Legislator Case Law & Legislation
2043/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bad faith transfer claim, ruling lower court considered all evidence properly.

Case Number 2043/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a bad faith transfer claim. The appellants argued the lower court failed to consider specific bank documents proving the debtor's intent to harm the creditor. The court found the lower court had indeed considered all submitted evidence, including the disputed letters and loan agreements, to form its finding of intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941 para. 2, 942 of the Civil Code; The court established that a debtor's intent to harm a creditor exists when they know the asset transfer will leave insufficient assets to satisfy the debt, and the lower court's failure to consider specific evidence does not constitute a ground for appeal if the evidence was actually reviewed.

Keywords

AI generated
bad faith transfer intent to harm creditor insufficient assets appeal admissibility evidence consideration Civil Code provisions supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 939, 941 para. 2, 942 of the Civil Code
Article 559 no. 11 para. gamma of the Code of Civil Procedure
Article 12 para. 2 of Law 4055/2012
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1573/2006 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2043 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2043/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Κ.-Α. Μ. του Ε., 2Ν. Μ. του Κ.-Α. και 3Δ. Μ. του Κ.-Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Παγώνα.

Της αναιρεσιβλήτου: της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Σεπτεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5341/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1309/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της και τους από 14 Σεπτεμβρίου 2013 πρόσθετους αυτής λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου και οι αντίστοιχοι, πρώτος και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ. 2 και 942 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Η πρόθεση βλάβης του δανειστή θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

Η πρόθεση αυτή πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης ενέχεται από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, για τη διάγνωση του ζητήματος της προθέσεως βλάβης, ενδιαφέρει το πραγματικό ζήτημα της γνώσεως που έχει ο οφειλέτης περί της υπάρξεως παθητικού υπολοίπου του λογαριασμού, κατά τη χρονική στιγμή της απαλλοτριώσεως, καθώς και του ύψους του, αφού από αυτό θα κριθούν οι παραστάσεις του για την κατά τα άνω οικονομική του κατάσταση (ΑΠ 1654/2008).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, ως "υπόλοιπη περιουσία" του οφειλέτη θεωρείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας μπορούν να επιληφθούν οι δανειστές για ικανοποίησή τους, όχι δε η αφανής, η οποία είναι ανύπαρκτη γι' αυτούς. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ματαίωση του με τη διάρρηξη επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού της προστασίας των δανειστών από την καταδολίευση αυτών από τον οφειλέτη (ΑΠ 637/2001).

Περαιτέρω, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση. Ωστόσο, η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ΑΚ, συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική.

Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α` εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 1475/2010).

Επιπρόσθετα, από τις διατάξεις των άρθ. 939 και επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί την από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη του, που έγινε προς βλάβη του, πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά την ημέρα της απαλλοτριώσεως, ώστε να φέρει την ιδιότητα αυτή κατά την επιχείρησή της.

Κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της συμβάσεως, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθ. 112 § 2 του ΕισΝΑΚ, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου ενώ με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, από την καταχώρηση τους στο λογαριασμό των αντίστοιχων κονδυλίων χάνεται η αυτοτέλειά τους, ώστε τελικά οφείλεται μόνο το προκύπτον κατάλοιπο κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος.

Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτηση του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαιτήσεως σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη επ` ακροατήριω συζήτηση της αγωγής.

Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντος ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.

Για τον ίδιο δε λόγο δεν νοείται μετά την καταχώρηση στο λογαριασμό πιστοχρεώσεων η μεμονωμένη εξόφληση συγκεκριμένης χρεωστικής καταβολής αφού η οποιαδήποτε καταβολή αφορά μόνο το προκύψαν υπόλοιπο κατά το χρόνο της. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.

Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει, άρα, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής.

Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των υπολοίπων πιστώσεως και χρεώσεως, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διαρρήξεως, σε απαλλοτρίωση περιουσιακού του στοιχείου πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προς βλάβη του δανειστή του.

Τέλος, όπως προκύπτει από τα άρθρα 847, 850 και 851 ΑΚ η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση κατά την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ήτοι ο εγγυητής ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Με την εγγύηση που φέρει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, δεν παράγεται απλώς ευθύνη άνευ οφειλής σε βάρος του εγγυητή.

Ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη), ήτοι για την εκπλήρωσή της. `Οταν όμως καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπλήρωσης της παροχής του πρωτοφειλέτη.

Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 του ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση (εκποίηση με την ευρύτερη έννοια) που έγινε απ` αυτόν προς βλάβη του δανειστή του που είναι ο ίδιος με τον πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίησή του, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των άρθρων 939 επ.

του ΑΚ (ΑΠ 263/1998, ΑΠ 146/1994). Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ.622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Στις 14-2-2001 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) Τράπεζας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " …" με το διακριτικό τίτλο " …." η με αριθμό .../14-2-2001 σύμβαση παροχής πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με την οποία χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρεία πίστωση μέχρι του ποσού των 1.467.351,43 ευρώ.

Συγκεκριμένα συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: 1) ο πιστούχος υποχρεούται να καταβάλει στην τράπεζα τόκο, ο οποίος υπολογίζεται τιμαριθμικώς επί του δραχμικού πραγματικού ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως προς κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο ορίζεται κατά μία εκατοστιαία μονάδα και εβδομήντα πέντε της εκατοστιαίας μονάδας υψηλότερο από το βασικό επιτόκιο κεφαλαίου κινήσεως που ανακοινώνει η τράπεζα διά του τύπου, 2) η τράπεζα έχει το δικαίωμα να τηρεί για την πίστωση έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, να συνενώνει ή να διαχωρίζει τον ή τους λογαριασμούς αυτούς και να μεταφέρει κονδύλια σε λογαριασμό σύμφωνα με τη λογιστική πρακτική που ακολουθεί εκάστοτε, 3) η τράπεζα έχει δικαίωμα να κλείνει οριστικά αυτοτελώς καθέναν από τους τυχόν περισσότερους λογαριασμούς της πιστώσεως και να επιδιώκει την είσπραξη και πριν το οριστικό κλείσιμο ολόκληρης της πιστώσεως, ενώ σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως το κατάλοιπο είναι αμέσως απαιτητό και ο πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίησή του σε υπερημερία, 4) απόσπασμα που εκδίδει η τράπεζα από τα βιβλία της και στο οποίο εμφαίνεται η κίνηση του ή των λογαριασμών της πιστώσεως από το άνοιγμά τους ή οποιαδήποτε αναγνώριση της πιστούχου αποτελεί πλήρη απόδειξη για την απαίτηση της τράπεζας που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως χωρίς ο πιστούχος να έχει δικαίωμα οποιασδήποτε αμφισβητήσεως.

Ο πιστούχος θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει την ακρίβεια του ή των λογαριασμών της πιστώσεως αν δεν έχει διατυπώσει αντιρρήσεις επ' αυτών με έγγραφό του προς την τράπεζα μέσα σε ένα μήνα από το περιοδικό κλείσιμο του ή των λογαριασμών. Ο πιστούχος κάνοντας χρήση της πιστώσεως θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει την ακρίβεια του ή των λογαριασμών της, 5) Κάθε αναγνώριση της οφειλής που θα γίνει στο μέλλον από τον πιστούχο υποχρεώνει και τον εγγυητή.

Στην ανωτέρω σύμβαση συνεβλήθη ο πρώτος των εναγομένων (πρώτος αναιρεσείων), ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος-εγγυητής, ο οποίος εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτης προς την τράπεζα υπέρ της πιστούχου, την πιστή εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση, κατά κεφάλαιο, τόκους πάσης φύσεως, προμήθειες, φόρους και έξοδα όλων των ποσών που οφείλονται ή μπορεί να οφείλονται από την πιστούχο προς την τράπεζα, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, σύμφωνα με τους όρους της άνω συμβάσεως.

Επί πλέον συμφωνήθηκε ότι ο εγγυητής ενέχεται ως αυτοφειλέτης και παραιτείται ανεπιφύλακτα από την ένσταση της διζήσεως, όπως επίσης και από τα άλλα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα. Ακολούθως η ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, αυξήθηκε μέχρι του ποσού των 4.000.000 ευρώ, με την υπ' αριθ. .../1/14-7-2005 πρόσθετη πράξη μεταβολής ύψους πιστώσεως, στην οποία συνεβλήθησαν η πιστούχος και ο πρώτος εναγόμενος-εγγυητής, με τους ίδιους ακριβώς όρους της αρχικής σύμβασης.

Για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω πιστώσεως ανοίχθηκαν οι με αριθμούς ..., ..., ... και ... λογαριασμοί τα χρεωστικά υπόλοιπα των οποίων, ανερχόμενα την 1-4-2006 στα ποσά των 270.000 ευρώ, 23.347,06 ευρώ, 275.975,69 και 1.383.689,02 ευρώ αντίστοιχα, αναγνώρισε η πιστούχος εταιρεία με τις από 1-4-2006 τέσσερις επιστολές της, αναγνώριση η οποία δυνάμει του προαναφερόμενου όρου της ανωτέρω συμβάσεως υποχρεώνει και τον εγγυητή πρώτο εναγόμενο.

Σημειώνεται, ότι ο εν λόγω όρος της σύμβασης δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αντιτιθέμενος στις διατάξεις του ν. 2251/1994, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον ισχυρισμό αυτό επαναφέρει παραδεκτά, κατ' εκτίμηση των αναφερομένων στο δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, αφού στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος εναγόμενος-εγγυητής ήταν τόσο κατά τον χρόνο της υπογραφής της ανωτέρω σύμβασης όσο και κατά τη διάρκεια της κίνησης των ως άνω εξυπηρετούντων αυτή λογαριασμών πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας, συμβλήθηκε δε με την ενάγουσα τράπεζα εντός του πλαισίου της επαγγελματικής του αυτής δραστηριότητας, με συνέπεια και σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε να μην τυγχάνει της προστασίας των διατάξεων του προαναφερθέντος νόμου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από τα ανωτέρω, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον ανωτέρω λόγο της εφέσεώς τους κρίνονται αβάσιμα. Περαιτέρω, η ενάγουσα στις 23-6-2006 προέβη σε μερικό οριστικό κλείσιμο της συμβάσεως πιστώσεως και του υπ' αριθ. ...

λογαριασμού που παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 281.751,62 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε σε οριστική καθυστέρηση, η δε σύμβαση πιστώσεως διατηρήθηκε ισχύουσα για το ποσό των 3.718.248,38 ευρώ. Εξάλλου, στις 27-6-2006 η ενάγουσα έκλεισε τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, μεταφέροντας το χρεωστικό υπόλοιπο στον ανοιγέντα υπ' αριθ. ...

λογαριασμό, την ίδια δε ημέρα η τράπεζα έκλεισε τον με αριθμό ... λογαριασμό, μεταφέροντας το χρεωστικό του υπόλοιπο στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και έκτοτε τηρήθηκαν στην τράπεζα σε σχέση με την προαναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως οι ... και ... λογαριασμοί. Ακολούθως η ενάγουσα με την από 3-11-2006 επιστολή της, η οποία κοινοποιήθηκε τόσο στην πιστούχο εταιρεία όσο και στον πρώτο εναγόμενο στις 6-11-2006 γνωστοποίησε στους ανωτέρω ότι στις 2-11-2006 προέβη στο οριστικό κλείσιμο της συμβάσεως πιστώσεως και των άνω με αριθμούς ...

και ... λογαριασμών, με συνολική απαίτηση 1.497.469,14 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένων των τόκων, και τους κάλεσε να προβούν στην εξόφληση α) του ποσού των 283.958,82 ευρώ σε σχέση με το μερικό κλείσιμο της άνω σύμβασης πιστώσεως πλέον τόκων υπερημερίας και β) του ποσού των 1.552.885,39 ευρώ σε σχέση με το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως πλέον τόκων, πλην όμως η πιστούχος και ο πρώτος των εναγομένων δεν συμμορφώθηκαν, ούτε προέβησαν σε καμία παρατήρηση επί του χρεωστικού υπολοίπου που τους κοινοποιήθηκε και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον σχετικό όρο της σύμβασης που προαναφέρθηκε αναγνώρισαν την ακρίβειά του.

Εξάλλου, για την είσπραξη του χρεωστικού υπολοίπου του με αριθμό ... λογαριασμού, ύψους κατά την ημερομηνία κλεισίματός του 281.751,62 ευρώ, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, η υπ' αριθ. 8251/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάνει της οποίας η πιστούχος εταιρεία και ο πρώτος εναγόμενος διατάχθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 283.697,72 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Αποδείχθηκε επίσης, ότι στις 30-10-2003 το χρεωστικό υπόλοιπο από την κίνηση των ανωτέρω λογαριασμών της ενάγουσας, ανερχόταν στο ποσό των 400.000 ευρώ, το γεγονός δε αυτό το γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος, αφού ήταν, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρείας και χρησιμοποιούσε την προαναφερόμενη πίστωση με ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών με τα οποία χρεώνονταν οι ανωτέρω λογαριασμοί.

Ωστόσο, στις 30-10-2003 και ενώ ήταν σε λειτουργία η προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο, ο πρώτος εναγόμενος, προέβη στην μεταβίβαση των κάτωθι περιουσιακών του στοιχείων. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθ. ...30-10-2003 συμβολαίου γονικής παροχής, της συμβολαιογράφου Αγίας Παρασκευής Αναστασίας Λάγη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην θυγατέρα του Ν.

Μ., δεύτερη των εναγομένων (και ήδη δεύτερη των αναιρεσειόντων), κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το υπό στοιχ. Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 104,61 τ.μ., της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην .., επί της οδού ... αρ.., , ενώ με το υπ' αριθ. .../30-10-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην θυγατέρα του Δ.

Μ., τρίτη των εναγομένων (και ήδη τρίτη των αναιρεσειόντων), κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, το υπό στοιχ. Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, επιφάνειας 104,61 τ.μ., της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας. Η αξία δε των ανωτέρω αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών ανέρχεται στο ποσό των 140.000 ευρώ για το Β-1 διαμέρισμα και στο ποσό των 150.000 ευρώ για το Γ-1 διαμέρισμα.

Ο πρώτος εναγόμενος προέβη στη μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών του στοιχείων, γνωρίζοντας την ύπαρξη της λειτουργίας της επιδίκου συμβάσεως πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως προαναφέρθηκε, προέβη δε στις μεταβιβάσεις αυτές, με σκοπό την βλάβη της ενάγουσας, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, θυγατέρες του, προς τις οποίες έγιναν οι εν λόγω μεταβιβάσεις και οι οποίες ήταν φοιτήτριες κατά τον χρόνο σύνταξης των προαναφερομένων συμβολαίων, είχαν οποιαδήποτε ανάγκη για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, ή για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, έτσι ώστε να δικαιολογείται η αιτία της γενομένης γονικής παροχής.

Εξάλλου, η απαιτούμενη για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης, πρόθεση βλάβης του δανειστή και η αφερεγγυότητα του οφειλέτη υπάρχει και εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος σε ολόκληρο οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης ή της άσκησης της αγωγής (ή ακόμα και της πρώτης συζήτησης), καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών.

Ως εκ τούτου, τα όσα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες περί υπάρξεως επαρκούς περιουσίας της πιστούχου, συνοφειλέτριας, κατά τον χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων, ουδεμία επιρροή ασκούν στον καταδολιευτικό χαρακτήρα των απαλλοτριώσεων στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος οφειλέτης, κατά τα προαναφερόμενα.

Και βέβαια, ο πρώτος εναγόμενος είχε στην κυριότητα του κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: Τις υπ' αριθ. 1, 2, 3, αποθήκες του υπογείου, επιφάνειας 9,23, 9,24 και 8,66 τ.μ. αντίστοιχα, της προαναφερόμενης πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην οδό …, συνολικής αξίας 21.000 ευρώ και ποσοστό 60/100 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχ.

Α-1 διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας, επιφάνειας 104,61 τ.μ., αξίας 138.000 ευρώ. Στα ανωτέρω ακίνητα όμως είναι ήδη εγγεγραμμένα τα εξής βάρη: Α) Επί των υπ' αριθ. 1,2 και 3 αποθηκών του υπογείου: 1) προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 250.000 ευρώ, υπέρ της τράπεζας ALPHA BANK, δυνάμει της υπ' αριθ. 67361Σ/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 290.000 ευρώ, υπέρ της τράπεζας " EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.", δυνάμει της υπ' αριθ. 8251/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 1.927,40 ευρώ, εγγραφείσα δυνάμει της υπ' αριθ.

… /2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά .., με επίσπευση του Δ. Μ., σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 172/2006 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κοζάνης, 4) δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού για το ποσό των 14.249,94 ευρώ, εγγραφείσα δυνάμει της υπ' αριθ. .../2006 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Ζαγκάνα, με επίσπευση Κ.

Π., σε εκτέλεση των υπ' αριθ. 25557/2006 και 25558/2006 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 5) αναγγελία απαίτησης, για το ποσό των 50.000 ευρώ, υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς, δυνάμει της υπ' αριθ. 7801/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Β) Επί του ποσοστού 60/100 εξ αδιαιρέτου του Α-1 διαμερίσματος: 1) προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 250.000 ευρώ, υπέρ της τράπεζας ALPHA BANK, δυνάμει της υπ' αριθ. 67361Σ/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 290.000 ευρώ, υπέρ της τράπεζας " EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.", δυνάμει της υπ' αριθ. 8251/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 20.426,63 ευρώ, εγγραφείσα δυνάμει της υπ' αριθ. .../2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά …, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 4454/595/2006 έγγραφης παραγγελίας του Γ'Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, 4) αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 25.217,84 ευρώ, εγγραφείσα δυνάμει της υπ' αριθ.

…/2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 5908/2006 διαταγής πληρωμής, με επίσπευση του Δ. Χ. και 5) αναγγελία απαίτησης, για το ποσό των 50.000 ευρώ, υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς, δυνάνει της υπ' αριθ. 7801/2006 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Έτσι, τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εναγομένου, δεν αρκούν για την ικανοποίηση της ενάγουσας, δεδομένου του ύψους της απαίτησης της τελευταίας και των βαρών με τα οποία αυτά είναι επιφορτισμένα. Εξάλλου, ενόψει του ότι η γονική παροχή αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη και η αιτία των επίδικων καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων ήταν η γονική παροχή του πρώτου εναγομένου προς τη δεύτερη και τρίτη εξ αυτών, θυγατέρων του, δεν απαιτείται γνώση των τελευταίων ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτρίωσε προς βλάβη της ενάγουσας, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 942 του ΑΚ.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη και να απαγγελθεί η διάρρηξη των ως άνω καταδολιευτικών δικαιοπραξιών στο σύνολό της, ενόψει του μεγέθους της απαίτησης της ενάγουσας, που υπερβαίνει την αξία αυτών". Ενόψει των παραπάνω παραδοχών του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε καμιά από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ιδίως δε αυτές των άρθρων 939 και 941 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των προπαρατεθεισών κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι: α) οι απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες των ακινήτων του πρώτου εναγομένου εγγυητή έγιναν προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριάς του, αφού κατά το χρόνο που καταρτίσθηκαν οι τελευταίες (30-10-2003) αυτός γνώριζε το παραπάνω χρέος προς αυτήν (400.000 ευρώ) και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση τις τελευταίες προκειμένου να ματαιώσει τη δυνατότητα ικανοποίησης της απαίτησής της, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος του μεταξύ τους λειτουργούντος αλληλόχρεου λογαριασμού, β) υφίστατο αφερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου, ενόψει του ότι τα ανωτέρω εναπομείναντα εμφανή περιουσιακά στοιχεία αυτού, δεν επαρκούσαν προς ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας δανείστριας, πέραν του ότι ήταν βεβαρυμμένα με προσημειώσεις υποθήκης, κατασχέσεις κλπ βάρη, πολλαπλάσιου ποσού της αξίας τους, γ) οι παραπάνω απαλλοτριώσεις ήσαν χαριστικές προς τη δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, θυγατέρων του, και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο γνώση των τελευταίων ότι ο εναγόμενος πατέρας τους ενήργησε τις παραπάνω απαλλοτριώσεις προς βλάβη της δανείστριας Τράπεζας και δ) είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής η απαίτηση της ενάγουσας από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος κλείσθηκε στις 2-11-2006 και ανήρχετο στο ποσό των 1.552.885,39 ευρώ, κοινοποιήθηκε δε στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια εταιρία και στον πρώτο εναγόμενο εγγυητή στις 6-11-2006, οι οποίοι και αναγνώρισαν το κατάλοιπο αυτό, βάσει του σχετικού όρου της συμβάσεως πιστώσεως και εγγυήσεως, πέραν δε της απαίτησης αυτής, από το μερικό κλείσιμο του ίδιου αλληλόχρεου λογαριασμού, που έγινε στις 23-6-2006, η δανείστρια Τράπεζα έχει απαίτηση και κατά το ποσό των 281.751,62 ευρώ, που ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο του μερικού κλεισίματος του λογαριασμού, το οποίο επίσης αναγνωρίσθηκε από την πιστούχο και τον εγγυητή και για το οποίο έχει εκδοθεί εις βάρος τους διαταγή πληρωμής.

Το τελευταίο δε (υπό στοιχ. δ') πραγματικό γεγονός, δικαιολογούσε, την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 874, 847, 850 και 851 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 υου ν.δ. της 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", από την αναιρεσίβλητη, ως δανείστρια έγερση της κατά την έννοια των άρθρων 939 επ.

ΑΚ περί διαρρήξεως αγωγής, ως και την παραδοχή της, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, αρκούσε εν προκειμένω το γεγονός ότι το οριστικό κλείσιμο του παραπάνω αλληλόχρεου λογαριασμού, είχε συντελεσθεί στις 2-11-2006 πριν από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (07-01-2010) και συνέτρεχαν και όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στις προρρηθείσες διατάξεις.

Εξάλλου, δεν υφίσταται ασάφεια ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ότι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, αποσκοπώντας να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της, αφού, κατά τις παραδοχές της, κατά το χρόνο (30-6-2003) πραγματοποιήσεως των δύο ως άνω χαριστικών μεταβιβάσεων των προαναφερόμενων ακινήτων στις θυγατέρες του, σαφώς γνώριζε, τόσον ως εγγυητής, όσον και ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρίας, ότι το χρέος της τελευταίας προς την ενάγουσα δανείστρια, που είχε εγγυηθεί, ανήρχετο στο ποσό των 400.000 ευρώ, από την κίνηση του άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς επίσης ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του (οι προαναφερόμενες αποθήκες και το κατά ποσοστό 60/100 εξ αδιαιρέτου διαμέρισμά του), συνολικής αξίας 100.000 ευρώ περίπου, δεν αρκούσε κατά τον ίδιο χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων προς ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, αλλά και όταν θα καθίστατο απαιτητή η ίδια αξίωσή της με το οριστικό κλείσιμο πέραν του ότι τα ακίνητα αυτά ήταν βεβαρυμμένα με προσημειώσεις υποθήκης, κατασχέσεις κλπ βάρη, για απαιτήσεις τρίτων που υπερέβαιναν το ποσό των 450.000 ευρώ.

Επίσης, δεν συνιστά ασάφεια της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η δανείστρια Τράπεζα, την αρχική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και πιστωτικό όριο 1.467.351 ευρώ, αύξησε στις 14-7-2005 μέχρι του ποσού των 4.000.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1/14-7-2005 πρόσθετης πράξης μεταβολής ύψους πιστώσεως, στην οποία συνεβλήθησαν η πιστούχος και ο πρώτος εναγόμενος-εγγυητής, με τους ίδιους ακριβώς όρους της αρχικής σύμβασης, αφού η τελευταία ενεργώντας καλόπιστα στα πλαίσια των άνω δανειοληπτικών συναλλαγών με την πρωτοφειλέτρια εταιρία και τον εναγόμενο εγγυητή και νόμιμο εκπρόσωπό της, σε συσχετισμό και προς τις εξασφαλίσεις που είχε λάβει απ' αυτούς, προέβη στην αύξηση του πιστωτικού ορίου της ήδη υφισταμένης πιστώσεως, χωρίς το γεγονός αυτό να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόθεση βλάβης του εναγομένου εγγυητή στην ικανοποίηση της τυχόν απαίτησής της κατά το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, με την προηγηθείσα τότε κατά χρόνο επιχείρηση από τον τελευταίο των επίδικων χαριστικών απαλλοτριώσεων, αφού για το τελευταίο (πρόθεση βλάβης), αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα, η γνώση του οφειλέτη περί της υπάρξεως παθητικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, κατά τη χρονική στιγμή της απαλλοτριώσεως, καθώς και του ύψους του, και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή κατά την προαναφερθείσα κατά χρόνο έννοια.

Επομένως, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και τον αντίστοιχο πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και τον πέμπτο, κατ' ορθή εκτίμηση, λόγο του αναιρετηρίου και τον τέταρτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμες, καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως.

Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, ως προς την πρόθεση του πρώτου των αναιρεσειόντων να βλάψει την δανείστρια τράπεζα με τις επιχειρηθείσες απ' αυτόν απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες και την φερεγγυότητά του κατά τον επίδικο χρόνο, που έρχονται σε αντίθεση με το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα επιχείρημα, ότι κατά τον ίδιο χρόνο η δανείστρια Τράπεζα είχε εξασφαλισθεί με πρόσθετες εγγυήσεις για το χρεωστικό υπόλοιπο που θα προέκυπτε κατά το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, και ότι η κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων (30-10-2003) οφειλή προς την αναιρεσίβλητη των 450.000 € εξοφλήθηκε μεταγενέστερα την 3-9-2004 κατά το ποσό των 348.036 €, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπον στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των επιχειρημάτων του πρώτου αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 αρ. 4, 577, 578 και 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (ΑΠ 1596/2011,ΑΠ 475/2002, 883/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τον αντίστοιχο δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπό στοιχεία Γ.9, Γ.6, Α.3 και Ε.4 εγγράφων που αναφέρουν στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, καθώς και τα υπ' αριθ. 12 και 19 έγγραφα που αναφέρει στις προτάσεις της η αντίδικός τους, με το να δεχθεί ότι υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης δανειστών του πρώτου των αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαναφερόμενων επίδικων απαλλοτριώσεων.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, εφόσον (πλήν του με στοιχ.Γ9 εγγράφου το περιεχόμενο του οποίου περιλαμβάνεται αυτούσιο στο αναιρετήριο), δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ούτε στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, το ακριβές περιεχόμενο των λοιπών ως άνω εγγράφων επί πλέον δε ως προς όλα τα έγγραφα (περιλαμβανομένου και του προαναφερομένου με στοιχ.Γ9) δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων που είναι εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς τους δέχθηκε (οντολογικό) περιεχόμενο αυτών καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχουν.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και τον αντίστοιχο τρίτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό του πρώτου των αναιρεσειόντων, ότι δεν είχε πρόθεση (δόλο) βλάβης της αναιρεσίβλητης δανείστρια τράπεζας κατά τον κρίσιμο χρόνο (30-10-2003) που προέβη στις επίδικες απαλλοτριώσεις των δύο ακινήτων της ιδιοκτησίας του, δεδομένου ότι διατηρούσε επαρκή περιουσία για την κάλυψη την περίοδο εκείνη χρεωστικού υπολοίπου εις βάρος της πιστούχου εταιρείας το οποίο είχε εγγυηθεί, πέραν του ότι υπήρχε κάλυψη αυτού με προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου της πιστούχου εταιρείας μεγαλύτερης αξίας και εγκεκριμένη πιστοποίηση του Δημοσίου (ΕΜΠ), η οποία πληρώθηκε το 2004.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με τον άνω ισχυρισμό αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος αποτελούν άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών ως προς την πρόθεση αυτού να βλάψει με τις επίδικες απαλλοτριώσεις την αναιρεσίβλητη δανείστρια και επιχειρήματα προς απόδειξη, αφενός μεν της φερεγγυότητάς του κατά τον κρίσιμο χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων, αφετέρου δε της εξασφάλισης του επίδικου χρέους με πρόσθετες εγγυήσεις, οι οποίες (αιτιάσεις) αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων, πέρα από το γεγονός ότι η μετά το χρόνο των ενδίκων απαλλοτριώσεων (30-10-2003) κάλυψη μέρους της ένδικης οφειλής με πληρωμή πιστοποιητικών το 2004 από το Ελληνικό Δημόσιο αφορούσε μόνο το προκύπτον τότε τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού υπέρ του οποίου και η εγγύηση και όχι μεμονωμένο κονδύλιο του λογαριασμού.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων είχε πρόθεση να βλάψει την δανείστρια τράπεζα, ότι μετά τις απαλλοτριώσεις αυτές εστερείτο επαρκούς περιουσίας προς κάλυψη του χρέους που είχε εγγυηθεί και ότι το χρέος αυτό δεν υπερκαλύπτετο με πρόσθετες εγγυήσεις, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως ενώπιον του έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) Την επιστολή της Τράπεζας EUROBANK ERGASIAS της 3ης Σεπτεμβρίου 2004 προς το ΕΜΠ σχετικά με την εκχώρηση του 11ου λογαριασμού έργου "αναβάθμιση και επανάχριση κτιρίων αποθήκης επίπλευσης με τον περιβάλλοντα χώρο της και Μηχανουργείου", 2) δάνειο τοκοχρεωλυτικό για αγορά παγίων της 27-02-2002, ποσού 146.735,14 ευρώ και 3) την υπ' αριθ.

…/25-04-2007 Δ' επαναληπτική περίληψη του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, στην οποία αναφέρεται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στις 26-02-2002 υπέρ της Τράπεζας "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", για το ποσό των 190.755,69 ευρώ, κατά της πιστούχου εταιρίας "ΚΛΕΜΑΤ ΑΕ". Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους εκκαλούντες, παραδεκτά, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επίδικα έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του.

Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ), λογος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1309/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-11-2012 αίτηση και τους από 14-09-2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 1309/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ