Supreme Court dismisses appeal on breach of contract penalty reduction and inadmissibility grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to award full liquidated damages for delayed property delivery. The appellant argued the penalty should be reduced due to the seller's inability to complete the building and that the claim was inadmissible as raised for the first time. The court rejected both arguments, ruling the penalty was justified by the specific circumstances and that the reduction claim was inadmissible under procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 404 and 405 of the Civil Code; Article 527 of the Code of Civil Procedure: A contractual penalty for delayed performance is valid if the delay is justified, and a claim to reduce such a penalty based on public order rules is inadmissible if not raised in the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2043 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2043/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Ταταρόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κουτσολάμπρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21 Ιουνίου 2002 και 27 Οκτωβρίου 2003 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4124/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ο εναγόμενος στην από 27/10/2003 αγωγή και ήδη αναιρεσείων επώλησε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη μία ημιτελή διώροφη κατοικία στην ..., αντί τιμήματος 75.000.000 δραχμών. Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε να παραδοθεί η οικία αποπερατωμένη μέχρι την 15/6/2001 και οι κοινόχρηστοι χώροι της μέχρι την 30/6/2001, για κάθε δε ημέρα καθυστερήσεως της παραδόσεως συμφωνήθηκε να καταβάλει ο πωλητής στην αγοράστρια ποινική ρήτρα 8.000 δραχμών.
Η κατοικία παραδόθηκε αποπερατωμένη στις 11/8/2001, ήτοι με καθυστέρηση 57 ημερών. Η καθυστέρηση αυτή ήταν όμως δικαιολογημένη, λόγω του πλήθους των προσθετών εργασιών που ο εναγόμενος-εργολάβος εκτέλεσε στην κατοικία, κατόπιν ειδικής συμφωνίας. Ο εν λόγω διάδικος ωστόσο κατέστη υπερήμερος ως προς την παράδοση των κοινοχρήστων χώρων, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη αποπερατωθεί.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην αντίδικό του ως ποινική ρήτρα το ποσό των 8.000 δραχμών ημερησίως και, συνολικώς, για 852 ημέρες καθυστερήσεως, το ποσό των 20.002,93 ευρώ, και επομένως είναι βάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και επιδικάζοντας ολόκληρο το ποσό της ποινικής ρήτρας, που κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη έγκαιρης αποπερατώσεως της κατοικίας ή των κοινοχρήστων χώρων αδιακρίτως, όπως άλλωστε σαφώς ζητήθηκε με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 404 και 405 του ΑΚ, κατά τις οποίες, η ποινή που συμφωνήθηκε για την περίπτωση μη εκπληρώσεως ή μη προσήκουσας εκπληρώσεως της παροχής, καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή περιέλθει σε υπερημερία, ούτε επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Επομένως ο πρώτος, εκ των αριθμών 1 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 527 αριθ. 3 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων περιπτώσεων, αναφερομένων στους αριθμούς 1 και 2 του ίδιο άρθρου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.
Κατά δε την παρ. 1 του τελευταίου τούτου άρθρου, το απαράδεκτο δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, η κατ' άρθρο 409 ΑΚ ένσταση μειώσεως της ποινής που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, καίτοι στηρίζεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον (άρθρο 409 ΑΚ) απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ εξάλλου από καμμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης.
Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή κατά την άνω έννοια και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς του περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (πρβλ και Ολ. ΑΠ 472/1983 επί του αναλόγου ζητήματος της επίσης δημοσίας τάξεως, και μάλιστα εντόνως, ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 31/3/2005, έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος επί της κατ' αυτού αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεν περιέχεται σ' αυτές ένσταση περί μειώσεως της συμφωνηθείσας ποινής στο προσήκον μέτρο.
Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., την ένσταση περί μειώσεως της ποινής, που για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη προέβαλε ο αναιρεσείων, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και, επομένως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ο δε δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται, υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.11.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της 4124/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ