Supreme Court partially allows appeal against first-instance dismissal of counterclaim regarding late payment of electricity bills.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the electricity market operator against the first-instance court's dismissal of the counterclaim. The lower court had rejected the operator's defense that market conditions caused the delay in paying the plaintiff's electricity bills, ruling this argument illegal under civil code provisions. The court found the first-instance judgment flawed because it failed to properly consider the operator's specific role as an independent clearinghouse rather than a mere agent, which legally exempts it from liability for market-driven payment delays.
Legislator headnote
AI generatedArticles 342 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1, item 3 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court incorrectly rejects a defense based on objective market conditions affecting an independent clearinghouse's ability to pay, thereby establishing that such economic factors constitute a valid ground for exemption from liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2043 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2043/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγό0μενη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ Α.Ε." (πρώην "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1322/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3037/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 10-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 3037/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την αντίστοιχη διάταξη από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ επί αποφάσεων αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε Ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, 11/1996, 71/2019, 2221/2014, 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, 1108/2021).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα, από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιό δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παράπονων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, 782/2019, 226/2016, 845/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1529/2001).
Επομένως, η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που κατά, τα ανωτέρω όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005).
Περαιτέρω, αν λείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ενώ αν ένας από τους περισσότερους λόγους είναι αόριστος, τότε μόνο αυτός εξομοιώνεται με ανύπαρκτο λόγο έφεσης και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ εξετάζονται οι λοιποί ορισμένοι και σαφείς λόγοι έφεσης.
Η αοριστία του λόγου έφεσης δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα (ακόμα και της ίδιας δίκης) ή στο δικόγραφο της αγωγής, το οποίο έχει δικαίωμα να ερευνήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 449/2021, 1130/2015).
Ειδικώς, για το ορισμένο του λόγου έφεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, απαιτείται να αναφέρονται οι συγκεκριμένες νομικές διατάξεις, οι οποίες παραβιάσθηκαν, διαφορετικά ο λόγος έφεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1709/2013). Εξάλλου λόγος αναίρεσης ιδρύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, με αυτόν δε ελέγχεται και το παραδεκτό ή μη των λόγων εφέσεως (ΑΠ 449/2021, 1774/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 3.1.2017 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο αναιρεσίβλητος ζητούσε να του καταβάλει η αναιρεσείουσα (υπό την προγενέστερη επωνυμία της: ΛΑΗΓΕ) 6.787,04 ευρώ ως τόκους υπερημερίας, που αντιστοιχούσαν στο διάστημα κατά το οποίο αυτή καθυστέρησε να του εξοφλήσει μετά την παρέλευση της ορισθείσας από τη μεταξύ τους σύμβαση δήλης ημέρας εξόφλησής τους, τα ποσά των παρατιθέμενων εκδοθέντων από εκείνον τιμολόγιων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με τη 1322/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, κρίνοντας ότι η μεταξύ των διαδίκων διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Με τον μόνο λόγο της έφεσής του ο αναιρεσίβλητος έπληξε την απόφαση αυτή ως προς τη σχετική κρίση της, την οποία παρέθεσε και στο δικόγραφο της έφεσής του, επικαλούμενος ότι δεν υφίστατο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως διοικητικής ένα από τα σωρευτικώς απαιτούμενα προς τούτο κριτήρια και δη το οργανικό κριτήριο, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, σχετικό απόσπασμα της οποίας, αναφερόμενο στην ερμηνεία του άρθρου 94 παρ. 1-3 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1406/1983, παραθέτει, εφόσον η εναγομένη- εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) και αντισυμβληθείσα με αυτόν εταιρία δεν ήταν το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 1 του νόμου 4011/2011, ανώνυμη εταιρία, δηλαδή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τον ν. 2190/1920, ζήτησε δε την εξαφάνισή της λόγω "αρνητικής υπέρβασης" της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής του ως απαράδεκτης για την ως άνω αιτία.
Ο μοναδικός αυτός λόγος της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, που έγινε δεκτός από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ουδόλως συνιστά ανύπαρκτο λόγο έφεσης, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποπειράται να θεμελιώσει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά λόγο έφεσης με τον οποίο αποδόθηκε στην εκκληθείσα απόφαση αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας, με παράθεση και των διατάξεων που παραβιάσθηκαν, δια της αναφοράς των σχετικών παραδοχών της ενσωματωθείσας στο κείμενο του δικογράφου της εφέσεως αποφάσεως του ΑΕΔ.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 560 αρ. 3 α' και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, αναφερόμενος σε υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το Ειρηνοδικείο ή το Πρωτοδικείο, δικάζοντας έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ.
και ΟλΑΠ 293/1981). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.
Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως όσων από τις διοικητικές διαφορές ουσίας δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια στα τελευταία, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγου σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 4/2017, 21/2009, 18/2009, 14/2007, 6/2007, ΑΠ 891/2018).
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, σύμβαση δεν έχει από τη φύση της διοικητικό χαρακτήρα, όταν σε αυτή δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού μόνο τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδώσουν εκτελεστές διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ.
α' του Συντάγματος, που τελεί σε αρμονία με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω και εάν το τελευταίο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας ή προβλέπεται από τον νόμο η εφαρμογή της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (Α.Ε.Δ. 4/2017, 8/1992, 45/1991, 10/1987).
Μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003 θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτό της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς.
Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε." ή "Διαχειριστής του Συστήματος", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999.
Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ` εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012.
Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση.
Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, μιας αναγκαστικής σύμβασης, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης.
Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΗΓΕ Α.Ε., πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.), ήδη μετονομασθείσα ως "Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης " με τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε., δηλαδή η αναιρεσείουσα εταιρία.
Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα.
Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "ΛΑΗΓΕ Α.Ε.", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ.
β', βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα.
Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τον νόμο δε αυτόν (3751/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010).
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2.
Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής. ... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια".
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, με την εκδοθείσα κατ' εφαρμογήν της προμνησθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση Α.Υ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β' 1497).
Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ήδη τότε ΛΑΓΗΕ ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης, και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας.
Το άρθρο πρώτο του προτύπου συμβάσεως προβλέπει ότι η ΛΑΓΗΕ ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ΛΑΓΗΕ ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης "καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας".
Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010.
καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας". Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: "1. Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία.
Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΛΑΓΗΕ κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΛΑΓΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό.
Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ΛΑΓΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΛΑΓΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού.
Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέψει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3.
Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ΛΑΓΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας".
Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2001, της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3.
Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής-Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η.
ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε Πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε Πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών.
Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ...". Ρύθμιση σχετικά με τον αυτό λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Η ΛΑΓΗΕ ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η' της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2779/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ΛΑΓΗΕ ΑΕ. 2.
Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010 (β) Τα ποσά που καταβάλλουν οι Προμηθευτές στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, μετά την λήψη διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων κατά τα έτη 2012 και 2013 για την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 (εφεξής: "Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ"), τα οποία οδήγησαν σε σημαντική μείωση του ρυθμού αύξησής του, όχι όμως και στον πλήρη μηδενισμό του (βλ.
εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014). Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ του εν λόγω νόμου 4254/2014 ("Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 ...") θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ηλεκτρικής ενέργειας, προς επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αγορά των Α.Π.Ε.
και είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΣΗΘΥΑ. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαχθεισών ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής: Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας· Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999· Διασφάλιση της βιωσιμότητας του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση· Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.) το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά· Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος· Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών ....
Στο πλαίσιο αυτών των αναγκών και προτεραιοτήτων, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 της ως άνω παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1η Απριλίου 2014.
Στην επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3, η οποία φέρει τον τίτλο "Παροχή έκπτωσης", ορίζονται τα ακόλουθα (περ. 1): "1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.
Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας α) σε ποσοστό... 2.Μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ΛΑΓΗΕ του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί.".
Στην δε υποπαράγραφο ΙΓ.13 προβλέπεται ότι "η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις της". Με τον νεότερο νόμο 4425/2016, με τον οποίο επιχειρείται η αναδιοργάνωση της ελληνικής αγοράς ενέργειας, σε εφαρμογή της νομοθεσίας για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ιδίως των διατάξεων των αναφερόμενων στο άρθρο 4 αυτού Κανονισμών (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου προβλέφθηκε ρητώς στο άρθρο 11 παρ. 1, υπό την αρχική του μορφή (πριν την κατάργησή του με τον ν. 4512/2018 και την αντικατάστασή του με νεότερες ρυθμίσεις), ότι πέραν των αρμοδιοτήτων οι οποίες προβλέπονται στους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και (ΕΕ) 2015/1222, οι Διαχειριστές των Αγορών είναι αρμόδιοι για την Κάλυψη, την Εκκαθάριση και το Διακανονισμό των Συναλλαγών, βάσει των κανόνων λειτουργίας των Αγορών του άρθρου 8, όπως καθορίζονται στους επιμέρους Κώδικες.
Οι αρμοδιότητες αυτές, που αφορούν, μεταξύ άλλων, και την κάλυψη των Συναλλαγών που διενεργούνται στις Αγορές, σε περίπτωση αδυναμίας των Συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (περ. α), ενώ στην παράγραφο 6 εδ. β του ίδιου άρθρου προβλεπόταν, με μεταβατική διάταξη, ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των αντίστοιχων Κωδίκων των Αγορών, οι ρυθμίσεις σχετικά με την Κάλυψη των Συναλλαγών καθορίζονται με απόφαση της ΡΑΕ μετά από σχετική εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή, ενώ και στην παράγραφο 2 του άρθρου 16 (μεταβατικές διατάξεις) υπό την αρχική του μορφή προβλεπόταν ότι ο Διαχειριστής του ΕΣΜΗΕ ασκεί τις αρμοδιότητες του άρθρου 11 μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης και ότι η αρμοδιότητα της ανωτέρω περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 11 (δηλαδή η αρμοδιότητα κάλυψης) δεν αφορούσε ελλείμματα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία της αγοράς που προβλέπεται στο ν. 4001/2011.
Οι προπαρατιθέμενες νεότερες ρυθμίσεις αφορούν την εκ του νόμου πλέον προβλεπόμενη ευθύνη των διαχειριστών ειδικώς προς κάλυψη των συναλλαγών στην περίπτωση αδυναμίας των συμμετεχόντων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις μετά την εκκίνηση της Αγοράς Εξισορρόπησης, ευθύνη μη περιλαμβάνουσα τα ελλείματα από τη λειτουργία της αγοράς, η οποία προβλεπόταν στον νόμο 4001/2011 και η θεσπισθείσα αυτή με τον νόμο 4425/2016 ευθύνη του διαχειριστή συνεπάγεται πλέον υποχρέωση του να διαθέτει και εξ ιδίων του τα αναγκαία κεφάλαια προς κάλυψη των τυχόν ελλειμάτων του ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, αναβιβάζοντας τη θέση του από απλό διαχειριστή σε επιχειρηματία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτή η νεότερη ρητή ρύθμιση δεν αναιρεί αναδρομικώς την αναγόμενη σε προγενέστερο του νόμου 4425/2016 τυχόν ευθύνη του Διαχειριστή να καταβάλει στους παραγωγούς τα οφειλόμενα βάσει των δικών του εκκαθαριστικών πράξεων ποσά του αντιτίμου της παραχθείσας από τους τελευταίους και εγχυθείσας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία είχε αναλάβει με μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις, εφόσον ο ανωτέρω διατιθέμενος προς κάλυψή τους Λογαριασμός ΑΠΕ αρκούσε για την πληρωμή τους ή, σε κάθε περίπτωση, κατά τον εκάστοτε χρόνο, κατά τον οποίο αυτός θα καθίστατο επαρκής προς τούτο.
Εξάλλου με την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα Μεταφοράς ή στο Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας επιδιώκονται σκοποί δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενοι, μεταξύ άλλων, στην προστασία του περιβάλλοντος, την ενίσχυση της οικονομίας και την συμβολή στην βιώσιμη ανάπτυξη.
Ως εργαλείο όμως για την ένταξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ στο Σύστημα ή το Δίκτυο ο νομοθέτης δεν επέλεξε την μονομερή εξουσιαστική πράξη διοικητικής αρχής ή διφυούς νομικού προσώπου, ενεργούντος ως φορέως δημόσιας εξουσίας, αλλά, όπως προσήκει σε καθεστώς μερικής έστω απελευθέρωσης της αγοράς, τη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του κατόχου της οικείας άδειας παραγωγής και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ (ή της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, στην περίπτωση που οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών), η οποία χαρακτηρίζεται μάλιστα από τον νόμο ως "σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας" (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 3468/2006).
Το γεγονός ότι ουσιώδη στοιχεία της συναπτόμενης σχέσης, μεταξύ των οποίων και το τίμημα της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχέεται στην "δεξαμενή" της χονδρεμπορικής αγοράς, καθορίζονται, και πάλι για λόγους δημοσίου συμφέροντος, από τον νομοθέτη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη περιστολή της συμβατικής ελευθερίας των εμπλεκομένων μερών, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα της ως συμβατικής σχέσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις συνήθεις συμβάσεις προσχωρήσεως.
Ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για σύμβαση πώλησης, όπως ρυθμίζεται από τα άρθρα 513 επ. ΑΚ, αλλά για άλλη σύμβαση, που περιλαμβάνει ειδικότερους όρους, ενόψει των χαρακτηριστικών και ιδίως της ιδιάζουσας θέσης της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία ενεργεί κατά κύριο λόγο ως λειτουργός της αγοράς και όχι ως πραγματικός αγοραστής, δεν είναι ο πραγματικός χρήστης του προϊόντος ούτε καταβάλλει την αμοιβή στον παραγωγό από ιδίους πόρους, αλλά την αποδίδει μέσω του Ειδικού Λογαριασμού, η συναπτόμενη μεταξύ του παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ σχέση αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου κατά το κρατούν οργανικό κριτήριο, εφόσον δεν συμβάλλεται το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021, πρβλ και ΑΠ 560/2022).
Κατά συνέπεια οι προερχόμενες από τη σύμβαση μεταξύ παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, η οποία δρα κατά την κατάρτισή τους ως αντισυμβαλλόμενος σε σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου (και όχι ως φορέας δημόσιας εξουσίας) διαφορές λόγω της μη καταβολής ή μη εμπρόθεσμης καταβολής στον παραγωγό του, βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων νόμου, προσδιοριζόμενο και το οφειλόμενο στον παραγωγό αντίτιμο για την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία εγχύθηκε από δικές του πηγές στο σύστημα προκαλούν διαφορές του ιδιωτικού δικαίου.
Στοιχούμενος, άλλωστε, προς την αντίληψη αυτήν, ο κανονιστικός νομοθέτης όρισε, στο άρθρο εικοστό πρώτο της απόφασης ΑΥ/Φ1/οικ.17149/30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ότι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση ή την ερμηνεία των ως άνω συμβάσεων πώλησης (και επομένως και των διαφορών από τον προσδιορισμό του οφειλομένου αντιτίμου) είναι τα "πολιτικά Δικαστήρια των Αθηνών".
Δεν ασκούν δε επιρροή, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, οι σκοποί που θάλπονται με τις ως άνω διατάξεις της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και συνδέονται με την ομαλή λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999 και 143 ν. 4001/2011, εφόσον η εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος εκ μέρους νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο, όπως στην προκειμένη περίπτωση η ΛΑΓΗΕ ΑΕ, δεν ασκεί δημόσια εξουσία, αλλά ενεργεί εντός των πλαισίων της συναλλακτικής δράσης του, επιτυγχανόμενης στην ανωτέρω περίπτωση με μέσα του ιδιωτικού δικαίου (ΟλΣτΕ 1944/2021, πρβλ.
ΣτΕ 2393/2017). Σύμφωνα με αυτά, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 3 α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεχόμενο δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν τη διαφορά, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση με την αγωγή, η οποία είχε το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με συνέπεια να εξαφανίσει, κατά παραδοχή του μόνου λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αίτηση αναίρεσης μέρος της, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων δραστηριοποιείται στην παραγωγή, εμπορία και διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την οποία παράγει από ένα φωτοβολταϊκό σταθμό του, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στη θέση …… του Δήμου Ζίχνης, Νομού Σερρών, αδειοδοτημένης ισχύος 99,54 kWh.
Η εναγόμενη, εταιρία με την επωνυμία "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΕ." και το διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ Α.Ε.", κατόπιν μετονομασίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ.", σύμφωνα με το άρθρο 117 του Ν. 4001/2011, και ήδη, κατόπιν νέας μετονομασίας, με το αρθρ. 98 παρ. 5 του Ν. 4512/2018 σε "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε." ανήκει μετοχικά κατά ποσοστό 100% στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920 και του Ν. 4001/2011.
Σκοπό της έχει, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού (ΗΕΠ), ήτοι προγραμματίζει τις εγχύσεις ηλεκτρικής ενέργειας στο Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ), καθώς και τις απορροφήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από αυτό, υπολογίζει την Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ), εκκαθαρίζει τις συναλλαγές στο πλαίσιο ΗΕΠ, διενεργεί τη διευθέτηση των χρηματικών συναλλαγών στο πλαίσιο του ΗΕΠ, τηρεί το ειδικό μητρώο συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, συνάπτει συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 3468/2006, που παράγονται από εγκαταστάσεις ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και καταβάλει τις πληρωμές που προβλέπονται στις συμβάσεις αυτές.
Η εν λόγω εταιρία συνήψε με τον ενάγοντα την υπ' αριθμ. 12.108/19.1.2012 σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, με αντικείμενο αφενός την πώληση από τον ενάγοντα προς αυτήν της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από τον ανωτέρω φωτοβολταϊκό σταθμό, βάσει νομοθετικά κατοχυρωμένης - εγγυημένης τιμής αναφοράς και αφετέρου την ανάληψη από την πλευρά της εναγόμενης, της υποχρέωσης να αγοράζει την αντίστοιχη ενέργεια, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία που διέπει την υπογραφή τέτοιων συμβάσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 της σύμβασης, "ο ΔΕΣΜΗΕ συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει από τον Παραγωγό ηλεκτρική ενέργεια σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων που παρατίθενται στο προοίμιο της παρούσας, τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τους λοιπούς όρους της παρούσας Σύμβασης...".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 6 παρ. 1 της σύμβασης, "η παρούσα Σύμβαση ... ισχύει από την υπογραφή της (ή από την έκδοση της άδειας εγκατάστασης εφόσον απαιτείται) και η διάρκεια της είναι είκοσι (20) έτη, αρχόμενη από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας λειτουργίας του σταθμού του Παραγωγού ή την επιτυχή ολοκλήρωση της δοκιμαστικής λειτουργίας για την περίπτωση που ο σταθμός απαλλάσσεται από την υποχρέωση λήψης άδειας λειτουργίας, και μπορεί να παρατείνεται σύμφωνα με τους όρους της σχετικής άδειας του σταθμού του Παραγωγού".
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 της σύμβασης, το οποίο αφορά στον τρόπο τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας, "ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του ν. 3734/2009, και το άρθρο 5 του ν. 3851/2010, καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας...".
Για τον τρόπο των πληρωμών προς τον παραγωγό, στο άρθρο 12 της σύμβασης ορίζεται, "Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΔΕΣΜΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το ν. 3468/2006, το άρθρο 27α του ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία.
Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση άεργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΔΕΣΜΗΕ κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΔΕΣΜΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό.
Το τιμολόγιο αποστέλλεται στο ΔΕΣΜΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΔΕΣΜΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού.
Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος... 3. Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος, άρθρου, ο ΔΕΣΜΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση".
Η εναγόμενη, καίτοι παρελάμβανε και απορροφούσε ανεπιφύλακτα την παραγόμενη από τον ανωτέρω φωτοβολταϊκό σταθμό ηλεκτρική ενέργεια, για την οποία η ίδια εξέδιδε ενημερωτικά σημειώματα για το τίμημα πώλησης, από την αρχή της συμβατικής τους σχέσης και συγκεκριμένα για τους μήνες Οκτώβριο του 2012 μέχρι και Απρίλιο 2016, προέβαινε στην εξόφληση του αντιστοίχου τιμήματος ανά μήνα με καθυστέρηση, μετά την παρέλευση των είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία παράδοσης κάθε τιμολογίου.
Για την ανωτέρω κατάσταση ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς την εναγόμενη, με την από 13.12.2016 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία (βλ. την 11.264/27.12. 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Αναστασίου Σαρβανίδη), με την οποία διαμαρτύρονταν για την καθυστερημένη εξόφληση των τιμολογίων του και ζητούσε την έως τότε εξόφλησή τους.
Συνεπώς η εναγόμενη, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, οφείλει τόκους υπερημερίας, με μόνη την παρέλευση της κατά τα ανωτέρω ορισθείσας δήλη ημέρας εξόφλησης κάθε τιμολογίου. Εκδόθηκαν από τον ενάγοντα τα ακόλουθα τιμολόγια, που κατατέθηκαν στην εναγόμενη, όπως κατωτέρω αναφέρεται, τα οποία έπρεπε να πληρωθούν εμπρόθεσμα, αλλά εν τέλει πληρώθηκαν εκπρόθεσμα, με διαδραμόντες τόκους υπερημερίας μέχρι την ημέρα εξόφλησης, όπως επίσης παρακάτω αναφέρεται: 1) το με αριθμό 2/30.11.2012, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.338,05 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 24.12.2012, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 14.1.2013 και εξοφλήθηκε στις 7.6.2013 με γεννηθέντες τόκους 111,30 ευρώ, 2) το με αριθμό 3/31.12.2012, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.338,05 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.1.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.2.2013 και εξοφλήθηκε στις 25.6.2013 με γεννηθέντες τόκους 101,98 ευρώ, 3) το με αριθμό 4/31.1.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350,65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.2.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 18.2.2013 και εξοφλήθηκε στις 25.7.2013 με γεννηθέντες τόκους 97,81 ευρώ, 4) το με αριθμό 5/28.2.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 1.658,21 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 26.3.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 16.4.2013 και εξοφλήθηκε στις 2.9.2013 με γεννηθέντες τόκους 51,39 ευρώ, 5) το με αριθμό 6/31.3.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ ΜΤΑΕ) 3.350,65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.4.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.5.2013 και εξοφλήθηκε στις 5.11.2013 με γεννηθέντες τόκους 129,99 ευρώ, 6) το με αριθμό 7/30.4.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350,65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.5.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.6.2013 και εξοφλήθηκε στις 29.11.2013 με γεννηθέντες τόκους 125,92 ευρώ, 7) το με αριθμό 8/31.5.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350,65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 24.6.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15.7.2013 και εξοφλήθηκε στις 24.12.2013 με γεννηθέντες τόκους 118,74 ευρώ, 8) το με αριθμό 9/30.6.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 15.658,19 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 25.7.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15.8.2013 και εξοφλήθηκε στις 5.3.2014 με γεννηθέντες τόκους 684,56 ευρώ, 9) το με αριθμό 10/31.7.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350.65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 23.8.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.9.2013 και εξοφλήθηκε την 1.4.2014 με γεννηθέντες τόκους 144,40 ευρώ, 10) το με αριθμό 11/31.8.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350.65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 24.9.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15.10.2013 και εξοφλήθηκε στις 11.4.2014 με γεννηθέντες τόκους 128,02 ευρώ, 11) το με αριθμό 12/30.9.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350.65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.10.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.11.2013 και εξοφλήθηκε στις 4.6.2014 με γεννηθέντες τόκους 146,60 ευρώ, 12) το με αριθμό 13/31.10.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 19.818,31 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.11.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.12.2013 και εξοφλήθηκε στις 10.6.2014 με γεννηθέντες τόκους 757,44 ευρώ, 13) το με αριθμό 14/30.11.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350.65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 23.12.2013, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.1.2014 και εξοφλήθηκε στις 10.6.2014 με γεννηθέντες τόκους 106,00 ευρώ, 14) το με αριθμό 15/31.12.2013, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 3.350.65 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.1.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 10.2.2014 και εξοφλήθηκε στις 10.6.2014 με γεννηθέντες τόκους 105,78 ευρώ, 15) το με αριθμό 16/31.1.2014, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ ΜΤΑΕ) 3.343,11 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.2.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.3.2014 και εξοφλήθηκε στις 9.7.2014 με γεννηθέντες τόκους 83,55 ευρώ, 16) το με αριθμό 17/28.2.2014, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 7.563,86 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 24.3.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 14.4.2014 και εξοφλήθηκε στις 9.7.2014 με γεννηθέντες τόκους 137,62 ευρώ, 17) το με αριθμό 18/31.3.2014, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 6,827,20 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.4.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 9.5.2014 και εξοφλήθηκε στις 9.7.2014 με γεννηθέντες τόκους 61,42 ευρώ, 18) το με αριθμό 19/30.4.2014, ποσού 3.638,42 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.5.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 10.6.2014 και εξοφλήθηκε στις 21.8.2014 με γεννηθέντες τόκους 53,88 ευρώ, 19) το με αριθμό 20/31.5.2014, ποσού 3.638,42 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 23.6.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 14.7.2014 και εξοφλήθηκε στις 30.9.2014 με γεννηθέντες τόκους 58,06 ευρώ, 20) το με αριθμό 21/30.6.2014, ποσού 9.538,24 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.7.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.8.2014 και εξοφλήθηκε στις 31.10.2014 με γεννηθέντες τόκους 157,21 ευρώ, 21) το με αριθμό 22/30.6.2014, ποσού 2.369,52 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 25.7.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15.8.2014 και εξοφλήθηκε στις 31.10.2014 με γεννηθέντες τόκους 37,13 ευρώ, 22) το με αριθμό 23/30.6.2014, ποσού 2.369,52 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 25.7.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15.8.2014 και εξοφλήθηκε στις 31.10.2014 με γεννηθέντες τόκους 37,13 ευρώ, 23) το με αριθμό 24/31.7.2014, ποσού 6.007,94 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 25.8.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 15.9.2014 και εξοφλήθηκε στις 10.12.2014 με γεννηθέντες τόκους 104,54 ευρώ, 24) το με αριθμό 25/31.8.2014, ποσού 6.007,94 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.9.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.10.2014 και εξοφλήθηκε στις 10.1.2015 με γεννηθέντες τόκους 120,16 ευρώ, 25) το με αριθμό 26/30.9.2014, ποσού 17.843,67 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.10.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.11.2014 και εξοφλήθηκε στις 27.2.2015 με γεννηθέντες τόκους 388,99 ευρώ, 26) το με αριθμό 27/30.10.2014, ποσού 5.471,17 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.11.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 12.12.2014 και εξοφλήθηκε στις 16.3.2015 με γεννηθέντες τόκους 103,95 ευρώ, 27) το με αριθμό 28/31.11.2014, ποσού 3.213,38 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.12.2014, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 12.1.2015 και εξοφλήθηκε στις 8.4.2015 με γεννηθέντες τόκους 55,91 ευρώ, 28) το με αριθμό 29/31.12.2014, ποσού 3.467,72 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 26.1.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 16.2.2015 και εξοφλήθηκε στις 4.5.2015 με γεννηθέντες τόκους 54,10 ευρώ, 29) το με αριθμό 30/31.1.2015, ποσού 4.473,86 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 23.2.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 16.3.2015 και εξοφλήθηκε στις 27.5.2015 με γεννηθέντες τόκους 65,32 ευρώ, 30) το με αριθμό 31/28.2.2015, ποσού 5.364,86 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.3.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 10.4.2015 και εξοφλήθηκε στις 8.7.2015 με γεννηθέντες τόκους 96,57 ευρώ, 31) το με αριθμό 32/31.3.2015, ποσού 4.417,69 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.4.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.5.2015 και εξοφλήθηκε στις 30.7.2015 με γεννηθέντες τόκους 71,57 ευρώ, 32) το με αριθμό 33/30.4.2015, ποσού 8.145,37 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.5.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 12.6.2015 και εξοφλήθηκε στις 24.8.2015 με γεννηθέντες τόκους 120,55 ευρώ, 33) το με αριθμό 34/31.5.2015, ποσού 8.957,34 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 19.6.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 10.7.2015 και εξοφλήθηκε στις 25.9.2015 με γεννηθέντες τόκους 139,73 ευρώ, 34) το με αριθμό 35/30.6.2015, ποσού 8.595,09 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.7.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 10.8.2015 και εξοφλήθηκε στις 4.11.2015 με γεννηθέντες τόκους 149,55 ευρώ, 35) το με αριθμό 36/31.7.2015, ποσού 10.431,24 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.8.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.9.2015 και εξοφλήθηκε στις 21.12.2015 με γεννηθέντες τόκους 212,80 ευρώ, 36) το με αριθμό 37/31.8.2015, ποσού 9.663,40 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.9.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 12.10.2015 και εξοφλήθηκε στις 4.2.2016 με γεννηθέντες τόκους 224,01 ευρώ, 37) το με αριθμό 38/30.9.2015, ποσού 7.578,92 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 19.10.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 9.11.2015 και εξοφλήθηκε στις 9.3.2016 με γεννηθέντες τόκους 184,64 ευρώ, 38) το με αριθμό 39/31.10.2015, ποσού 5.430,64 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.11.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.12.2015 και εξοφλήθηκε στις 12.4.2016 με γεννηθέντες τόκους 134,17 ευρώ, 39) το με αριθμό 40/30.11.2015, ποσού 5.790,90 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.12.2015, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.1.2016 και εξοφλήθηκε στις 13.5.2016 με γεννηθέντες τόκους 142,76 ευρώ, 40) το με αριθμό 41/31.12.2015, ποσού 5.425,44 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 19.1.2016, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 9.2.2016 και εξοφλήθηκε στις 3.6.2016 με γεννηθέντες τόκους 124,94 ευρώ, 41) το με αριθμό 42/31.1.2016, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 4.285,89 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.2.2016, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 14.3.2016 και εξοφλήθηκε στις 6.7.2016 με γεννηθέντες τόκους 97,64 ευρώ, 42) το με αριθμό 43/28.2.2016, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 4.188,40 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 21.3.2016, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 11.4.2016 και εξοφλήθηκε στις 27.7.2016 με γεννηθέντες τόκους 89,60 ευρώ, 43) το με αριθμό 44/31.3.2016, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 6.455,83 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 22.4.2016, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 13.5.2016 και εξοφλήθηκε στις 10.10.2016 με γεννηθέντες τόκους 193,10 ευρώ, 44) το με αριθμό 45/30.4.2016, ποσού (κατόπιν παρακράτησης ΕΕΕΑ/ΜΤΑΕ) 8.329,03 ευρώ, κατατέθηκε προς πληρωμή στις 20.5.2016, ήταν πληρωτέο μέχρι τις 10.6.2016 και εξοφλήθηκε στις 16.11.2016 με γεννηθέντες τόκους 263,98 ευρώ.
Το σύνολο των οφειλόμενων τόκων, για το ανώτερο, χρονικό διάστημα, ανέρχεται σε 6.574,51ευρώ. ... Περαιτέρω, στο άρθρο 40 του Ν. 2773/1999, όπως ισχύει, στο άρθρο 12 του Ν. 3468/2006, στο άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, στο άρθρο 143 του Ν. 4001/2011 και στο άρθρο 72 του Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (απόφαση ΡΑΕ 56/2012, ΦΕΚ Β' 104/2012) προβλέπεται ότι το τίμημα για την παραγόμενη ενέργεια από τους Παραγωγούς ΑΠΕ καταβάλλεται αποκλειστικά μέσω του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ (Λ-Γ), τον οποίο και διαχειρίζεται η εναγόμενη εταιρεία.
Ο λογαριασμός αυτός είναι το αποκλειστικό μέσο διενέργειας και εξασφάλισης της πληρωμής των οφειλόμενων, βάσει των σχετικών συμβάσεων, στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός, που διαχειρίζεται η εναγόμενη, από τα τέλη του 2011 άρχισε να εμφανίζει συνεχώς διογκούμενο έλλειμμα, το οποίο οφείλονταν στο συνδυασμό της μεγάλης αύξησης των εξόδων του λογαριασμού και της ταυτόχρονης μείωσης ή μη αντίστοιχης αύξησης των εσόδων του λογαριασμού, συνεπεία της μείωσης της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης των εσόδων από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτός ήταν και ο λόγος που η εναγόμενη δεν εξόφλησε εμπρόθεσμα τα ανωτέρω τιμολόγια. Το λόγο αυτό επικαλείται η εναγόμενη με τις προτάσεις της ως γεγονός για το οποίο δεν κατέστη υπερήμερη, κατ' άρθρο 342 ΑΚ, και συνακόλουθα δεν υπέχει ευθύνη για την εκπρόθεσμη πληρωμή των ως άνω τιμολογίων. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης τυγχάνει μη νόμιμος, καθότι η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη προς πληρωμή του δανειστή, δεν αίρει την υπερημερία του και δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση προς πληρωμή. ......
Περαιτέρω, η εναγόμενη προβάλει με τις προτάσεις της ότι, σύμφωνα το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 1890/1990 και το άρθρο 12 του Ν. 4174/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. ΠΟΑ 1274/27.12.2013 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, για τις πληρωμές από επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, στον οποίο και αυτή ανήκει, απαιτείται η προσκομιδή κατά την πληρωμή αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας.
Επίσης, η εναγομένη προβάλλει με τις προτάσεις της ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2556/1997, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 26 του Ν. 1882/1990 περιορισμοί και απαγορεύσεις, που εφαρμόζονται για οφειλές προς το δημόσιο, δύναται να επιβληθούν και για οφειλές προς το ΙΚΑ, μετά από απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι σχετικά έχει εκδοθεί η υπ' αριθμ.
Φ21/116/04.07.2000 απόφαση του εν λόγω Υπουργού, σύμφωνα με την οποία, όπως ισχύει, καθίσταται υποχρεωτική η προσκομιδή αποδεικτικού- ασφαλιστικής ενημερότητας από το ΙΚΑ για την είσπραξη όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων και από οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σε συνέχεια των ανωτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν κατέστη υπερήμερη, καθόσον βασική προϋπόθεση για την εμπρόθεσμη πληρωμή των τιμολογίων, ήταν η προσκομιδή κατά τον κρίσιμο χρόνο φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας εκ μέρους του ενάγοντος σε ισχύ και ότι τούτο όμως δεν συνέτρεχε κατά τους χρόνους αυτούς, οπότε δεν επιτρέπονταν κατά το νόμο να τον εξοφλήσει και συνακόλουθα δεν κατέστη υπερήμερη.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγόμενης τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ενάγοντα βεβαιώσεις φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας, αποδεικνύεται ότι αυτός ήταν φορολογικά ενήμερος καθόλη την επίδικη περίοδο, με την επισήμανση ότι ακόμη και σε περιόδους κατά τις οποίες ο ενάγων διατηρούσε οφειλές φορολογικής φύσης έναντι της Δ.Ο.Υ.
στην οποία υπάγεται, λάμβανε βεβαιώσεις φορολογικής ενημερότητας, που επέτρεπαν στην εναγομένη την καταβολή των οφειλών έναντι του ενάγοντος, απευθείας προς το Δημόσιο, σε ισόποση εξόφληση των αντίστοιχων οφειλών του". Κατόπιν αυτών και της απόρριψης και των υπόλοιπων ενστάσεων της εναγομένης, που δεν αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης, το Πρωτοδικείο, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης κατά παραδοχή του λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου περί υφιστάμενης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή, επιδικάζοντας στον τελευταίο το σύνολο του αιτουμένου ποσού τόκων υπερημερίας λόγω της καθυστερημένης (πέραν του εικοσαημέρου και μετά την πάροδο λίγων μηνών σε κάθε περίπτωση) εξόφλησης από την αναιρεσείουσα των οφειλομένων ποσών βάσει των εκδοθέντων εκ μέρους του τιμολογίων.
Κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή, κατά μείζονα λόγο, από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν n καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, με συνέπεια αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του (ΑΠ 18/2021, 511/2010, 111/2001).
Περίπτωση απαλλαγής του οφειλέτη σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις συντρέχει και όταν η αδυναμία ή η καθυστέρηση οφείλονται σε συμπεριφορά του δανειστή αντίθετη προς την σύμβαση, ή τον νόμο, ή την καλή πίστη, ειδικότερα δε και στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν προβαίνει στην απαιτουμένη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία αδυνατεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή, οπότε αυτός περιέρχεται σε υπερημερία δανειστού, κατ` άρθρο 351 ΑΚ.
Εύλογη αιτία καθυστέρησης στην καταβολή χρηματικής οφειλής, αίρουσα την υπερημερία του οφειλέτη, δεν συνιστά πάντως η οικονομική του δυσχέρεια για οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 850/2014,1080/2001, 96/1989, 1496/1986), διότι εκείνος, αναλαμβάνοντας τη σχετική ενοχική υποχρέωση ουσιαστικώς αποδέχεται ότι διαθέτει τα οικονομικά μέσα για την εκπλήρωση της παροχής που υπόσχεται.
Εάν όμως, βάσει της ιδιαίτερης ενοχικής σχέσης μεταξύ δανειστή και οφειλέτη και ειδικότερα βάσει νομοθετικών προβλέψεων ή προβλέψεων της μεταξύ τους συμβάσεως και της τυχόν ιδιάζουσας φύσεως αυτής, υφίσταται δέσμευση του οφειλέτη να αντλήσει την οφειλόμενη παροχή αποκλειστικά από συγκεκριμένη μη καλυπτόμενη από εκείνον πηγή, που τροφοδοτείται από άλλους φορείς, όπως συμβαίνει όταν ο οφειλέτης λειτουργεί υποχρεωτικά ως εκκαθαριστής ή ενδιάμεσος φορέας, που δεν αναλαμβάνει υποχρέωση κάλυψης της οφειλής εξ ιδίων του, και η συγκεκριμένη πηγή παρουσιάσει έστω και παροδικό έλλειμα, που καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής, η καθυστέρηση πληρωμής της χρηματικής οφειλής οφείλεται σε γεγονός για τον οποίο δεν έχει ευθύνη και δεν τον καθιστά υπερήμερο.
Κατά το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (λόγος αντίστοιχος με τον λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (πρβλ.
ΑΠ 995/2017, 713/2016). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (αντίστοιχη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, οπότε πρόκειται για "ανεπαρκή αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε πρόκειται για "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 18/2008, ΑΠ 78/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ως άνω παραδοχές του το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 και 2 του νόμου 1882/1990, 12 του νόμου 4174/2013 και 2 παρ. 5 νόμου 2556/1997, κρίνοντας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου επαρκώς ορισμένη, καθόσον απαραίτητο στοιχείο για το ορισμένο αυτής δεν ήταν η επίκληση εκ μέρους του αποστολής ή προσκομιδής, πέραν των τιμολογίων για την παραχθείσα από την επιχείρησή του και εγχυθείσα στο σύστημα ηλεκτρική ενέργεια, και αποδεικτικού φορολογικής και ασφαλιστικής του ενημερότητας, η τυχόν δε σχετική του παράλειψη μπορούσε μόνο να αποτελέσει θεμελιωτικό περιστατικό ενστάσεως της αναιρεσείουσας από το άρθρο 342 ΑΚ, δηλαδή λόγο για τον οποίο αυτή, παρά την παρέλευση της δήλης ημέρας από την αποστολή των τιμολογίων, δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των οφειλομένων, διότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε συμπεριφορά του αντίθετη προς τις προϋποθέσεις που τάσσονται από τις ανωτέρω νομοθετικές προβλέψεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, οπότε η αναιρεσείουσα έφερε και το βάρος να αποδείξει την καθυστερημένη, σε συγκεκριμένους μεταγενέστερους της δήλης ημέρας χρόνους, προσκομιδή τέτοιων αποδεικτικών εκ μέρους του, που κατέστησαν επιτρεπτή την καθυστέρησή της στην πληρωμή των οφειλομένων.
Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησής της κατά το πρώτο του σκέλος (πρώτο υποσκέλος) από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων για την εκτίμηση της αγωγής ως ορισμένης, αποδίδοντας στο δικόγραφό της νομική αοριστία για την παραπάνω αιτία, είναι αβάσιμος.
Αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο υποσκέλος του από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της προσκομιδής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των παραπάνω αποδεικτικών ενημερότητας, καθόσον η σχετική ένστασή της απορρίφθηκε ως αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που τη στήριζαν και που όφειλε να αποδείξει η αναιρεσείουσα (έστω κι αν αυτό δεν διατυπώθηκε πανηγυρικώς), ενώ αντιθέτως αποδείχθηκε πως ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε βεβαιώσεις φορολογικής ενημερότητας καθ' όλο το αναφερόμενο στην αγωγή του διάστημα.
Δεχόμενο όμως περαιτέρω το Πρωτοδικείο ότι βάσει των παρατιθέμενων και στο κείμενό της διατάξεων προβλεπόταν ότι το τίμημα για την παραγόμενη ενέργεια από τους Παραγωγούς ΑΠΕ καταβαλλόταν αποκλειστικά μέσω του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ, του οποίου διαχειρίστρια ήταν η αναιρεσείουσα εταιρεία και ο οποίος ήταν το μόνο μέσο διενέργειας και εξασφάλισης της πληρωμής των οφειλόμενων, και απορρίπτοντας ως μη νόμιμη τη στηριζόμενη επίσης στο άρθρο 342 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας περί μη ευθύνης της για την καθυστέρηση της πληρωμής, που θεμελιωνόταν στα γεγονότα ότι αυτό το γεγονός οφειλόταν σε λόγο για τον οποίο η ίδια δεν έφερε ευθύνη, επειδή ο συγκεκριμένος λογαριασμός άρχισε από τα τέλη του 2011 να εμφανίζει συνεχώς διογκούμενο έλλειμμα, το οποίο υπήρξε συνέπεια του συνδυασμού της μεγάλης αύξησης των εξόδων του και της ταυτόχρονης μείωσης ή μη αντίστοιχης αύξησης των εσόδων του, εξαιτίας της μείωσης της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης των εσόδων από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή γι' αυτό τον λόγο η εμπρόθεσμη εξόφληση των ανωτέρω τιμολογίων, παραβίασε ευθέως το άρθρο 342 ΑΚ, κρίνοντας τη στηριζόμενη στα ως άνω πραγματικά περιστατικά σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας μη νόμιμη.
Ειδικότερα τα ως άνω επικληθέντα από την αναιρεσείουσα περιστατικά (τα οποία, ενόψει της παραπάνω επί του θέματος διατύπωσης της αιτιολογίας του Εφετείου, δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί αν τα δέχεται ως αποδειχθέντα ή αν τα παραθέτει ως περιεχόμενο της ως άνω ένστασης, την οποία απορρίπτει, σε κάθε περίπτωση, στη συνέχεια ως μη νόμιμη) συνιστούν με βάση και το ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο προπαρατιθέμενο πλέγμα διατάξεων, που διήπε τη λειτουργία και την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως ανεξάρτητης εκκαθαρίστριας (όχι εντολοδόχου) και απλού ενδιάμεσου φορέα (διαχειρίστριας) της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, δυναμένης να ικανοποιήσει τους παραγωγούς μόνο από συγκεκριμένο λογαριασμό, ο οποίος κατέστη ελλειματικός και εξαρτάτο ως προς την επάρκειά του από τους αναφερόμενους στο περιεχόμενο της ένστασης εξωγενείς παράγοντες της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συνιστούν, κατά την προαναφερόμενη έννοια του άρθρου 342 ΑΚ, λόγο που αίρει την υπερημερία της και επιστηρίζει την έλλειψη υπαιτιότητάς της για την εκπρόθεσμη πληρωμή των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτά δεν ταυτίζονται με την περίπτωση οικονομικής αδυναμίας (δυσχέρειας) του οφειλέτη προς πληρωμή του δανειστή εξ ιδίων πόρων.
Επομένως ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναφερόμενη στο παραπάνω ζήτημα πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το προπαρατιθέμενο συγκεκριμένο μέρος της (ως προς την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης της αναιρεσείουσας από το άρθρο 342 ΑΚ, της στηριζόμενης στα αμέσως προπαρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των προπαρατιθέμενων εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησής της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 3037/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει, κατά το αντίστοιχο μέρος της, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησής της.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ