2043/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2043/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2043 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2043/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κατσαρό, που ανακάλεσε την από 26-9-2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 80/2016 Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμόν..... απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...., κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού, η οποία συντελέστηκε με την καταβολή της αποζημίωσης..., με την οποία συστήθηκε δουλεία διόδου ενός τμήματος υπόγειου αγωγού μεταφοράς υγρών καυσίμων της Πολεμικής Αεροπορίας, σε έκταση, επιφάνειας 330 στρεμμάτων, "δια τας ανάγκας του αποθηκευτικού χώρου ...
μέχρι κοινότητος ..., Τμήματος Αγωγού υγρών καυσίμων.... (...)". Το περιεχόμενο της δουλείας αυτής συνίσταται αφενός μεν στο δικαίωμα διέλευσης του υπόγειου αγωγού μεταφοράς υγρών καυσίμων, χρησιμοποίησης, επίσκεψης και συντήρησης αυτού, αφετέρου δε στο δικαίωμα απαγόρευσης ανέγερσης κτισμάτων πάσης φύσεως, ανόρυξης, οποιουδήποτε φρέατος η τάφρου, βάθους πλέον του μισού μέτρου, καθώς και εμφύτευσης δένδρων σε λωρίδα εδάφους, πλάτους 5 μέτρων σε όλο το μήκος του αγωγού.
Ο ανωτέρω αγωγός μεταφοράς υγρών καυσίμων των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας και, συγκεκριμένα, της Πολεμικής Αεροπορίας, συνολικού μήκους 895 χιλιομέτρων μαζί με τις πλευρικές διακλαδώσεις του, αρχίζει από τα Διυλιστήρια Ασπροπύργου (ΕΛ.Δ.Α), καταλήγει στο χωριό ... και διέρχεται (μεταξύ άλλων) από την περιοχή ...
του Δήμου ..., όπου βρίσκεται αγροτεμάχιο που ανήκει στην κυριότητα της εναγομένης.... Τμήμα του ανωτέρω αγροτεμαχίου της εναγομένης βρίσκεται μέσα στη δουλεύουσα ζώνη, από την οποία διέρχεται (σε μήκος 220 μέτρων περίπου) ο ανωτέρω υπόγειος αγωγός μεταφοράς καυσίμων, διαμέτρου 6 ιντσών και βάθους ενός μέτρου περίπου, η ακριβής θέση του οποίου εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα.
Με έγγραφο... της Διοίκησης Αγωγού Καυσίμων (ΔΑΚ) δόθηκε η συγκατάθεση, προκειμένου να ανεγείρει η εναγόμενη εταιρία εργοστάσιο τυποποίησης αγροτικών προϊόντων μέσα στο ανωτέρω αγροτεμάχιο της, υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί αδόμητη η ζώνη διέλευσης του αγωγού καυσίμων, πλάτους πέντε μέτρων (5), ήτοι πλάτους δυόμισι (2,50) μέτρων εκατέρωθεν του αγωγού καυσίμων σε όλο το μήκος του.
Κατά τον Ιανουάριο του έτους 2005 παρατηρήθηκε πτώση της πίεσης σε ένα τμήμα του ανωτέρω αγωγού καυσίμων. Αμέσως η εντεταλμένη μονάδα της ΔΑΚ, διέταξε να γίνει προσεκτική επιτήρηση, ώστε να διαπιστωθεί τυχόν διάτρηση του αγωγού καυσίμων και διαρροή καυσίμου. Στις 18.01.2005, μετά από προσεκτική επιτήρηση εκ μέρους όλου του προσωπικού της μονάδας Δ.Α.Κ, διαπιστώθηκε ότι είχε λάβει χώρα διάτρηση του αγωγού 6 στο τμήμα από 856 ΛΑΚ προς 850 ΛΑΚ, η οποία είχε ως συνέπεια την απώλεια και διαρροή καυσίμου, συνολικής ποσότητας 98.500 λίτρων DIESEL, μέσα σε αρδευτική τάφρο.
Στη συνέχεια η ανωτέρω υπηρεσία ενημερώθηκε ότι η ανωτέρω βλάβη στον αγωγό καυσίμων είχε προκληθεί από εργασίες που εκτελούσε η εναγόμενη εταιρία μέσα στο ανωτέρω αγροτεμάχιο της, προκειμένου να κατασκευάσει υπόγειο κανάλι υδάτων. Για την αποκατάσταση της βλάβης η εναγομένη έδωσε εντολή στην τεχνική εταιρία "..." να προβεί σε αποκάλυψη του αγωγού καυσίμων και σε επιδιόρθωση της διάτρησης.
Κατά την αποκάλυψη του αγωγού παρατηρήθηκαν εκδορές στη μόνωση του αγωγού και χτυπήματα στο μεταλλικό μέρος αυτού, τα οποία είχαν προκληθεί από εκσκαπτικό μηχάνημα που εκτέλεσε εργασίες στο αγροτεμάχιο της εναγομένης προς επιχωμάτωση της τάφρου και τοποθέτηση σωλήνων (κιουγκιών) κατά την κατασκευή του ανωτέρω υπόγειου καναλιού υδάτων.
Επίσης, διαπιστώθηκε ότι ο αγωγός καυσίμων έφερε τρεις οπές, από τις οποίες είχε γίνει η εκροή του καυσίμου. Στις οπές αυτές τοποθετήθηκαν τρία κολάρα, για να διακοπεί η διαρροή καυσίμου. Κατά την επιτόπια επίσκεψη των εντεταλμένων οργάνων της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι η εναγομένη είχε πραγματοποιήσει επίστρωση της λωρίδας εδάφους, από όπου διερχόταν ο αγωγός καυσίμων, μήκους 130 μέτρων, με άσφαλτο.
Το γεγονός αυτό κρίθηκε από τα αρμόδια όργανα της ανωτέρω υπηρεσίας ως παραβίαση των ορίων προστασίας του αγωγού καυσίμων. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι ο χώρος επί του ίχνους του αγωγού καυσίμων χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση υλικών και για τη διέλευση η στάθμευση οχημάτων βαρέως τύπου, τα οποία χρησιμοποιούσε η εναγομένη για τη μεταφορά πρώτων υλών η εμπορευμάτων της.
Ενόψει αυτών η ΔΑΚ ενημέρωσε με το υπ’ αριθ. 130/ΑΔ 398/27.1.2005 έγγραφο της την εναγομένη ως προς τις παραπάνω διαπιστώσεις και την κάλεσε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας του αγωγού καυσίμων, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την ανωτέρω δουλεία και να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση.
Παρόλα αυτά η εναγομένη δεν ικανοποίησε τα αιτήματα της ανωτέρω υπηρεσίας και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του αγωγού καυσίμων, όπως εννοούσε αυτά η ανωτέρω υπηρεσία. Αντίθετα, σε νέα αποκάλυψη του αγωγού που έγινε στις 29.01.2005, διαπιστώθηκε ότι ο αγωγός έφερε και άλλες οπές πέρα από αυτές που αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τμήμα του αγωγού καυσίμων, το οποίο διασταυρώνεται με την υφιστάμενη τάφρο, την οποία διάνοιξε η εναγομένη, ερχόταν σε επαφή με τα λήμματα του εργοστασίου, τα οποία αποτελούσαν αιτία διάβρωσης του αγωγού καυσίμων. Στις 18 Μαρτίου 2005 η ΔΑΚ κάλεσε με το υπ’ αριθ. 130/ΑΑ 1158 έγγραφό της την εναγομένη, η οποία δεν είχε εφαρμόσει ούτε είχε αποδεχτεί τα μέτρα προστασίας του αγωγού καυσίμων που είχε υποδείξει η ανωτέρω υπηρεσία, να προβεί στην άμεση λήψη απαραίτητων μέτρων προστασίας σε όλο το τμήμα του αγωγού που διέρχεται από το ανωτέρω αγροτεμάχιό της.
Παρόλα αυτά η εναγομένη εξακολούθησε να μην εφαρμόζει τα υποδειχθέντα μέτρα προστασίας του αγωγού καυσίμων. Εξαιτίας αυτού του λόγου η ΔΑΚ κατήγγειλε με το υπ’ αριθ. 373/19.05.2006 έγγραφό της τα όργανα της εναγομένης ενώπιον της αρμόδιας υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας (Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος/Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών) για αυθαίρετες κατασκευές.
Στη συνέχεια η ανωτέρω υπηρεσία της Ν.Α Λάρισας διενέργησε στις 11.08.2006 αυτοψία στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, διαπίστωσε ότι είχαν λάβει χώρα οι ανωτέρω αυθαίρετες εργασίες, συνέταξε πρωτόκολλο κατεδάφισης και επέβαλε τα νόμιμα διοικητικά πρόστιμα. Κατόπιν διενεργήθηκε ένορκη διοικητική εξέταση και εκδόθηκε το από 12.07.2005 πόρισμα..., με το οποίο επιβεβαιώθηκαν οι προαναφερόμενες αυθαίρετες ενέργειες της εναγομένης.
Στη συνέχεια οι υπεύθυνοι της εναγομένης αποδέχτηκαν ότι η ανωτέρω διάτρηση του αγωγού καυσίμων είχε προέλθει από το εκσκαπτικό μηχάνημα που εκτελούσε εργασίες για λογαριασμό της εναγομένης πάνω στο ίχνος του αγωγού καυσίμων. Αμέσως μετά η ΔΑΚ ενημέρωσε με το υπ’ αριθ. .../13.06.2005 έγγραφό της την εναγομένη ότι οφείλει να προβεί στα αναγκαία έργα αποκατάστασης του αγωγού καυσίμων μέσα στα όρια του αγροτεμαχίου της.
Ειδικότερα, με το έγγραφο αυτό ενημερώθηκε η εναγομένη ότι είναι απαραίτητη η καθαίρεση του ασφαλτοτάπητα που είχε κατασκευαστεί επί του ίχνους του αγωγού καυσίμων, η εκσκαφή για την αποκάλυψη του αγωγού, η επένδυση του υφιστάμενου τμήματος του αγωγού με χαλύβδινο αγωγό, η τοποθέτηση τυφλών φλαντζών στις απολήξεις του εξωτερικού αγωγού και εξαερικών που θα προεξέχουν, ο εγκλωβισμός όλης της κατασκευής με σκυρόδεμα, ο καθαρισμός της επιφάνειας και η επίστρωση με ασφαλτούχο γαλάκτωμα και μονωτική ταινία, σε περίπτωση φθοράς της μόνωσης.
Μολονότι έκτοτε η αρμόδια υπηρεσία του ενάγοντος πραγματοποίησε επανειλημμένες οχλήσεις προς την εναγομένη, με έγγραφα η με τηλεφωνήματα προς τον διευθυντή της, η εναγομένη αρνήθηκε να εκτελέσει τα ανωτέρω αναγκαία έργα αποκατάστασης του αγωγού καυσίμων μέσα στα όρια του αγροτεμαχίου της, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω ζημίες στον αγωγό καυσίμων.
Το γεγονός αυτό οδήγησε το Ελληνικό Δημόσιο στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Προς απόκρουσή της η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η κατασκευή του ασφαλτοτάπητα επί του ίχνους του αγωγού καυσίμων μέσα στα όρια του αγροτεμαχίου της έγινε αποδεκτή από τα αρμόδια όργανα της ΔΑΚ, τα οποία παρακολουθούσαν την κατασκευή του και δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις ως προς την κατασκευή του, και ότι ενόψει αυτού του γεγονότος η άσκηση της ένδικης αγωγής αποβαίνει αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα.
Στη διάρκεια της δίκης τούτης δεν αποδείχτηκε η βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού ότι δήθεν τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης Αγωγού Καυσίμων παρακολουθούσαν την κατασκευή του ασφαλτοτάπητα επί του ίχνους του αγωγού καυσίμων μέσα στα όρια του αγροτεμαχίου της εναγομένης και ότι δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις ως προς την κατασκευή του και συνεπώς, η κατασκευή του ασφαλτοτάπητα έγινε αποδεκτή από το Ελληνικό Δημόσιο, με συνέπεια να αποβαίνει καταχρηστική η άσκηση του επίδικου δικαιώματος.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι με τις προαναφερόμενες ενέργειες της εναγομένης διαταράσσεται το δικαίωμα δουλείας του Ελληνικού Δημοσίου, όπως το δικαίωμα αυτό προσδιορίστηκε παραπάνω. Ειδικότερα, η ασφαλτόστρωση του ανωτέρω τμήματος του αγροτεμαχίου της εναγόμενης, μέσα στη δουλεύουσα ζώνη, καθιστά εξαιρετική δυσχερή τον εντοπισμό τυχόν διαρροής καυσίμου εξαιτίας βλάβης του αγωγού καυσίμων.
Επίσης, η χρήση του ανωτέρω τμήματος του αγροτεμαχίου της εναγομένης για την αποθήκευση υλικών και για τη διέλευση ή στάθμευση οχημάτων βαρέως τύπου, έχει ως αποτέλεσμα να ασκείται πίεση επί του αγωγού καυσίμων και να προκαλούνται κίνδυνοι για την ασφάλειά του. Επίσης, η κατασκευή της ανωτέρω τάφρου λημμάτων και η ρίψη αποβλήτων του εργοστασίου της εναγομένης εντός αυτής αποτελεί επέμβαση της εναγομένης στη ζώνη δουλείας του αγωγού καυσίμων και αιτία διάβρωσης αυτού.
Ενόψει αυτών των περιστατικών, τα οποία είναι μεταγενέστερα από την ασφαλτόστρωση του τμήματος του αγροτεμαχίου της εναγομένης, από όπου διέρχεται ο αγωγός καυσίμων, καθίσταται εύλογη η άσκηση της ένδικης αγωγής και η αξίωση του ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, να προβεί η εναγομένη εταιρία στις ενέργειες που αναφέρονται στο αιτητικό της ένδικης αγωγής.
Μάλιστα, ενόψει αυτών των περιστατικών η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ακόμη και αν γίνει δεκτός ως βάσιμος ο (αναπόδεικτος) ισχυρισμός της εναγομένης ότι δήθεν η κατασκευή του ασφαλτοτάπητα επί του ίχνους του αγωγού καυσίμων μέσα στα όρια του αγροτεμαχίου της έγινε αποδεκτή από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης Αγωγού Καυσίμων, τα οποία παρακολουθούσαν την κατασκευή του και δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις ως προς την κατασκευή του.
Βέβαια, η άσκηση της ένδικης αγωγής θα μπορούσε να κριθεί ως αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αν δεν είχαν λάβει χώρα τα επίδικα περιστατικά βλάβης του αγωγού καυσίμων και η επακόλουθη διαρροή μεγάλης ποσότητας καυσίμου, τα οποία κατέστησαν αναγκαία τη νέα και διεξοδική έρευνα προς ανεύρεση τρόπων καλύτερης προστασίας του αγωγού καυσίμων και δικαιολογημένη την αξίωση του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου να ληφθούν τα επίδικα μέτρα προστασίας, αφού η εναγομένη άρχισε (και συνεχίζει) να χρησιμοποιεί αυθαίρετα τη δουλεύουσα ζώνη του αγροτεμαχίου της με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω λεπτομερώς.
Φυσικά, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δήθεν το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την ένδικη αγωγή του, ενεργώντας με κακοβουλία και επιδιώκοντας να προκαλέσει οικονομική ζημία στην εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς τα ανωτέρω ζητήματα...., δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου".
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσίβλητου, που ζητούσε να αναγνωρισθεί ως δικαιούχος της δουλείας του τμήματος του αγωγού που διέρχεται διαμέσου του ακινήτου της αναιρεσείουσας-εναγομένης, να υποχρεωθεί η τελευταία να άρει κάθε προσβολή του δικαιώματος του στη δουλεύουσα εδαφική λωρίδα, επισκευάζοντας τις προκληθείσες από τις ενέργειές της ζημίες και λαμβάνοντας τα παρατιθέμενα αναλυτικά απαραίτητα μέτρα προστασίας προς αποφυγή και άλλων ζημιών, να επιτραπεί στο αναιρεσίβλητο, σε περίπτωση άρνησης προς συμμόρφωση, να διενεργήσει εκείνο τις απαραίτητες εργασίες και να διαταχθεί η παύση και παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξης της ανωτέρω δουλεύουσας εδαφικής λωρίδας από την αναιρεσείουσα, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα παραπονείται διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών, άλλως εμπεριέχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αντιφάσκει προς την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών για τα ίδια ζητήματα.
Εάν, εξάλλου, θεωρηθεί ότι ο σχετικός λόγος στηρίζεται στην ανεπάρκεια των αιτιολογιών, είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο διέλαβε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα και δη αφενός την κήρυξη και τη νομότυπη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία συστάθηκε δουλεία διόδου, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τη διαπιστωθείσα διάτρηση του αγωγού μεταφοράς καυσίμων, την αποκάλυψη εκδορών στη μόνωση και χτυπημάτων στο μεταλλικό του μέρος, την ασφαλτόστρωση εδαφικής λωρίδας από σημείο διέλευσης του αγωγού, την αποθήκευση υλικών και τη διέλευση και στάθμευση οχημάτων βαρέως τύπου της αναιρεσείουσας επί του ίχνους του αγωγού, την κατασκευή από αυτήν τάφρου λημμάτων του εργοστασίου της με συνακόλουθη διάβρωση του αγωγού, την αντίδραση του αναιρεσιβλήτου με σχετική καταγγελία στις αρμόδιες υπηρεσίες, την πρόσκληση στην εναγομένη να λάβει τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα και την αδράνεια προς τούτο της τελευταίας και αφετέρου το αβάσιμο των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί συναίνεσης των οργάνων του αναιρεσιβλήτου ως προς την κατασκευή του ασφαλτοτάπητα και περί καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος του τελευταίου, ενώ κατά τις λοιπές αιτιάσεις του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του διατυπούμενου με σαφήνεια αποδεικτικού πορίσματος.
Ο από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι: α) την υπ’ αριθ. 3123/2007 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, β) την από 14-2-2007 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Β.
Π., γ) τα .../29-1-2002 και ... έγγραφα της Διοίκησης Αγωγών Καυσίμων, δ) το Φ .../18-10-2010 έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας και ε) την υπ’ αριθ. 970/1968 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και αναπόδειξης. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι νομότυπα προσεκόμισε, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: "....
από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων τα οποία προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.
Συνεπώς, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ’ άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 168/2015).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στο .../19-7-2011 έγγραφο που υπογράφει ο Διοικητής της Διοίκησης Αγωγού Καυσίμων (ΔΑΚ) προς την αναιρεσείουσα-εναγομένη περί του ότι "...η κατασκευή των τριών φρεατίων επί του αγωγού καυσίμων των Ενόπλων Δυνάμεων, ο οποίος διέρχεται από την ιδιοκτησία σας, καλύπτει ικανοποιητικά τη λειτουργία του συστήματος...", το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη των βεβαιουμένων σ’ αυτό, με το να το κρίνει δε ελεύθερα κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα.
Πλην όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο του νομοτύπως προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτίμησε και το προαναφερόμενο έγγραφο, στο οποίο, ως προς την ανωτέρω παρατιθέμενη φράση του, δεν βεβαιώνεται κάποιο γεγονός, χωρίς να προσδώσει σ’ αυτό μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2017 αίτηση της "... Α.Ε. Επεξεργασία-Τυποποίηση και Εμπορία Αγροτικών Προϊόντων" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 80/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ