ, συνταχθείσας προς τούτο της με αριθμό .../16-4-2003 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού κατά τη διαδικασία του αναπλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου του συμβ/φου Μυκόνου Πέτρου Τόλη. Ακολούθως, στις 3-4-2008, στις 9-5-2008 και στις 29-10-2008 επιδόθηκαν στον ανακόπτοντα τρία αντίγραφα εξ απογράφου της προαναφερομένης με αριθμό .../16-4-2003 εκθέσεως αναπλειστηριασμού με τις αντίστοιχες επιταγές προς εκτέλεση, με την τελευταία δε εξ αυτών, που φέρει ημερομηνία 9-10-2008 και που ...
αυτή προσβάλλεται με την ένδικη ανακοπή, ο ανακόπτων επιτάχθηκε να καταβάλει ποσό 138.535 ευρώ, που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του μεγαλυτέρου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε στον αρχικό πλειστηριασμού και του μικρότερου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε κατά τον αναπλειστηριασμό, μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, αφαιρουμένης, βεβαίως, της κατατεθείσας από τον ανακόπτοντα εγγυήσεως, ποσού 15.561,75 ευρώ μετά των αναλογούντων σ' αυτήν τόκων.
Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η εν λόγω απαίτηση είναι προϊόν μεθοδεύσεως από τον 2° των καθών, ο οποίος με τη διατύπωση ύβρεων και απειλών για τη σωματική του ακεραιότητα και για την ίδια του τη ζωή ουσιαστικά τον εξανάγκασε σε παραίτηση από την κατακύρωση του ακινήτου, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι την επομένη του πλειστηριασμού έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του ανακόπτοντος και του 2ου των καθών σε πανηγύρι της εκκλησίας της Αγίας Άννας, που βρίσκεται στην περιοχή Μυρσίνης στην Άνω Μερά Μυκόνου, κατά την οποία, μάλιστα, συνάντηση δημιουργήθηκε τόσο σοβαρό επεισόδιο μεταξύ τους, ώστε ο ανακόπτων να εξαναγκασθεί σε παραίτηση από την καθόλα νόμιμη κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου.
Το εν λόγω περιστατικό, ναι μεν βεβαιώνεται από τους φερομένους ως αυτόπτες μάρτυρες Ε. Κ., Π. Γ. και Α. Ζ., που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ανακόπτοντος, πλην όμως οι καταθέσεις των ανωτέρω έρχονται σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Σ. Κ., ο οποίος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε μεταξύ άλλων, επί λέξει, και τα εξής: "....Αυτός που έβριζε ήταν ο αδελφός του Κ.
τον ίδιο τον καθού η ανακοπή δεν τον είδα εκεί. Ήταν εκεί το σόι του. Ο Κ. δεν τον γνώριζε προσωπικά και νόμιζε ότι αυτός, που έβριζε, ήταν ο καθού η ανακοπή..." .... Εξάλλου, οι καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων, που εμπεριέχονται στις υπ' αριθμ. 7,8,9/2008 και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις και που είναι εντελώς πανομοιότυπες, αντικρούονται με πειστικότητα από τους μάρτυρες Π.
Κ. και Δ. Κ., που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των καθών και οι οποίοι καταθέτουν ότι, μολονότι είναι μόνιμοι κάτοικοι Μυκόνου και διοργανωτής ο πρώτος εξ αυτών του πανηγυριού της Αγίας Άννας, ουδέποτε είδαν τον 2° των καθών να προσέρχεται σ' αυτό, το δε χρονικό διάστημα που φέρεται να έλαβε χώρα το συμβάν, βεβαιώνουν ότι υπήρχε πένθος στην οικογένεια του Ζ.
Κ., που τον παρεμπόδιζε να παρακολουθήσει τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση, εάν όντως ο 2ος των καθών είχε επιδείξει την παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά, το λογικότερο όλων θα ήταν να καταμηνυθεί από τον ανακόπτοντα αρμοδίως, πλην όμως ο τελευταίος, ούτε σε υποβολή μηνύσεως προέβη, ούτε έστω σε απλή καταχώρηση του συμβάντος στα σχετικά βιβλία του Α.Τ.
Μυκόνου προς δημιουργία στοιχείου επιβεβαιωτικού της παρανόμου δράσεως του υπαιτίου, ούτε σε άσκηση αγωγής σε βάρος του προς διεκδίκηση του ποσού της εγγυοδοσίας (15.650,75 ευρώ), το οποίο ουδόλως ευκαταφρόνητο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί για εκείνη τη χρονική περίοδο (2002). Η κατακύρωση ακινήτου στον ανακόπτοντα έναντι του ποσού των 157.300 ευρώ μόνο ως συμφέρουσα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί για τον καθού η εκτέλεση, γεγονός που αποδέχθηκε και η σύζυγός του εξεταζόμενη πρωτοδίκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ η ύπαρξη και άλλων τριών πλειοδοτών, στους οποίους θα μπορούσε να περιέλθει το ακίνητο, εάν ο ανακόπτων υπαναχωρούσε, καθιστά ακόμα πιο δυσκόλως κατανοητή τη στάση του 2ου των καθών, όπως, βεβαίως, αυτή παρουσιάζεται από τον ανακόπτοντα.
Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο ίδιος ο ανακόπτων δηλώνει μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ (διαθέτει μόνο εξοχική οικία στη Μύκονο), ο φόβος, που φέρεται να του έχει δημιουργηθεί, κρίνεται ακόμη πιο αδικαιολόγητος, διότι ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να αποχωρήσει από το νησί και να αποφύγει τις όποιες αντιπαραθέσεις με τον ιδιοκτήτη του πλειστηριασθέντος ακινήτου.
Η παρέλευση, εξάλλου, χρονικού διαστήματος εξήμισυ περίπου ετών από τον αρχικό πλειστηριασμό και μέχρι την κοινοποίηση της προσβαλλομένης επιταγής προς πληρωμή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, ούτε ιδιαίτερα μεγάλη, ούτε ικανή να δημιουργήσει στον ανακόπτοντα την εύλογη πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει την σε βάρος του αξίωσή του, σε κάθε δε περίπτωση, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος διενεργήθηκε ο επίμαχος αναπλειστηριασμός, περί του οποίου ο ανακόπτων έλαβε γνώση, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην υπ' αριθμ. .../16-4-2003 έκθεση αναγκαστικού αναπλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη ......, αντίγραφο της υπ' αριθμ.
…/18-2-2003 Β' περιλήψεως της υπ' αριθμ. …/9-3-1998 κατασχετήριας έκθεσης, κοινοποιήθηκε σ' αυτόν δια της υπ' αριθμ. 8218/4-3-2003 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σύρου Α. Χ., την δε ως άνω έκθεση επιδόσεως ο ανακόπτων ουδόλως προσέβαλε ως πλαστή. Ενόψει όλων αυτών, ο στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ λόγος της ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη και συνεπώς και το νόμο ορθώς εφάρμοσε και τις αποδείξεις σωστά εκτίμησε". Υπό τις ως άνω παραδοχές ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ είναι αβάσιμος. Αυτό δε, διότι υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά, τα οποία έκρινε αποδεδειγμένα το ουσιαστικό δικαστήριο, δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων.
Με όσα δε δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την αβασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι : α) η μη καταβολή από αυτόν ως υπερθεματιστή του πλειστηριάσματος κατά τον αρχικό πλειστηριασμό του ακινήτου δεν οφειλόταν στην ελεύθερη βούλησή του αλλά ήταν συνέπεια του φόβου του, λόγω των απειλών που δέχθηκε από τον 2ο των καθών για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα σε περίπτωση που κατέβαλλε το πλειστηρίασμα και β) ότι η επί μία περίπου εξαετία μη όχλησή του σχετικά με τον παραπάνω πλειστηριασμό, εύλογα του δημιούργησε την πεποίθηση ότι το εν λόγω δικαίωμα, δηλ.
η είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του μεγαλυτέρου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε στον αρχικό πλειστηριασμό και του μικρότερου πλειστηριάσματος, που επιτεύχθηκε κατά τον αναπλειστηριασμό, δεν θα ασκηθεί. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο ως άνω αναιρετικός λόγος και κατά το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας.
VI) Με το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008).
Με τον 4ο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του πρώτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, τις οποίες αν ορθά εκτιμούσε θα κατέληγε σε αποδοχή της ανακοπής του.
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη, ο δε επικαλούμενος λόγος αναίρεσης δεν αναφέρεται σε μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο κάποιου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αλλά σε επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, με βάση κυρίως τα προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και σε, εσφαλμένες κατά τη γνώμη του, εκτιμήσεις από το δικαστήριο των αποδείξεων τις οποίες επικαλέστηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 53/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ