2045/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2045/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση περί της γενομένης μεταβολής στην υπάρχουσα νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τοιαύτης μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητος της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητος από τον αντισυμβαλλόμενο.
Full text
Απόφαση 2045 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2045/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρεύουσας στη …ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΟΥΡΓΙΑ ΣΕΔΕΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, υπό εκκαθάριση ήδη τελούσης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λάππα.
Της αναιρεσιβλήτου: της εδρευούσης στη …ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΕΙΝΤ ΙΜΠΟΡΤ-ΕΞΠΟΡΤ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Ταγαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7930/2000 μη οριστική, 26994/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 685/2009 μη οριστική, 2018/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της και τους από 2 Ιουλίου 2013 πρόσθετους αυτής λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 211 και 214 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά είναι εικονική και άκυρη, θεωρουμένη ως εάν να μην έγινε. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση περί της γενομένης μεταβολής στην υπάρχουσα νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τοιαύτης μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσον και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητος της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητος από τον αντισυμβαλλόμενο.
Η υπό την εικονική δε δικαιοπραξία καλυπτομένη άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι για την σύστασή της. Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως, είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών καθιστά άκυρη την πώληση. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 138, 180 και 1033 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι` αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1033 Α.Κ. για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος και συνεπώς, εφόσον συντρέχει μια τέτοια περίπτωση, η σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου που γίνεται για την τελευταία αυτή αιτία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 Α.Κ., ως αντικειμένη στην υπαγορευθείσα από λόγους γενικότερου συμφέροντος επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 Α.Κ.
σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 1239 του ίδιου κώδικα (Α.Π. 1340/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, "αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας", κατά δε τη διάταξη τον άρθρου 141 του ίδιου Κώδικα, "η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βουλήσεως, ήτοι η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης.
Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Εξ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία συστάθηκε το έτος 1976, νομίμως, κατά μετατροπή της προϋφισταμένης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία " … ", απέκτησε δε κατά πλήρη κυριότητα λόγω εισφοράς μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ακίνητα:
α) εδαφικό τμήμα εκτάσεως 9221 τ.μ. περίπου εκ του υπ' αριθ. 1504 κληροτεμαχίου Γ κατηγορίας στην επικοισθείσα περιοχή του αγροκτήματος …στην θέση " …", β) εδαφικό τμήμα εκτάσεως 3.657 τ.μ. εκ του υπ' αριθ. 1503 κληροτεμαχίου στην επικοισθείσα περιοχή αγροκτήματος …στην θέση " …". Τα ακίνητα αυτά είχαν περιέλθει αρχικά στην κυριότητα της προϋφισταμένης και μετατραπείσης ομόρρυθμης εταιρίας, επί των ακινήτων δε αυτών που αποτελούσαν μια ενιαία έκταση (γήπεδο) είχαν ανεγερθεί κτιριακές εγκαταστάσεις βιομηχανικού συγκροτήματος παραγωγής κεραμικών υλικών, αποτελούμενες από την κύρια μονάδα εμβαδου 1955 τ.μ., τον χώρο φύλακα 40 τ.μ., τον υποσταθμό της ΔΕΗ εμβαδού 35 τ.μ., την δεξαμενή νερού εμβαδού 16 τ.μ., WC εμβαδού 16 τ.μ.
και γραφεία εμβαδού 128 τ.μ. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, που έχει αμιγή οικογενειακό χαρακτήρα, μέχρι την 31-12-1994 ήταν ο Κ. Γ., ενώ μετέπειτα ο γιος του Ι. Γ. και μέλη του Δ.Σ. οι αδελφές του Μ. και Π. Γ. Η ενάγουσα Α.Ε. από το έτος 1994 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και προβλήματα ρευστότητας ιδιαίτερα λόγω των απαιτήσεων εναντίον αυτής της ΕΤΒΑ ως άλλωστε τούτο αποδέχεται ο Πρόεδρος του Δ.Σ.
αυτής Ι. Γ. σε έγκλησή του εναντίον της. Οι απαιτήσεις της ΕΤΒΑ εναντίον της ενάγουσας ανήρχοντο το έτος 1995 σε 1.000.000.000 δραχμές περίπου, ενώ το 1994 διεκόπη η λειτουργία του εργοστασίου της. Μάλιστα, λόγω των απαιτήσεων της ΕΤΒΑ, αλλά και άλλων νομικών και φυσικών προσώπων εναντίον της ενάγουσας το ως άνω ενιαίο ακίνητό της μετά των κτιριακών (εργοστασιακών) εγκαταστάσεων ήταν βεβαρυμένο με εγγραφή υποθηκών και προσημειώσεων υποθηκών.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το από 7-11-1997 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στις 7-1-1982, 2-1-1983, 14-3-1985, την 25-8-1994 και 29-11-1994 υπήραχαν εγγραφές υποθήκης για συνολικό ποσό 286.150.000 δραχμών. Επί πλέον των ως άνω βαρών υπήρχε σε βάρος της ενάγουσας η από 28-3-1991 επιταγή της ΕΤΒΑ για ποσό 204.854.585 δραχμών και η από 12-10-1994 επιταγή της ΕΤΒΑ για ποσό 508.908.950 δραχμών, η από 5-10-1995 αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του Ε.
Κ. για ποσό 1.718.700 δραχμών, στο περιθώριο της οποίας σημειώθηκε την 14-7-1997 δήλωση συνεχίσεως πλειστηριασμού διαφόρων εργαζομένων της επιχείρησης της ενάγουσας για το ποσό των 16.416.000 δραχμών, την 8-12-1995 δε αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του ΙΚΑ για ποσό 18.800.000 δραχμών και την 22-3-1996 αναγκαστική κατάσχεση του ΙΚΑ για ποσό 10.000.000 δραχμών.
Ενόψει της κατάστασης αυτής της ενάγουσας ο Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας Ι. Γ., επιχειρηματίας έμπειρος με σπουδές στην Αγγλία σχετικές με την παραγωγή κεραμικών υλικών, απευθύνθηκε κατά το έτος 1995 στον δικηγόρο και παιδικό του φίλο Π. Κ. για να του παράσχει τις νομικές του συμβουλές και νομική συμπαράσταση.
Ο Π. Κ. εκείνη την εποχή ήταν δικηγόρος με λαμπρή σταδιοδρομία βασικός μέτοχος της δικηγορικής εταιρίας "ΝΟΜΟΣ", ευκατάστατος γόνος παλαιάς και ιστορικής οικογένειας της Θεσσαλονίκης. Προς αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ενάγουσα ΑΕ ο δικηγόρος Π. Κ. έφερε σε επαφή τον Ι. Γ.
με διάφορα άτομα που προθυμοποιούντο να χρηματοδοτήσουν την ενάγουσα Α.Ε. μέσω άτυπων συμβάσεων δανείων. Μεταξύ των προσώπων που έδωσαν χρήματα ήταν και ο Π. Σ., νεαρός επιχειρηματίας τότε (28 ετών), με σημαντικά κεφάλαια από την εμπορία ρούχων, ο οποίος είχε απευθυνθεί στον Π. Κ. κατόπιν συστάσεως του διευθυντή υποκαταστήματος της Τράπεζας που συνεργαζόταν, αφενός μεν για την παροχή υπ' αυτού νομικών υπηρεσιών, αφετέρου για να του υποδείξει ακίνητα στην αγορά των οποίων θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματά του.
Ο Π. Κ. εκμεταλλευόμενος το ενδιαφέρον του Π. Σ. (νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας) για την αγορά ακινήτων και μάλιστα ενός χώρου κατάλληλου για να στεγάσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του, παρουσίασε το παραπάνω ενιαίο ακίνητο με τις κτιριακές του εγκαταστάσεις, της ενάγουσας ΑΕ, ως μία μεγάλη ευκαιρία, καθότι, αφενός μεν βρισκόταν σε θέση προνομιακή (κοντά στο αεροδρόμιο), αφετέρου δε, θα μπορούσε να το αγοράσει σε χαμηλή τιμή εξαιτίας των χρεών που είχε η ενάγουσα ΑΕ προς την ΕΤΒΑ.
Έτσι, μεταξύ του Π. Σ. και του Ι. Γ. καταρτίσθηκε το υπ' αριθ. .../28-8-1996 προσύμφωνο συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοξίας Μητελούδη-Κυριακού στο οποίο περιείχετο ρήτρα "Εξώνησης" των ακινήτων της ενάγουσας ΑΕ. Με το πωλητήριο αυτό προσύμφωνο η ενάγουσα εταιρία συμφώνησε να πωλήσει στον ως άνω Π.
Σ. το παραπάνω ενιαίο ακίνητό της με τις υπάρχούσες εντός αυτού κτιριακές εγκαταστάσεις αντί τιμήματος 195.000.000 δραχμών, εκ του οποίου (τιμήματος) ο ως άνω αγοραστής είχε προκαταβάλει το ποσό, ως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, των 90.000.000 δραχμών, ενώ στην πραγματικότητα, ο Π. Σ., πεισθείς υπό του Π. Κ., είχε καταβάλει το καλοκαίρι του έτους 1996, το ποσό των 80.000.000 δραχμών, ως δάνειο για να καλυφθούν οι άμεσες οικονομικές υποχρεώσεις της ενάγουσας ΑΕ.
Στο προσύμφωνο αυτό είχε τεθεί ο όρος της εξώνησης, δηλαδή της επιστροφής του τιμήματος των 90.000.000 δραχμών από την πωλήτρια ενάγουσα ΑΕ στον αγοραστή έως την 10-12-1996, εάν δε περνούσε άπρακτη αυτή η προθεσμία χανόταν το δικαίωμα της εξώνησης. Το προσύμφωνο αυτό υπογράφηκε, λόγω του ότι η ενάγουσα επείγετο να ρυθμίσει τις οφειλές της προς την ΕΤΒΑ, αφού από το καλοκαίρι του έτους 1996 αυτή ήταν σε διαπραγματεύσεις με την ΕΤΒΑ, οι οποίες κατέληξαν στο να δεχθεί η τελευταία τον περιορισμό των απαιτήσεών της στο ποσό των 130.000.000 δραχμών, το οποίο και έπρεπε να εξοφληθεί το αργότερο έως την 31-3-1997.
Όμως, η προθεσμία για την εξώνηση παρήλθε χωρίς να επιστραφεί υπό του νομόμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Γ. το ποσό της προκαταβολής του τιμήματος. Στις 19-3-1997 ο Π. Σ. προχώρησε στη σύσταση της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΕΙΝΤ ΙΜΠΟΡΤ-ΕΞΠΟΡΤ Α.Ε. (ήδη αναιρεσίβλητη), δυνάμει του υπ' αριθ. .../19-3-1997 συμβολαίου συστάσεως ανώνυμης εταιρίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοξίας Μητελούδη-Κυριακού με έδρα, της εν λόγω εταιρίας, τη …και αντικείμενο εμπορίας, μεταξύ άλλων, και την παραγωγή και εμπορία κεραμικών ειδών.
Ακολούθως, μεταξύ της νεοσυσταθείσης ως άνω ανώνυμης εταιρίας (ήδη εναγομένης) και της ενάγουσας, καταρτίσθηκε το επίμαχο υπ' αριθ. .../11-6-1997 οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο που συνετάγη ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Ευδοξίας Μητελούδη-Κυριακού. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό ο Ι. Γ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, πωλούσε το ως άνω ακίνητο, συνολικού εμβαδού 12.576,16 τ.μ. (δύο αγροτεμάχια μετά των βιομηχανικών κτιριακών εγκαταστάσεων) στην εναγομένη ΑΕ αντί τιμήματος 240.101.704 δραχμών.
Εκ του τιμήματος αυτού καταβλήθηκε υπό του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, Π. Σ., πέραν του ως άνω ποσού των 80.000.000 δραχμών, και χρηματικό ποσό 105.000.000 δραχμών σε δύο δόσεις, ήτοι στις 18-3-1997 το ποσό των 45.000.000 δραχμών και στις 13-5-1997 το ποσό των 60.000.000 δραχμών. Μάλιστα, τα χρηματικά αυτά ποσά τα έδωσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Π.
Σ., στον δικηγόρο Π. Κ. για λογαριασμό της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας προκειμένου να εξοφληθούν οι σημαντικού ύψους οφειλές της τελευταίας προς την ΕΤΒΑ, έλαβε δε τις από 18-3-1997 και 13-5-1997 ισόποσες αποδείξεις εξόφλησης υπογεγραμμένες από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ι.Γ.. Την 15-7-1997 η εναγομένη ανώνυμη εταιρία μετέγραψε το ανωτέρω συμβόλαιο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, στον τόμο …και αριθμό ….
Όμως, από το σύνολο των προσκομισθέντων μέσων και στοιχείων δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου γνώση και συμφωνία των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιριών κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως του υπ' αριθ. .../11-6-1997 πωλητηρίου συμβολαίου, όπως η καταρτιζομένη διά του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου σύμβαση πωλήσεως είναι εικονική μη παράγουσα έννομες συνέπειες.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφίβολο ο αγωγικός ισχυρισμός περί του ότι η πραγματική βούληση των συμβληθέντων μερών δεν ήταν η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου προς την εναγομένη, αλλά καλύπτεται υπό της "φαινόμενης" (κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας) εμπράγματης δικαιοπραξίας, ανεπίτρεπτη κατά νόμο συμφωνία εξασφαλίσεως προϋφισταμένης απαιτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, Π.
Σ. κατά του δικηγόρου Π. Κ., παιδικού φίλου και νομικού συμβούλου του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Γ.. Η μοναδική μάρτυρας αποδείξεως Α. Λ., θεία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσς Ι. Γ., που εξετάσθηκε ενώπιον του Εισηγητή του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφέρθηκε βέβαια μεταξύ των άλλων και σε τηλεφωνική επικοινωνία αυτής με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Π..
Σ. κατά την οποία εκείνος, ως κατέθεσε, της ομολόγησε ότι δεν υπήρξε συμφωνία με την ενάγουσα για πώληση του επίμαχου ακινήτου ούτε καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος. Η κατάθεσή της όμως αυτή, παρά τη ρητή μάλιστα άρνηση εκ μέρους του εκπροσώπου της εναγομένης της αληθείας του περιεχομένου της, όχι μόνο δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα ανατρέπεται από την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως Ε.
Κ., λογιστή της εναγομένης και έχοντος άμεση γνώση των υπ' αυτού κατατεθέντων, ο οποίος χαρακτηριστικά ανέφερε ότι ήταν και ο ίδιος παρών στην κατά τα τέλη του έτους 1995 συνάντηση των Π. Σ., Π. Κ. και Ι. Γ. στο υπό πώληση ακίνητο ο οποίος και διαπραγματεύθηκε το τίμημα με τον Π. Σ., τόσον για το γήπεδο και τις κτιριακές εγκαταστάσεις, όσο και για τον μηχανολογικό εξοπλισμό που υπήρχε σ' αυτό, τον οποίο και επιθυμούσε να πουλήσει μαζί με το όλο ακίνητο.
Η περί των πραγμάτων κρίση περί της αναληθείας και αβασιμότητος του αγωγικού ισχυρισμού περί μη σπουδαίας δηλώσεως των συμβληθέντων στο πωλητήριο αυτό συμβόλαιο γενομένης κατά το "φαινόμενο" μόνο προς εξασφάλιση απαιτήσεων του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ενισχύεται και από τα ακόλουθα γεγονότα:
α) στο επίμαχο συμβόλαιο διαλήφθηκε όρος περί παραιτήσεως των συμβαλλομένων από κάθε δικαίωμα προσβολής ή διαρρήξεώς του για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, όρος, που προδήλως δεν θα διελαμβάνετο σε αυτό, σε κάθε δε περίπτωση δεν θα είχε το περιεχόμενο αυτό, εάν η μεταβιβαστική αιτία η αναφερόμενη στο επίμαχο συμβόλαιο ήταν "φαινομενική", β) η μεταγραφή του ανωτέρω συμβολαίου έγινε λίγο χρόνο μετά την σύνταξή του, καθώς και η καταβολή υπό του Π.
Σ. των εξόδων μεταγραφής του, γ) το επίμαχο οριστικό μεταβιβαστικό της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου συμβόλαιο, καταρτίστηκε με αντισυμβαλλομένη ως αγοράστρια το νομικό πρόσωπο της εταιρίας "ΙΝΤΕΡΤΡΕΙΝΤ ΙΜΠΟΡΤ-ΕΞΠΟΡΤ Α.Ε., ήδη εναγομένη, της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Π. Σ. και όχι με τον ίδιο ατομικά και του Π.
Σ. ως αγοραστή, όπως θα ήταν λογικά αναμενόμενο, εάν εκείνος επεδίωκε δι' αυτού (συμβολαίου) την εξασφάλιση της απαιτήσεώς του. Άλλωστε, η ενάγουσα, ως αποδείχθηκε, κατά τον χρόνο καταρτίσεως του επίμαχου συμβολαίου αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα (προβλήματα ρευστότητας και υπήρχαν σημαντικού ύψους οφειλές της προς τρίτους) και το γεγονός αυτό δεν συμπορεύεται με τους κανόνες της λογικής να προβαίνει αυτή, ως ισχυρίζεται, σε "εικονική" πώληση του μοναδικού της ακινήτου (γηπέδου, κτιριακών εγκαταστάσεων και μηχανολογικού εξοπλισμού) προς εμπράγματη εξασφάλιση και μόνο σημαντικού ύψους χρηματικής απαιτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εναντίον μάλιστα όχι της ίδιας της εταιρίας ή του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά εναντίον τρίτου προσώπου (του δικηγόρου Π.
Κ.). Εξάλλου, το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας δεν έλαβε στην κατοχή του σημαντικό μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αν και τούτο καταβλήθηκε υπό της εναγομένης στο δικηγόρο Π. Κ. που ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας, ως και το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε από τον τελευταίο Π. Κ. το χρηματικό αυτό ποσό για λογαριασμό και επ' ονόματι της ενάγουσας προς απόσβεση του χρέους της ενάγουσας προς την ΕΤΒΑ, δεν παραλλάσει τα πράγματα, ούτε και οδηγεί κατά λογική αναγκαιότητα σε εικονικότητα του επίμαχου συμβολαίου πωλήσεως, αφού και η μη καταβολή του τιμήματος δεν προσδίδει από μόνη της τον χαρακτήρα της εικονικότητας στην επίμαχη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου.
Αντίθετα, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι υπήρχε σοβαρή συναλλακτική πρόθεση αγοραπωλησίας των συμβληθέντων φυσικών προσώπων στο επίμαχο συμβόλαιο ως νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων ανωνύμων εταιριών και συγκεκριμένα του μεν εκπροσώπου της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας Π. Σ.
όπως προβεί στην αγορά του ακινήτου της ενάγουσας στην συμφέρουσα και υποδεέστερη της εμπορικής αξίας τιμής του των 240.101.704 δραχμών, πραγματική δε βούληση, αφού ήταν άτομο μεγάλης οικονομικής επιφάνειας και κάτοχος σημαντικών κεφαλαίων, τα οποία προτίθετο να επενδύσει σε αγορές ακινήτων σε τιμές "ευκαιρίας", του δε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εκποιήσεως του σημαντικά βεβαρημένου επίδικου ακινήτου της εταιρίας του, κίνηση που θα του επέτρεπε να εξοφλήσει διά του εισπραχθησομένου τιμήματος σημαντικού ύψους χρέη της ενάγουσας οικογενειακής εταιρίας.
Τέλος, ενδεικτικό της σοβαρής συναλλακτικής πρόθεσης του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης να αποκτήσει το ως άνω ακίνητο της ενάγουσας ΑΕ αποτελεί και το γεγονός ότι όταν τελικά το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάστηκε λόγω μη εξοφλήσεως υπό της τελευταίας των προς την ΕΤΒΑ οφειλών της, αυτός (Π. Σ.) υπερθεμάτισε και καταβάλλοντας το ποσό των 237.301.000 δραχμών κατακυρώθηκε σ' αυτόν το εν λόγω ακίνητο (βλ.
την υπ' αριθ. .../5-6-2000 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Σίμηνα-Ιωαννίδη). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη (υπ' αριθ. 26944/2007) οριστική απόφασή του όμοια έκρινε και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την περί εικονικότητας δηλώσεως βουλήσεως δεύτερη βάση της, αν και με ελλιπείς και κατά ένα μέρος εσφαλμένες αιτιολογίες, που πρέπει να συμπληρωθούν και εν μέρει να αντικατασταθούν, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε γι' αυτό και οι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι της κρινομένης έφεσης κατά το μέρος τους που στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 26994/2007 οριστικής απόφασης), πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.....
Περαιτέρω, όμως, ενόψει της εξαφανίσεως της οριστικής απορριπτικής διατάξεως της υπ' αριθ. 7930/2000 προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 686/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και της διακρατήσεως κατά τούτο της υποθέσεως και εκδικάσεως πλέον της αγωγής ως προς την τρίτη βάση της (της ουσιώδους πλάνης του συμβληθέντος σε πωλητήριο συμβόλαιο νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας), η οποία και κρίθηκε νόμιμη με την αμέσως ανωτέρω απόφασ του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Θεσσαλονίκης), ερευνάται πλέον κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά την βάση της αυτή>>.
Δέχθηκε δε ως προς την βάση αυτή της αγωγής το Εφετείο, μετά από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, ότι: <<δεν αποδείχθηκε ότι η περιεχόμενη στο υπ' αριθ. .../1997 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοξίας Μητελούδη δήλωση βουλήσεως του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι.
Γ. έγινε από ουσιώδη πλάνη αυτού ως προς το είδος και τον σκοπό της καταρτιζομένης συμβάσεως και συγκεκριμένα ότι αυτός εσφαλμένα πίστευε ότι η υπογραφόμενη απ' αυτόν μεταβιβαστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου δικαιοπραξία ήταν εγγύηση και ότι ο σκοπός της ήταν η εξασφάλιση των απαιτήσεων του εκπροσώπου της εναγομένης κατά του δικηγόρου Π.
Κ. ώστε, λόγω της σπουδαιότητας του σημείου της πλάνης του εάν αυτός γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα επιχειρούσε την εν λόγω δικαιοπραξία. Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Γ. έλλειπε κατά το χρόνο καταρτίσεως (16-6-1997) της επίμαχης συμβάσεως η συναλλακτική πρόθεση αυτού πωλήσεως του ακινήτου της εκπροσωπούμενης υπ' αυτού ανώνυμης εταιρίας και ότι υπήρχε διάσταση μεταξύ της διατυπωθείσης δηλώσεώς του στο επίμαχο συμβόλαιο, και της δικαιοπρακτικής βουλήσεώς του συνεπεία ουσιώδους πλάνης, ήτοι εσφαλμένης παρ' αυτού γνώσεως των εννόμων συνεπειών αυτής της επιχειρουμένης από αυτόν δικαιοπραξίας η οποία μάλιστα πλάνη, να προκλήθηκε σε αυτόν συνεπεία της απατηλής συμπεριφοράς σε βάρος του εκ μέρους του δικηγόρου Π.
Κ., όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα. Και τούτο διότι από την γενικόλογη και συμπερασματική κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως (συζύγου του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Γ.) και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ο Ι. Γ., άτομο μορφωμένο με σπουδές στο εξωτερικό, έμπειρος περί τις εμπορικές και εν γένει οικονομικές του συναλλαγές και πολύ καλός γνώστης της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας που διοικούσε και των βαρών του ακινήτου και υποχρεώσεων της τελευταίας, κατά την διατύπωση της δηλώσεώς του και υπόγραφή (11-6-1997) του επίμαχου μεταβιβαστικού της κυριότητας του επίδικου ακινήτου συμβολαίου εννοούσε την δήλωσή του αυτή με νόημα διαφορετικό από εκείνο που πράγματι είχε από το νόμο και συγκεκριμένα ότι αυτή γινόταν προς την εναγομένη προς εξασφάλιση απαιτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας εναντίον του Π.
Κ.. Άλλωστε, η κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, που έφερε και το βάρος της αποδείξεως της τρίτης (εκ πλάνης) ιστορικής βάσεως της αγωγής, όχι μόνο δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσον και στοιχείο, αλλ' αντιθέτως αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως που εξετάστηκε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και η οποία χαρακτηριστικά ανέφερε ότι της καταρτίσεως του επίδικου συμβολαίου πωλήσεως προηγήθηκε επίσκεψη του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης στο υπό πώληση ακίνητο και εξέτασή του από απόψεως κτιριακών εγκαταστάσεων ως και πρόταση του Ι.
Γ. να πωλήσει και τον μηχανολογικό εξοπλισμό και προσλάβει αυτόν μετά την πώληση ως διευθυντή του εργοστασίου. Επί πλέον, η συντάξασα το επίδικο συμβόλαιο, συμβολαιογράφος Ευδοξία Μητελούδη, εξεταζόμενη ενόρκως υπό του ανακριτή Θεσσαλονίκης στα πλαίσια διενεργηθείσης τακτικής ανάκρισης εξαιτίας ποινικής διώξεως των Ι.
Γ. και Π. Κ., κατηγορηματικά κατέθεσε ότι προ της καταρτίσεως του επίδικου (.../1997) συμβολαίου, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Ι. Γ. μετέβη ο ίδιος στο γραφείο της, όπου εκείνη τον ενημέρωσε για τα έγγραφα που απαιτούντο για την έγκυρη κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου που αφορούσε το επίμαχο ακίνητο και ότι προ της υπογραφής υπό των συμβαλλομένων μερών του επίδικου συμβολαίου διαβάστηκε προηγουμένως υπ' αυτής (συμβολαιογράφου) το περιεχόμενό του και ο Ι.
Γ., άτομο μορφωμένο και έμπειρος επιχειρηματίας γνώριζε καλά ότι υπέγραφε συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ακινήτου της εταιρίας του. Κατά συνέπεια, εφόσον η δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρίας στο υπ' αριθ. .../1997 μεταβιβαστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοξίας Μητελούδη ανταποκρίνεται στην πραγματική δικαιοπρακτική βούληση αυτού και δεν υπήρξε απόρροια ουσιώδους πλάνης αυτού (Ι.
Γ.) δεν θεμελιώνεται δικαίωμα της ενάγουσας προσβολής του κύρους της καταρτισθείσης δι' αυτού (συμβολαίου) δικαιοπραξίας. Επομένως, η αγωγή κατά την τρίτη βάση της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και πρόσθετους λόγους κατά το μέρος που απευθύνονταν κατά της υπ' αριθ. 26994/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του τελευταίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που επιδιώκετο μ' αυτήν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως λόγω εικονικότητας.
Ακολούθως δε, μετά την εξαφάνιση με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 685/2009 απόφασή του, της υπ' αριθ. 7930/2000 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε απορριφθεί μ' αυτήν ως μη νόμιμη η βάση της ένδικης αγωγής με την οποία επιδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης λόγω ουσιώδους πλάνης του ως άνω συμβληθέντος νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, που κι αυτή είχε προσβληθεί ενώπιον του με την έφεση της αναιρεσείουσας, και την διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν μ' αυτή, ερευνώντας εν συνεχεία την αγωγή και ως προς την βάση της αυτή (αναγνώριση ακυρότητας λόγω ουσιώδους πλάνης), απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138,140, 141, 211, 214, 513, 1033 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε όμως και τις διατάξεις 173 και 200 του ίδιου Κώδικα, αφού δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως που περιέχονται στην επίδικη σύμβαση, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις διατάξεις αυτές, περαιτέρω δε, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη εικονικότητα της επίδικης σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης στην αναιρεσίβλητη του ως άνω ακινήτου, καθόσον οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων φυσικών προσώπων, ως νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων ανωνύμων εταιριών, αποσκοπούσαν στην πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου αυτού από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, που καταβλήθηκε προς κάλυψη χρεών της πρώτης στην ΕΤΒΑ, και δεν καλύπτετο υπό της "φαινόμενης" (κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας) εμπράγματης δικαιοπραξίας, ανεπίτρεπτη κατά νόμο συμφωνία εξασφαλίσεως προϋφισταμένης απαιτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Π.
Σ. κατά του δικηγόρου Π. Κ., παιδικού φίλου και νομικού συμβούλου του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Γ.. Ομοίως, είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ουδεμία διάσταση υπήρξε μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, αλλ' αντιθέτως ο τελευταίος καλώς εγνώριζε ότι πραγματοποιούσε εκποίηση του άνω ακινήτου του, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της δικαιοπραξίας αυτής λόγω ουσιώδους πλάνης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τρίτο και τέταρτο των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και τον έκτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτήν η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, της εικονικότητας της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως του άνω ακινήτου και της διάστασης μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας λόγω ουσιώδους πλάνης στην αυτή δικαιοπραξία, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν είναι εικονική η επίδικη σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως του άνω ακινήτου και ότι δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας λόγω ουσιώδους πλάνης, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τα εξής έγγραφα:
α) Την υπ' αριθ. 22906/12-8-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) την από 25-30.11.1999 απολογία του Π. Σ., στα πλαίσια της πονικής διαδικασίας που ανοίχθηκε με αφορμή την επίδικη υπόθεση, γ) την υπ' αριθ. 22162/2004 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, στην οποία υπάρχει κατάθεση του Π. Σ. ως πολιτικώς ενάγοντος, δ) το από 29-12-1997 υπόμνημα του Π.
Σ, σε σχέση με την υπό ιδίαν ημερομηνία συμπληρωματική εξέτασή του αναφορικά με την από 22-12-1997 μήνυσή του κατά του Π. Κ., ε) την από 22-12-1997 μήνυση του Π. Σ. κατά του Π. Κ. και στ) την από 29-12-1997 ανωμοτί εξέταση του Π. Σ., στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας με αφορμή την επίδικη υπόθεση. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του.
Επομένως, οι αντίθετοι από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ), λογοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990). Επομένως δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του νομίμως προταθέντα ισχυρισνό, όπως είναι και η ιστορική βάση της αγωγής, η οποία παραδεκτά και νόμιμα είχε προταθεί με την τελευταία και επαναφέρεται από τον αναιρεσείοντα με την έφεσή του ενώπιον του εφετείου, μετά την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006, ΑΠ 575/1978).
Ως πράγματα, νοούνται και εν προκειμένω, τα αναφερόμενα αμέσως ανωτέρω, κατά την ανάλυση της περ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους και συγκεκριμένα δέχθηκε:
α) ότι το ποσό της προκαταβολής του .../1996 προσυμφώνου, συμψηφίστηκε με το ποσό των 80.000.000 δραχμών, που το καλοκαίρι του 1996 είχε χορηγήσει στην αναιρεσείουσα ο Π. Σ. ως δάνειο, για να καλυφθούν οι άμεσες οικονομικές υποχρεώσεις της, χωρίς να έχει υποβληθεί τέτοιος ισχυρισμός, β) ότι εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων της αναιρεσείουσας και προς αντιμετώπισή τους, διάφορα άτομα προθυμοποιήθηκαν να την χρηματοδοτήσουν, μέσω άτυπων συμβάσεων δανείου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Π.
Σ., γ) ότι ο Π. Σ., ως εκπρόσωπος της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν εταιρίας, κατέβαλε το υπόλοιπο τίμημα των 105.000.000 δραχμών, στον Π. Κ., για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και δ) ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε εικονική πώληση του προαναφερόμενου ακινήτου της, ενώ ο πραγματικός ισχυρισμός της ήταν, ότι παραπλανόμενος ο νόμιμος εκπρόσωπός της υπέγραψε την επίμαχη μεταβίβαση, υπολαμβάνοντας ότι με την υπογραφή του αυτή, παρείχε εγγύηση υπέρ του δικηγόρου, παιδικού του φίλου, αλλά και μελλοντικού συνεταίρου του, Π.
Κ. Όμως, τα επικαλούμενα υπό στοιχ. α', β'και γ'περιστατικά, δεν συνιστούν πραγματικούς ισχυρισμούς υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου που συνάγονται από τις αποδείξεις και επονένως κατά το μέρος αυτό, ο ερευνώμενος, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ως προς τον υπό στοιχ. δ'ισχυρισμό περί εικονικότητας του επίμαχου συμβολαίου πωλήσεως και μεταβιβάσεως του προαναφερόμενου ακινήτου, ο οποίος και συνιστά "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, αυτός αποτέλεσε την κύρια βάση της τελευταίας, μετά την απόρριψη δε αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά και νόμιμα τον επανέφερε η αναιρεσείουσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την έφεσή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, και επομένως παραδεκτά λήφθηκε υπόψη από το τελευταίο αυτό δικαστήριο, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, κατά το μέρος αυτό, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (από τον αρ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω πρόσθετο λόγο (δεύτερο), κατά το οικείο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα, ότι δέχθηκε ως αποδειχθέντες τους παραπάνω ισχυρισμούς χωρίς απόδειξη.
Ωστόσο, για τους ίδιους λόγους που προαναφέρθηκαν, και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ως προς τις υπό στοιχ. α', β'και γ'αιτιάσεις, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, ενώ ως προς τον υπό στοιχ. δ'ισχυρισμό, και σε κάθε περίπτωση και ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις (υπό στοιχ.
α, β, και γ) είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα κλπ) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 237 εδ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι' αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλόγη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 23/2008 και 9/2000). Στην κρινομένη υπόθεση με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11β'του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη παρά το νόμο, προς απόδειξη της μη βασιμότητας της περί εικονικότητας βάσης αγωγής, τις μη νομίμως επικληθείσες από την αναιρεσίβλητη από 18-3-1997 και 13-5-1987 αποδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας κατέβαλε στον Π.
Κ., που ενεργούσε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, το υπόλοιπον, πέραν της προκαταβολής των 80.000.000 δραχμών, μέρος του τιμήματος, για την αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου, συνολικού ποσού, 105.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα, στις 18-3-1997 το ποσό των 45.000.000 δραχμών και στις 13-5-1997, το ποσό των 60.000.000 δραχμών. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι γίνεται σ' αυτές επίκληση, μεταξύ άλλων, και των ως άνω αποδείξεων (βλ.
σελ. 8 των άνω προτάσεων). Επομένως, εφόσον κατά τρόπο σαφή και ευδιάγνωστο προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο η επίκληση και προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτά παρά το νόμο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11β'του ΚΠολΔ, πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ' αριθ. 2018/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-02-2011 αίτηση και τους από 02-07-2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 2018/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ