Legislator Case Law & Legislation
2044/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant withdrew appeal, preventing retrial of same issue under Article 555.

Case Number 2044/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request for retrial of the 2004 appellate court decision. The appellants had previously withdrawn their appeal, which legally extinguished the proceedings, yet they attempted to file a second appeal against the same judgment. The court ruled that a second appeal by the same party against the same decision is prohibited under Article 555 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 295, 299, 555, 559 of the Code of Civil Procedure: A withdrawal of an appeal extinguishes the proceedings, precluding a second appeal by the same party against the same decision, and renders such a new appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal second appeal prohibition inadmissible appeal Code of Civil Procedure procedural extinction legal costs retrial request

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 §1 of the Code of Civil Procedure
Articles 295 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 555 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 12/2000
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 469/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2044 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2044/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καζαμπάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και ως κληρονόμων των:

α) Ζ1, β) Ζ2 και γ) Ζ3 Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο, και 4. Ζ4 ως κληρονόμου της μητέρας της Ζ2, Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαταγαντζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 18-11-1988 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ζ1, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκε η 115/1989 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της ανωτέρω απόφασης την από 221Μ/2000 τριτανακοπή. Επί της εν λόγω τριτανακοπής εκδόθηκε η 339/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Κατόπιν ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 1617/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-3-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 25-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Oι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 296 και και 297 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 573 §1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντα, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Η νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης ανατρέπει αναδρομικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 295 και 299 Κ.Πολ.Δ., τις δεκτικές παραίτησης δικονομικές και ουσιαστικές έννομες συνέπειες που επάγεται η άσκησή της, δηλαδή καταλύει αναδρομικά τη διαδικαστική πράξη της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ., δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται.

Σε περίπτωση όμως νομότυπης παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο της αναίρεσης, δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αίτησης αναίρεσης, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Η μη εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 555 Κ.Πολ..Δ δικαιολογείται και όταν η παραίτηση από το δικόγραφο προγενέστερης αίτησης αναίρεσης περιέχεται στο δικόγραφο της νέας αίτησης αναίρεσης, που κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο μέχρι τη συζήτηση της αίτησης αυτής, εφόσον βεβαίως δεν έχει ήδη συζητηθεί η προγενέστερη αίτηση.

Και αυτό γιατί η μεν επελθούσα παραίτηση ενεργεί αναδρομικά (225 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), πληρούται δε και στην περίπτωση αυτή ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στην απαγόρευση επανειλημμένης έρευνας παραπόνων κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο (Ολ. ΑΠ 25/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 14-03-2007, με την κατάθεσή του στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχουν δήλωση παραίτησής τους αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της από 27-8-2004 προηγούμενης αίτησης αναίρεσής τους, - στρεφόμενης και κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Ψ2, ο οποίος πέθανε στις 6-8-2005 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τον πατέρα του Ψ1 και τους αδελφούς του Ψ2 και Ψ3, αντίστοιχα και ήδη τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους, - η οποία δεν είχε μέχρι τότε (τις 14-3-2007) συζητηθεί.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους με τις 10823, 10825, 10824 και 10828/14-5-2007, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ... και, συνακόλουθα, είναι παραδεκτή, αφού εχώρησε νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της προγενέστερης αίτησης αναίρεσης, η οποία θεωρείται πλέον πως δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 §1 και 299 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό τους και με εκείνη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή αναγνωρίζεται από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 395 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό της με εκείνη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα που συνάγονται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας από γνωστά πράγματα περί αγνώστων, ο δικαστής μπορεί να τα συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από έγγραφα άκυρα ή παράτυπα, αρκεί να έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες και να μην αμφισβητείται το γεγονός που συνιστά τη βάση των τεκμηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις εξώδικες (κατ' ορθό χαρακτηρισμό τους) ομολογίες της άμεσης δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων Ζ1, ενάγουσας στην τριτανακοπτόμενη απόφαση, που περιέχονται σε μεταγενέστερα της έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης (115/1989 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής) δικόγραφα και προτάσεις της, καθώς και λοιπά έγγραφα, που ειδικά μνημονεύονται στο αναιρετήριο και τα προκύπτοντα απ' αυτά δικαστικά τεκμήρια, περί του ότι αυτή δεν ήταν αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, αλλά συγκυρία αυτού με τις λοιπές διαδίκους της από 5-6-1982 αγωγής της ίδιας, της Ζ2, εναγομένης στην τριτανακοπτόμενη απόφαση και Ζ4, ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, κατά της Χ1, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας περί διανομής των ειδικότερα σ' αυτή μνημονευόμενων κοινών ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, κατά το σ' αυτή, επίσης, διαλαμβανόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό στα εν λόγω ακίνητα, εξώδικες ομολογίες που νόμιμα επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ενώπιόν του - Εφετείου -, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά το ανήκον στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστό σ' αυτό, δηλαδή 4/16 και 12/16 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, απ' όλα τα νόμιμα με επίκληση (βλ.

προτάσεις των διαδίκων) προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, και "απ' όλα τα έγγραφα", σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τόσο τις πιο πάνω εξώδικες ομολογίες της άμεσης δικαιοπαρόχου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων Ζ1, όσο και τα περιέχοντα αυτές δικόγραφα, προτάσεις και λοιπά έγγραφα, από τα οποία μάλιστα την από 5-6-1982 αγωγή διανομής, καθώς και την 11.359/1968 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίου Σιλελόγλου μνημόνευσε ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγεται από τα εν λόγω έγγραφα.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, να εκτίθεται περαιτέρω η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη, κατά το άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ.). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να δεχθεί ως βάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί άτυπης διανομής της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας του απώτερου δικαιοπαρόχου τους ... μεταξύ των κληρονόμων του, αλλά, αντίθετα, απέρριψε σιωπηρά τον τελευταίο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι, επίσης, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλιώς, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως έπρεπε, για την πληρότητα του λόγου αυτού, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία ή εφαρμογή αφορούν τα εν λόγω διδάγματα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την ένδικη τριτανακοπή τους κατά την 115/1989 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διαλαμβάνοντας σ' αυτή ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθενται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών ποιο δηλαδή στοιχείο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφασή τους, καθώς και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, η επιταγή του άρθρου 340 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ότι στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν σημαίνει ότι ο δικαστής έχει υποχρέωση να επιλαμβάνεται ιδιαίτερα του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν ή των επιχειρημάτων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 861/1984). Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην απορριπτική κρίση του, δεν έλαβε υπόψη την από 5-6-1982 αγωγή διανομής των ήδη θανουσών διαδίκων της τριτανακοπτόμενης απόφασης Ζ2 και Ζ1, καθώς και της ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης Ζ4 των σ' αυτή μνημονευόμενων κοινών ακινήτων, την από 14-11-1994 τριτανακοπή της ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης κατά της Ζ1 κατά της ίδιας πιο πάνω απόφασης και την από 17-12-1980 αίτηση της Ζ2 κατά της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας Χ1 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία η πρώτη ζητούσε να υποχρεωθεί η αντίδικός της να συλλέξει μαζί της από κοινού τον ελαιόκαρπο των ελαιοδένδρων των επίδικων ακινήτων, αντίστοιχα,είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, με την ίδια, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως και για την απόρριψη του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετικού λόγου, αιτιολογία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 339 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ειδικότερα μνημονευόμενα στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, καθώς και την αποδοχή της κληρονομίας του έτους 1980, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν αποδεικτικό μέσο και όχι πράγμα, με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί πως η από 27-8-2004 αίτηση της Χ1 κ.ά. για αναίρεση της 1617/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν ασκήθηκε.

Απορρίπτει την από 2-3-2007 αίτηση της Χ1 κ.ά. για αναίρεση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ