Legislator Case Law & Legislation
2042/2022 AI generated

2042/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2042/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2042/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τις λοιπές μη παραγραφείσες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 28-12-2005 έως 30-9-2006. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την, ως άνω, από 10-4-2018 και με αριθ. κατάθ. 4175/3425/2018 έφεση. Κατά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 19-2-2019, στη θέση της ένατης ενάγουσας-εκκαλούσας Π.

Keywords

AI generated
lapse due to peremption forfeiture of recourse rights deduction for property maintenance costs holding period deduction forfeiture of administrative claim statutory bar
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2042 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2042/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Κ. του Β., 2.Ε. Κ. του Δ., 3.Σ. Ρ. του Χ., 4.Β. Τ. του Χ., 5.Α. Τ. - Τ. του Η., 6.Χ. Α. του Γ., 7.Μ. Α. του Κ., 8.Δ. Γ. του Ν., 9.Σ. Θ. του Α., ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας Π. Π. του Ι., 10.Ε. Κ. του Α., 11.Χ. Ρ. του Κ., 12.Λ. Γ. του Β., 13.Ε. Π. του Ε., 14.Ι. Γ. του Δ., 15.Γ. Δ. του Β., 16.Σ. Κ. του Π., 17.Κ. Ν. του Ν., 18.Ι. Γ. του Δ., κατοίκου Αμαρουσίου, 19.Ν. χήρας Χ. Κ. του Ε., 20.Κ. Β. του Ε., 21.Χ. Κ. του Π., 22.Β. χήρας Χ. Ξ., 23.Δ. Χ. Ξ., 24.Α. Χ. Ξ., και 25.Α. Ξ. του Χ., των τεσσάρων τελευταίων ως κληρονόμων του Χ. Ξ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έβελιν Αθανασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6558/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-2-2020 και με αριθ. κατ. 2652/280/21-5-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 6558/26-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-4-2018 και με αριθ.

κατ. 35431/2491/12-4-2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 309/12-2-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 4-9-2015 και με αριθ. κατ. 82848/2793/9-9-2015 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή, την οποία στρέφουν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου", οι 25 ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του, ως άνω, εναγομένου, καθώς και κατά της (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." την από 14-12-2007 και με αριθ.

κατ. 278101/6312/24-12-2007 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι οι 21 πρώτοι από αυτούς και ο, ήδη αποβιώσας, σύζυγος και πατέρας των λοιπών (22ης, 23ης, 24ου και 25ης), Χ. Ξ. είχαν προσληφθεί από τους εναγομένους, προκειμένου να απασχοληθούν ως φύλακες σε σχολεία του Δήμου Αμαρουσίου, στα πλαίσια του προγράμματος "για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών στη φύλαξη σχολείων", με συμβάσεις, οι οποίες προσχηματικά αναγράφοντο ως "συμφωνητικά συνεργασίας", ενώ στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκαν, μετά από κατ' επανάληψη παρατάσεις της αρχικής τους σύμβασης, έως την 30-9-2006, οπότε, μετά τη θέση σε ισχύ του πδ 164/2004 και την τήρηση της σχετικής διαδικασίας, οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι με την εν λόγω από 14-12-2007 προγενέστερη αγωγή τους, αφού επικαλέσθηκαν ότι η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι της σύμβασης απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ζήτησαν για το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα (από 16-2-2001 έως 30-9-2006) με βάση τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, άλλως επικουρικώς με βάση την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν για παροχή νυχτερινής εργασίας, για παροχή εργασίας τις Κυριακές και τις αργίες, για αποζημίωση λόγω μη χορηγηθείσας ετήσιας άδειας ανάπαυσης και επιδόματα αδείας, για επιδόματα εορτών, καθώς και για επιδόματα γάμου, τέκνων, επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ειδικής απασχόλησης και για κίνητρο απόδοσης τα αντίστοιχα αναφερόμενα ποσά νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Ότι επί δε της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1952/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδίκου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη, επί δε της ασκηθείσας κατ' αυτής από τους ενάγοντες από 15-9-2009 και με αριθ. κατάθ. 9175/30-9-2009 έφεσης εκδόθηκε η με αριθ. 4190/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απερρίφθη ως προς τη δεύτερη, ως άνω, εναγομένη, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και ως προς το πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, ως μη νόμιμη.

Ότι επί της ασκηθείσας κατ' αυτής από 12-11-2012 αίτησης των εναγόντων κατά του πρώτου εναγομένου εκδόθηκε η με αριθ. 1080/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η (εκεί) προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή και, τέλος, ότι εκδόθηκε, την 21-7-2015, η με αριθ. 3400/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζον ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15-9-2009 έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. 1952/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτής, μετά το γενόμενο με τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των εναγόντων, μερικό περιορισμό από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, είναι αόριστο στο σύνολο του, διότι δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων αξιώσεων ζητείται η καταψήφιση.

Περαιτέρω, με την ένδικη από 4-9-2015 αγωγή, η οποία ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την έκδοση της, ως άνω, με αριθ. 3400/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και στην οποία επισυνάπτουν ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, όπως αναφέρουν, το δικόγραφο της προγενέστερης, ως άνω, από 14-12-2007 αγωγής, οι ενάγοντες επιδιώκοντας την ικανοποίηση των ιδίων αξιώσεών τους κατά του εναγομένου, προσδιορίζουν τις αξιώσεις των οποίων ζητείται η καταψήφιση και εκείνες των οποίων ζητείται η αναγνώριση και ζητούν να τους επιδικασθούν εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, αντίστοιχα, τα ίδια ποσά που ζητούσαν με την από 14-12-2007 αγωγή νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 309/12-2-2018 οριστική απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, κατά την, ως άνω, διαδικασία των εργατικών διαφορών: Α) Απέρριψε: α) το αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης άδειας ως αόριστο, β) το αίτημα περί επιδίκασης επιδόματος τέκνων, επικίνδυνου-ανθυγιεινού επιδόματος, επιδόματος ειδικής απασχόλησης και κινήτρου απόδοσης, που αναλογεί στο χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως 30-11-2005, ως ουσιαστικά αβάσιμο, λόγω συμπλήρωσης διετούς παραγραφής από τη γένεση κάθε επιμέρους αξίωσης μέχρι την άσκηση, στις 28-12-2007, της προγενέστερης, ως άνω, από 14-12-2007 αγωγής, δεχόμενο ότι οι εν λόγω αξιώσεις προβλήθηκαν για πρώτη φορά με την αγωγή αυτή, το δε αίτημα περί επιδίκασης των αντιστοίχων αξιώσεων του επομένου, μετά την παραγραφή, χρονικού διαστήματος (έως την 30-9-2006), ως ουσιαστικά αβάσιμο, γ) το αίτημα περί επιδίκασης των λοιπών αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από το έτος 2001 έως 27-12-2005 ως ουσιαστικά αβάσιμο, λόγω συμπλήρωσης διετούς παραγραφής από τη γένεση κάθε αξίωσης έως την άσκηση της, ως άνω, προγενέστερης από 14-12-2007, αγωγής, δεχόμενο ότι η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων διακόπηκε μεν με την υποβληθείσα στις 21-12-2006 αίτηση των εναγόντων προς το εναγόμενο για την πληρωμή αυτών, πλην όμως η άσκηση της εν λόγω από 14-12-2007 αγωγής έλαβε χώρα στις 28-12- 2007, δηλαδή μετά το πέρας της προβλεπόμενης στο άρθρο 263 ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας.

Β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τις λοιπές μη παραγραφείσες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 28-12-2005 έως 30-9-2006. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την, ως άνω, από 10-4-2018 και με αριθ. κατάθ. 4175/3425/2018 έφεση. Κατά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 19-2-2019, στη θέση της ένατης ενάγουσας-εκκαλούσας Π.

Π. του Ι., που εν τω μεταξύ, στις 23-5-2018, είχε αποβιώσει, υπεισήλθε, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος ο Σ. Θ. του Α., ήδη ένατος αναιρεσείων. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 6558/26-11-2019 απόφαση δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), κατά την παρ. 2 του άρθρου 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) όπως ο ν. 2362/1995 ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 του ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α' 143), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ιδίου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του παραπάνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.

α' και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 125/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 εδ. β του ιδίου, ως άνω, ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αίτησης για πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής, αν δε η δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης.

Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και να τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1643/2017). Περαιτέρω, ο ν. 2470/1999 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις " (ΦΕΚ Α' 40/21-3- 1997), στο άρθρο 1 ορίζει ότι: "1.

Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι: α) του Δημοσίου...Στο άρθρο 9, ότι: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται την 16 Δεκεμβρίου έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα.. καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας.. καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους", ενώ στο άρθρο 24 ορίζεται ότι: " Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α., που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α......". Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 ν. 2470/1999 εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. 2026439/3480/0022 (ΦΕΚ Β' 462/6-6-1997), με την οποία προβλέφθηκε ότι: "1. Οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 17, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25 και 26, του άρθρου 27 παρ. 2, των άρθρων 28, 29, 31 και 33 ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40/Α/21-3-1997) "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α......4. Τα επιδόματα Εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας... θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρο 9...5. Η απόφαση αυτή ισχύει από 1-1-1997". Εξάλλου, όμοιες μισθολογικές ρυθμίσεις για τους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου συμπεριελήφθησαν στο ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α' 297/23-12-2003) με έναρξη ισχύος 1-1-2004, ο οποίος κατήργησε από 1-1-2004, με το άρθρο 28, τις διατάξεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 9 ν. 2470/1997.

Συγκεκριμένα με το άρθρο 9 προβλέφθηκε ότι: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων καταβάλλεται την 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους". Κατ' εξουσιοδότηση δε του άρθρου 21 αυτού εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 215), με την οποία επεκτάθηκαν οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του άρθρου 9 του, ως άνω, νόμου και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, προβλέφθηκε δε ρητά ότι τα καταβαλλόμενα σε αυτούς επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας θα υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού (ΑΠ 631/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχείο "1ος", δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαίως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ως παραγεγραμμένες τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 21-12-2004 έως 27-12-2005, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις για καταβολή επιδομάτων αδείας και Χριστουγέννων του έτους 2004 και επιδόματος Πάσχα 2005, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 93 ν. 2362/1995 και 263 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, σε σχέση με τις, ως άνω, αξιώσεις των εναγόντων, τα ακόλουθα: "..Εξετάζοντας το πραγματικό περιεχόμενο της με αριθμό 66724/21-12-2006 αιτήσεως, την οποία είχαν υποβάλει οι εκκαλούντες [ήδη αναιρεσείοντες] στον εφεσίβλητο Δήμο [ήδη αναιρεσίβλητο] την οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς απόδειξη της αντενστάσεώς τους περί διακοπής της παραγραφής, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 21-12-2004 έως και 27-12-2005, κρίνεται ότι, αν και με τον τρόπο αυτό (υποβολή της ως άνω αιτήσεως) πράγματι υπήρξε διακοπή της παραγραφής, ωστόσο η υπό κρίση αγωγή που ακολούθησε με χρόνο ασκήσεως αυτής την 28-12-2007, έλαβε χώρα πέραν της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 ΑΚ, από το πρώτο διακοπτικό γεγονός και, ως εκ τούτου, σε συνδυασμό με το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 η παραγραφή αρχίζει από τη γέννησή τους και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς ο δεύτερος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 10-4-2018 έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με τον απορριφθέντα, κατά τα παραπάνω, δεύτερο λόγο αυτής, οι ενάγοντες- εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες παραπονούντο κατά της πρωτόδικης απόφασης ισχυριζόμενοι ότι δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις τους για το χρονικό διάστημα από 21-12-2004 έως και 27-12-2005, διότι είχαν διακόψει την παραγραφή των αντίστοιχων κονδυλίων με την υποβολή της με αριθ.

πρωτ. 66724/21-12-2006 αίτησής τους προς τον εναγόμενο-εφεσίβλητο, ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 93 εδ. β σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, την οποία (διάταξη του άρθρου 93 εδ. β του ν. 2362/1995) δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα την κρινόμενη υπόθεση. Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες διέκοψαν την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του χρονικού διαστήματος από 21-12-2004 έως 27-12-2005 στις 21-12-2006, με την υποβολή της με αριθ.

πρωτ. 66724/21-12-2006 αίτησης για την πληρωμή τους προς το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο και ότι η από 14-12-2007 αγωγή περί επιδίκασης αυτών, που αποτελεί το επόμενο, διακοπτικό της παραγραφής, γεγονός, ασκήθηκε στις 28-12-2007, δεν παρεγράφησαν οι, ως άνω, αξιώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για καταβολή επιδόματος Πάσχα 2005, που γεννήθηκε δέκα ημέρες πριν το Πάσχα 2005, οπότε ήταν καταβλητέα (όχι όμως και των αξιώσεων για καταβολή επιδόματος αδείας 2004 και επιδόματος Χριστουγέννων 2004, που σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, ήταν καταβλητέα την 1-7-2004 και την 16-12-2004, αντίστοιχα, οπότε κατά την υποβολή της από 21-12-2006 αίτησης είχαν ήδη υποπέσει στη διετή παραγραφή).

Τούτο δε διότι από την πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αίτησης, δηλαδή από την 21-6-2007, οπότε, κατά τα οριζόμενα στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 93 εδ. β ν. 2362/1995 άρχισε εκ νέου η διετής παραγραφή, συμπληρούμενη την 21-6-2009, μέχρι την άσκηση της από 14-12-2007 αγωγής, την 28-12-2007, δεν είχε συμπληρωθεί διετία.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι οι, ως άνω, αξιώσεις παραγράφηκαν διότι η από 14-12-2007 αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο εξαμήνου από την υποβολή της από 21-12-2006 αίτησης, αντίθετα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, παραβίασε ευθέως την τελευταία αυτή διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα.

Τούτο δε διότι, με βάση τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η παραγραφή των, ως άνω, αξιώσεων διακόπηκε με την υποβολή της από 21-12-2006 αίτησης, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, μετά πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της άρχισε εκ νέου η διετής παραγραφή, η αγωγή, για να διακόψει εκ νέου την παραγραφή έπρεπε, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 93 εδ.

β ν. 2362/1995, να ασκηθεί (όπως και ασκήθηκε) εντός της (νέας) διετίας μετά την πάροδο εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης και όχι εντός εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμων εν μέρει των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε ως παραγεγραμμένες τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 21-12-2004 έως 27-12-2005, συμπεριλαμβανομένης της αξίωσης για καταβολή επιδόματος Πάσχα 2005.

Μετά δε την αποδοχή των λόγων αυτών παρέλκει η έρευνα του 1ου λόγου αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 93 ν. 2362/1995.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ασαφή ή ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 941/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 720/2019). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται, δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 108/2020). Η αοριστία όμως της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέροντα τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 941/2020, ΑΠ 108/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1β του α.ν. 539/1945, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνείται τη χορήγηση στο μισθωτό του της νόμιμης κατ' έτος άδειας, υποχρεούται μόλις λήξει το έτος, κατά το οποίο ο μισθωτός δικαιούται άδεια να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας αυξημένες κατά 100%.

Η προσαύξηση των αποδοχών αδείας, τις οποίες σε κάθε περίπτωση πρέπει να λάβει ο μισθωτός εφόσον διατηρεί δικαίωμα αδείας, προϋποθέτει άρνηση του εργοδότη να χορηγήσει αυτούσια την άδεια, η δε άρνηση αυτή, εφόσον έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του εργαζομένου, συνιστά πταίσμα, το οποίο έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεσθεί ο εργαζόμενος που ζητεί την προσαύξηση.

Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων για προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας παρελθόντων ετών, πρέπει να αναφέρεται σε αυτή, εκτός των άλλων, ότι ο εργαζόμενος ζήτησε την άδεια του για τα συγκεκριμένα έτη και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει εξαναγκάζοντάς τον σε παροχή εργασίας, κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια (ΑΠ 248/2020, ΑΠ 1985/2017, ΑΠ 902/2017).

Τέλος, λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 837/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, με το να απορρίψει ως αόριστα: α) το αίτημα περί επιδίκασης διαφορών αποδοχών, επιδόματος γάμου, επιδόματος τέκνων, επικίνδυνου και ανθυγιεινού επιδόματος, επιδόματος ειδικής απασχόλησης και κινήτρου απόδοσης για το χρονικό διάστημα από 19-2-2001 έως 30-9-2006 (δεύτερος λόγος αναίρεσης), β) το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσας άδειας (τρίτος λόγος αναίρεσης).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον έλεγχο της βασιμότητας του δεύτερου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το, ως άνω, αίτημα όχι ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αλλά ως ουσία αβάσιμο, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Περαιτέρω οι αξιώσεις των εκκαλούντων που προκύπτουν από τις αποδοχές που δικαιούνταν και τις αποδοχές που ελάμβαναν, τις αποδοχές επιδόματος γάμου, τις αποδοχές επιδόματος τέκνων, τις αποδοχές επικίνδυνου και ανθυγιεινού επιδόματος, τις αποδοχές επιδόματος ειδικής απασχόλησης και τις αποδοχές κινήτρου απόδοσης για το χρονικό διάστημα από 19-2-2001 έως 30-9-2006, αθροίζοντας, στην υπό κρίση αγωγή, τα μερικότερα ποσά και αφαιρώντας από το γενικό σύνολο τις συνολικές αποδοχές που ελάμβαναν για το επίδικο χρονικό διάστημα, εναπομείναντος του υπολοίπου το οποίο δεν διευκρινίζεται τι αφορά, σε συνδυασμό με το ότι έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις από το έτος 2001 έως τις 27-12-2005, πράγματι δημιουργείται σύγχυση στο Δικαστήριο, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, αφού ακόμη και αν επιδικασθούν αποδοχές για το επόμενο χρονικό διάστημα, δεν δύναται να σχηματισθεί ασφαλής δικανική κρίση εάν και κατά πόσο, μέρος από τα ποσά αυτά έχει εξοφληθεί από τις αποδοχές που συνομολογούν οι εκκαλούντες ότι τους έχουν καταβληθεί.

Επομένως, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τα σχετικά κονδύλια εκάστου εναγομένου ως κατ' ουσία αβάσιμα". Σύμφωνα με τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τα όσα διαλαμβάνονται ως αναιρετική πλημμέλεια στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, επομένως, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, για τον έλεγχο της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του αιτήματός τους περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσας άδειας, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, παραθέτοντας το περιεχόμενο του αντίστοιχου ισχυρισμού τους, στην αίτηση αναίρεσης, ότι: "ουδέποτε λάβαμε την ετήσια άδεια αναψυχής, που δικαιούμασταν από τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης απασχόλησης, με υπαιτιότητα των εναγομένων, υπό την έννοια ότι εμείς τόσο κάθε χρόνο να λάβουμε τη δικαιούμενη άδεια μας, πλην όμως τα εναγόμενα δεν μας τη χορηγούσαν, παρά μας υποχρέωναν να απασχολούμαστε επί δώδεκα μήνες κάθε έτος".

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού προκύπτει ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, για το ορισμένο αυτού, δεν αναφέρουν, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν ότι ζήτησαν από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο την άδεια που εδικαιούντο για καθένα από τα ένδικα έτη.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που, με την αιτιολογία ότι: "δεν προκύπτει από την υπό κρίση αγωγή ότι οι ενάγοντες νυν εκκαλούντες, σε συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες και κάθε έτος ζήτησαν από τον εφεσίβλητο Δήμο την άδειά τους αυτούσια......" έκρινε απορριπτέο το εν λόγω αίτημα ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το, ως άνω, μέρος που κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνο που την εξέδωσε. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του εν μέρει ηττηθέντος αναιρεσίβλητου Δήμου (άρθ. 176, 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Αναιρεί τη με αριθ. 6558/26-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 21-12-2004 έως 27-12-2005, συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για επίδομα Πάσχα 2005.

- Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνο, που την εξέδωσε.

- Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ