Supreme Court dismisses appeal filed late due to lost ID, rejecting force majeure claim without proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance criminal judgment for theft and fraud. The appellant filed the appeal personally on July 31, 2018, which was after the statutory ten-day deadline following the judgment's registration in the official book. The appellant claimed force majeure due to losing their police ID and being unable to prove identity, but failed to provide specific details or evidence that the loss prevented timely filing. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not substantiate the exceptional circumstances required to justify the late submission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 473, 507, 474 of the Code of Criminal Procedure; An appeal filed after the statutory deadline is inadmissible unless force majeure is proven, and mere loss of identification documents without proof of impossibility to verify identity does not constitute valid force majeure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2042 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 2042/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαλέρμπα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31-7-2018 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1050/2018.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Κωνσταντινόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη, με αριθμό πρωτ. 228/26.9.2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 13/31-7-2018 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 9/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Λάρισας, και εκθέτω τα εξής: Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1, 3 και 507 παρ. 1 εδ.
α' ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως.
Ειδικότερα, όμως, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναιρέσεως κατά των αποφάσεων για τις οποίες επιτρέπεται η άσκηση της, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν ο δικαιούμενος ήταν απών κατά τη δημοσίευσή της και είναι γνωστής διαμονής στην ημεδαπή, οπότε η κατά τα άνω δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της σχετικής αποφάσεως.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 474 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Εξάλλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 168 ΚΠΔ "1. Οι προθεσμίες που ορίζονται στον κώδικα υπολογίζονται σύμφωνα με το καθιερωμένο ημερολόγιο.
Όταν η προθεσμία ορίζεται σε ημέρες, δεν υπολογίζεται η ημέρα με την οποία συμπίπτει το χρονικό σημείο ή το γεγονός από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία. Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα, η προθεσμία παρεκτείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα...2. Η τελευταία ημέρα της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεων, την κατάθεση εγγράφων ή την άσκηση ένδικων μέσων θεωρείται ότι λήγει τη στιγμή που λήγει η τελευταία εργάσιμη ώρα του αρμόδιου δικαστικού γραφείου".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ, "1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα...το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...".
Ωσαύτως, εκπρόθεσμη άσκηση ένδικου μέσου συγχωρείται μόνο αν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που εμπόδισε την νόμιμη ενάσκηση του προειρημένου δικαιώματος, σύμφωνα με τη γενική αρχή ότι κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα (impossibilium nulla obligatio est). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν ήταν δυνατόν να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο [ΟλΑΠ 763/1987_ΟλΑΠ 15/1987_ΟλΑΠ 5/1995_ΟλΑΠ 4/1995], Στην περίπτωση, όμως, αυτή, στη συντασσόμενη, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, σχετική έκθεση πρέπει να γίνεται επίκληση τόσο των διακωλυτικών της εμπρόθεσμης άσκησης του ένδικου μέσου περιστατικών, που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, όσο και των αποδεικτικών προς τούτο αποδεικτικών μέσων [ΑΠ 512/2017_ΑΠ 328/2017_ΑΠ 223/2012_ΑΠ 1801/2011].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 18/2018 απόφασή του, καταδίκασε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία, κατά τη συζήτηση και τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν παρούσα, σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση (άρ. 375 παρ. 1 εδ.
α' και 386 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 29-6-2018 (βλ. σχετική βεβαίωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου Ε. Π.), η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση στο Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας (Δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση) στις 31-7-2018, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 13/2018 σχετική έκθεση.
Η ειρημένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μεν νομότυπα, πλην, όμως, εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προς τούτο δεκαήμερης προθεσμίας από την, κατά τα άνω, καταχώριση της συγκεκριμένης αποφάσεως στο Ειδικό Βιβλίο, σύμφωνα με τις προηγούμενες αναπτύξεις. Η αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της άσκησης του περί ου ο λόγος ένδικου μέσου, επικαλείται, ως λόγο ανώτερης βίας, το αιφνίδιο γεγονός της απώλειας της αστυνομικής της ταυτότητας, ισχυριζόμενη ότι δεν διέθετε άλλο αποδεικτικό της ταυτότητάς της στοιχείο, όπως διαβατήριο ή άδεια οδήγησης, έχοντας μάλιστα ήδη παραδώσει, στις 13-3-2018, τη δικηγορική της ταυτότητα στο Δικηγορικό Σύλλογο Κιλκίς, ενώ η αστυνομία της συνέστησε να αναμένει λίγες ημέρες μέχρι την έκδοση νέας ταυτότητας.
Στη σχετική, όμως, έκθεση δεν αναφέρεται πότε και υπό ποιες περιστάσεις η αναιρεσείουσα απώλεσε την αστυνομική της ταυτότητα και ιδίως πότε προήλθε στη σχετική δήλωση προς την αρμόδια αστυνομική αρχή, δεν διευκρινίζεται αν το απρόβλεπτο αυτό γεγονός συνέπεσε χρονικά με την κρίσιμη για την άσκηση του εν λόγω ένδικου μέσου προθεσμία, δεν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα που ήταν απαραίτητο να παρέλθει και πράγματι μεσολάβησε μέχρι την έκδοση νέου δελτίου, ενώ δεν γίνεται μνεία για ποιο λόγο ήταν αδύνατη και δεν κατέστη εφικτή η καθ' οιονδήποτε τρόπο πιστοποίηση από την αστυνομική αρχή των στοιχείων της ταυτότητάς της μέχρι την έκδοση νέου δελτίου, ενόψει μάλιστα της άμεσης έκδοσης νέου δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, με την ταυτόχρονη ακύρωση εκείνου, του οποίου δηλώθηκε η απώλεια.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δεν αποδεικνύεται η συνδρομή δικαιολογητικών της εκπρόθεσμης άσκησής της λόγοι, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρα 476 παρ. 1-583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 13/31-7-2018 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 9/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Λάρισας Και Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας".
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. Ια του ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά από την αντικατάσταση τους με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως των ενδίκων μέσων κατ' αποφάσεων είναι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της.
Κατά δε την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι δε επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανωτέρας βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα.
Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473§2 και 474§2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οποιοδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (ΟλΑΠ 5/1995, Ολ ΑΠ 15/1987, ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1564/2016, απ 985/2011, απ 1639/2010).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως, αν εκείνος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση αυτής (αποφάσεως) στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγρ. 3 του ως άνω άρθρου 473 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 9/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2018, με παρούσα την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, αυτή δικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό, για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών.
Η ως άνω προσβαλλόμενη (υπ' αριθμ. 9/2018,απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 29 Ιουνίου 2018, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέως επί του σώματος αυτής. Η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση (από 31 Ιουλίου 2018, αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως αυτοπροσώπως, με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Λάρισας, στις 31 Ιουλίου 2018,για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 13/2018 σχετική έκθεση, δηλαδή μετά από την πάροδο της τασσομένης από το νόμο δεκαήμερης προθεσμίας από την, κατά τα άνω, καταχώρηση της συγκεκριμένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μεν νομότυπα, πλην όμως εκπρόθεσμα. Η αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως του περί ου ο λόγος ενδίκου μέσου, επικαλείται στη συνταγείσα συναφώς έκθεση αναιρέσεως ως λόγο ανώτερης βίας το αιφνίδιο γεγονός της απώλειας της αστυνομικής της ταυτότητας, ισχυριζομένη ότι δεν διέθετε άλλο αποδεικτικό των στοιχείων της έγγραφο, όπως διαβατήριο ή άδεια οδήγησης, έχοντας μάλιστα παραδώσει ήδη στις 13.3.2018 τη δικηγορική της ταυτότητα στο Δικηγορικό Σύλλογο Κιλκίς, και ότι η αστυνομία της συνέστησε να αναμείνει λίγες ημέρες μέχρι την έκδοση νέας ταυτότητας και ότι εν τέλει εξέδωσε τη νέα της ταυτότητα στις 24.7.2018.
Στην υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρονται το πότε και υπό ποιες περιστάσεις η αναιρεσείουσα απώλεσε την αστυνομική της ταυτότητα και δεν διευκρινίζεται αν το απρόβλεπτο αυτό γεγονός συνέπεσε χρονικά με την κρίσιμη για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου προθεσμία, ενώ δεν γίνεται μνεία για ποιο λόγο ήταν αδύνατη και δεν κατέστη εφικτή η καθ' οιονδήποτε τρόπο πιστοποίηση από την αστυνομική αρχή των στοιχείων της ταυτότητάς της μέχρι την έκδοση νέου δελτίου, ενόψει μάλιστα της άμεσης έκδοσης νέου δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, με την ταυτόχρονη ακύρωση εκείνου του οποίου δηλώθηκε η απώλεια.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εφ' όσον ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δεν αποδεικνύεται η συνδρομή δικαιολογητικών της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της λόγοι, είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Ιουλίου 2018 και με αριθμό 13 / 2018 έκθεση - αίτηση της Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ