Legislator Case Law & Legislation
2044/2018 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for misapplying probation laws and exceeding authority on community service location.

Case Number 2044/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled a first-instance judgment that incorrectly applied probation laws and exceeded its authority by designating a specific location for community service. The defendant argued she could not pay her fine due to poverty and health issues, prompting the lower court to grant a payment plan while partially converting her sentence to community service. The appellate court found the lower court erred in splitting the sentence between fines and labor, failing to convert the entire term to public work as required by law, and improperly selecting the service site without legal authorization.

Legislator headnote

AI generated

Articles 82 §4 of the Penal Code; The court must apply probation provisions uniformly without splitting the sentence between fines and community service, and the designation of the service location belongs exclusively to the prosecutor, not the judge.

Keywords

AI generated
probation conversion community service location excess of authority misapplication of law penal code interpretation payment plan fine sentencing structure

Cited Legislation

AI generated
Article 515b paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 505 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 479 paragraph 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 items E and H of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 82 section 4 of the Penal Code
Law 3226/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2044 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2044/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΒΑΜ8572/2018 του Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με αιτούσα - κατηγορούμενη την Ε. Λ. Α. Ν., κάτοικο ..., που εμφανίσθηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 50/1.10.2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1198/2018.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) απορριφθεί το αίτημα αναβολής, β) να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την κατηγορουμένη που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρο 515β παρ. 1 ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο....". Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η κατηγορούμενη και δήλωσε ότι ζητεί αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, διότι δεν είναι εφικτό να καταβάλλει στον πληρεξούσιο δικηγόρο της τα χρήματα που απαιτούνται για να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Ο επικαλούμενος όμως λόγος της οικονομικής αδυναμίας δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση, που να δικαιολογεί την αναβολή, ενόψει και του γεγονότος ότι η κατηγορουμένη είχε τη δυνατότητα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να κάνει χρήση της παρεχομένης από το Ν. 3226/2004 ευχέρειας για παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, τηρώντας εγκαίρως την προβλεπόμενη σχετική διαδικασία διορισμού συνηγόρου χωρίς την καταβολή εκ μέρους της αμοιβής.

Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα αναβολής. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή εντός ενός μηνός από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά αποφάσεως, που απορρίπτει ή δέχεται αίτημα για την περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, της επιβληθείσης ποινής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ (ΑΠ 345/2015), μεταξύ των οποίων η παραβίαση ουσιαστικού ποινικού νόμου (στοιχ.

Ε') και η υπέρβαση εξουσίας (στοιχ. Η'). Επομένως, η ασκηθείσα την 1/10/2018, υπ. Αριθμ. 50/2018, αίτηση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΑΜ 8572/2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αιτήσεως της καταδίκου Ε. Λ. Α. Ν. και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο την 19/09/2018 και με την οποία μετετράπη εν μέρει σε παροχή κοινωφελούς εργασίας η καθορισθείσα με την υπ' αριθμ.

ΑΑΜ 1277/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κατόπιν συγχώνευσης, της επιβλήθηκε συνολική ποινή 80 μηνών (6 ετών και 8 μηνών) έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και επομένως είναι παραδεκτή. Στη συνεχεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω καθόσον, όπως προκύπτει από το από 17/10/2018 αποδεικτικό επίδοσης του Γ.

Ι., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτ. Πειραιά, η κατηγορούμενη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (παρέλαβε η ίδια την κλήση), καίτοι δε δεν εμφανίσθηκε η συζήτηση της αίτησης θα γίνει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, (άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β, 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

Με τις διατάξεις των παρ, 1, 4, 5, 6, 8 και 9 του άρθρο 82 του ΠΚ, όπως ισχύουν μετά την εφαρμογή του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012). ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, -παρ. 1". "Μετά τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, το δικαστήριο εκτιμά αν εκείνος που καταδικάστηκε μπορεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο του ποσού της μετατροπής.

Αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει αδυναμία άμεσης καταβολής ή ότι η καταβολή θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, από δύο ως τρία έτη, ώστε μέσα σε αυτήν να καταβάλλει εκείνος που καταδικάστηκε το πιο πάνω ποσό σε δόσεις που ορίζει το ίδιο δικαστήριο, -παρ. 4"."Αν εκείνος που καταδικάστηκε δηλώσει ότι δεν θα μπορέσει να καταβάλει το ποσό της μετατροπής μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο μετατρέπει περαιτέρω τη χρηματική ποινή ή το πρόστιμο, εν όλω ή εν μέρει, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εφόσον συμφωνεί ή το ζητά εκείνος που καταδικάστηκε.

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο ορίζει και τον αριθμό των ωρών κοινωφελούς εργασίας που κυμαίνονται από 100 έως 240 ώρες για ποινή ως ένα έτος, 241 έως 480 ώρες για ποινή από ένα έως δύο έτη, 481 έως 720 ώρες για ποινή από δύο έως τρία έτη, 721 έως 960 ώρες για ποινή από τρία έως τέσσερα έτη και 961 έως 1.200 ώρες για ποινή από τέσσερα έως πέντε έτη, ενώ προσδιορίζει και προθεσμία όχι μεγαλύτερη από πέντε έτη για την εκτέλεσή τους-παρ. 5". "Η κοινωφελής εργασία παρέχεται χωρίς αμοιβή σε υπηρεσίες του κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα ή σε μη κερδοσκοπικά κοινωφελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή και άλλα, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τυχόν συναρμόδιων Υπουργών.

Μπορεί επίσης να αφορά και σε παροχή υπηρεσιών προς τον παθόντα, αν υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του. Την εκτέλεση της κοινωφελούς εργασίας επιβλέπει ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Με την ίδια υπουργική απόφαση ορίζονται επίσης η οργάνωση της παροχής κοινωφελούς εργασίας, η διαδικασία επιλογής, ανάθεσης και επίβλεψης της σχετικής εργασίας και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια - παρ. 6 ". "Αν μετά την μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ή πρόστιμο, επέρχεται ουσιώδης αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης εκείνου που καταδικάστηκε, αυτός μπορεί να ζητήσει από το ίδιο δικαστήριο προθεσμία ή διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη, ή τροποποίηση του ύψους της μετατροπής ή ακόμη μετατροπή της χρηματικής ποινής σε προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορ^ει το δικαστήριο.

Στην ίδια απόφαση ορίζονται και οι συνέπειες της μη εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων - παρ. 8.". "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής και μετά τη μερική ή ολική απότιση της ποινής στην οποία έχει μετατραπεί., -παρ. 9..".

Εξ άλλου με τις διατάξεις του άρθρου 2 της υπ' αρ. 108842/3.12.1997 ΚΥΑ για την "Οργάνωση της παροχής κοινωφελούς εργασίας. Διαδικασία επιλογής, ανάθεση και επίβλεψη της σχετικής εργασίας", (όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 119663/19.11.2007), καθορίστηκε ο ειδικότερος τρόπος εφαρμογής του θεσμού παροχής κοινωφελούς εργασίας, με βάση τους πίνακες με τις υπηρεσίες του κράτους, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα και των μη κερδοσκοπικών κοινωφελών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που έχουν τη δυνατότητα να δεχθούν άτομα για να παράσχουν κοινωφελή εργασία βάσει των διατάξεων των παραγράφων 6, 7, 8 και 9 του άρθρου 82 του ΠΚ, την περ.

γ της παραγράφου 3 του άρθρου 100Α του ΠΚ, την διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 100Α του παραπάνω Κώδικα, καθώς και το άρθρο 61 του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη Μεταχείριση των Κρατουμένων (ΚωδΜεΚ). Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή που εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 82 παρ. 6 του ΠΚ, ορίζονται τα εξής: "2.1.

Επιλογή τόπου και είδους παροχής της κοινωφελούς εργασίας. Με βάση το συνημμένο Πίνακα ο Εισαγγελέας: α) του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση μετατροπής της περιοριστικής ποινής της ελευθερίας σε κοινωφελή εργασία, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 82 του Π.Κ., ή του δικαστηρίου που ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής ιδίως σύμφωνα με τις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 100 Α του Π.Κ,, ή β) του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, το οποίο αποφασίζει σχετικά με τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης κρατουμένου σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 121 Κωδ.ΜεΚ, επιλέγει τον τόπο και το είδος της εργασίας, σε συνεννόηση με τον καταδικασμένο, ο οποίος ζητεί ή αποδέχεται την παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Για την επιλογή του τόπου παροχής της κοινωφελούς εργασίας λαμβάνεται υπόψη ο τόπος διαμονής του παρέχοντος την εργασία, εκτός αν υπάρχει ειδικός λόγος απομάκρυνσης του από την περιοχή της κατοικίας του. Για την επιλογή του είδους της παρεχόμενης κοινωφελούς εργασίας λαμβάνεται υπόψη ιδίως: ί ) η φύση και οι συνθήκες τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ii ) η ηλικία και η υγεία του καταδικασμένου, iii) το επάγγελμα ή οι δεξιότητες του, και iv) η ύπαρξη στον φορέα παροχής εργασίας υποστηρικτικού συστήματος που θα πλαισιώνουν το άτομο, το οποίο θα παρέχει κοινωφελή εργασία...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί συνολικής ποινής φυλάκισης που υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, η οποία έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή, εφ' όσον ζητείται η περαιτέρω μετατροπή της σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση παραδοχής της σχετικής αίτησης του καταδίκου, οφείλει να προβεί στον κατά τις ως άνω σχετικές διατάξεις καθορισμό του αριθμού των ωρών εργασίας που πρέπει να παρασχεθούν και αντιστοιχούν, όχι μόνον για το μέρος του χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ετών αυτής (ποινής), αλλά και για το πέραν των πέντε (5) ετών μέρος του υπολοίπου (χρονικού διαστήματος) μέρους της. Ο προσδιορισμός δε του αριθμού των ωρών κοινωφελούς εργασίας για το υπερβαίνον τα 5 έτη μέρος της ποινής πρέπει να γίνει αναλογικά, με δεδομένα τα καθοριζόμενα από το νόμο (άρθρο 82 παρ. 5 Π.Κ.), πλαίσια για τις ποινές μέχρι 5 έτη, δηλαδή με αναγωγή των ωρών εργασίας στα περισσότερα έτη (ΑΠ 849/2017, 1426/2016).

Ωσαύτως, ο καταδικασθείς σε στερητική της ελευθερίας ποινή, μετατραπείσα σε χρηματική, επικαλούμενος ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής του κατάστασης, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο, διαζευκτικά, προθεσμία ή διεύρυνση της ήδη δοθείσης κατά την παρ. 4 προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, ή τροποποίηση του ύψους της μετατροπής ή μετατροπή της χρηματικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Δηλαδή, δεν προβλέπεται σωρευτική χορήγηση των παραπάνω "διευκολύνσεων" είτε για ολόκληρη την ποινή είτε για τα προκύψαντα από τυχόν (ανεπίτρεπτη) "κατάτμηση" μέρη της ποινής, η οποία, κατά την παρ. 9 του ίδιου άρθρου διατηρεί το χαρακτήρα της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Τέλος, το ίδιο Δικαστήριο οφείλει να μην προσδιορίσει τον τόπο παροχής της τοιαύτης εργασίας (κοινωφελούς), καθ' όσον τούτο έχει από το νόμο ανατεθεί στον Εισαγγελέα. Τυχόν δε ορισμός του τόπου εκ μέρους του δικαστηρίου συνιστά (θετική) υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 1426/2016).

Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει (ολ ΑΠ 1/2015). Εξ άλλου, υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το Δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια του ορισμού αυτού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι, για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (ολ ΑΠ 1/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Συνεπώς, λαμβάνοντας υπ' όψιν (i) ότι οι μετατραπείσες σε χρηματική ποινή - περιοριστικές της ελευθερίας ποινές (ενν. φυλάκισης: Βλ.

Ολ ΑΠ 3/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη είναι δυνατόν να μετατραπούν περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, (ii) ότι σε περίπτωση καθορισμού συνολικής ποινής, ακόμη κι αν αυτή υπερβαίνει τα πέντε έτη, αυτή (η συνολική ποινή) μετατρέπεται συνολικώς σε χρηματική ποινή εφόσον η ποινή βάσης έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή, με τη μετατροπή της να γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής βάσης και (iii) ότι πράγματι δεν επιτρέπεται να παραμείνει ανεκτέλεστο το πέραν των πέντε ετών μέρος της μετατραπείσας σε χρηματική ποινή - συνολικής ποινής φυλάκισης (βλ.

ΑΠ 849/2017 ΑΠ 1426/2016, ο.π.), ως ορθότερη λύση, εντασσόμενη στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, όπως αυτό διαγράφεται ανωτέρω, προκρίνεται η μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας του μέρους της συνολικής ποινής που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη και ως προς το πέραν των πέντε ετών μέρος της μετατραπείσας σε χρηματική ποινή συνολικής ποινής φυλάκισης, η παροχή προθεσμίας για την καταβολή αυτού κατόπιν σχετικού αιτήματος του καταδικασθέντος και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που κατά τα ανωτέρω τίθενται στο άρθρο 82 ΠΚ.

Κατ' ακολουθία της ανωτέρω νομικής σκέψης, λαμβανομένων υπ' όψη αφενός της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της αιτούσας, όπως αυτή σκιαγραφείται από τις φορολογικές δηλώσεις της των ετών 2015, 2016 και 2017, στις οποίες εμφανίζει μηδενικό εισόδημα σε συνδυασμό με την επίσπευση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της λόγω οφειλών της προς το Δημόσιο και αφετέρου του σοβαρού προβλήματος υγείας της θυγατέρας της, Α. Λ., η οποία πάσχει από σπαστική παραπληγία και επιληπτικές κρίσεις ενώ εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας μεγαλύτερο του 80%, το Δικαστήριο πείθεται ότι η αιτούσα δεν θα μπορέσει να καταβάλει το χρηματικό ποσό της μετατραπείσας ποινής και, για το λόγο αυτό, δεδομένου ότι η συνολική ποινή ανέρχεται στους 80 μήνες, ήτοι πέντε έτη και είκοσι μήνες, κρίνει ότι πρέπει να κάνει δεκτό εν μέρει το αίτημά της για μετατροπή της χρηματικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, μόνο ως προς τα πέντε έτη (εξήντα μήνες) της συνολικής ποινής φυλάκισης, όπως ορίζεται στο κατωτέρω διατακτικό". Στη συνέχεια, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Δικαστήριο περιέλαβε στο διατακτικό του τις εξής διατάξεις:

"ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση μετατροπής της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας της αιτούσας Λ... Ή Α... Ε... Ν..

ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ εν μέρει την ποινή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας για τους εξήντα (60) μήνες διάρκειας χιλίων διακοσίων (1200) ωρών σε διάστημα πέντε (5) ετών στη Δ/νση Δημόσιας Υγείας του Δήμου Πειραιά.

ΟΡΙΖΕΙ αρμόδιο για την εκτέλεση τον εκάστοτε αρμόδιο Αντιδήμαρχο, τον οποίο υποχρεώνει να ενημερώνει άπαξ κάθε μήνα την Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών για την ορθή εκτέλεση της ποινής.

Ακολούθως και κατόπιν υποβολής αιτήματος από την καταδικασθείσα περί παροχής προθεσμίας για καταβολή του χρηματικού ποσού που αφορά την επιπλέον των πέντε ετών ποινή, το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα εξής:

"Λαμβανομένων υπ' όψη αφενός της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της αιτούσας, όπως αυτή σκιαγραφείται από τις φορολογικές δηλώσεις της των ετών 2015, 2016 και 2017, στις οποίες εμφανίζει μηδενικό εισόδημα σε συνδυασμό με την επίσπευση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της λόγω οφειλών της προς το Δημόσιο και αφετέρου του σοβαρού προβλήματος υγείας της θυγατέρας της, Α. Λ., η οποία πάσχει από σπαστική παραπληγία και επιληπτικές κρίσεις ενώ εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας μεγαλύτερο του 80%, το Δικαστήριο πείθεται ότι η αιτούσα αδυνατεί να καταβάλει αμέσως το χρηματικό ποσό της μετατραπείσας ποινής και, για το λόγο αυτό, αναφορικά με την υπόλοιπη ποινή των είκοσι (20) μηνών από τη συνολική ποινή των ογδόντα (80) μηνών (βλ. την υπ' αριθμόν ΑΑΜ 1217/2018 συγχωνευτική απόφαση του Α' Αυτοφώρου Μονομελούς), που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή αλλά δεν μετατράπηκε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημά της για παροχή προθεσμίας καταβολής της μετατραπείσας ποινής φυλάκισης είκοσι (20) μηνών κατ' άρθρο 82 §4 ΠΚ, όπως ορίζεται στο κατωτέρω διατακτικό". Κατόπιν των ως άνω παραδοχών του το Δικαστήριο περιέλαβε στο διατακτικό του τις εξής διατάξεις:

"ΔΕΧΕΤΑΙ την υποβαλλόμενη στο ακροατήριο αίτηση.

ΠΑΡΕΧΕΙ προθεσμία καταβολής μετατραπείσας ποινής σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, εντός δευτέρου πενθημέρου εκάστου μηνός αρχής γενησομένης από την 01.10.2018.

ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΙ εκτελεστή η απόφαση σε περίπτωση μη καταβολής".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Και τούτο γιατί δεν μετέτρεψε τη συνολική ποινή των 6 ετών και 8 μηνών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, καθορίζοντας αναλογικά τις αντιστοιχούσες για ολόκληρη την ποινή ώρες εργασίας αλλά με ξεχωριστές διατάξεις του διατακτικού του διαχώρησε τη συνολική ποινή και μετέτρεψε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας μόνο τα πέντε έτη φυλάκισης, ενώ για την υπόλοιπη ποινή του ενός έτους και 8 μηνών καθόρισε προθεσμία καταβολής της, δηλαδή εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις εν λόγω διατάξεις (αρ. 82 ΠΚ) και έτσι το μεν παρείχε σωρευτικά της θεσπιζόμενες με τις διατάξεις αυτές "διευκολύνσεις" το δε διαίρεσε σε μέρη τη συνολική ποινή. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καθ' υπέρβαση (θετική) της εξουσίας του, προσδιόρισε ως τόπο παροχής της κοινωφελούς εργασίας τη Δ/νση Δημόσιας Υγείας του Δήμου Πειραιά, ενώ η επιλογή του τόπου παροχής αυτής ανήκει κατά νόμο στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθίαν, ενόψει του ότι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, για νέα συζήτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αρ. ΒΑΜ 8572/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ