2043/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2043/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2043 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2043/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Χ1, για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου της αρχικής διαδίκου Χ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2, για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου της αρχικής διαδίκου Χ. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ζαχαρίας Σαλούστρος και δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα απεβίωσε την 15-12-2006 και κληρονομήθηκε από την δεύτερη αναιρεσείουσα (Χ2) η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη, και παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Χυτήρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2000 αγωγή των αρχικών διαδίκων και της ήδη 2ης αναιρεσείουσας (Χ2), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2004 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 25-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1, όπως προκύπτει από την ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Παπάγου Αττικής, απεβίωσε στις 15-12-2006, η δε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Χ2, δεύτερη αναιρεσείουσα, γνωστοποίησε δα του πληρεξουσίου της δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσε ότι επαναλαμβάνει εκουσίως τη διακοπείσα λόγω θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ της ανωτέρω αναιρεσείουσας και των ααναιρεσιβλήτων.
Επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να γίνει επίκληση της καταρτισθείσας μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζομένου, συμβολαιογραφικής μεταβιβαστικής της κυριότητας πράξεως και της μεταγραφής της και επί κληρονομικής διαδοχής της συμβολαιογραφικής αποδοχής της κληρονομίας και της μεταγραφής της περί αυτής δηλώσεως, δεν είναι δε αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο έγινε κύριος ο εν λόγω προκτήτορας.
Σε περίπτωση, όμως, αμφισβητήσεως, με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, της κυριότητας του προκτήτορα τούτου από τον εναγόμενο, τότε υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει τον τρόπο κτήσεως αυτής μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητας, όπως είναι με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε, ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο περίπτωση πρώτη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα εσφαλμένα να απορρίψει την αγωγή τους ως αόριστη. Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες εξέθεταν σ' αυτήν ότι είναι συγκύριες, μαζί με την ασκήσασα αναίρεση ενάγουσα Χ, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, των περιγραφομένων 12 ακινήτων, που βρίσκονται στο Δήμο ........
Χίου. Ότι τα ακίνητα περιήλθαν σ' αυτές: α) από κληρονομία εξ αδιαθέτου του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Χ3, που πέθανε στις 3-11-1984, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκαν με την .......... δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Παπαφιλίππου, που νόμιμα μεταγράφηκε και β) με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ίδιες και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν νομή στα επίδικα για χρονικό διάστημα άνω των εκατό ετών.
Ότι, τέλος, οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι κατέχουν παράνομα, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (έτος 2000) τα επίδικα ακίνητα. Ζήτησαν δε, εκτός των άλλων, να αναγνωριστεί η κυριότητά τους και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι να τους τα αποδώσουν. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε σε σχέση με το ορισμένο της αγωγής, τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες, κατά το μέρος που στηρίζουν την αγωγή τους στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σε καμία απολύτως συγκεκριμένη πράξη νομής, ήτοι υλική ενέργεια που να προσιδιάζει στη φύση και τον προορισμό των ακινήτων και με την οποία να εκδηλώνεται η θέλησή τους να τα εξουσιάζουν, δεν αναφέρουν ότι προέβησαν ούτε οι ίδιες, ούτε οι δικαιοπάροχοί τους.
Η μνεία του ότι, κατείχαν, νέμονταν τα ακίνητα με διάνοια κυρίου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν αρκεί. Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης αμφισβήτησαν την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγουσών στα επίδικα ακίνητα. Οι τελευταίες και πάλι δεν καθόρισαν με τις προτάσεις τους υλικές πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους επί των ακινήτων, ώστε να στοιχειοθετηθεί η πρωτότυπη κτήση, όπως είχαν υποχρέωση για τη βάση της αγωγής τους που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας.
Με τις ελλείψεις αυτές όμως η αγωγή καθίσταται αόριστη, εφόσον δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί το νόμιμο της αξίωσης των εναγουσών, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κρίνοντας αόριστη την αγωγή και ως προς την κύρια βάση του παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητας επί των ακινήτων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ, διότι και επ' αυτού του τρόπου κτήσεως της κυριότητας, εφόσον οι εναγόμενοι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφισβήτησαν με τις προτάσεις τους της πρώτης συζητήσεως την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγουσών επί των επιδίκων ακινήτων, θα έπρεπε αυτές να καθορίσουν με τις προτάσεις τους τις υλικές πράξεις νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου τους επί των ακινήτων μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητας, όπως στην έκτακτη χρησικτησία, τις οποίες δεν προσδιόρισαν, και δεν αρκεί μόνον:
α) η έκθεση των διαδοχικών κληρονομικών διαδοχών, ατύπου διανομής και δωρεάς, μεταξύ των προκτητόρων των εναγουσών και β) η αναφορά ότι οι ενάγουσες και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν νομή και δι' αντιπροσώπων αφού δεν προσδιορίζονται οι υλικές πράξεις νομής εκείνων. Επομένως οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος περίπτωση δεύτερη λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι να έχει εισέλθει το δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, πράγμα που δεν συνέβει εν προκειμένω.
Με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το ως άνω μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο και επομένως μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου το νόμω βάσιμο, ορισμένο ή παραδεκτό αυτής και ένεκα των ελλείψεων αυτών να την απορρίψει, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εναγόμενος και να μη εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση, χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α΄ ΚΠολΔ, διότι χωρίς να έχει προβληθεί από μέρους των αναιρεσιβλήτων - εκκαλούντων λόγος εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε κάνει δεκτή την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειουσών - εναγουσών ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, την αγωγή των τελευταίων ως αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2006 αίτηση Χ2 για αναίρεση της 238/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ