2044/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2044/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 2044 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2044/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Ν. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Αθανασόπουλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Μ., του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Τζαβέλλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 31-10-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 6-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2683/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6859/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, " Πράγματα " κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Ενόψει τούτων, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και της αξιοπιστίας αυτών (Ολ.Α.Π. 3/1997, 11/1996), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Τέτοια άρνηση αποτελεί και η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της ταυτότητας του διεκδικούμενου ακινήτου. Πράγμα, επίσης, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ.25/2003, 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 β’ ΚΠολΔ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους προταθέντες από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με τις οικείες προτάσεις της, που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμούς της, προς απόκρουση της στρεφομένης κατ’ αυτής από 1-7-2008 διεκδικητικής αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επαναφέρθηκαν παραδεκτά με τους σχετικούς λόγους της από 23-7-2013 εφέσεώς της, και συγκεκριμένα:
α) Αναφορικά με τη θέση του επιδίκου ακινήτου: Δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται στη θέση "...", ταυτίζοντας την εν λόγω θέση με τη θέση "..." (βλ. 6° φύλλο και β’ σελίδα 6ου φύλλου αναιρεσιβαλλόμενης) και αντιπαραβάλλοντας, δήθεν, τη θέση του δικού μου ακινήτου (θέση "..."), ώστε να θεωρήσει αποδειχθείσα την κυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου.
Ωστόσο, καθόλη τη διάρκεια της μεταξύ μας αντιδικίας, με πληρότητα και σαφήνεια απέδειξα ότι το επίδικο ακίνητο, κείμενο• στη θέση "...", ταυτίζεται με το ακίνητο ιδιοκτησίας μου, ευρισκόμενο στη θέση "...", λόγω του ότι τα δύο αυτά τοπωνύμια αφορούν στην ίδια θέση ("..."-"..."-"..."). β) Αναφορικά με τη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης του Ξ.
Κ.: Ήδη με την από 21-01-2011 προσθήκη-αντίκρουσή μου επί των από 18-01-2011 προτάσεών μου [βλ.σελ.4 προσθήκης-αντίκρουσης) ενώπιον του Πολυμελούς. Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και με το από 05-03-2013 σημείωμά μου επί της . επανάληψης συζήτησης των αντιθέτων αγωγών εμού και της αναιρεσίβλητης. (βλ.σελ.13 σημειώματος), τόνισα με έμφαση και απέδειξα δι’ εγγράφων την αναξιοπιστία της υπ’ αριθμ. ...-01-2011 ένορκης βεβαίωσης του Ξ.
Κ.. Ομοίως, με τον πρώτο λόγο της από 23-07-2013 έφεσής μου (βλ. σελ.4, 5 εφετηρίου δικογράφου), υπογράμμισα και πάλι ότι ο ως άνω ενόρκως βεβαιώσας ουδεμία ίδια αντίληψη και γνώση δεν διέθετε σχετικά με τη θέση του επιδίκου αφού, παρότι ανερυθρίαστα βεβαίωνε ενόρκως ότι είναι ιδιοκτήτης και γείτονας της αναιρεσίβλητης στο δήθεν επίδικο ακίνητο της στη θέση "...", ο ισχυρισμός του αυτός ουδαμώς αποδεικνυόταν από το αντίγραφο μερίδας του από" " το οικείο Υποθηκοφυλακείο ….
γ) Αναφορικά με τη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης του τοπογράφου Π. Δ.: Ήδη με την από 21-01-2011 προσθήκη-αντίκρουσή μου επί των από 18-01-2011 προτάσεών μου (βλ. σελ.2, 3 προσθήκης-αντίκρουσης) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και με το από 05-03-2013 σημείωμά μου επί της επανάληψης συζήτησης των αντιθέτων αγωγών εμού και της αναιρεσίβλητης (βλ.σελ.9 σημειώματος), υπογράμμισα και απέδειξα δι’ εγγράφων την αναξιοπιστία της υπ’ .../2009 ένορκης βεβαίωσης του τοπογράφου Π.
Δ.. Ομοίως, με τον πρώτο λόγο της από 23-07-2013 έφεσης μου (βλ. σελ.4, 5 εφετηρίου δικογράφου), τόνισα ότι αντιβαίνει σε κάθε λογική και επαγγελματική συνέπεια η δήλωση του εν λόγω τοπογράφου ότι "εκ των πραγμάτων" πρόκειται για λανθασμένο προσανατολισμό του ακινήτου της αναιρεσίβλητης και η διόρθωση του αρχικού σφάλματος υλοποιείται με την ολική αναστροφή των ορίων του από βορρά προς νότο.
Και δ) Αναφορικά με την εσφαλμένη ερμηνεία και την επιλεκτική λήψη υπόψη της υπ’ θμ. ...2012 πραγματογνωμοσύνης: Με το από 05-03-2013 σημείωμα μου επί της επανάληψης της συζήτησης των αντιθέτων αγωγών εμού και της αναιρεσίβλητης (βλ. σελ. 2,3 σημειώματος) και με τον πέμπτο λόγο της έφεσης μου (βλ.σελ.10-13 εφετηρίου δικογράφου), επεσήμανα τις εγγενείς αντιφάσεις της υπ’ αριθμ....2012 πραγματογνωμοσύνης του Σ.
Κ. και το σαθρό θεμέλιο της το ερειδόμενο στην υπόθεση της υπερπήδησης του βαρύτατου σφάλματος του λανθασμένου προσανατολισμού του ακινήτου της αναιρεσίβλητης. Τόνισα, δηλαδή, ότι από την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη αβίαστα προέκυπτε, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του ίδιου του διενεργήσαντος αυτή Σ. Κ., ότι ο δικαιοπάροχος της πωλήτριας της αναιρεσίβλητης (Α.
χήρας Μ. Λ.) δεν είχε στην κυριότητά του ακίνητο στη θέση "..." αλλά στη θέση "...", πλην όμως οι δύο θέσεις δεν ταυτίζονται (σελ. 7 και 23 πραγματογνωμοσύνης) και ότι η θέση του ακινήτου της αναιρεσίβλητης δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, αφού το προς ανατολάς σύνορο του είναι ορεινός όγκος, σε αντίθεση με το επίδικο, όπου το βουνό αποτελεί το νότιο όριό του.
Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορούν σε ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά η μεν πρώτη σε ισχυρισμό που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση, οι δε λοιπές σε αποδεικτικά μέσα, έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο και έχουν απορριφθεί ως αβάσιμες, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις παραδοχές ότι το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται στη θέση ...‘ ‘ της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., ότι το ακίνητο της ήδη αναιρεσείουσας δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής αυτής και των δικαιοπαρόχων της, και ότι η ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. .../30-7-1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαυρίου Δ.
Α., αιτία πωλήσεως από την αληθή κυρία Α. χήρα Μ. Λ., το γένος Ν. Σ., και σε κάθε περίπτωση με τακτική, άλλως έκτακτη, χρησικτησία. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο, υπό το πρόσχημα των πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ., πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Εφετείου, που αυτό σχημάτισε από την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα αναφορικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι’ αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ένορκη βεβαίωση του Π. Δ., τοπογράφου, και την υπ’ αριθμ. .../7-11-2006 πράξη καθορισμού ορίων του Ξ. Κ., προσέδωσε αποδεικτική αξία και δύναμη διαφορετική από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό τους καθορίζει ο νόμος, αντλώντας απ’ αυτά επιχειρήματα σχετικά με τον προσανατολισμό του επίδικου ακινήτου και με τους γείτονες αυτού καθώς και σχετικά με τη θέση αυτού στην τοποθεσία ‘ ‘ ...‘ ‘ και υπέρ της προς Νότο γειτνίασής του με τον ουδέποτε έχοντα ιδιοκτησία στην περιοχή Ξ.
Κ., ενώ δεν έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτά καμιά απολύτως αποδεικτική δύναμη, παραβλέποντας την υπ’ αριθμ. 177/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση ‘ ‘ ...‘ και ταυτίζεται με το δικό της ακίνητο. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, εφόσον το Εφετείο ως προς την ως άνω ένορκη βεβαίωση προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου της κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως προς την προαναφερόμενη πράξη καθορισμού ορίων δεν προσέδωσε αποδεικτική δύναμη διαφορετική από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π./1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π.1097/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του υπ’ αριθμ. .../1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαυρίου Δ. Α., που αποτελεί τον τίτλο κτήσης της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με τα όρια και τον προσανατολισμό του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου ως προς τη θέση, τα όρια και τον προσανατολισμό του επίδικου ακινήτου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου και των λοιπών άλλων αποδεικτικών μέσων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 - 10 - 2016 αίτηση της Ι. Ν. του Β. κατά της Ι. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6859/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ