Supreme Court dismisses appeal against final appeal court decision regarding civil liability for physical injury.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal of Aegean. The appellant argued that the lower court erred in applying common sense to determine that the appellant, not the respondent, caused the physical injury during a verbal altercation. The court ruled that the appellant's claim was inadmissible because it improperly challenged the trial court's unfettered assessment of facts and evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appeal fee and the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1, 577 para. 3, 495 para. 3, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the trial court's evaluation of facts and the application of common sense regarding causation is inadmissible and baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2044 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2044/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Τσούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι ... μη οριστική και ... οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/7/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από ... αίτηση αναίρεσης κατά της ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην από 22-6-2017 αγωγή του ο αναιρεσείων εξέθετε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέθεσε έγκληση κατά του ... και του ιδίου εγκαλώντας τον πρώτο για ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμιση και τον ίδιο για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος, ενόψει προηγούμενης έγκλησης του κατ'εκείνης, με την οποία της απέδιδε το αδίκημα της σωματικής βλάβης εις βάρος του, που απέληξε σε οριστική παύση της κατ'εκείνης ποινικής δίωξης γι'αυτήν την πράξη.
Ότι στο ποινικό Τριμελές Εφετείο, που δίκασε την ανωτέρω έγκλησή της, εκείνη και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες κατέθεσαν ψευδώς ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν του προκάλεσε σωματική βλάβη, ενώ στο δικάσαν τη έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου η πρώτη αναιρεσίβλητη επανέλαβε αυτή την κατάθεσή της.
Ότι, μετά την άσκηση αναιρέσεων εκ μέρους του και του ..., η καταδικαστική εις βάρος τους απόφαση και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναιρέθηκε λόγω έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και, κατόπιν αυτού, έπαυσε η κατ' αυτών ποινική δίωξη. Ότι οι αναιρεσίβλητοι, με την προαναφερόμενη συμπεριφορά τους τέλεσαν η μεν πρώτη τις αδικοπραξίες (αποτελούσες και ποινικά αδικήματα) της ψευδορκίας μάρτυρος, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ως μάρτυρος, ο τελευταίος δε τις αδικοπραξίες της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμησης, προσβάλλοντας με αυτό τον τρόπο παρανόμως την προσωπικότητά του ως επαγγελματία και επιστήμονος.
Ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι- εναγόμενοι να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις ανωτέρω πράξεις τους 49.950 ευρώ η πρώτη και 29.950 ευρώ ο δεύτερος. Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος της το στρεφόμενο κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και τη δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη και κατ'ουσίαν κατά το στρεφόμενο κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης μέρος της, επιδικάζοντας στον αναιρεσέιοντα 10000 ευρώ.
Κατ'αυτής της απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε μεν τη στρεφόμενη κατ' αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση κατά το αναφερόμενο σε εκείνη τη διάδικο μέρος της και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε και την κατ'αυτής αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ειδικότερα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.
β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή μη στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, 1333/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010).
Περαιτέρω, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, στην αιτιολογία παραδοχής ή απόρριψης του οποίου αποδίδεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, καθώς και η νόμιμη βάση, ήτοι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου δια ελλειπουσών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών επί της ουσίας της διαφοράς.
Συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ ..., 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009, 216/2009).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ΑΠ 238/2020, 78/2020, 573/2018).
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών της απόφασης υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 78/2020, 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και η πρώτη εναγομένη τέλεσαν την 26/04/2006 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης νόμιμο γάμο, κατά τον πολιτικό τύπο. Ο γάμος αυτός ήταν ο δεύτερος για την πρώτη εναγομένη, η οποία είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια ισχύος του πρώτου της γάμου θήλυ τέκνο, και ο πρώτος για τον ενάγοντα.
Κατά τη διάρκεια ισχύος του γάμου τους απέκτησαν την ... ένα θήλυ τέκνο, το οποίο κατά την πράξη βαπτίσεως, που έλαβε χώρα την ..., έλαβε το όνομα Μ.. Η έγγαμη συμβίωση των ως άνω συζύγων διήρκεσε μέχρι την ..., οπότε, λόγω διαφωνιών με τον ενάγοντα, η πρώτη εναγομένη με το ανήλικο τέκνο, ηλικίας τότε, δυο (02) μηνών και δέκα τριών (13) ημερών, μετοίκησε από την περιοχή του "..." ..., όπου διέμενε, με τα ως άνω ετεροθαλή θήλεα τέκνα της και εγκαταστάθηκε στην πατρική της οικία, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, στην περιοχή "..." ....
Με την υπ' αριθ. 87ΑΜ/31-01-07 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) έγινε δεκτή η από 15/11/06 αίτηση της πρώτης εναγομένης και α) της ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του ως άνω ανήλικου τέκνου και β) υποχρεώθηκε ο ενάγων να της καταβάλλει προσωρινά, ως διατροφή για το ανήλικο, μηνιαία ποσό 600,00 €, ενώ απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 28/11/06 αντίθετη αίτησή του για προσωρινή ανάθεση της επιμέλειάς του σε αυτόν.
Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 182/28-02-07 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, κατά την ίδια διαδικασία, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος, ρυθμίσθηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο κατά τις ορισθείσες ημέρες και ώρες, η οποία θα γινόταν με παραλαβή του ανηλίκου από την οικία της πρώτης εναγομένης.
Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλε την από 15/03/07 αίτησή του στο ίδιο και πάλι Δικαστήριο για την ανάκληση της υπ' αριθ. 87ΑΜ/31-01-07 ως άνω αποφάσεως, το οποίο με την υπ' αριθ. 369ΑΜ/30-04-07 απόφασή του την απέρριψε στην ουσία της. Επακολούθησε, κατόπιν της από 16/04/07 αγωγής του ενάγοντος, η υπ' αριθ. ... απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία διαφορών γονέων και τέκνων), η οποία ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο κατά τις οριζόμενες σε αυτήν ημέρες και ώρες, με τόπο παραλαβής και παράδοσης του ανηλίκου την οικία, όπου αυτό διέμενε με την πρώτη εναγομένη, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης εκείνης σε περίπτωση παράβασης της αποφάσεως.
Πριν την έκδοση της αμέσως προηγούμενης αποφάσεως, οι ως άνω γονείς του ανηλίκου, υπέγραψαν το από 08/07/07 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου, μεταξύ άλλων συμφώνησαν: α) να ασκείται η επιμέλεια του ανηλίκου από την πρώτη εναγομένη και να παραμένει εκείνο μαζί της στην οικία της με έγκαιρη και πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος σε θέματα υγείας και κοινή απόφασή τους για την αντιμετώπιση σοβαρών περιπτώσεων (ιατρικών επεμβάσεων κλπ), β) ο ενάγων να επικοινωνεί με το ανήλικο κατά τις ημέρες και ώρες που αναφέρονται σε αυτό, μεταξύ δε άλλων και κάθε Σαββατοκύριακο από ώρα 10:00' π.μ.
του Σαββάτου έως 22:00' της Κυριακής, με παραλαβή και παράδοση του ανηλίκου από την κατοικία της πρώτης εναγομένης και γ) ο ενάγων να καταβάλει μηνιαία διατροφή στην πρώτη εναγομένη για το ανήλικο. Όμως το Σεπτέμβριο του έτους 2007, οι σχέσεις των ως άνω γονέων του ανηλίκου διαταράχθηκαν εκ νέου, επειδή ο ενάγων κατά την 26/08/07 προέβη σε βάπτιση και ονοματοδοσία του ανηλίκου, ερήμην της πρώτης εναγομένης.
Έκτοτε οι ως άνω διάδικοι βρίσκονται σε μόνιμη σφοδρή αντιδικία με διεξαγωγή μεγάλου αριθμού δικών σχετικά με την επιμέλεια του τέκνου (σχ. οι υπ' αριθ. αποφάσεις ΜονΠρΝαξ ..., ΜονΠρΝαξ ..., ΕιρΘηρ ... ΠολΠρΝαξ ..., ΜονΠρΝαξ ..., ΕφΑιγ ..., ΕφΑιγ ..., ΜονΠρΝαξ ..., ΕφΑιγ 28..., ΕφΑιγ ..., ...2, ΜΕφΘεσ 596/09-04-15 κλπ). Την 20/10/2007, ημέρα Σάββατο, και περί ώρα 10:00' π.μ., ο ενάγων εποχούμενος σε ΙΧΕ αυτοκίνητό του μετέβη στην πατρική οικία της πρώτης εναγομένης στην περιοχή "..." ..., όπου αυτή διέμενε με το τέκνο τους κατά τα ως άνω (δηλ.
τον πατέρα της δεύτερο εναγόμενο και το άλλο τέκνο της από τον πρώτο γάμο), προκειμένου να επικοινωνήσει με αυτό στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας, αλλά και να το μεταφέρει σε παιδίατρο για την πραγματοποίηση παιδικού εμβολίου. Πρόκειται περί διώροφης κατοικίας, στον όροφο της οποίας διέμενε η πρώτη εναγομένη και για την προσέγγισή του απαιτείτο άνοδος από κλίμακα περίπου 24 βαθμίδων (σχ.
προσκ. φωτογραφίες οικίας). Τον ενάγοντα συνόδευε και ο με σχέση εξαρτημένης εργασίας συνδεόμενος με αυτόν Αλβανός υπήκοος ..., ο οποίος οδηγούσε το όχημα του πρώτου. Η πρώτη εναγομένη όμως, διαφώνησε στην παράδοση του ανηλίκου για μετάβασή του σε παιδίατρο, ισχυριζόμενη ότι αυτό βρισκόταν σε εμπύρετη κατάσταση και είχε συμβουλευθεί παιδίατρο, ο οποίος ενόψει της καταστάσεως αυτής δεν συναινούσε στην πραγματοποίηση εμβολίου.
Στην άρνηση της πρώτης εναγομένης να της παραδώσει το τέκνο για εμβολιασμό, ο ενάγων αντέτεινε ότι είχε προβεί σε συνεννόηση με παιδίατρο από την Αθήνα (Ε. Μ. Γ.), ο οποίος και θα εκτιμούσε την κατάσταση αυτού (τέκνου) και αναλόγως θα ενεργούσε. Λόγω μη επίτευξης συμφωνίας, ακολούθησε έντονος διαπληκτισμός και ανταλλαγή εκατέρωθεν ύβρεων και λεκτικών προσβολών προς το πρόσωπο εκάστου από τον άλλο.
Τότε ο ενάγων κάνοντας χρήση των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων, αφαίρεσε αυτοδυνάμως το ηλικίας τότε 14 μηνών τέκνο από την παιδική του κλίνη, κάμπτοντας την αντίσταση της πρώτης εναγομένης, η οποία τον παρεμπόδιζε προς αυτό. Εν συνεχεία, αφού το έλαβε στην αγκάλη του, εξήλθε του δωματίου, κατήλθε την ως άνω κλίμακα και αποχώρησε με τον ως άνω συνοδό του επιβιβασθέντες στο ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητό του.
Έκτοτε, μέχρι το χρόνο συζητήσεως των ως άνω εφέσεων και ενώ το τέκνο έφθασε σε ηλικία δέκα τεσσάρων (14) ετών και πέντε (05) μηνών ο ενάγων κρατεί αυτό και δεν το επιστρέφει στην πρώτη εναγομένη - μητέρα του, μολονότι η επιμέλειά του έχει ανατεθεί στην τελευταία με τελεσίδικη απόφαση. Με βάση τα ως άνω διαδραματισθέντα την 20/10/07 μεταξύ των ως άνω διαδίκων, έκαστος αυτών υπέβαλε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών ...
μήνυση κατά του άλλου. Συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη υπέβαλε την από ... μήνυσή της κατά του ενάγοντος την 23/10/07 για τις σε βάρος της φερόμενες διαπραχθείσες πράξεις από τον τελευταίο, ήτοι της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης (άρθ. 308 §1 εδ. β' ΠΚ, ως τότε ίσχυε), της εξύβρισης με λόγο (άρθ. 361 §1 ΠΚ, ως τότε ίσχυε) και της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθ. 7 Ν. 3500/2006) και ο ενάγων την από 29/10/07 μήνυσή του την 05/11/07 κατά της πρώτης εναγομένης, για τις σε βάρος του φερόμενες από αυτήν διαπραχθείσες πράξεις, της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, της εξύβρισης με λόγο κατ' εξακολούθηση (άρθ. 361 §1 και 98 ΠΚ ως τότε ίσχυαν), της ενδοοικογενειακής απειλής κατ' εξακολούθηση (άρθ. 7 Ν. 3500/ 2006 και 98 ΠΚ, ως τότε ίσχυε) και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση (άρθ. 363 και 98 ΠΚ, ως τότε ίσχυαν).
Για τις ως άνω πράξεις ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... και οι ως άνω διάδικοι παραπέμφθηκαν να δικασθούν για αυτές ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (πλημμελημάτων). Το τελευταίο με την υπ' αριθ. 219/04-12-13 απόφασή του έπαυσε την ποινική δίωξη για τις πράξεις της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, της εξύβρισης με λόγο και της εξύβρισης με λόγο κατ' εξακολούθηση, λόγω παραγραφής κατά το άρθ. 4 Ν. 4043/2012 σε συνδ.
με το άρθ. 2 ΠΚ, υπό τον όρο ότι οι υπαίτιοι δεν θα υποπέσουν μέσα σε ένα έτος από την 13/02/12 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος, για την οποία θα καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών και συγκεκριμένα του ότι: 1. Ο ενάγων, στη ..., την 20/10/07 και περί ώρα 10:00" π.μ.:
α) με πρόθεση προξένησε σε άλλον εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα, ηθελημένα χτύπησε με τα χέρια του την πρώτη εναγομένη, στο δεξιό της χέρι, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει θλάση δεξιού αντιβραχίου, β) Προσέβαλε την τιμή άλλου με λόγο και συγκεκριμένα, προς εκδήλωση καταφρονήσεως στο πρόσωπο της πρώτης εναγομένης, της απηύθυνε τη φράση "είσαι μαλακισμένη και έκανες το μεγαλύτερο λάθος ... ", με αποτέλεσμα να προσβληθεί η τιμή της.
Και 2. Η πρώτη εναγομένη: Α) Στη ... την 20/10/07 και περί ώρα 10:00" π.μ., με πρόθεση προξένησε σε άλλον εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα ηθελημένα χτύπησε με τα χέρια της τον ενάγοντα, στην περιοχή του προσώπου, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα βλεφαρικής χώρας (κάτω βλεφάρου). Β) Στη ...
κατά το χρονικό διάστημα από 20/10/07 έως 05/11/07 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προσέβαλε την τιμή άλλου με λόγο και συγκεκριμένα προς εκδήλωση καταφρονήσεως στο πρόσωπο του ενάγοντος, του απηύθυνε τις λέξεις "τρελέ, παλιάνθρωπε, αλήτη, κλέφτη, καργιόλη". Επίσης κήρυξε αυτούς αθώους για τις πράξεις της ενδοοικογενειακής απειλής, της ενδοοικογενειακής απειλής κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, και δη τον ενάγοντα για το ότι στη ..., την 20/10/07 και περί ώρα 10:00'π.μ., ως μέλος οικογένειας, προκάλεσε τρόμο σε άλλο μέλος της οικογένειας απειλώντας το με βία και συγκεκριμένα, απείλησε την πρώτη εναγομένη, πρώην σύζυγό του, με τη φράση "την επιμέλεια την έχασες.
Δες το παιδί γιατί δεν θα το ξαναδείς ποτέ σου", με αποτέλεσμα να της προκαλέσει τρόμο και ανησυχία και την πρώτη εναγομένη του ότι: 1) Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 20/10/07 έως 05/11/07 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως μέλος οικογένειας προκάλεσε τρόμο σε άλλο μέλος της οικογένειας απειλώντας το με βία και συγκεκριμένα, απείλησε τον ενάγοντα, πρώην σύζυγό της με τις φράσεις "δεν θα ξαναδείς την κόρη σου, θα σε σκοτώσω, θα σε εξοντώσω κοινωνικά και επαγγελματικά", με αποτέλεσμα να του προκαλέσει τρόμο και 2) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και συγκεκριμένα με πρόθεση ισχυρίσθηκε ενώπιον προσώπων του κοινωνικού τους περίγυρου ότι ο ενάγων είναι "τρελός, παλιάνθρωπος, αλήτης και κλέφτης", ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, που διατάχθηκε κατόπιν της ως άνω από 29/10/07 μηνύσεως του ενάγοντος, την 19/02/08 ο συνοδός του, ..., εξετάσθηκε ενόρκως στο Α.Τ. ... Στην κατάθεσή του αυτή αναφέρθηκε στην υπ' αριθ. 6973/13-11-07 ένορκη βεβαίωση, που είχε δώσει ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Ε. Γ. Β., στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Όταν ανέβηκε ο κ. Κ., η εξώπορτα της οικίας της έμεινε ανοιχτή και εγώ ήμουν ακριβώς απ' έξω. Άκoυσα τον κ. Κ. να της λέει που είναι η μικρή, εκείνη δεν απάντησε και ο κ. Κ. άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και πήρε την κόρη του από μέσα από την κούνια, τότε είδα την κ.
Κ. να τον κτυπά στο πρόσωπό του ενώ ο κ. Κ. κρατούσε την μικρή στην αγκαλιά του ... άκουσα τον κ. Κ. να ουρλιάζει από τον πόνο από το κτύπημα που εδέχθη κάτω από το δεξί του μάτι και να τρέχουν αίματα..., κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού του κ. Κ. από την κ. Κ. απηύθυνε προς αυτόν τις εξής φράσεις: "Θα σε σκοτώσω, δεν πρόκειται να την πάρεις, θα σε τελειώσω", παρουσία του πατέρα της και της 8χρονης κόρης της" (εννοεί το τέκνο της πρώτης εναγομένης από τον πρώτο της γάμο).
Ως προς την εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι τέλεσε σε βάρος του η πρώτη εναγομένη την 20/10/07 και δη ότι "ηθελημένα χτύπησε με τα χέρια της τον ενάγοντα, πρώην σύζυγό της στην περιοχή του προσώπου, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα βλεφαρικής χώρας (κάτω βλεφάρου)" και στην οποία αφορά η ως άνω ένορκη βεβαίωση του συνοδού του ..., δεν κρίθηκε επί της ουσίας (αν πράγματι τελέσθηκε ή όχι), κατά τα ως άνω αναφερόμενα με την υπ' αριθ. 219/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (πλημμελημάτων).
Μετά την εξέλιξη αυτή, η πρώτη εναγομένη κατέθεσε κατά του ενάγοντος, του ... και άλλων (Μ. Κ. Κ. και V. R. N.) νέα μήνυση εναντίον τους για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση τον δεύτερο και για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία τον πρώτο (άρθ. 1, 14, 16, 17, 18 εδ. β', 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 46 παρ. 1 περ. α', 51, 53, 57, 63, 65, 79, 80, 94 παρ. 1 και 2, 224 παρ. 2-1, 363-362 και 368 παρ. 1 εδ.
α' ΠΚ). Οι ως άνω παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (πλημμελημάτων) και κρίθηκαν ένοχοι με την υπ' αριθ. 100/06-05-15 απόφασή του. Ειδικότερα ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Στη ..., την 19/02/08, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που τελικά εκείνος διέπραξε, ήτοι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση να καταθέσει εν γνώσει τους ψέματα και συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε την απόφαση στον ...
του ..., να τελέσει το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που τελικά εκείνος διέπραξε. Ο δε ... ένοχος του ότι: 1) Στη ... την 19/02/08, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. ...
στο πλαίσιο της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης με αφορμή την από 29/10/07 έγκληση του ενάγοντος κατά της πρώτης εναγομένης, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της υπ' αριθ. 6973/13.11.07 ένορκης βεβαίωσής του ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Γ. Β., βεβαιώνοντας ως αληθές το περιεχόμενο αυτής, στην οποία κατέθεσε, μεταξύ άλλων, επί λέξει και τα εξής:"...
Όταν ανέβηκε ο κ. Κ., η εξώπορτα της οικίας της έμεινε ανοιχτή και εγώ ήμουν ακριβώς απ' έξω. Άκουσα τον κ. Κ. να της λέει που είναι η μικρή, εκείνη δεν απάντησε και ο κ. Κ. άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και πήρε την κόρη του από μέσα από την κούνια, τότε είδα την κ. Κ. να τον κτυπά στο πρόσωπό του, ενώ ο κ.
Κ. κρατούσε την μικρή στην αγκαλιά του... κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού του κ. Κ. από την κ. Κ. απηύθυνε προς αυτόν τις εξής φράσεις: "θα σε σκοτώσω, δεν πρόκειται να την πάρεις, θα σε τελειώσω" παρουσία του πατέρα της και της 8χρονης κόρης της", αν και γνώριζε ότι όλα τα ανωτέρω γεγονότα, τα οποία κατέθεσε, ήταν ψευδή, αφού η αλήθεια, την οποία αυτός γνώριζε, ήταν ότι αυτός δεν είδε και δεν άκουσε τίποτε από τα ανωτέρω, αφού ανέμενε στο αυτοκίνητο, ήτοι βρισκόταν εκτός της οικίας.
Και 2) στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτός γνώριζε ότι ήταν ψευδές και ειδικότερα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. ...
στο πλαίσιο της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης με αφορμή την ως άνω (από 29/10/07) έγκληση του ενάγοντος κατά της πρώτης εναγόμενης, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της υπ' αριθ. 6973/13.11.07 ένορκης βεβαίωσής του ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Γ. Β., βεβαιώνοντας ως αληθές το περιεχόμενο αυτής, ισχυριζόμενος ενώπιον των ανωτέρω προσώπων για την ως άνω πρώτη εναγομένη τα ανωτέρω (υπό στοιχείο 1) αναλυτικώς περιγραφόμενα γεγονότα, τα οποία ήταν ψευδή, ως ήδη εκτέθηκε, αν και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή, μπορούσαν δε τα γεγονότα αυτά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτής, καθώς την εμφάνιζαν να τελεί ποινικώς κολάσιμη πράξη σε βάρος του συζύγου της.
Κατά της ως άνω αποφάσεως οι ανωτέρω καταδικασθέντες άσκησαν εμπροθέσμως τις υπ' αριθ. 31/15-03-15 και 32/15-03-15 αντιστοίχως, εφέσεις τους ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το τελευταίο με την υπ' αριθ. 43/09-06-16 απόφασή του απέρριψε στην ουσία τους τις ως άνω εφέσεις, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και τους επέβαλε τις ποινές που είχαν επιβληθεί και πρωτοβαθμίως [τον ενάγοντα σε φυλάκιση 18 μηνών και τον ...
σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών (12 μ. + 06 μ.)]. Κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι ανωτέρω άσκησαν ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου τις υπ' αριθ. πρωτ. 7700 και 7699/06-10-16 αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως αντιστοίχως και εκδόθηκε από το ΣΤ' Ποινικό Τμήμα αυτού η υπ' αριθ. 794/28-04-17 απόφασή του, με την οποία αναιρέθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ). Επειδή όμως από τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων (19/02/08) μέχρι την ημεροχρονολογία διάσκεψης της υπόθεσης (21/03/17) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και συνεπώς είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτών με παραγραφή (άρθ. 111 παρ. 3, 113 παρ. 3 ΠΚ και 511 ΚΠοινΔ), έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά των ως άνω αναιρεσειόντων.
Από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως τις φωτογραφίες που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και από την υπ' αριθ. πρωτ. 848/25-10-07 βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ... προκύπτει ότι πράγματι ο ενάγων κατά την 20/10/07 είχε υποστεί "μικρό θλαστικό τραύμα (ΔΕ) βλεφαρικής χώρας, κάτω βλεφάρου". Πρόκειται περί ελάχιστης αμυχής κάτωθεν και παράλληλα του δεξιού κάτω βλεφάρου, την οποία ο ειδικός ιατροδικαστής Ο.
Π. στην από 26/10/07 ιατροδικαστική του γνωμοδότηση υπέρ του ενάγοντος εκτιμά σε 3,0 χ 0,3 εκ. Ωστόσο από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν δύναται να σχηματισθεί πλήρης δικανική αποδεικτική πεποίθηση ότι το ως άνω ελάχιστο θλαστικό τραύμα προκλήθηκε από την πρώτη εναγομένη. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι δέχθηκε καταιγισμό πληγμάτων από την πρώτη εναγομένη κατά τη διάρκεια της "απαγωγής" του τέκνου σε όλο του το σώμα [κατά λέξη (mot a mot)" ...
άρχισε να με χτυπάει σε όλο μου το σώμα με πρωτοφανή βιαιότητα και τούτο παρότι κρατούσα, ως ελέχθη, στην αγκαλιά μου τη μικρή μας κόρη Μ., και με μια από τις κινήσεις των χεριών της επιχείρησε, κυριολεκτικά, να υλοποιήσει τις απειλές που εκτόξευε εναντίον μου και "να μου βγάλει το μάτι" ...], πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε.
Εφόσον πράγματι ελάμβαναν χώρα τα ως άνω πλήγματα που αυτός ισχυρίζεται, θα επιβεβαιώνονταν από την ως άνω ιατρική βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ... στο οποίο προσέτρεξε αμέσως μετά το ως άνω συμβάν (15'). Εξάλλου, το ενόρκως βεβαιούμενο πραγματικό περιστατικό από τον ..., ότι αυτός ο ίδιος ήταν παρών κατά την ως άνω συμπλοκή των τέως συζύγων και είδε "ιδίοις όμμασι" την πρώτη εναγομένη να κτυπά στο πρόσωπο τον ενάγοντα και "κάτω από το δεξί του μάτι και να τρέχουν αίματα", δεν αποδείχθηκε αληθές.
Το ως άνω επιπόλαιο τραύμα δεν δικαιολογεί αιμορραγία στο βαθμό του να " ... τρέχουν αίματα", που περιγράφει ο ως άνω. Επίσης ο ενάγων δεν ανέμενε άρνηση της πρώτης εναγομένης στην παράδοση του τέκνου, ώστε να έχει ανάγκη των σωματικών δυνάμεων του συνοδού του ..., προκειμένου να κάμψει την αντίστασή της. Ούτε προέκυψε, ότι όταν εκτέθηκε στην άρνηση της πρώτης εναγομένης, κάλεσε μετέπειτα τον ως άνω συνοδό του να προστρέξει σε βοήθειά του.
Ο σωματότυπος του ενάγοντος (ενδομορφικός - μεσομορφικός - σχ. προσκ. φωτογραφίες του) καταδεικνύει ικανότατη μυϊκή δύναμη να κάμψει κατά μόνας τυχόν αντίσταση της πρώτης εναγομένης, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες προς απόκρουση του ενάγοντος (γνώση πολεμικών τεχνών, παρακολούθηση μαθημάτων φυσικής αγωγής, άθληση κλπ).
Έτσι ο ενάγων ανήλθε την κλίμακα του διαμερίσματος της πρώτης εναγομένης και προσήλθε στο υπνοδωμάτιο, όπου βρισκόταν το ανήλικο με την πρώτη εναγομένη, μόνος του. Ο δε συνοδός του, ..., παρέμεινε στην είσοδο της οικίας, όπου ήταν σταθμευμένο το ΙΧΕ αυτοκίνητο του ενάγοντος, με το οποίο είχαν μεταβεί εκεί, απόσταση από την οποία όχι μόνο δεν είχε ορατότητα στο συμβάν, αλλά και ακρόαση των διαλεχθέντων.
Επομένως τα όσα ανέφερε αυτός στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, ισχυριζόμενος ότι είχε ιδία αντίληψη τούτων, είναι ψευδή, αφού η αλήθεια, που γνώριζε ήταν ότι δεν είδε και δεν άκουσε τίποτε από τα παραπάνω. Στην ως άνω δε πράξη της ψευδορκίας ωθήθηκε από τον ενάγοντα, από τον οποίο ήταν εξαρτημένος, καθώς τον απασχολούσε ως οδηγό, αλλά και κηπουρό του και του είχε ζητήσει να τον συνοδεύσει στην οικία της πρώτης εναγομένης, όπου μετέβη για να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα του, του προκάλεσε δε την σχετική απόφαση με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις.
Τούτο συνάγεται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ... δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει κανένα προσωπικό όφελος δίνοντας την ως άνω ψευδή ένορκη κατάθεση, ενώ ο ενάγων αποσκοπούσε να στηρίξει με αυτήν τη μήνυσή του σε βάρος της πρώτης εναγομένης, στο πλαίσιο των δικαστικών ενεργειών στις οποίες προέβη προκειμένου να κρατήσει το ανήλικο μακριά της.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η πρώτη εναγομένη στην από ... (ΑΒΜ ...) μήνυση της πρώτης εναγομένης εναντίον του, ομολόγησε εξωδίκως (άρθ. 352 §2 ΚΠολΔ) ότι ο άνω μάρτυρας ... βρισκόταν κατά τη διάρκεια του επίμαχου περιστατικού στην είσοδο της οικίας της δια του αναφερομένου σε αυτήν "... άρπαξε το κοιμισμένο μωρό μέσα από την κούνια και αναχώρησε με τον οδηγό του που περίμενε στην είσοδο", κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στο μέτρο που αυτή είναι προφανές ότι δεν εννοεί την είσοδο του υπνοδωματίου (κρεβατοκάμαρας), όπου αυτή διέμενε μετά του τέκνου και των λοιπών, αλλά την είσοδο του αυλείου χώρου όπου έκειτο η οικοδομή.
Τούτο διότι ουδέποτε αυτή υποστήριξε ότι ο ως άνω αλλοδαπός βρέθηκε στην είσοδο του υπνοδωματίου.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η πρώτη εναγομένη ήταν η φυσική αυτουργός της ως άνω ελαφρότατης σωματικής βλάβης του παραμένει αποδεικτικά ενδεής, ερειδόμενος μόνο από αυτόν. Αντιθέτως τα όσα υποστηρίζονται από τους εναγομένους, ότι δηλ. η πρώτη εναγομένη δεν ήταν εκείνη που επέφερε πλήγμα στον ενάγοντα και του προκάλεσε την ως άνω ελαφρότατη σωματική βλάβη, αποδεικνύονται αληθή.
Τα ομοίως δε κατατεθέντα από αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου την 06/05/15, και του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου την 09/06/16, καθώς και εκείνα που υποστήριξε η πρώτη εναγομένη με τη σχετική μήνυσή της κατά του ενάγοντος ήταν αληθή. Επομένως αλυσιτελώς προβάλλεται ο τρίτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος περί δικαστικής ομολογίας του δεύτερου εναγομένου δια των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι αυτός, πράγματι κατέθεσε ότι η πρώτη εναγομένη - κόρη του δεν επέφερε πλήγμα σε αυτόν, αφού σε περίπτωση βασιμότητάς του, δεν οδηγεί σε εξαφάνιση εν όλω η εν μέρει της εκκαλουμένης, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει τα όσα παγίως αυτός ισχυρίζεται, ότι ενώ ήταν αυτόπτης κατά τα ως άνω διαδραματισθέντα κρίσιμα γεγονότα, η πρώτη εναγομένη δεν τραυμάτισε τον ενάγοντα.
Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός της εφέσεως του εκκαλούντος να απορριφθεί ως απαράδεκτος (...). Με βάση τα παραπάνω δεν στοιχειοθετούνται κατά την υποκειμενική τους υπόσταση τα αδικήματα, τα οποία ο ενάγων καταλογίζει στους εναγομένους με την ένδικη αγωγή του και δη στην πρώτη εναγομένη της ψευδορκίας μάρτυρος και της ψευδούς καταμηνύσεως εις βάρος του, καθώς και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του δεύτερου εναγομένου πατέρα της, και στον δεύτερο εναγόμενο της ψευδορκίας μάρτυρος, αφού οι σχετικές διατάξεις του ΠΚ (άρθ. 224 §2, 228 §1, ως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο), προϋποθέτουν εν γνώσει ψευδή γεγονότα (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) και δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος (...).
Ομοίως για τους ίδιους λόγους για τους εναγομένους δεν στοιχειοθετείται και το αδίκημα τής συκοφαντικής δυσφήμησης του ενάγοντος (...). Ως εκ της αλήθειας δε του υποστηριζόμενου γεγονότος δεν στοιχειοθετείται και το αδίκημα της απλής δυσφήμησης (άρθ. 362, 366 §1 ΠΚ), αφού εάν τα δυσφημιστικά γεγονότα είναι αληθή η πράξη της απλής δυσφήμησης μένει ατιμώρητη, και στην προκειμένη περίπτωση επιτρέπεται η απόδειξη της αλήθειας των δυσφημιστικών γεγονότων, κατά τα εκτενώς εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα πρόταση της παρούσας (...).
Εξάλλου, όπως προέκυψε, οι παραπάνω επίμαχοι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν οφείλονται σε κακοβουλία τους, ούτε αποτελούν μία αυτοτελή ή μειωτική της τιμής του ενάγοντος αξιολόγηση, υπερβαίνουσα το αναγκαίο μέτρο που ενσυνείδητα έπραξαν ή αυτοί αποσκοπούσαν στην εξύβρισή του (άρθ. 366 §3 και 367 §2 περ. β' ΠΚ), ήτοι ότι ο σκοπός των εναγομένων κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος για τη διακρίβωση του οποίου σκοπού, πρέπει να σημειωθεί, ότι το Δικαστήριο τούτο λαμβάνει υπόψη του το σύνολο της γενικότερης αντιδικίας των διαδίκων, καθώς και το σύνολο των γενικότερων ενεργειών αυτών (διαδίκων) προς υπεράσπιση των έννομων δικαιωμάτων τους στα πλαίσια της μεταξύ τους σφοδρότατης δικαστικής διαμάχης.
Οι εκφράσεις δε που χρησιμοποιήθηκαν και οι λέξεις κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, δεν ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη, της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του ενάγοντος, ή εκδήλωση καταφρονήσεως, ή ονειδισμού. Συνακόλουθα, εφόσον δεν θεμελιώνονται τα ανωτέρω αναφερόμενα αδικήματα από τους εναγόμενους στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ευθύνης τους για ικανοποίηση ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας ή παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, αναφορικά με την τιμή και την υπόληψή του.
Και τούτο, διότι από την αξιολόγηση του κατά τα άνω αποδεικτικού υλικού, σε συνδυασμό με τους λόγους που αναπτύσσονται εκτενώς ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εναγομένων ήταν παράνομη και υπαίτια, είτε ως πληρούσα την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης, της απλής δυσφήμησης ή της εξύβρισης, της ψευδορκίας, και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (άρθ. 1, 14, 16, 17, 18 εδ.
β', 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 46 παρ. 1 περ. α', 51, 53, 57, 63, 65, 79, 80, 94 παρ. 1 και 2, 224 παρ. 2-1, 361, 362, 363, 366 παρ. 3, 367 παρ. 2 ΠΚ), τα οποία, αντίθετα με όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, δεν στοιχειοθετούνται εν προκειμένω, είτε ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλουν τα άρθ. 914 ΑΚ και 57 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία ή γενικότερα, δεν προέκυψε ότι η επίμαχη ενέργεια των εναγομένων είναι αντίθετη στις επιταγές της έννομης τάξης και ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα ηθικά αγαθά του άλλου (...).
Κατόπιν όλων των εκτεθέντων πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και επιδίκασε ποσό δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) στον ενάγοντα. Αντίθετα ορθά έκρινε η εκκαλουμένη που απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, μη παραβιάζοντας τις διατάξεις περί ψευδορκίας (άρθ. 224 παρ. 2 ΠΚ) και περί συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθ. 363 ΠΚ), αν και με εν μέρει διάφορες και λοιπές ελλείπεις αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από τις παρούσες ως προς το κεφάλαιό της αυτό (άρθ. 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος - ενάγοντος, ως και των λοιπών ως αβασίμων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Γι' αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων και μαζί η κρινόμενη έφεση της εκκαλούσας - πρώτης εναγομένης. ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη, μόνο κατά τα ως άνω, καθώς δεν υφίσταται αναγκαία ομοδικία (άρθ. 76 ΚΠολΔ), που επιβάλει την καθολική εξαφάνισή της, και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εξετασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή και να απορριφθεί αυτή (και) ως προς την πρώτη εναγομένη." Με αυτές τις παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως δι' ανεπαρκών ή ενδοιαστικών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε το θεμελιωτικό της αγωγής του αναιρεσείοντος ουσιώδες γεγονός ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη τον κτύπησε προκαλώντας του σωματική βλάβη και ότι, κατά συνέπεια, αυτή δεν υπέπεσε στα αδικήματα που της αποδόθηκαν με την αγωγή (της ψευδούς καταμήνυσης του αναιρεσείοντος ή της ψευδορκίας ή της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου κ.λπ.), καθώς και ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος καταθέτοντας τα παραπάνω, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο και τον συναφή τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, καταλογίζοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα το Εφετείο με πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε πως δεν αποδείχθηκε το ανωτέρω γεγονός και πως αποδείχθηκαν αληθή τα υποστηριζόμενα και κατατεθέντα από τους αναιρεσίβλητους, ότι δηλαδή η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ήταν εκείνη που επέφερε την περιγραφόμενη σωματική βλάβη, κρίση την οποία επιστήριξε μάλιστα, παρότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών και σε σειρά επιχειρημάτων (σωματική διάπλαση του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης, αβασιμότητα των επιπλέον ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι δέχθηκε καταιγισμό κτυπημάτων από εκείνην, που επίσης δεν αποδείχθηκαν, κ.λπ.), ενώ καταλήγοντας στην προαναφερόμενη πλήρη δικανική του πεποίθηση, αιτιολόγησε, με επίσης μη αναγκαία, κατά τα προεκτιθέμενα, για την πληρότητα και σαφήνεια των αιτιολογιών της απόφασής του επιχειρήματα, γιατί το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του πως εκείνη ήταν η φυσική αυτουργός της ελαφρότατης σωματικής βλάβης του, χαρακτηρίζοντας τον ισχυρισμό του αυτό αποδεικτικά ενδεή, δηλαδή μη δυνάμενο να γίνει δεκτός ως αποδεδειγμένος, εφόσον στηριζόταν μόνο σε όσα υποστήριξε ο ίδιος, δεδομένων και των περαιτέρω παραδοχών του ότι ο μάρτυρας ..., κατά του οποίου η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέβαλε έγκληση για ψευδορκία και ο οποίος κατέθεσε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας και είδε πως η πρώτη αναιρεσίβλητη έπληξε τον αναιρεσείοντα, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν παρών κατά τη συνάντησή τους σε υπνοδωμάτιο της κατοικίας της, ούτε μπορούσε να έχει από το σημείο που βρισκόταν, δηλαδή στο αυτοκίνητο έξω από τον αύλειο χώρο αυτής της ευρισκόμενης στο δεύτερο όροφο του οικοδομήματος κατοικίας, οποιαδήποτε ιδία γνώση όσων διαδραματίσθηκαν.
Περαιτέρω η ανωτέρω αιτιολογία τελεί σε αντίφαση με τα γενόμενα δεκτά περιστατικά ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε έντονος διαπληκτισμός με ανταλλαγή ύβρεων και λεκτικών προσβολών καθώς και ότι ο αναιρεσείων, κάνοντας χρήση των υπέρτερων σωματικών του δυνάμεων, αφαίρεσε αυτοδυνάμως το παιδί από την κλίνη του, κάμπτοντας την αντίσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία τον παρεμπόδιζε προς τούτο.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν συνεπάγονται καν ότι έλαβε χώρα "συμπλοκή" μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, όπως ειδικότερα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, διότι παρεμπόδιση και αντίσταση δεν σημαίνει αναγκαίως πλήγματα εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, που δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα, αλλά αυτές είναι ενέργειες που μπορούν να πραγματωθούν με ποικίλους διαφορετικούς τρόπους (π.χ.
με τη θέση του σώματός της εμπρός της παιδικής κλίνης, με αποτυχημένη προσπάθεια να σηκώσει εκείνη πρώτη το τέκνο από την κλίνη του), ενώ το Εφετείο αναφέρεται σε "συμπλοκή" μόνον προς χαρακτηρισμό του συμβάντος σύμφωνα με τους παρατιθέμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (που κρίθηκαν αβάσιμοι) και την αναφερόμενη σε τέτοιο συμβάν ένορκη βεβαίωση του ... (σελ. 24 της προσβαλλόμενης απόφασης), που επίσης κρίθηκε αναληθής.
Επομένως ο πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, πέραν της αοριστίας τους (με αυτούς ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποιοι ουσιαστικού δικαίου κανόνες παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου δια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης), είναι προεχόντως αβάσιμοι, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δι' αυτών επιχειρείται απαραδέκτως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να πληγεί η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.
Με τον δεύτερο, τέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων επιχειρεί να επιστηρίξει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, διότι δέχθηκε πως η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ήταν εκείνη που του επέφερε το πλήγμα προκαλώντας του ελαφρά σωματική βλάβη, παρότι δέχθηκε επίσης ότι μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα έντονος διαπληκτισμός και ότι, σε κάθε περίπτωση εκείνος, έφερε το περιγραφόμενο πλήγμα.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, διότι τέτοιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, όπως ουσιαστικά ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση, επειδή το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συνέτρεξε το αποδεικτέο περιστατικό της πρόκλησης σωματικής βλάβης του από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ και με αυτό τον λόγο ο αναιρεσείων επιχειρεί απαραδέκτως να πλήξει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως για την αβασιμότητα των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών (ότι ο αναιρεσείων έφερε μεν ελαφρό πλήγμα εκείνη την ημέρα, όταν επισκέφθηκε το Κέντρο Υγείας ..., το οποίο όμως δεν του επέφερε η πρώτη αναιρεσίβλητη).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ έντονου λεκτικού διαπληκτισμού (που δέχθηκε το Εφετείο ότι έλαβε χώρα) και σωματικής βλάβης, αφού μόνον ένας τέτοιος διαπληκτισμός ή και η προσπάθεια παρεμπόδισης κάποιας πράξης, κατά τα προαναφερόμενα, δεν είναι περιστατικά ικανά ούτε μπορούν αντικειμενικά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, σωματική βλάβη.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από ... αίτηση για αναίρεση της ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησής του. Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση για αναίρεση της ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ