Legislator Case Law & Legislation
2045/2006 AI generated

2045/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2045/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σωτηρόπουλο.

Legislator headnote

AI generated

2045/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή οι από 25.4.2005 και 2.6.2005 αιτήσεις αναιρέσεως του X1 και της Εκκλησίας της Ελλάδος και οι από 6.2.2006 πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, ως συναφείς, αφού διώκεται με αυτές η αναίρεση της υπ΄αριθ. 1323/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 245 και 573 Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
monthly pay thirteenth-month salary decisions relating to emoluments church tax currency in which remuneration paid weekly commuter allowance
AI generated
66/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
1256/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2103/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2904/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Ιουνίου 2005 αίτησή του.
98/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
1259/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2129/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2394/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2005 αίτησή της.
1664/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7020/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2006 αίτησή της και τους από 18/1/2007 πρόσθετους λόγους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2045 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2045/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σωτηρόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: "Εκκλησίας της Ελλάδος" Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τζεμπελίκο.

Β. Της αναιρεσείουσας: "Εκκλησίας της Ελλάδος" Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τζεμπελίκο.

Του αναιρεσιβλήτου: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σωτηρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2003 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Β΄ αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1590/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1323/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α΄ αναιρεσείων με την από 25 Απριλίου 2005 αίτησή του και τους από 6 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής και η υπό στοιχείο Β΄ αναιρεσείουσα με την από 2 Ιουνίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 6 Μαρτίου 2006 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-4-2005 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των από 6-2-2006 πρόσθετων λόγων αυτής και την παραδοχή της από 2-6-2005 αντίθετης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α΄ αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 25-4-2005 αίτησης και των από 6-2-2006 πρόσθετων λόγων αυτής και την απόρριψη της αντίθετης αίτησης, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β΄ αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 2-6-2005 αίτησης και την απόρριψη των αντίθετων ως άνω αίτησης και πρόσθετων λόγων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή οι από 25.4.2005 και 2.6.2005 αιτήσεις αναιρέσεως του X1 και της Εκκλησίας της Ελλάδος και οι από 6.2.2006 πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, ως συναφείς, αφού διώκεται με αυτές η αναίρεση της υπ΄αριθ. 1323/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 245 και 573 Κ.Πολ.Δ.).

Α). Επί της πρώτης των ως άνω αιτήσεων αναι-ρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ι. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ.

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης (βλ.

Ολ.Α.Π. 9/1997). Συντρεχουσών των προϋπο-θέσεων αυτών (του άρθρου 288 Α.Κ.) ο εκμισθωτής, δύναται να ζητήσει με αγωγή (με βάση το άρθρο 288 Α.Κ.) την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου (αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη) μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (Α.Π. 1129/2004, Α.Π. 675/2002 και όχι άλλο προγενέστερο σημείο, εκτός αν έχει συμφωνηθεί τούτο υπό των μερών (Α.Π. 675/2002).

Εξ άλλου για το νόμο βάσιμο και ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου στηριζομένης στη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ. πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρονται σ΄ αυτήν τα εξής: 1) Έγκυρη σύμβαση εμπο-ρικής μισθώσεως, 2) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης (της διωκομένης με την αγωγή) συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, 3) Ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογούμενο ή το μετ΄ αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετ΄ αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.

Επομένως, για το νόμω βάσιμο και το ορισμένο της σχετικής αγωγής πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο, συνήθως, συμβαδίζει με τη μισθωτική αξία των όμορων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων, 4) Αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) Ορισμένο αίτημα.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 1.6.2003 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε και το Εφετείο δέχθηκε ότι δυνάμει του από 16.12.1976 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσε σ΄ αυτόν και με δικές του δαπάνες την ανέγερση πολυορόφου οικοδομής επί της .... , συγκειμένης από υπόγειο, ισόγειο και επτά ορόφους (συνολικής επιφανείας 2.667,60 μ2), την οποία και εξεμίσθωσε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) για μία εικοσαετία (16.12.1978 έως 16.12.1998) και με δικαίωμα παρατάσεως για μία εισέτι δεκαετία με δήλωση του μισθωτή, προκειμένου αυτός να την χρησιμοποιήσει για δική του επαγγελματική δραστηριότητα, αντί του αναφερομένου στην αγωγή μισθώματος καταβαλλομένου καθ΄ έκαστον έτος.

Ισχυριζομένη η αναιρεσίβλητη περαιτέρω ότι λόγω ουσιώδους μεταβολής των οικονομικών συνθηκών (τιμαρίθμου, κόστους ζωής, μισθωτικής αξίας ετέρων - μνημονευομένων στην αγωγή και κειμένων στην περιοχή του επιδίκου ακινήτων) προκλήθηκε δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής τοιαύτη, ώστε η εμμονή του εναγομένου στην καταβολή του αναφερομένου στην αγωγή μισθώματος παρίσταται αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα των συναλλαγών, ζήτησε από 16.12.1998 την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου (κατ΄ έτος) μισθώματος στο ποσό των 530.887,80 ευρώ ετησίως προσαυξανόμενο κατά 10% ετησίως και την καταδίκη του εναγομένου στη δικαστική δαπάνη.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι η διαληφθείσα αγωγή με το εκτεθέν ιστορικό και αίτημα περιείχε τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία και ήταν πλήρως ορισμένη (και νόμιμη) για να στηριχθεί στην ως άνω διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ. Επομένως είναι αβάσιμα όσα αντιθέτως προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ήτοι για αοριστίας της αγωγής, διότι, δεν διαλαμβανόταν σ΄ αυτή (κατά τον αναιρεσείοντα) η μισθωτική (αγοραία) αξία ετέρων ακινήτων ως στοιχείων για τη σύγκριση του μισθώματος αυτών από το δικαστήριο προς το μίσθωμα του επίδικου μισθίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (βλεπ.

σελ. 5 και 6 της αγωγής για την αναφορά των στοιχείων αυτών). Απορριπτέος επίσης είναι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά την αποδιδομένη με αυτόν αιτίαση αοριστίας της αγωγής, επειδή κατά τον αναιρεσείοντα δεν αναφερόταν σ΄ αυτή το μίσθωμα που αντιστοιχούσε στο εργολαβικό αντάλλαγμα (δαπάνες γενόμενες από τον αναιρεσείοντα για ανέγερση του μισθίου ακινήτου κατά τους ειδικώτερους όρους της μισθωτικής συμβάσεως, διότι τούτο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά ένσταση την οποία πρέπει να προτείνει ο εναγόμενος.

ΙΙ. Επειδή κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογικές αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: ΄Οτι με το από 16.12.1976 συμφωνητικό μισθώσεως ο ΟΔΕΠ (Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας) μετά από δημοπρασία που διενεργήθηκε στις 27.8.1976 περί εικοσαετούς μισθώσεως του επί της ....

ανεγερθησομένου πολυορόφου κτιρίου υπό του τελευταίου πλειοδότου - μισθωτή εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος X1) εκμίσθωσε σε αυτόν την πολυόροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και εφτά ορόφους, που θα ανήγειρε με δαπάνες του, για χρονικό διάστημα 20 ετών, αρχόμενο μετά πάροδο 600 ημερών από την εγκατάστασή του στο έργο, μετά από συμβολική παράταση του αρχικώς συμφωνηθέντος χρόνου περατώσεως των εργασιών κατά 60 ημέρες και με συμβολικό αρχικό ετήσιο μίσθωμα 520.000 δρχ.

προσαυξανόμενον κατ΄ έτος κατά 10% του αρχικού μισθώματος, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο αναιρεσείων για επαγγελματική δραστηριότητα. Ότι το ακίνητο που ανηγέρθη απετελείτο από υπόγειο εμβαδού 285,20 τ.μ., ισόγειο 262 τ.μ., ημιώροφο 130 τ.μ. και επτά υπέρ τον ημιώροφο ορόφους, από τους οποίους οι έξι πρώτοι όροφοι έχουν εμβαδόν 291,40 τ.μ.

ο καθένας και ο έβδομος όροφος εμβαδόν 242 τ.μ., ήτοι συνολικό εμβαδόν όλου του ακινήτου 2.667,60 τ.μ. Ότι η μίσθωση του ως άνω ακινήτου άρχισε στις 16.12.1978, οπότε ο μισθωτής παρέλαβε το όλο μίσθιο ακίνητο και το χρησιμοποιούσε έκτοτε εκμισθώνοντάς το σε τρίτους, σε εφαρμογή σχετικού δικαιώματος που του δόθηκε συμβατικώς.

Ότι η μίσθωση συνεχίστηκε κανονικά με εκμισθωτή τον ΟΔΕΠ μέχρι την κατάργησή του με το νόμο 1811/1988 και μετά συνεχίστηκε με εκμισθώτρια την ενάγουσα Εκκλησία της Ελλάδος (ΝΠΔΔ), η οποία βάσει του ως άνω νόμου υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του καταργηθέντος ΟΔΕΠ, ως καθολικός του διάδοχος.

Ότι η επίδικη μίσθωση διέπεται απλό τους επιμέρους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στο από 16.12.1976 συμφωνητικό μισθώσεως, όπως τούτο συμπληρώνεται από τα μνημονευόμενα στο άρθρο 15 αυτού έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η από 2.8.1976 συγγραφή υποχρεώσεων της τεχνικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, με βάση την οποία διενεργήθηκε η δημοπρασία εκμισθώσεως του όλου ακινήτου.

Ότι σύμφωνα με το άρθρο 23 της προαναφερομένης συγγραφής υποχρεώσεων εκτός της, δια της προσφοράς του μισθωτού προβλεπομένης κατ΄ έτος αυξήσεως του μισθώματος κατά δέκα τοις εκατόν (10%) της αρχικής προσφοράς του, ο Οργανισμός δύναται κατά εξαετίαν να προσφεύγει εις την αρμοδίαν δικαστικήν αρχήν ίνα καθορίζει αύτη το μίσθωμα.

Ο καθορισμός μισθώματος κατωτέρου της προσφοράς του μισθωτού δεν θα επιφέρει αλλαγήν της προσφοράς και καθορίζεται από τα ως άνω καθορισθησόμενα εις την πρώτην, δευτέραν και τρίτην εξαετίαν μισθώματα θα αναπροσαρμόζουν τα αντίστοιχα μισθώματα της προσφοράς εφόσον αντιστοίχως ταύτα (τα της προσφοράς) είναι μικρότερα αντιστοίχως του 10%, 20% και 30% των υπό του αρμοδίου δικαστηρί0υ καθορισθησομένων.

Ότι κατά το άρθρον 24ον της συγγραφής υποχρεώσεως η μίσθωσις δύναται να παρατεθεί εισέτι επί μίαν δεκαετίαν τη αιτήσει του μισθωτού, υπό τον όρον η εις το 23ον άρθρον αναφερόμενη αναπροσαρμογή της πέραν της τρίτης εξαετίας, θα αυξηθή εκ του 30% εις 50%. Ότι το μίσθιο ακίνητο βρίσκεται σε κεντρικό σημείο των Αθηνών, που παρουσιάζει καλή εμπορική κίνηση και εξυπηρετείται από πολλά συγκοινωνιακά μέσα όπως τρόλλεϋ, λεωφορεία και τραίνο.

Ότι με το από 22.12.1992 υπομισθωτήριο του εναγομένου προς την "ΠΡΕΝΑΤΑΛ ΑΕ" υπεκμισθώθηκε σ΄ αυτήν τμήμα του ισογείου 172,72 τ.μ. με το πατάρι στον ημιώροφο για επαγγελματική χρήση, όπως πώληση των προϊόντων της υπομισθώτριας, αποθήκευση, γραφεία και λογιστήριο, με μηνιαίο (υπο)μίσθωμα 800.000 δρχ., το οποίο θα αναπροσαρμόζεται κατά 10% ετησίως επί του μισθώματος του αμέσως προηγούμενου έτους.

Κατά τη σύναψη της συμβάσεως κατέβαλε στον εναγόμενο ως αέρα 41.000.000 δρχ. πράγμα το οποίο υποδηλώνει την πολύ καλή μισθωτική του αξία. Ότι η ως άνω εταιρεία κατέβαλε και ο εναγόμενος εισέπραξε για τη χρονική περίοδο 1.1.2000 μέχρι 31.12.2000 μηνιαίο μίσθωμα 1.522.598 δρχ. και ετήσιο υπομίσθωμα 18.271.176 δρχ. (1.522.998 Χ 12 μήνες), ενώ ο εναγόμενος κατέβαλε στην Εκκλησίας της Ελλάδος το ποσό των 2.292.868 δρχ.

ως ετήσιο μίσθωμα για τη χρονική περίοδο από 16.12.1999 μέχρι 15.12.2000 από το οποίο και μόνο προκύπτει πρόδηλη δυσαναλογία μεταξύ του καταβαλλομένου υπομισθώματος και του καταβαλλομένου μισθώματος. Με βάση τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αναφέρει και αφού λαμβάνει υπόψη μισθώματα των αναφερομένων σε αυτή ακινήτων (ως συγκριτικών στοιχείων) έκρινε ότι το καταβαλλόμενο κατά την 25.4.2001 και εφεξής μίσθωμα από τον μισθωτή δεν καλύπτει την μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου και υφίσταται δυσαναλογία, η οποία κατά την καλή πίστη αποκαθίσταται μόνο αν καταβληθεί μίσθωμα ετήσιο το ποσό των 150.000 ευρώ, ποσό το οποίο καθόρισε επίσης ως καταβλητέο από 25.4.2001 (επιδόσεως προτέρας περί αναπροσαρμογής από 20.4.2001 αγωγής η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη, δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 846/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και εντός εξαμήνου από της εν λόγω απορρίψεως ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή).

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες προς αλλήλους αιτιολογίες για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 Α.Κ. (με βάση την οποία το Εφετείο αναπροσάρμοσε το ως άνω μίσθωμα του επιδίκου ακινήτου) και δεν παραβίασε την διάταξη αυτή ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Γι΄ αυτό και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος από το άρθρο 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω είναι αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 388 Α.Κ. Τούτο γιατί η διάταξη αυτή δεν εφαρμόσθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι ο από το άρθρο 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του ειδικώτερη αιτιολογία ως προς τα εν εις αυτή αναφερόμενα και ληφθέντα υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία του επιδίκου ακινήτου ήσαν πρόσφορα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι εν λόγω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση πραγμάτων διαφευγόντων τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 263 του Α.Κ. κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν όμως ο δικαιούχος εγείρει και πάλι αγωγή μέσα σε έξι μήνες θεωρείται ότι η παραγραφή έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Ως απόρριψη αγωγής, κατά την ανωτέρω διάταξη (άρθρ. 263 Α.Κ.) για λόγους μη ουσιαστικούς, νοείται η απόρριψη για λόγους οι οποίοι δεν αναφέρονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά δικονομικούς, όπως είναι και η αοριστία της αγωγής, ενώ ως επανέγερση νοείται η έγερση νέας αγωγής, η οποία στηρίζεται στην αυτή νομική και ιστορική αιτία.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 340 Α.Κ. συνάγεται ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης οφειλής καθίσταται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση. Τέτοια ενέργεια (οχλήσεως) κατ΄ άρθρα 215 και 221 Κ.Πολ.Δ. έχει και η επίδοση αγωγής με την οποία ζητείται η εκτέλεση της παροχής. Απορριφθείσης δε της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς (αλλά ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας) δεν ανατρέπονται τα εντεύθεν αποτελέσματα της με αυτή γενομένης οχλήσεως, αλλά αυτή λειτουργεί ως εξώδικη όχληση (Ολομ.Α.Π. 13/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη (Εκκλησία της Ελλάδος) ήγειρε κατά του αναιρεσείοντος την από 20.4.2001 αγωγή της με την οποία ζήτησε να αναπροσαρμοσθεί το καταβαλλόμενο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου στα ποσά που αναφέρονται σ΄ αυτή από 16.12.1998. Ότι η αγωγή αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 25.4.2001, απορρίφθηκε όμως τελεσιδίκως λόγω αοριστίας (επειδή δεν αναφέρονταν σ΄ αυτή προς σύγκριση παρακείμενα του επίδικου μισθίου ακίνητα και η μισθωτική αξία αυτών) με την υπ΄αριθμ. 846/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε την 31.1.2003.

Ότι εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 Α.Κ. από την τελεσίδικη απόρριψη της μνησθείσης πρότερας αγωγής της, η ήδη αναιρεσίβλητη ήγειρε κατά του αναιρεσείοντος την κρινόμενη από 1.6.2003 αγωγή (συμπληρωθείσα κατά τις ως άνω ελλείψεις λόγω των οποίων απορρίφθηκε η προηγηθείσα τοιαύτη), με το αυτό περιεχόμενο (ιστορική και νομική βάση) και αίτημα, η οποία και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 23.6.2003.

Την αγωγή αυτή (επίδικη) δέχθηκε κατ΄ουσίαν το Εφετείο και έκρινε ότι το αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα ισχύει από την επίδοση της προτέρας αγωγής (25.4.2001). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 263 και 340 Α.Κ. Τούτο γιατί σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί το μίσθωμα που αναπροσαρμόσθηκε οφείλεται από την επίδοση της αγωγής, δηλαδή από την επίδοση της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης με την οποία εδιώκετο η αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Όπως δέχθηκε το Εφετείο η πρώτη άνω αγωγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγο μη ουσιαστικό, ήτοι λόγω αοριστίας, η δε κρινόμενη (δεύτερη) αγωγή που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη αγωγή ηγέρθη μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 263 Α.Κ. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του προσθέτου δικογράφου αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Απορριπτέος επίσης είναι και ο τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου κατά την αιτίασή του ότι οι δύο ως άνω αγωγές (αρχική και κρινόμενη) δεν περιείχαν αίτημα αναπροσαρμογής του μισθώματος από την επίδοση της πρώτης αγωγής, αλλά με αμφότερες ζητούσε η αναιρεσίβλητη αναπροσαρμογή από 16.12.1998 και επομένως το δικαστήριο δεν ηδύνατο να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα από την επίδοση της προηγηθείσης, της κρινόμενης, αγωγής.

Τούτο γιατί εις το μείζον (απώτερος χρόνος) περιέχεται και το έλασσον. Εν όψει του τελευταίου τούτου το Εφετείο: 1) Δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λαβόν υπόψη (κατά τον λόγον αυτόν) πράγματα μη προταθέντα, ήτοι ανύπαρκτο αίτημα της αγωγής για αναπροσαρμογή του μισθώματος από της επιδόσεως (25.4.2001) της προηγούμενης αγωγής, γι΄ αυτό και ο τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου από το άρθρο 559 παρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, 2) Δεν υπέπεσε επίσης το Εφετείο στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αφού ορθώς δέχθηκε ότι το αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα ισχύει από την επίδοση της προτέρας αγωγής και όχι από την επίδοση της κρινόμενης τοιαύτης, γι΄ αυτό και ο λόγος αυτός (τρίτος του προσθέτου δικογράφου από το άρθρο 559 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Επειδή ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναι-ρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο που καθόρισε κατόπιν αναπροσαρμογής μίσθωμα του επιδίκου μισθίου το οποίο υπερβαίνει το διπλάσιο του καταβαλλομένου κατά το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 53 του Π.Δ/γματος 34/1995, αφού δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι το πέραν του διπλασίου (του καταβαλλομένου) οφείλεται μετά την πάροδο εξαμήνου από την κοινοποίηση της αγωγής και το υπόλοιπο μετά την παρέλευση έτους από αυτή είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι ήδη αμφότερα τα χρονικά σημεία (25.4.2001 και 25.4.2002) έχουν ήδη παρέλθει και συνεπώς σε κάθε περίπτωση οφείλεται το αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα στο σύνολό του.

V. Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπραξία (και σύμβαση) ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων και παρά ταύτα δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή όταν, αν και δεν διαπιστώνει τέτοιο κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα εφαρμόζει τους κανόνες αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού με την κύρια αιτιολογία του απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος για συνυπολογισμό των γενομένων δαπανών προς ανέγερση του μισθίου με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι από την υπ΄ αριθμ. 1293/2001 τελεσίδικη απόφαση αυτού (εκδοθείσα μεταξύ των διαδίκων) προκύπτει ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα - για την ανέγερση του επίδικου μισθίου εκ μέρους του αναιρεσείοντος - θα είναι η παραχώρηση επί είκοσι έτη - σύμφωνα με το άρθρο 1 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων - του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως της ανεγειρομένης οικοδομής.

Ότι το άρθρο 1 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων είναι σαφές και δεν χρήζει ερμηνείας κατά τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. Με τον τέταρτο λόγο του προσθέτου δικογράφου πλήττεται η προσβαλλομένη για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ήτοι για το ότι αν και διαπίστωσε κενά στους άνω όρους (ως προς τις δαπάνες ανεγέρσεως του μισθίου) του άρθρου 1 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων δεν εφήρμοσε τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες με τον τρόπο αυτόν παραβίασε.

Ο λόγος αυτός του προσθέτου δικογράφου είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, το Εφετείο, όπως ελέχθη, απέρριψε κυρίως τον ισχυρισμό αυτόν του αναιρεσείοντος λόγω αοριστίας και με τον λόγο αναιρέσεως δεν πλήττεται η κυρία αιτιολογία, αλλά η επικουρική (επάλληλη). Ανεξαρτήτως όμως τούτου είναι απορριπτέος ο μνησθείς λόγος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως έχει ήδη εκτεθεί το Εφετείο, δέχθηκε ότι "το άρθρο 1 της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων είναι σαφές και δεν χρήσει ερμηνείας", δηλαδή δεν δέχθηκε κενά και ασάφεια όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ειδικότερα πλήττεται η προσβαλλομένη για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 574, 361 και 608 Α.Κ. και άρθρου 21 του Ν.2238/1994 (κατά το οποίο ως εισόδημα από ακίνητα λογίζεται η αξία που έχει η οικοδομή κατά τον χρόνο που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή), διότι, όπως ήδη εξετέθη το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για συνυπολογισμό στο μίσθωμα των δαπανών στις οποίες αυτός προέβη για την ανέγερση του επιδίκου μισθίου, αιτιολογία η οποία δεν πλήττεται όπως έπρεπε με την προσβαλλομένη.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με σαφήνεια σε τί συνίσταται η πλημμέλεια της προσβαλλομένης ως προς την παραβίαση των ως είρηται διατάξεων. Β). Επί της από 2.6.2005 αιτήσεως αναιρέσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει την αιτίαση ότι το Εφετείο άφηκε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής να αυξάνεται ετησίως το αναπροσαρμοζόμενος μίσθωμα των 530.887,80 ευρώ κατά 10%, άλλως το αναπροσαρμοζόμενο στο ποσό των 143.809,58 ευρώ μίσθωμα να προσαυξάνεται κατά τα 3/4 του τιμαρίθμου.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, διότι το Εφετείο που δίκασε την αγωγή μετά από την παραδοχή εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας και αναπροσάρμοσε το μίσθωμα του μισθίου ακινήτου, δεν διέλαβε διάταξη για το ως άνω αίτημα της αγωγής. Έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ.

Γι΄αυτό και πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο (εν μέρει) η προσβαλλομένη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας δύο αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως και τους προσθέτους λόγους του X1.

Απορρίπτει την από 25.4.2005 αίτηση και τους από 6.2.2006 προσθέτους λόγους του X1 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1323/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.

Δέχεται την από 2.6.2005 αίτηση αναιρέσεως της "Εκκλησίας της Ελλάδος".

Αναιρεί την υπ΄αριθμ. 1323/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ