Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on property dispute due to inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court made errors in evidence assessment and applied the law incorrectly, while the respondents contended that these grounds were legally inadmissible. The court rejected the appeal because the specific grounds cited for challenging judgments against peace courts do not apply to appeals against first-instance decisions, and the court's evaluation of evidence is not subject to review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation applicable to appeals against first-instance judgments are distinct from those against peace court decisions, and the Supreme Court does not review the lower court's assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2042 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2042/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χήρας Ι. Τ., 2.Α. Τ. του Ι., 3.Γ. Τ. του Ι., 4.Ά. Τ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αρβανιτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2009 παραπεμπτική του ιδίου Δικαστηρίου, 61/2011 απόφαση του καθ’ ύλην αρμοδίου Ειρηνοδικείου Φλώρινας και 296/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-3-2014 αίτησή του, την οποία επανέφεραν προς συζήτηση μετά από ματαίωση οι αναιρεσίβλητοι με την από 6-4-2017 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτη, Νικήτα Χριστόπουλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση,η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων(βλ. και .../11-8-2015 πληρεξούσιο συμβολαιογράφου Φλώρινας Ά. Χ.- Δ. Μ.). Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους .../15-12-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Φλώρινας Ε. Β., προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2013 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσίβλητων, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών Π.
Α., για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20-4-2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε διαδοχικά από το πινάκιο για τις δικασίμους 21-12-2016 και 5-4-2016,οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της. Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους .../24-5-2017 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Ε.
Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6-4-2017 κλήσης των αναιρεσίβλητων, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσίβλητων, προς τον αναιρεσείοντα για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2017), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείοντα .
Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σαν να ήταν παρών, 576 παρ.2).
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 296/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας που δίκασε κατ’ έφεση, εξαφάνισε την 61/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, τακτικής διαδικασίας, και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσίβλητων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος), αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Άσκηση της νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σν αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης αντού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η μίσθωση, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών τον, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων. [ΑΠ ΑΠ 85/2015, ΑΠ 26/2015].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη τον άρθρον 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμός 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας τον ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τον η αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 τον άρθρον 560 ΚΠολΔικ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής η των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη η απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αναίρεσης και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένους τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 ΑΚ., τις οποίες εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει αυτές των άρθρων 63-9 επ. 634επ.
ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τον, καθόσον α) οι ενάγοντες στην αγωγή τους εκθέτουν, μεταξύ άλλων, ".....Κατά την περίοδο που ο δικαιοπάροχος μας Ι. Τ. του Η. ήταν στην Γερμανία, όλα τα επίδικα τα είχε μισθώσει με προφορική σύμβαση στους αδελφούς τον Ι. και Ε..
Στην συνέχεια, μετά τον θάνατο του ως άνω δικαιοπαρόχου μας, ο οποίος συνέβη στις 27-7-1992. εμείς μισθώναμε τα επίδικα στον πρώτο αντίδικο, οι δε σχετικές συμφωνίες καταρτίζονταν προφορικώς και εγγράφως.....Με το από 14-1-2005 εξώδικο μας προς τον πρώτο αντίδικο, το οποίο του επιδόθηκε νόμιμα την ίδια ημέρα, καταγγείλαμε την μισθωτική σύμβαση που είχαμε συνάψει μαζί του και η οποία είχε λήξει στις 31-7-2004 χωρίς να ανανεωθεί, και του ζητήσαμε να μας αποδώσει τα μίσθια...." , β) δεν ήταν νόμιμη η επικαλούμενη καταγγελία των μισθώσεων, γιατί δεν είχε παρέλθει η νόμιμη διάρκειά τους και συνακόλουθα η αξίωσή τους για απόδοση των επίδικων μίσθιων ακινήτων και γ) η αγωγή με αυτό το περιεχόμενο "είναι προδήλως μισθωτική , αφού έχει ως αναγκαία ιστορική βάση τη σύμβαση μίσθωσης , ουδόλως δε θα μπορούσε να ασκηθεί ως εμπράγματη αναγνωριστική της κυριότητας, καθόσον ο μισθωτής είναι απλός κάτοχος του μισθίου....μετά τη λήξη της μίσθωσης και την παύση της σχέσης του μισθωτή προς το πράγμα, αυτός έχει υποχρέωση να το αποδώσει στον εκμισθωτή και νομέα.
Αν αρνηθεί, ο εκμισθωτής μπορεί να αξιώσει την απόδοση του ασκώντας την αγωγή, που απορρέει από τη σύμβαση, η οποία εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των ΚΠολΔ 647επ. ή την περί νομής εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή....".
Από την επισκόπηση της από 18-7-2007 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Φλωρίνης, το οποίο, με την 30/2009 απόφασή του, την παρέπεμψε προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Φλώρινας, προκύπτει ότι σε αυτή εκτίθεται, μετά την επαρκή περιγραφή κατά θέση, έκταση και όρια των [επίδικων] επτά αγροτεμαχίων και τον επικαλούμενο τρόπο κτήσης της κυριότητας , ότι: ".......Από την διανομή αυτή το τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο επίδικο περιήλθαν στην ιδιοκτησία του Ι.
Τ. του Η., ο οποίος και είχε στην κατοχή και νομή τον με διάνοια κυρίου τα εν λόγω επίδικα καλόπιστα, συνεχώς, ακωλύτως και αδιαλείπτως από το έτος 1960 μέχρι και τον θάνατο του στις 2.7.1992 δηλαδή για περίοδο 32 ετών. Στην συνέχεια, μετά. τον θάνατο τον Ι. Τ. Η., εν ζωή συζύγου της πρώτης από εμάς και πατέρα των λοιπών από εμάς, εμείς, ως εξ’ αδιαθέτου κληρονόμοι του, συνεχίσαμε να ασκούμε την κατοχή και νομή με διάνοια κυρίου των τετάρτου, πέμπτου, έκτου και εβδόμου των επιδίκων, καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και ακωλύτως μέχρι σήμερα.
Γ. ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΝΟΜΗ ΜΕ ΔΙΑΝΟΙΑ ΚΥΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ Κατά την περίοδο που ο δικαιοπάροχος μας Ι. Τ. του Η. ήταν στην Γερμανία, όλα τα επίδικα τα είχε μισθώσει με προφορική σύμβαση στους αδελφούς τον Ι. και Ε.. Στην συνέχεια, μετά τον θάνατο τον ως άνω δικαιοπαρόχου μας, ο οποίος συνέβη στις 27-7-1992 εμείς μισθώναμε τα επίδικα στον πρώτο αντίδικο, οι δε σχετικές συμφωνίες καταρτίζονταν προφορικώς και εγγράφως.
Ο πρώτος αντίδικος έχει υποβάλει δηλώσεις καλλιέργειας στην Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Φλώρινας, όπου τα δηλώνει ως καλλιεργούμενα από τον ίδιο αλλά δικής μας ιδιοκτησίας και έχει λάβει τις σχετικές επιδοτήσεις. Μάλιστα, στις 9-5-1997, δηλαδή 5 χρόνια μετά τον θάνατο τον δικαιοπαρόχου μας, υπεβλήθη στην Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Φλώρινας, κατάσταση όπου εμφανίζονται τα επίδικα ως καλλιεργούμενα από τον ήδη προ πενταετίας δικαιοπάροχο μας! Μάλιστα ο εν λόγω δικαιοπάροχος μας εμφανίζεται να έχει υπογράψει και να έχει υποβάλει την εν λόγω κατάσταση! Η κατάσταση αυτή αποτελεί δικαιολογητικό για την χορήγηση επιδότησης.
Δηλαδή, κάποιος, ίσως κάποιος από τους αντιδίκους, λάμβανε επιδοτήσεις για λογαριασμό τον από πενταετίας αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου μας.
Δ. ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΑΣ Με το από 14-1-2005 εξώδικο μας προς τον πρώτο αντίδικο, το οποίο τον επιδόθηκε νόμιμα την ίδια ημέρα, καταγγείλαμε την μισθωτική σύμβαση που είχαμε συνάψει μαζί του και η οποία είχε λήξει στις 31-7-2004 χωρίς να ανανεωθεί, και του ζητήσαμε να μας αποδώσει τα μίσθια. Ορισμένα από τα μίσθια μας απέδωσε, αλλά αρνήθηκε, και αρνείται μέχρι και σήμερα, να μας αποδώσει τα επίδικα, ισχυριζόμενος ότι αυτά δήθεν αποτελούν δική του ιδιοκτησία! Και ασφαλώς από την λήξη της ως άνω μίσθωσης ο πρώτος αντίδικος αρνείται να μας καταβάλει και μισθώματα.
Στην συνέχεια, ο πρώτος αντίδικος για να μας δημιουργήσει ακόμη περισσότερα προβλήματα, εξώθησε τον δεύτερο αντίδικο και πατέρα τον, τον τρίτο αντίδικο θείο τον και τον τέταρτο αντίδικο πρώτο εξάδελφο τον να ισχυρίζονται ότι τα επίδικα δήθεν αποτελούν δική τους ιδιοκτησία. Έτσι, οι αντίδικοι όλοι μαζί συσπειρωμένοι έχουν στραφεί εναντίον μας, μας απειλούν και μας βρίζουν, για να μας φοβίσουν ώστε να μην διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας και μας αναγκάζουν να τρέχουμε στα Δικαστήρια.
Οι αντίδικοι προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν τον θάνατο τον δικαιοπαρόχου μας για να μας "φάνε" τα επίδικα". Ζητούσαν δε "να αναγνωριστεί ότι είμαστε συγκύριοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου των στο ιστορικό περιγραφομένων ακινήτων". Το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και σε σχέση με τον ως άνω ισχυρισμό τον αναιρεσείοντος, που ήταν και λόγος έφεσης δέχθηκε , όπως προκύπτει από αυτή: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία και όχι τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, καθώς η αγωγή με αίτημα την αναγνώριση κυριότητας λόγω αμφισβήτησης αυτής από τους εναγομένους, όπως εν προκειμένω, δεν στοιχειοθετεί μισθωτική διαφορά". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 619επ. και 634επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον με την ένδικη αγωγή δεν εισάγεται διαφορά από σύμβαση μίσθωσης των επίδικων ακίνητων και τούτο γιατί:
πρόκειται περί αγωγής αναγνωριστικής τον δικαιώματος συγκυριότητας των εναγόντων, με ιστορικό την κτήση κυριότητας των επίδικων αγροτεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία, για τη θεμελίωση της οποίας, ως εμφανείς πράξεις νομής, πέραν της εικοσαετίας, αναφέρονται και οι εκμισθώσεις αυτών τόσον από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων όσο και από τους τελευταίους στους εναγομένους.
Εκθέτουν ακόμη ότι έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής, γιατί ο αναιρεσείων και οι λοιποί μη διάδικοι εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμα συγκυριότητας τους, αρνούνται να αποδώσουν τα επίδικα ακίνητα, αν και έληξαν οι μισθώσεις τους , δεν καταβάλλουν μισθώματα και ισχυρίζονται ότι ανήκουν κατά κυριότητα σε εκείνους.
Το αίτημα δε της αγωγής είναι η αναγνώριση του δικαιώματος της συγκυριότητάς τους στα ακίνητα αυτά. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της παράβασης των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1045, 1046 ΑΚ, γιατί, αν και δέχεται ότι μισθωτής των επίδικων ακινήτων είναι ο αναιρεσίβλητος, δεν απέρριψε την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγομένους ως παθητικά ανομιμοποίητη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί οι εναγόμενοι δεν ενάγονται ως μισθωτές των ακινήτων αυτών, αλλά επειδή, όλοι, αμφισβητούν το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων σε αυτά. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας τον ουσιαστικού δίκαιον..., ζ) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν έχει καθ’ ύλη αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων τον άρθρον 559 ΚΠολΔικ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων.
Επομένως α) ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και β) ο έκτος, από τον αριθμό 19 τον ίδιον άρθρον, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθ’ όσον σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "από κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δέχθηκε την αγωγή ως εμπράγματη σε σχέση με τους 2ο , 3°, και 4ο από εμάς, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει με οποιαδήποτε βάση και αν ησκείτο, καθόσον ο 1ος εξ ημών συνεχίζω την κατοχή των επίδικων, των λοιπών μηδεμίαν σχέσιν εχόντων με αυτούς.
Ειδικότερα ο 3ος των αντιδίκων φέρεται να μου έχει εκμισθώσει έκταση 12.80 τ.μ. εκ τον με ... αγρού [αριθ. 1 στην εξώδικο καταγγελία], 8.0000 τ μ. εκ τον με αριθμό 3 αγρού [... στην εξώδικο καταγγελία], ολόκληρο τον με ... αγρό [... στην εξώδικο καταγγελία], ολόκληρο τον με ... στην εξώδικο καταγγελία] και ολόκληρο τον με ...
στην εξώδικο καταγγελία.]. Εάν αυτοί δικαιούνται το 1/6 εξ αδιαιρέτου των με ... επιδίκων, όπως αναφέρουν, αυτό ανέρχεται συνολικά και για τους τέσσερις σε 6.437,5 τ μ. και 5.885,5 τ μ. αντιστοίχως, ήτοι σε έκταση μικρότερη της μισθωθείσης. Θα έπρεπε λοιπόν μόνον ο 3ος των εναγόντων να ασκήσει την αγωγή της ΚΠολΔικ 647επ.
Η τακτική τους να εναγάγουν όλους μας, αποσκοπεί στο να θεμελιώσουν ανύπαρκτα δικαιώματα και να στερήσουν τη μαρτυρική κατάθεση μας υπέρ κάποιον εκ των συνεναγομένων". Οι αιτιάσεις αυτές, όμως, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
4.Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρ. 495 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 296/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ