Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction grounds, ruling administrative courts exclusively handle public works contract disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final First Instance Court decision rejecting their lawsuit. The appellant argued the civil court lacked jurisdiction, but the Court held that Article 175 of Law 4412/2016 grants administrative courts exclusive jurisdiction over disputes arising from public works contracts. Consequently, the civil court correctly rejected the case as inadmissible due to lack of jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 175 of Law 4412/2016; Art. 21 of Law 4491/2017: Disputes arising from public works contracts fall exclusively within the jurisdiction of administrative courts, regardless of the contract's legal nature or timing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2042 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2042/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δομνίκη Λασπά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΒΑΞ Α.Ε." (πρώην "J&P - ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φιλιώ Μεντή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2976/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ'αριθμ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Δ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού για τη δικάσιμο της 15-4-2024, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-9-2025), και κλήση να εμφανισθεί κατ` αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Επομένως, εφόσον το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην παρούσα δικάσιμο, και νέα κλήτευση αυτού για την εν λόγω μετ` αναβολή δικάσιμο δεν απαιτείτο, διότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 575 εδ.α' και β' και 226 παρ.4 εδ.β' και γ' ΚΠολΔ), πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α' και γ` ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 16-11-2022 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 2976/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση μετά τη νομότυπη παραίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως κατ` αυτής- εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-3-2019 αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετίας από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε επίδοσή της (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 94 §§ 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.
Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές, επιτρέπει όμως σ` αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ιδίας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή και αντιστρόφως (Α.Ε.Δ. 18/2009, ΑΠ 591/2019).
Με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας, που δεν είχαν ακόμα υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπάχθηκαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπόμενων στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου 1 περιπτώσεων περιλήφθηκαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι`), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση.
Η σύμβαση είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς, έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 891/2018).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό, είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 3/2012, ΑΠ 891/2018).
Το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς, κατά το οποίο οι διαφορές από συμβάσεις με το Δημόσιο ή με ΝΠΔΔ υπάγονταν είτε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για διοικητική σύμβαση, είτε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν επρόκειτο για ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και το οποίο ρητά προβλεπόταν και στο Ν. 4412/8-8-2016 "Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)", με τον οποίο θεσπίστηκαν ενιαίοι κανόνες για τις διαδικασίες προγραμματισμού, ανάθεσης, σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, μεταβλήθηκε, ως προς τις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών με τα άρθρα 21 και 22 του Ν. 4491/13-10-2017, με τα οποία αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως οι διατάξεις των άρθρων 175 και 198 του Ν. 4412/2016 και ορίστηκε ότι κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, διοικητικό εφετείο, στις οποίες διατάξεις μάλιστα προσδόθηκε αναδρομική ισχύς με την διάταξη του άρθρου 376 § 14 του Ν. 4412/2016, που προστέθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 4491/2017 και ορίζει ότι το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 198 του ιδίου νόμου) εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4412/2016.
Ενώ δηλαδή αρχικά, πριν τη θέσπιση του Ν 4491/2017, ο Ν 4412/2016 και επομένως και η διάταξη του άρθρου 175 εφαρμοζόταν, κατά το άρθρο 376, μόνο για τις συμβάσεις των οποίων η διαδικασία σύναψης λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του, δηλαδή μετά την 8-8-2016, εντούτοις προσδόθηκε αναδρομική ισχύ στη διάταξη αυτή, του άρθρου 175, στη διάταξη, δηλαδή, που προέβλεπε τη διαδικασία της δικαστικής επίλυσης των ως άνω διαφορών, αφού με το άρθρο 23 του νεότερου Ν 4491 /2017 προστέθηκε παράγραφος 14 στο ως άνω άρθρο 376, σύμφωνα με την οποία "14.
Το άρθρο 175 του Ν 4412/2016 εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν 4412/2016".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις μετά τη θέση σε ισχύ, από 13-10-2017, του Ν. 4491/2017 όλες οι προσφυγές ή αγωγές, που αφορούν τις διαφορές από την εκτέλεση δημοσίου κ.λ.π. έργου και απορρέουν από διοικητική σύμβαση ή από ιδιωτικού δικαίου σύμβαση, είτε έχουν, οι διαφορές, συμβατικό υπόβαθρο είτε, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, ερείδονται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ακόμα και αν ανακύπτουν από συμβάσεις έργων και μελετών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4412/2016, υπάγονται εφεξής στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και στην αρμοδιότητα του διοικητικού Εφετείου της περιφέρειας, όπου εκτελείται το δημόσιο κ.λ.π. έργο ( ΑΠ 51/2025, ΑΠ 50/2025, ΑΠ 71/2024 ).
Περαιτέρω, ο Ν. 4412/2016 ορίζει στο άρθρο 2 ότι: "1. Για τους σκοπούς του παρόντος εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) (...) 6) ως "δημόσιες συμβάσεις έργων" και ως "συμβάσεις έργων" νοούνται οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο, ένα από τα κάτωθι: α) την εκτέλεση ή συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση εργασιών που αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο Παράρτημα II του Προσαρτήματος Α` και στο Παράρτημα I του Προσαρτήματος Β` (...)." ( ...) 7) ως "έργο" νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών μηχανικού το οποίο επαρκεί αυτό καθαυτό για την εκπλήρωση μίας οικονομικής ή τεχνικής λειτουργίας.
Η εκτέλεση των εργασιών του προηγούμενου εδαφίου απαιτεί ιδίως την εφαρμογή μελέτης κατά την έννοια του παρόντος, με τη χρήση τεχνικών γνώσεων και μεθόδων και αφορά νέες κατασκευές, επεκτάσεις, ανακαινίσεις, επισκευές-συντηρήσεις κατά τη λειτουργία, κατεδαφίσεις υποδομών, ιδίως στις κατηγορίες οδοποιίας, οικοδομικών, υδραυλικών, ηλεκτρομηχανολογικών, λιμενικών, βιομηχανικών-ενεργειακών, δικτύων, πρασίνου, καθαρισμού και επεξεργασίας νερού, υγρών, στερεών και αερίων αποβλήτων, γεωτρήσεων, ειδικών μονώσεων, ανελκυστήρων, ηλεκτρονικού εξοπλισμού, πλωτών έργων και εγκαταστάσεων, ναυπηγείων, αποκαλύψεις μεταλλείων ή όπως οι κατηγορίες αυτές διαμορφώνονται από τις κείμενες διατάξεις και των υποδομών εκ του συνδυασμού των ανωτέρω κατηγοριών.
Από τη διάταξη αυτή συνάγονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα 1) οι συμβάσεις που αποβλέπουν στην εκτέλεση ή συγχρόνως στη μελέτη και στην εκτέλεση εργασιών που αφορούν μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σχετικά Παραρτήματα του νόμου αυτού συνιστούν "συμβάσεις δημοσίου έργου" (ΑΠ 51/20025, ΑΠ 50/2025).
Ειδικότερα, στο Παράρτημα Ι του Προσαρτήματος Β` του Ν. 4412/2016, που αναφέρεται στις συμβάσεις του Βιβλίου
ΙΙ (άρθρα 1 παρ. 2 περ. β`, 2 και 222 έως 338 του Ν. 4412/2016), περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι κάτωθι δραστηριότητες: κατασκευές, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει νέες κατασκευές και συνήθεις επισκευές, εγκαταστάσεις παροχών σε κτίρια, καλωδιώσεις και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων εγκατάσταση σε κτίρια και άλλες κατασκευές:
ηλεκτρικές καλωδιώσεις και εξαρτήματα, συστήματα τηλεπικοινωνίας, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, ανελκυστήρες, υδραυλικές εγκαταστάσεις, εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χωματουργικά έργα: εκσκαφές, επιχωματώσεις κλπ, λοιπές εγκαταστάσεις παροχών σε κτίρια, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εγκατάσταση σε κτίρια ή άλλες κατασκευές εξαρτημάτων και μόνιμων προσαρτημάτων που δεν κατατάσσονται αλλού, αποπεράτωση κτιρίων, λεπτοξυλουργικές εργασίες, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων τοποθέτηση μη ιδιοκατασκευασμένων θυρών, παραθύρων, πλαισίων, επενδύσεις δαπέδων και τοίχων, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διάστρωση, ανάρτηση ή τοποθέτηση σε κτίρια, τοποθέτηση υαλοπινάκων, λοιπές εργασίες αποπεράτωσης κτιρίων κλπ και 2) Ως έργο νοείται το αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών μηχανικού το οποίο επαρκεί αυτό καθαυτό για την εκπλήρωση μίας οικονομικής ή τεχνικής λειτουργίας, η εκτέλεση δε των εργασιών αυτών απαιτεί ιδίως την εφαρμογή μελέτης, με τη χρήση τεχνικών γνώσεων και μεθόδων και αφορά νέες κατασκευές, επεκτάσεις, ανακαινίσεις, επισκευές-συντηρήσεις κατά τη λειτουργία, κατεδαφίσεις υποδομών, ιδίως στις κατηγορίες οδοποιίας, οικοδομικών, υδραυλικών, ηλεκτρομηχανολογικών, λιμενικών, βιομηχανικών-ενεργειακών, δικτύων, πρασίνου, καθαρισμού και επεξεργασίας νερού, υγρών, στερεών και αερίων αποβλήτων, γεωτρήσεων, ειδικών μονώσεων, ανελκυστήρων, ηλεκτρονικού εξοπλισμού, πλωτών έργων και εγκαταστάσεων, ναυπηγείων, αποκαλύψεις μεταλλείων ή όπως οι κατηγορίες αυτές διαμορφώνονται από τις κείμενες διατάξεις και των υποδομών από το συνδυασμό των προαναφερόμενων κατηγοριών.
Επομένως, ως "έργο", κατά την έννοια του νόμου, καθίσταται σαφές ότι νοούνται εργασίες που φέρουν δομικό-κατασκευαστικό χαρακτήρα προς εκπλήρωση οικονομικής ή τεχνικής λειτουργίας (ΑΠ 1549/2024).
Επίσης, κατά το άρθρο 1 § 1 του Ν. 1418/1984, "τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της Χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της Χώρας και γενικά αποσκοπούν στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής του λαού", κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου "από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δημοσίου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων.
Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση". Κατά το άρθρο 2 εδάφιο 1 αυτού, ο νόμος εφαρμόζεται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς του δημοσίου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 § 1 του Ν. 2190/1994, [όμοιες είναι και οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 του άρθρου 1 του μεταγενέστερου Ν. 3669/2008 με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο όλες οι κείμενες διατάξεις που αφορούν στην κατασκευή των δημοσίων έργων και κατά το δεύτερο άρθρο του, ισχύει από 18-6-2008].
Εξ άλλου, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (Ολ.ΑΠ 5/1995).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/1999, ΑΠ 475/2019, ΑΠ 1980/2017, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 313/2015).
Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1043/2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 21-3-2019 αγωγής της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, η αναιρεσείουσα εξέθετε τα ακόλουθα:
Κατόπιν του διενεργηθέντος στις 8.6.2001 διαγωνισμού, υπέγραψε στις 24.9.2001 στην Αθήνα, με τον Προϊστάμενο του τότε Β' και μετέπειτα Δ' Τμήματος Κατασκευών της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων/Αθλητικών Ολυμπιακών Έργων- Εγκαταστάσεων (εφεξής ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ) της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος του εναγόμενου, σύμβαση, με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Σπίτι των Βαρέων Αθλημάτων Άνω Λιοσίων Αττικής", με εργολαβικό αντάλλαγμα 69.051.360,86 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
Ότι ειδικότερα η ενάγουσα ανέλαβε, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, η οποία διεπόταν από τις διατάξεις του ν. 1418/1984, την κατασκευή και παράδοση σε χρήση κλειστού γυμναστηρίου χωρητικότητας 9.300 θεατών, πλήρως εξοπλισμένου, στη θέση Τσουκλίδι Άνω Λιοσίων, για την τέλεση των αγώνων βαρέων αθλημάτων στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, καθώς και αιθουσών προθέρμανσης και ανάπαυσης των αθλητών, προπονητικών χώρων, συγκροτημάτων αποδυτηρίων, ιατρικών χώρων, χώρων για τη διοίκηση, την Ομοσπονδία, τις υπηρεσίες ασφαλείας, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αιθουσών τύπου, συνεντεύξεων και εξυπηρέτησης θεατών, καθώς και την προμήθεια και εγκατάσταση του απαιτούμενού εξοπλισμού.
Ότι το έργο περατώθηκε εμπρόθεσμα, κατόπιν εγκεκριμένων παρατάσεων της αρχικής προθεσμίας των 600 ημερολογιακών ημερών, στις 14.7.2004. Ότι στις 12.7.2004 υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής για χρήση για τη διεξαγωγή των αγώνων από την ανάδοχο εταιρεία στην ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ, η οποία το παρέδωσε στην ΟΕΟΑ "ΑΘΗΝΑ 2004", ενώ μετά το πέρας των αγώνων, το έργο παρελήφθη εν τέλει οριστικά από την Επιτροπή Παραλαβής, με το από 22.7.2010 πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής, εγκριθέν με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΥΔΕ Φ120/417/284/13.9.2010 απόφαση της ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ/ΓΓ Ολυμπιακής Αξιοποίησης του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.
Ότι κατά την εκτέλεση του έργου προέκυψε η ανάγκη εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών, μη περιλαμβανομένων στην αρχική σύμβαση, πλην όμως αναγκαίων για την ολοκλήρωση του έργου και τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, οι οποίες ήταν αδύνατον να προβλεφθούν κατά τον χρόνο σύνταξης της μελέτης του έργου. Ότι στις 26.4.2004 η ενάγουσα και η ΕΥΑΕ/ΑΟΕΕ υπέγραψαν την πρώτη συμπληρωματική σύμβαση, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ποσού 6.683.492,30 ευρώ, αφορώσα στις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο εργασίες, οι οποίες είχαν περιληφθεί στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο ανακεφαλαιωτικούς πίνακες εργασιών, συνοδευόμενες από τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρωτόκολλα κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών και είχαν εγκριθεί με αποφάσεις της ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ.
Ότι εκτός των περιλαμβανομένων στην ανωτέρω πρώτη συμπληρωματική σύμβαση, η ενάγουσα πραγματοποίησε και επιπλέον πρόσθετες εργασίες, αναγκαίες και αυτές για την ολοκλήρωση του έργου και επείγουσες, λόγω της ημερομηνίας έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, εγκριθέντων σχετικώς του τέταρτου ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών και του συνοδευτικού αυτού τέταρτου πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών, χωρίς όμως να υπογραφεί και δεύτερη συμπληρωματική σύμβαση.
Ότι οι εργασίες αυτές, για τις οποίες δεν υπεγράφη η δεύτερη συμπληρωματική?σύμβαση, αφορούν σε: α) συμπληρωματικές εργασίες ολυμπιακών προσαρμογών και ολοκλήρωσης του κτηρίου, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 55.856,84 ευρώ, β) ενοικίαση ηλεκτροπαραγωγικού ζεύγους για τις ανάγκες των δοκιμαστικών αγώνων και εργασίες κατασκευής και τοποθέτησης ιστού ανάρτησης σημαιών, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 5.359,59 ευρώ, γ) πρόσθετες ηλεκτροακουστικές εγκαταστάσεις, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 27.463,48 ευρώ, δ) επέκταση συστήματος κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 7.230,45 ευρώ, ε) ανάρτηση των scoreboards και videowalls με την κατασκευή βαρούλκων ανύψωσης, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 14.590,88 ευρώ, στ) κατασκευή και τοποθέτηση πρόσθετων εξεδρών στις κερκίδες για τοποθέτηση πρόσθετων δημοσιογραφικών εδράνων και αποξήλωση αυτών, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 65.920,74 ευρώ, ζ) επένδυση υαλοπινάκων αγωνιστικού χώρου με μεμβράνη συσκότισης για τη βελτίωση της τηλεοπτικής κάλυψης των αγώνων, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 12.167,58 ευρώ, η) κατασκευή υπερυψωμένου ειδικού αθλητικού δαπέδου του αγωνιστικού χώρου για τη διενέργεια του παραολυμπιακού αγωνίσματος της μπότσια (bocia), αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 76.440,54 ευρώ, θ) τοποθέτηση δίφυλλων ανοιγόμενων θυρών αλουμινίου, περσιδωτών πετασμάτων προστασίας και μπαρών πανικού, αναλυτικά περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 51.241,39 ευρώ, ι) εργασίες δικτύου αποχέτευσης ομβρίων λόγω τοποθέτησης αγωγού εκροής με εκσκαφές ορυγμάτων σε έδαφος γαιώδες ή ημιβραχώδες, επιχώσεις κλπ, αναλυτικά περιγραφόμενες, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 276.191,43 ευρώ, και ια) εργασίες φύλαξης, υγιεινής, συντήρησης και λειτουργίας των Η/Μ εγκαταστάσεων και πρασίνου, αναλυτικά περιγραφόμενες, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 881.564,48 ευρώ.
Ότι συνολικά, η αμοιβή της ενάγουσας για τις ανωτέρω πρόσθετες εργασίες ανέρχεται στο ποσό των 1.473.784,85 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων ΓΕ και ΟΕ και έκπτωσης, μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και αναθεώρησης, ποσό, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον τέταρτο ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών. Ότι οι επίδικες εργασίες εκτελέστηκαν από την ενάγουσα από 24-9-2001 έως 31-1-2007, αποπερατώθηκαν όλες την 31-1-2007 και έχουν παραληφθεί από το Ελληνικό δημόσιο με τα Πρωτόκολλα Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής την 31-12-2007 και 22-7-2010 αντίστοιχα.
Ότι δοθέντος του ότι δεν έχει υπογραφεί η δεύτερη συμπληρωματική σύμβαση, καθώς το τεχνικό συμβούλιο του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού δεν έχει εκδώσει μέχρι και σήμερα την απαιτούμενη γνωμοδότηση, η σύμβαση που αφορά στις ανωτέρω εργασίες δεν είναι έγκυρη, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, πλην όμως, το εναγόμενο, έχοντας παραλάβει το έργο και μην έχοντας καταβάλει στην ενάγουσα την αμοιβή της, έχει καταστεί πλουσιότερο κατά το ως άνω ποσό, καθώς το ποσό αυτό θα κατέβαλε και σε οποιονδήποτε τρίτο, με τον οποίο θα κατήρτιζε έγκυρη σύμβαση για την εκτέλεση των εργασιών αυτών.
Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε, μετά και από παραδεκτή τροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.473.784,85 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία αποπεράτωσης του έργου, στο οποίο αφορούν οι επίδικες εργασίες, ήτοι την 31.1.2007, άλλως επικουρικά από την ημερομηνία οριστικής παραλαβής του έργου, στο οποίο αφορούν οι επίδικες εργασίες, ήτοι την 22.7.2010, άλλως επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για εκδίκασή της, δεχόμενο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "..με βάση τα ανωτέρω (στην αγωγή) εκτιθέμενα, ενόψει του προφορικού χαρακτήρα της σύμβασης που ιστορείται ότι μετήλθαν τα διάδικα μέρη, η συνδέουσα την εναγόμενου με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σχέση, από την οποία και με αφορμή την οποία πηγάζει η αξίωσή της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (δοθέντος ότι η προφορικώς συναφθείσα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου), αποτελεί σχέση ιδιωτικού δικαίου και επομένως κάθε διαφορά που απορρέει από την επίδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ή εξ αφορμής αυτής, ακόμη και αν στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ανεξαρτήτως αν η συμφωνία αυτή, η οποία φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση δημοσίου έργου απέβλεπε στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού....Πλην όμως το περιγραφόμενο στην κρινόμενη αγωγή έργο αποτελεί δημόσιο έργο ......και δη τεχνικό έργο που εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό ...απαιτεί τεχνικές γνώσεις και συνδέεται με το έδαφος, δοθέντος δε ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε μετά την 13-10-2017.....καταλαμβάνεται από την επελθούσα με το ν.4491/2017 νομοθετική μεταβολή, που καθιέρωσε τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων...για όλες τις διαφορές που σχετίζονται με δημόσιο έργο, ακόμη και αν στηρίζονται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όπως εν προκειμένω, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ιδιωτικής και ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψής της, αποκλειομένης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και της μέχρι τότε εξαιρετικής καθ'ύλην αρμοδιότητας του Τριμελούς Εφετείου (μετά την κατάργηση του άρθρου 64 ΕισΝΚΠολΔ).
Συνεπώς, δεδομένου ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της αγωγής, αλλά και της συζήτησής της το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας (...) για την εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, δεχόμενο ότι 1) η συνδέουσα την ενάγουσα εταιρία με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σχέση, από την οποία και με αφορμή την οποία πηγάζει η ένδικη αξίωση της, στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (δοθέντος ότι η προφορικώς συναφθείσα σύμβαση μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου), αποτελεί σχέση ιδιωτικού δικαίου, 2) το περιγραφόμενο στην κρινόμενη αγωγή έργο (περιλαμβάνον τις ανωτέρω αναφερόμενες υπό στοιχεία α) έως και ια) εργασίες, συμπληρωματικές-πρόσθετες εργασίες στο κύριο έργο, ήτοι την κατασκευή του "Σπιτιού των Βαρέων Αθλημάτων Άνω Λιοσίων Αττικής", για το οποίο είχε υπογραφεί σύμβαση μεταξύ των διαδίκων], αποτελεί δημόσιο έργο [και δη τεχνικό έργο που εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (δημιουργία και διαμόρφωση αθλητικών εγκαταστάσεων κυρίως για τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, που αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των κατοίκων), απαιτεί τεχνικές γνώσεις και συνδέεται με το έδαφος και 3) η κρινόμενη διαφορά καταλαμβάνεται από την επελθούσα με το ν. 4491/2017 νομοθετική μεταβολή, που καθιέρωσε τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και την εξαιρετική καθ' ύλην αρμοδιότητα, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, του διοικητικού Εφετείου, για όλες τις διαφορές που σχετίζονται με δημόσιο έργο, ακόμη και όταν στηρίζονται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όπως εν προκειμένω, λόγω της προφορικότητας της επικαλούμενης σύμβασης, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ιδιωτικής και ανεξάρτητα από τον χρόνο της σύναψής της, αποκλεισμένης της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι η ένδικη αγωγή, εισάγει α) διαφορά αναφυόμενη από άκυρη καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων - αναιρεσείουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρίας και Ελληνικού Δημοσίου- σύμβαση ενόψει του προφορικού χαρακτήρα αυτής για την εκτέλεση δημόσιου έργου, από την οποία πηγάζει η αξίωση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, β) πρόκειται για δημόσιο έργο, αφού αφορά σε έργο που εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (δημιουργία και διαμόρφωση αθλητικών εγκαταστάσεων κυρίως για τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, που αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των κατοίκων), είναι έργο που εκτελείται για λογαριασμό φορέα του Δημοσίου εκπροσωπούμενου από την Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων/Αθλητικών Ολυμπιακών Έργων- Εγκαταστάσεων (ΕΥΔΕ/ΑΟΕΕ) της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, (άρθρο 1 § 1 του Ν. 1418/1984, 14 § 1 του Ν. 2190/1994), απαιτεί τεχνική γνώση και συνδέεται με το έδαφος, καθόσον αντικείμενό του ήταν οι ανωτέρω αναφερόμενες υπό στοιχεία α) έως και ια) εργασίες, συμπληρωματικές-πρόσθετες εργασίες στο κύριο έργο, ήτοι την κατασκευή του "Σπιτιού των Βαρέων Αθλημάτων Άνω Λιοσίων Αττικής", δηλαδή "δημόσιο έργο" σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη της παρούσας (άρθρο 1 § 3 του Ν. 1418/1984, 1, 2 και 3 του Ν. 3669/2008, 2 περ. 6, Παράρτημα II του Προσαρτήματος Α` και Παράρτημα I του Προσαρτήματος Β` του Ν. 4412/2016), γ) η διαφορά αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου και δ) υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, κατά το άρθρο 175 του Ν. 4412/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 21 του Ν. 4491/2017, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, καθόσον με τη νέα αυτή διάταξη καθιερώνεται αποκλειστική αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, για κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, που προκύπτει από συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων και μελετών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, είτε οι διαφορές έχουν συμβατικό υπόβαθρο είτε, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, ερείδονται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και εφαρμόζεται και στις διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έργων που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4412/2016, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, όπως η προκειμένη.
Επομένως, για την εκδίκαση αυτής είχαν δικαιοδοσία τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και όχι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως πολιτικό δικαστήριο. Κατόπιν αυτού, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις περί δικαιοδοσίας είναι του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου με αποτέλεσμα να μην ιδρύονται οι ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 λόγοι αναίρεσης, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το Δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε, επιπροσθέτως δε για την εκ του αριθμού 19 πλημμέλεια, και διότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν προχώρησε σε κρίση επί της ουσίας, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως απαράδεκτη.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2022 αίτηση της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΒΑΞ Α.Ε" για αναίρεση της με αριθμό 2976/2021 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ