Supreme Court dismisses appeal in contract dispute, upholding lower court's evidence assessment and finding no legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Drager Medical Gmbh against the Athens Court of Appeal's judgment in a contract dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific contract terms and witness testimonies regarding product distribution. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly evaluated evidence and that the appellant's arguments concerned matters of fact assessment, which are not subject to review on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 & 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court correctly interpreted substantive law and applied it to the case, or if the appeal concerns the evaluation of evidence which falls within the exclusive jurisdiction of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2042 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2042/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γερμανικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Drager Medical Gmbh, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία Drager Medical AG & Co KG, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νιόβη Πατσατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε.Γ.-Λ. ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο Μeditrust, η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Τσιάγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6411/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3500/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 21-3-2014 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε προβαλλόμενη απαίτηση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της αντιδίκου της, από διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεις εμπορευμάτων της προς την αναιρεσίβλητη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ'ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ'αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2008).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 K.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, στοιχεία (ανεπαρκής αιτιολογία) (ΑΠ 821/2007, ΑΠ 90/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν η έλλειψη του νομικού συλλογισμού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ'αυτές, εφ'όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992). Εξ'άλλου, παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας:
α) παρά τη διαπίστωση άμεσου ή έμμεσου κενού ή ασάφειας, ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μερών, παραλείπει να προσφύγει σ'αυτούς για να διαπιστώσει την αληθή έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 1170/2009). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, ως προς τη δήλωση βούλησης των μερών, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1581/2007), εκτός αν από όσα έκανε δεκτά το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του, στο αν υπάρχει κενό ή ασάφεια (ΑΠ 84/2008) β) προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, πως η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 604/2011, ΑΠ 168/2006).
Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ή άλλων ερμηνευτικών διατάξεων), δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προβαίνει στην ερμηνεία της σύμβασης, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (πρβλ.
ΑΠ 355/2004). Έμμεση παραβίαση είναι δυνατόν να λάβει χώραν, όταν, το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο της σύμβασης, καταφεύγει και σε άλλα έγγραφα, μάρτυρες κ.λ.π. εκτός του εγγράφου με το οποίο καταρτίστηκε η σύμβαση (ΑΠ 1969/2009, ΑΠ 1581/2007) γ) όταν το δικαστήριο, αφού διαπίστωσε κενά ή αμφίβολα σημεία, προσέφυγε στους πιο πάνω κανόνες, τους οποίους όμως εφάρμοσε λανθασμένα (Ολ.
ΑΠ. 26/2004, ΑΠ 535/2008) δ) παρέλειψε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία εξάγεται η εφαρμογή τους (ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 527/2007).
Στην υπο κρίση περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, τα ακόλουθα: ".... Η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Γ. - Λ. & ΣΙΑ Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "MEDITRUST", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη εταιρία "Ε. Γ. - Λ. Ε.Π.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "MEDITRUST ΕΠΕ"... έχει ως αντικείμενο την παροχή και συντήρηση ιατρικού και επιστημονικού εξοπλισμού, δραστηριοποιείται δε στον αντίστοιχο επαγγελματικό χώρο από το έτος 1939.
Η εναγομένη κατήρτισε με την εταιρία με την επωνυμία "Hill- Rom Manufacturing Inc." την από 12-2- 2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δυνάμει της οποίας ανέλαβε (η εναγομένη) την αποκλειστική διανομή, προώθηση, πώληση και τεχνική υποστήριξη και συντήρηση (service) στην Ελλάδα των προϊόντων "Air- Shields". Η ανωτέρω σύμβαση είχε αρχική διάρκεια τριών (3) ετών και αποτέλεσε συνέχεια και ανανέωση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που είχε συνάψει η εναγομένη με την εταιρεία με την επωνυμία "Air- Shields Inc." ήδη από το έτος 1982, η οποία ανανεώθηκε το έτος 1995, με την υπογραφή της από 1-1-1995 συμβάσεως αποκλειστικής διανομής και τεχνικής συντήρησης (service).
Στη συνέχεια, η εταιρεία "Air- Shields Inc." εξαγοράστηκε από την εταιρεία "Hill- Rom Manufacturing Inc.", και συνεχίστηκε η ομαλή συνεργασία της εναγομένης με την τελευταία αυτή εταιρεία, με την υπογραφή της προαναφερθείσας από 12-2-2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 15-9-2003 σύμβασης αγοράς, η εταιρία με την επωνυμία "Hill- Rom Manufacturing Inc." συμβλήθηκε ως πωλήτρια με την ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Drager Medical AG. & CO KG", καθώς και με τη θυγατρική της ενάγουσας εταιρία με την επωνυμία "Drager Medkal Infant Care Inc" και πώλησε στις δύο τελευταίες εταιρίες, οι οποίες στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς αναφέρονται ως "ομάδα του αγοραστή" ("Buyer Group"), σε αντιστοιχία με την "ομάδα του πωλητή" ("Seller Group"), μεταξύ άλλων και όλα τα δικαιώματά της από την προαναφερθείσα από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής που είχε καταρτίσει με την εναγομένη.
Την από 15-9-2003 σύμβαση αγοράς την υπογράφουν χωριστά οι νόμιμοι εκπρόσωποι, τόσον της ενάγουσας εταιρίας (Γερμανική μητρική), όσο και της Αμερικανικής θυγατρικής της με την επωνυμία "Drager Medical Infant Care Inc" αναφερόμενες ως "ομάδα του αγοραστή" ("Buyer Group"). Από τη σύμβαση αυτή αγοράς, και δη από το σύνολο του κειμένου της, προκύπτει, ότι, τόσον η ενάγουσα, όσο και η θυγατρική της ως άνω εταιρία υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από την από 12.2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Η ενάγουσα μάλιστα δημοσίευσε το υπ' αριθμ. 53e/2003 -Σεπτέμβριος Δελτίο Τύπου, στην έδρα της στο Lubeck Γερμανίας, με το οποίο ανακοίνωνε την ως άνω σύμβαση αγοράς και ειδικότερα την εκ μέρους της ενάγουσας (χωρίς να αναφέρεται καθόλου η θυγατρική της) εξαγορά του κλάδου βρεφικής φροντίδας "Air- Shields" της εταιρείας "Hill- Rom Manufacturing Inc." Περαιτέρω, ο κεντρικός ρόλος της μητρικής στην εν λόγω εξαγορά και η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε θυγατρική επιβεβαιώνεται και σε επόμενο δελτίο τύπου, που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2004 με αρ. 44e από την ίδια την μητρική εταιρεία (ενάγουσα) με την ευόδωση των διαδικασιών εξαγοράς, στο οποίο αναφέρεται: "η DRAGER MEDICAL AG &Co.
KG ανακοίνωσε σήμερα ότι ολοκλήρωσε την νομική εξαγορά της επιχείρησης Νεογνολογικής Φροντίδας της Hill Rom Inc, που λειτουργεί υπό την ονομασία "Air-Shields". Η νομική έγκριση της μεταβίβασης της επιχείρησης "Air-Shields" στην DRAGER MEDICAL ανοίγει το δρόμο για την έναρξη λειτουργίας ήδη από σήμερα... Από την 1η Ιουλίου ένα νέο τμήμα νεογνολογικής φροντίδας θα εγκατασταθεί στο Hatboro της πολιτείας της Πενσυλβάνια.
Η "Air-Shields" θα ενσωματωθεί ολοκληρωτικά στις διαδικασίες της DRAGER MEDICAL κατά το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2005..." Σύμφωνα δε με τον ... Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της DRAGER MEDICAL: "Η εξαγορά της "Air-Shields" αποτελεί ορόσημο αναφορικά με την επέκταση του χαρτοφυλακίου της DRAGER MEDICAL. Θα αποκτήσουμε πρόσβαση στη σημαντική αμερικανική νεογνολογική αγορά και μπορεί να προσφέρει ενισχυμένη καινοτομία στον συγκεκριμένο κλινικό τομέα." 'Ετσι είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, ο ισχυρισμός της ενάγουσας - εκκαλούσας, ότι η συμμετοχή της ίδιας, ως μητρικής εταιρείας, στην παραπάνω από 15-9-2003 σύμβαση αγοράς ήταν ένας απλώς επιβοηθητικός ρόλος, ότι δηλαδή αυτή ως μητρική εταιρεία ανέλαβε να βοηθήσει προκειμένου να ολοκληρωθεί η πώληση της εταιρείας "Hill- Rom Manufacturing Inc.", ισχυρισμός εξάλλου που δεν βρίσκει έρεισμα, ούτε στη νομική εφαρμογή, αλλά ούτε και στην συναλλακτική πρακτική.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις πώλησης πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της από 12-2-2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Ειδικότερα, η εναγομένη μέχρι και το έτος 2005 έκανε τις παραγγελίες της για τα προϊόντα που αφορούσε η από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής στη θυγατρική της ενάγουσας εταιρία με την επωνυμία "Drager Medical Infant Care Inc".
Από τον Ιανουάριο του έτους 2006, όμως, άλλαξε η διεύθυνση παραγγελιών και οι παραγγελίες για τα προϊόντα που αφορούσε η από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως είναι αυτά της Air-Shields, δίδονταν πλέον στην ενάγουσα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δημιουργήθηκε μία νέα σύμβαση διανομής ... αλλά ότι εξακολουθούσε να ισχύει και για τις παραγγελίες που δίδονταν στην ενάγουσα η από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής ... .
To γεγονός, δε, ότι η ενάγουσα με την εναγομένη συνδέονταν με την από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής αποδεικνύεται και από την από 28-2-2006 επιστολή της ενάγουσας, στην οποία η τελευταία βεβαιώνει ότι η εναγομένη είναι αποκλειστικός διανομέας της. Ειδικότερα, στην από 28-2-2006 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη με ισχύ έως την 30-6-2006, η ίδια η ενάγουσα γερμανική εταιρεία ρητά και απερίφραστα, βεβαιώνει δια του ιδίου του νομικού της τμήματος ότι η εναγομένη είναι ο αποκλειστικός της διανομέας για την Ελλάδα για τα προϊόντα βρεφικής φροντίδας US DRAGER MEDICAL (πρώην "Air-Shields"), τα οποία κατασκευάζονται από την "DRAGER MEDICAL Infant Care Inc." και ο μη αποκλειστικός της διανομέας για όλα τα υπόλοιπα προϊόντα βρεφικής φροντίδας "Drager Medical".
Ενδεικτικό δε είναι ότι η ως άνω βεβαίωση εκδόθηκε λίγες ημέρες μετά από την υπ' αριθμ. ... ημερομηνίας 27- 1-2006 παραγγελία και πριν από την έκδοση των υπ' αριθμ. ... και ... σχετικών τιμολογίων που επικαλείται η ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή της. Έτσι, εάν τελικά συνέδεαν την ενάγουσα με την εναγομένη μεμονωμένες συμβάσεις αγοράς προϊόντων, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην αγωγή, δεν επεξηγείται επαρκώς, γιατί η τελευταία αυτή προέβη στην έκδοση της συγκεκριμένης βεβαίωσης και γιατί όταν η εναγομένη της απηύθυνε αιτήματα χορήγησης βεβαιώσεων συνεργασίας, γιατί αυτή δεν παρέπεμπε την εναγομένη στον δήθεν πραγματικό αντισυμβαλλόμενό της, προκειμένου να της αποστείλει βεβαίωση συνεργασίας, ώστε η εναγομένη να υποβάλει προσφορά σε διαγωνισμούς και γιατί η παραπάνω από 28-2-2006 επιστολή, με ισχύ έως την 30-6-2006, χορηγήθηκε με αναδρομική ισχύ, εάν πράγματι δεν επρόκειτο για διαρκή εμπορική συνεργασία.
Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας - εκκαλούσας, ότι η περιεχόμενη στη συγκεκριμένη επιστολή, υπογεγραμμένη από το κατεξοχήν αρμόδιο νομικό της τμήμα, δήλωσή της "....δεν έγινε στα σοβαρά αλλά φαινομενικά και είναι εικονική κατ' άρθρο 139 ΑΚ" και ότι η εν λόγω επιστολή εκδόθηκε καλόπιστα και ενόψει συνάψεως, δήθεν, για πρώτη φορά σύμβασης διανομής με την εναγομένη, δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν, αφού, εκτός άλλων, δεν συνάδει προς την συναλλακτική πρακτική μια εταιρεία του μεγέθους της ενάγουσας, με πολυετή επιχειρηματική δραστηριότητα παγκοσμίως, να βεβαιώνει αναληθώς, ότι μία ομόρρυθμη ελληνική εταιρεία, όπως ήταν η νομική μορφή τότε της εναγομένης, είναι ο αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων της, όταν μάλιστα η "εικονική" αυτή δήλωση προορίζεται για χρήση σε δημόσιους διαγωνισμούς και ότι η ενέργεια αυτή του γερμανικού επιχειρηματικού κολοσσού εμφανίζεται μόνο και μόνο ενόψει της πιθανότητας και της προσδοκίας σύναψης συμφωνίας με την ομόρρυθμη (τότε) εναγομένη.
Περαιτέρω δε, στο από 13-3-2006 διαβιβαστικό που συνόδευε την ανωτέρω βεβαίωση αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι η ενάγουσα απέστειλε συνημμένα δύο (2) πρωτότυπες επιστολές επιβεβαίωσης των δικαιωμάτων της εναγομένης ως διανομέα στην Ελλάδα, γεγονός που καταδεικνύει ότι και η ίδια η ενάγουσα δεν βεβαιώνει στην ουσία για πρώτη φορά κατά την ανωτέρω ημερομηνία ότι η εναγομένη είναι ο αποκλειστικός της διανομέας στην Ελλάδα, αλλά προβαίνει σε ρητή επιβεβαίωση της ήδη υπάρχουσας σχέσης προμηθευτή και διανομέα για την εδαφική περιοχή της Ελλάδας.
Χαρακτηριστικό είναι εξάλλου, ότι στην από 24-6-2006 ηλεκτρονική επιστολή που απέστειλε στην εναγομένη, ο Υπεύθυνος Πωλήσεως της ενάγουσας για την περιοχή της Νοτιανατολικής Ευρώπης ... επισημαίνει ότι η τελευταία αυτή έχει τη δυνατότητα να επιτύχει το στόχο για το έτος 2007, ενώ αντίστοιχα σε κανένα από τα επικαλούμενα από την ενάγουσα τιμολόγια, εκδόσεώς της, δεν γίνεται αναφορά σε στόχους πωλήσεως.
Η αναφορά δε επίτευξης του στόχου συγκεκριμένα για το έτος 2007 υποδηλώνει ότι προηγήθηκαν και άλλα έτη κατά τα οποία, βάσει της από 12-2-2003 συμβάσεως η εναγομένη έπρεπε να επιτύχει προκαθορισμένους από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της στόχους. Αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι, τόσο κατά το χρόνο καταγγελίας της από 12-2-2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όσο και πριν από αυτόν, η ενάγουσα ήταν η εταιρεία με την οποία η εναγομένη είχε συνεργασία και επικοινωνούσε για τα ανακύπτοντα από την εν λόγω σύμβαση ζητήματα, ήτοι προς αυτήν απέστελλε τις παραγγελίες της, αυτή στη συνέχεια εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια πώλησης και η εναγομένη κατέβαλλε στην ενάγουσα το εκάστοτε τίμημα των πωληθέντων σε αυτήν προϊόντων.
Επιπλέον, η ενάγουσα είχε ζητήσει εγγράφως από την εναγομένη να αναζητά αποκλειστικά από εκείνη, η οποία και της έστελνε τελικά, τα διαφημιστικά φυλλάδια, τους καταλόγους τιμών, τις εκπτώσεις επί των προϊόντων κλπ, ό,τι χρειαζόταν προκειμένου για τη διαφήμιση, προώθηση και μεταπώληση των προϊόντων, των οποίων είχε αναλάβει την αποκλειστική διανομή.
Ακόμα και η κάθε είδους επικοινωνία και οι συζητήσεις με σκοπό την εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης (όπως ενδεικτικά ανταλλαγή ηλεκτρονικών επιστολών, τηλεφωνικές συνομιλίες, αποστολή στην ενάγουσα αιτημάτων της εναγομένης περί χορήγησης εκπτώσεων σε προϊόντα, προκειμένου η τελευταία να υποβάλει προσφορές σε διαγωνισμούς, παραγγελίες προϊόντων, τιμοκατάλογοι προϊόντων, θέματα πληρωμών των προϊόντων κλπ.), πραγματοποιούνταν με στελέχη της ενάγουσας.
Τούτο αποδεικνύουν, εκτός άλλων, και οι βεβαιώσεις που εξέδωσε η ενάγουσα περί αποδοχής των παραγγελιών της εναγομένης στα πλαίσια δημοσίων διαγωνισμών για προϊόντα προς δημόσια νοσοκομεία, ενώ στην από 11-10-2006 ηλεκτρονική επιστολή της δηλώνει ρητά, ότι ήταν εκείνη που προχώρησε στην καταγγελία της από 12-2-2003 συμβάσεως εμπορικής διανομής, στοιχεία που καταδεικνύουν, ότι αυτή είχε υπεισέλθει πλήρως στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της εταιρείας και ότι στη βάση της εν λόγω σύμβασης διανομής εξέδωσε τα επίδικα τιμολόγια και όχι δυνάμει άλλων νέων συμβάσεων πωλήσεως.
Είναι δε ενδεικτικό ότι είχε προηγηθεί το έτος 2005 και συνάντηση με εκπροσώπους της ενάγουσας στα γραφεία της εναγομένης στην ..., ... αφού η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία διευθύνονταν εξ ολοκλήρου από την Γερμανία και συγκεκριμένα από την ενάγουσα και όχι από οιαδήποτε άλλη, εδρεύουσα στην Αμερική (θυγατρική της) εταιρεία.
Εξάλλου, η εναγομένη υπέβαλε την από 24-4- 2009 μήνυσή της ..., ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και των στελεχών αυτής ... ..., για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω σε βαθμό κακουργήματος κατά συρροή, άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω σε βαθμό κακουργήματος κατά συρροή, ψευδορκία, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία κατά συρροή (άρθρα 386 § 1 -3, 224 ΠΚ.).
Επί της μηνύσεως αυτής έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των ανωτέρω για κακουργηματική απάτη σε βάρος της εναγομένης (αυτουργία κατά του πρώτου και άμεση συνέργεια κατά των άλλων δύο) και για ψευδορκία (ηθική αυτουργία κατά του πρώτου και αυτουργία κατά των άλλων δύο), υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον του τακτικού Ανακριτή ...
του Πρωτοδικείου Αθηνών ... Τέλος, αποδείχθηκε, ότι η από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τον υπ' αριθμ. 11.2 όρο, σύμφωνα με τον οποίο, "τα μέρη συμφωνούν αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα δια της παρούσας ότι οποιαδήποτε νομική ενέργεια ή διαδικασία έναντι οποιουδήποτε εκ των δύο σχετικά με την παρούσα Σύμβαση και οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώρα σύμφωνα με αυτήν υπάγεται ενώπιον των δικαστηρίων της Πολιτείας της Ιντιάνα των Η.Π.Α., και δια της εκτέλεσης και παράδοσης της παρούσας Σύμβασης, τα μέρη δια της παρούσας υπάγονται αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα στη δικαιοδοσία κάθε τέτοιου δικαστηρίου".
Από τον όρο αυτό της από 12-2-2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής προκύπτει, ότι αρμόδια για την εκδίκαση κάθε διαφοράς που θα προκύψει από συναλλαγές που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης αποκλειστικής διανομής είναι αποκλειστικά τα Δικαστήρια της Πολιτείας της Ιντιάνα των Η.Π.Α. και, κατά συνέπεια, για τις διαφορές αυτές υφίσταται έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα σε άλλη αντίθετη, από 25-1-2007 και υπ' αριθ. καταθ. 21262/983/31-1-2007 αγωγή της ήδη εναγομένης εταιρείας σε βάρος της ήδη ενάγουσας, με την οποία εζητείτο ως αποζημίωση πελατείας κατ' άρθρ. 9 Π.Δ 219/1991 (257.315,20 ευρώ), για διαφυγόντα κέρδη από την πρόωρη λύση της παραπάνω σύμβασης αποκλειστικής διανομής (1.286.576 ευρώ) και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (250.000 ευρώ), αυτή (ήδη ενάγουσα), αφού κατ' αρχήν αρνήθηκε, ότι υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της παραπάνω συμβάσεως λόγω, εκ μέρους της, αγοράς της εταιρείας "Hill-Rom Manufacturing Inc.", πρότεινε επικουρικώς την παραπάνω ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων επικαλούμενη την προαναφερθείσα ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, περιεχόμενη στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Επί της τελευταίας αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 160/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, μετά την παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της προταθείσας από την ήδη ενάγουσα ενστάσεως ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την υπ' αριθ. 717/2009 οριστική απόφαση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η διαφορά από τις επίδικες συμβάσεις πώλησης, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν συναλλαγές που έγιναν στο πλαίσιο της από 12-2-2003 σύμβασης αποκλειστικής διανομής, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της πολιτείας της Ιντιάνα των Η.Π.Α.
και τα ελληνικά Δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία για να δικάσουν την υπό κρίση αγωγή. Συνακόλουθα τούτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και ο τέταρτος λόγος της κρινομένης εφέσεως, με τον οποίον η εκκαλούσα παραπονείται ισχυριζόμενη, ότι αυτή δεν δεσμεύεται από την προαναφερθείσα ρήτρα παρεκτάσεως αφού αυτή δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος στην από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά αντίθετα μεταξύ των διαδίκων ισχύουν οι γενικοί όροι συναλλαγών, που αποτυπώνονται στα επί μέρους τιμολόγια πωλήσεως αυτής.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, επαναφερόμενοι με τον παραπάνω λόγο εφέσεως, ερείδονται επί της προβαλλόμενης από την εκκαλούσα εσφαλμένης ιστορικής προϋποθέσεως, ότι αυτή δεν δεσμεύεται από την από 12-2-2003 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση αφορά σειρά μεμονωμένων συμβάσεων πωλήσεως, ισχυρισμοί όμως που απορρίφθηκαν ήδη ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Τέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και ο τρίτος λόγος της κρινομένης εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται προβάλλοντας τον ισχυρισμό, ότι έχει κριθεί τελεσιδίκως, με δύναμη δεδικασμένου (αρνητικού), δυνάμει της υπ' αριθ. 717/2009 οριστικής απόφασης του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία αναφορικά με την κρινομένη αγωγή, αφού με την παραπάνω απόφαση ουδόλως κρίθηκε η ένδικη αγωγή και δη σε κανένα επίπεδο.
Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει η ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας που προέβαλε η εναγόμενη εταιρία να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και να απορριφθεί η υπο κρίση αγωγή ως απαράδεκτη...".
Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της: Α) η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει εκτενή, επαρκή, σαφή και μηδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Ειδικότερα: 1) το ότι δεν αναλύει, ούτε κάνει ειδική μνεία σε συγκεκριμένους όρους της ένδικης σύμβασης, δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας, εφ'όσον το Εφετείο, εκτενώς αναφέρεται στο σύνολο της σύμβασης αυτής, 2) η αναιρεσείουσα αναλύει, εκτιμά, αξιολογεί και εν τέλει, αποτιμά ουσιαστικά ειδικότερους συμβατικούς όρους, και καταλήγει σε διαφορετικό κατά την άποψή της, ουσιαστικό πόρισμα από εκείνο του Εφετείου.
Τούτο, όμως, πράττει απαραδέκτως (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), στην παρούσα διαδικασία 3) ποιείται μνεία συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων (διαβιβαστικών εγγράφων), τα οποία, επίσης, εκτιμά και αξιολογεί, συνάγει, το κατ'αυτήν, αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο θεωρεί, πως έρχεται σε αντίθεση με εκείνο της απόφασης. 4)Ακόμη, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία το ότι, το μεν αναφέρεται ότι "...
ο υπεύθυνος πωλήσεων επισημαίνει τη δυνατότητα επίτευξης στόχου για το έτος 2007 ...", το δε ότι "... στα τιμολόγιά μας δεν γινόταν καμία αναφορά των στόχων ..." εφ'όσον ουδόλως το ένα αποκλείει το άλλο. 'Αλλωστε και αύθις, προς ενίσχυση των αναιρετικών σκέψεών της, η αναιρεσείουσα, εκθέτει τους λόγους, για τους οποίους τα τιμολόγιά της δεν αναφέρουν στόχους, εξηγεί τις σκέψεις του υπευθύνου Kurt Ruck και διευκρινίζει, εκ μέρους ποιάς ακριβώς εταιρείας αυτός μιλούσε.
Πάντα ταύτα, όμως, απαραδέκτως προβάλλονται στο παρόν δικαστήριο, ως αναγόμενα σε θέματα ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Σε κάθε δε περίπτωση, δεν, αποτελούν για τους προαναφερθέντες λόγους, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. 'Αλλωστε, το δικαστήριο της ουσίας, συναφώς, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, όπως το πράττει εν προκειμένω και όχι γιατί αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε, ούτε από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, εξάγει, κάθε φορά, το αποδεικτικό του συμπέρασμα, εφ'όσον έχει, ήδη, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία εξήγαγε την ουσιαστική κρίση του (ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 2068/2007) Β) Δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 200 και 173 ΑΚ (ούτε εκ πλαγίου) το ότι:
α) το Εφετείο "δεν αναφέρεται στις δηλώσεις που περιλαμβάνονται στη σύμβαση σχετικά με το θέμα της εκχωρήσεως της συγκεκριμένης συμβάσεως ..." από τις οποίες, κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας, θα ήγετο σε διαφορετικό ουσιαστικό πόρισμα, και δη, στο ότι "... οι συμβάσεις διανομής ... εκχώρησαν ...μόνο στον αγοραστή ...".
Τούτο, όμως, δεν είναι θέμα ερμηνείας, αλλά απαράδεκτη, ως άνω, ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης β) άλλωστε η αναιρεσείουσα, αναφέρεται, στη συνέχεια, σε περιεχόμενο εγγράφων, τα επανεκτιμά, ψέγει εκ νέου την προσβαλλόμενη απόφαση, για την ουσιαστική της κρίση γ) αντιφατικά εκτίθεται, ότι η απόφαση "... δεν αναφέρει ότι οι όροι ...
είναι σαφείς ..." "... ούτε αναφέρει, ότι οι ανωτέρω όροι δεν είναι σαφείς ...", αλλά το Εφετείο "... αρκείται μόνο στην εξαγωγή συμπεράσματος ... χωρίς, όμως να στραφεί άμεσα στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρ. 173 και 200 ΑΚ ...". Είναι, άρα, αντιφατική, ως άνω, η συγκεκριμένη αιτίαση, σύμφωνα και με τα νομικά δεδομένα, που στην αρχή της παρούσας παρατέθηκαν.
Ούτε μπορεί να εξαχθεί η προβαλλόμενη πλημμέλεια από το εκτιθέμενο, ότι "... αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανέφερε τους συγκεκριμένους όρους της σύμβασης, τότε θα ήταν αδύνατο να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η εταιρεία μας διαδέχτηκε ...", εφ'όσον πρόκειται, για ουσιαστική κρίση, πέραν της παρούσας διαδικασίας (άρθρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.).
Το ότι, εξ άλλου, η αναιρεσείουσα, κρίνει αναγκαία την ερμηνεία της σύμβασης, προκειμένου, έτσι, να εξαχθεί, το ορθό, κατ'αυτή, αποδεικτικό πόρισμα, δεν μπορεί να έχει, οπωσδήποτε, την έννοια της παραπάνω παράβασης, Γ) αν, ο σχετικός αναιρετικός λόγος, έχει και την έννοια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και πάλι δεν εκτίθεται βάσιμα, εφ'όσον, ούτε αυτά εξειδικεύονται, ούτε ο τρόπος παραβίασής τους εκτίθεται, αλλά και γίνεται, συναφώς, ευθεία σύνδεση της παράβασης, με την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010).
Άρα, οι με στοιχεία Α1, Α2 και Γ λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, ήτοι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση (ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1795/2008).
Για τη λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, ώστε να υπάρχει η πιο πάνω πλημμέλεια, πρέπει αυτά να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και να μην είναι νομικώς αδιάφορα (ΑΠ 163/1994). Δεν ιδρύεται, όμως, ο πιο πάνω λόγος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008), ή περιστατικά που προκύπτουν συναφώς για υποστήριξη, θεμελίωση και ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου (ΑΠ 832/2011).
Εξ άλλου, η παραβίαση των συναλλακτικών συνηθειών, (ή πρακτικών) μπορεί να ελεγχθεί με τον παραπάνω λόγο, εφ'όσον ο ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο, το περιεχόμενο της προβαλλόμενης αξίωσης στηρίζεται στα συναλλακτικά ήθη ή τις υπάρχουσες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνήθειες είναι "πράγμα", κατά την πιο πάνω έννοια (ΑΠ 491/2005, ΑΠ 713/1976) Εξ άλλου:
Α) κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (Ολ. ΑΠ.2/2008). Απαιτείται, άρα, όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 927/2007, ΑΠ 679/2005).
Πρέπει δε, το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αν είχε ληφθεί υπόψη (ΑΠ 95/2005), το δε δικαστήριο της ουσίας, να στηρίχτηκε κυρίως, στα έγγραφα αυτά, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν στηρίχτηκε, εκτός απ'αυτά, και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1868/2007, ΑΠ 155/2007).
Αρκεί δε να ελήφθησαν υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006), ενώ, αρκεί, η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου, χωρίς διάκριση από ποια, ακριβώς, αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, ούτε ποια είναι η αποδεικτική βαρύτητα κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1209/2008).
Αρκεί δε να καθίσταται απολύτως βέβαιον, ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου της ουσίας, το αποδεικτικό μέσο ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις (Ολ. ΑΠ 2/2008 Ολ. ΑΠ 42/2002). Β)Επίσης, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά (άρθρ.559 αρ. 10 ΚΠολΔ).
Ο λόγος δεν είναι βάσιμος, αν από το σύνολο της απόφασης προκύπτει, ότι, για το αποδεικτικό του πόρισμα, το δικαστήριο στηρίχτηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1739/2007). Αρκεί δε να αναφέρονται, στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν υπάρχει, εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 356/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει περαιτέρω ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην έφεσή της, για τους όρους της σύμβασης, ούτε "... ανέφερε αυτούς στην απόφαση προκειμένου να συναγάγει ασφαλές συμπέρασμα ...", αλλά, αντίθετα, έκανε "γενικόλογη αναφορά στη σύμβαση...".
Ταύτα όμως, αποτελούν ανεπίτρεπτη επαναξιολόγηση των αποδείξεων. Το ότι δε, δεν έγινε εκτενής αναφορά, ανάλυση και αξιολόγηση συγκεκριμένων, επί μέρους, διατάξεων της σύμβασης, αλλά εκτίμηση του συνόλου του περιεχομένου της, δεν αποτελεί, πρόδηλα, παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. 'Αρα, ο με στοιχείο Β1 λόγος αναίρεσης, που προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος 2) το Εφετείο, έλαβε υπόψη συναλλακτική συνήθεια (πρακτική), χωρίς τούτο να προταθεί, παρ'ουδενός των διαδίκων μερών και χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να αποδειχθεί η ύπαρξή της.
Όμως: α) το αν υπάρχει ή όχι συγκεκριμένη συναλλακτική πρακτική και αν μεταξύ πολυεθνικών εταιρειών το περιεχόμενό της είναι διάφορο από εκείνο που εκτίμησε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι θέμα ουσίας, αναιρετικώς ανέλεγκτο εν προκειμένω β) η παράθεση απόψεων μαρτύρων, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης για στήριξη των παραπάνω, αφορούν, ωσαύτως, την ουσία της υπόθεσης.
Το αυτό, επίσης, ισχύει και για την παράθεση περιεχομένου προσκομισθέντων εγγράφων γ) η αναφορά σε συναλλακτική συνήθεια δεν έγινε, αποκλειστικά, για στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά επιβοηθητικά, στο πλαίσιο των ουσιαστικών εκτιμήσεών της. 'Αλλωστε, γίνεται λόγος, για ισχυρισμό "....
που δεν ευρίσκει έρεισμα, ούτε στη νομική εφαρμογή αλλά ούτε και στην συναλλακτική πρακτική ...", δηλαδή επικουρικά, σε κάθε περίπτωση. Συναφής παραδοχή, γίνεται και στη θέση του Εφετείου, πως "... δεν συνάδει με τη συναλλακτική πρακτική μια εταιρία ... να βεβαιώνει αναληθώς ...". Άρα, δεν πρόκειται για παραδοχή, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
δ)Ακόμη, το Εφετείο αναφέρει, πώς την ουσιαστική κρίση του, σχημάτισε "... "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάσθηκαν νόμιμα κατά τη συνεδρίαση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του παραπάνω Δικαστηρίου, και οι οποίες εκτιμώνται ανάλογα προς το βαθμό αξιοπιστίας και το λόγο γνώσεως του καθενός, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, τα οποία οι διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και στα οποία (έγγραφα) περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου της πόλης Lubeck της Γερμανίας Rudiger Peters, από τα έγγραφα εκείνα των οποίων για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας γίνεται επίκληση και προσαγωγή εκ μέρους των διαδίκων, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια (βλ. ΑΠ 1780/1994 Ελλ. Δ/νη 41,980), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ...". 'Αρα, κατά τα προαναφερθέντα, ως προς το θέμα της απόδειξης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το προβαλλόμενο, ως ανωτέρω, παράπονο.
Μετά ταύτα, οι με στοιχεία Β1, Β3, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 λόγοι αναίρεσης, που προβάλλουν τα ως άνω παράπονα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα, όπως εκτιμάται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: α) δεν έλαβε υπόψη τα "πρακτικά συζήτησης του Π.Π.Α." που περιείχαν την κατάθεση του μάρτυρός της β) "την από 18-3-2006 επιστολή της κ. Λ." γ) την από 27-2-2006 επιστολή δ) εκτίμησε λανθασμένα την κατάθεση του Reinhard Frick. Όμως σύμφωνα με τα παραπάνω: 1) το Εφετείο, ρητά, αναφέρει, πως έλαβε υπ'όψη τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις εκεί αναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως 2) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. 'Ετσι, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, πώς ελήφθηκαν υπόψιν όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Είναι δε εντελώς διαφορετικό το θέμα της ορθής ή μη εκτίμησης των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, που δεν προτείνεται παραδεκτά στο παρόν δικαστήριο. Άρα, ο με στοιχείο Β3 λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
IV. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα εκθέτει, πώς μη ορθώς, το Εφετείο: α) δεν έκρινε, αν λανθασμένα ή μη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε την κατάθεση του Reinhard Frick, απλά δε "αντέγραψε" και έκανε, άρα, δεκτό, το αποδεικτικό πόρισμα της πρωτόδικης απόφασης. Στη συνέχεια δε, εκθέτει αναλυτικά τις δικές της παραδοχές, ως προς την εκτίμηση της πιο πάνω κατάθεσης, παραθέτει συγκεκριμένα μέρη της κατάθεσης αυτής, εκτιμά πως "...
ο μάρτυράς μας ποτέ δεν είχε στο μυαλό του ...", όσα δέχτηκε το Εφετείο. Αυτά, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αφορούν εκτίμηση των αποδείξεων, μη παραδεκτώς προβαλλόμενη. Ούτε, άλλωστε, πρόκειται για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, για τους λόγους που ήδη ανωτέρω εκτέθηκαν. 'Αρα, ο με στοιχείο Β4 (αρ. 1 και 2) λόγος αναίρεσης, που προβάλλει τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
VI. Στα πλαίσια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. οι λόγοι έφεσης είναι "πράγματα", εφ'όσον, όμως εκφέρονται παράπονα σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ. 3/2008, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 845/2011). Άρα, δεν αποτελεί νόμιμο παράπονο, το ότι δεν ελήφθη υπόψιν ισχυρισμός, που αποτελεί επιχείρημα ή συμπέρασμα ή εκτίμηση σχετικά με το αποδεικτικό υλικό, έστω και αν κρίνεται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 430/2011, ΑΠ 1455/2009) ή ακόμη τα συμπεράσματα των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1999/2009). 'Ηδη, η αναιρεσείουσα παραπονείται πως δεν ελήφθη υπ'όψιν από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ότι πρόβαλε με την έφεση θέματα σχετικά με την αποδεικτική αξία συγκεκριμένων όρων της επίδικης σύμβασης ή με έγγραφα (δελτία τύπου), τα οποία κακώς αξιολογήθηκαν, διότι "δεν αποτελούν απόδειξη ...", για τους λόγους που εκθέτει.
Όμως, όλα τα παραπάνω, εφ'όσον το Εφετείο, έκρινε το σύνολο της σύμβασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάσιμη αιτίαση, γιατί, σύμφωνα, με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, αναφέρονται σε συμπεράσματα και εκτιμήσεις από την αξιολόγηση των αποδείξεων. Το αυτό, βεβαίως, ισχύει και για την εκ νέου αξιολόγηση συγκεκριμένων σημείων της προαναφερθείσας μαρτυρικής κατάθεσης. 'Αρα, ο με στοιχείο Β5 λόγος αναίρεσης, που εισάγει την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. VII. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, όπως οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης εκτιμώνται, εκθέτει ότι: α) το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψιν τους ισχυρισμούς της, πώς αντικείμενο της σύμβασης ήταν η αποκλειστική διανομή μόνο αμερικανικών προϊόντων με συγκεκριμένα σήματα. Γίνεται, στη συνέχεια, λόγος για αναφερόμενα σε "σχέδιο σύμβασης", στην κατάθεση του "κ.Frick...", σε εκτιμήσεις σχετικά με το σκοπό αποστολής τής από "28.2.2006 επιστολής", και, ειδικότερα, αν είχε σταλεί αυτή προς επιβεβαίωση ή μη της από 12.2.2003 σύμβασης.
Συνάγεται δε το αναιρετικό κατά την αναιρεσείουσα, πόρισμα πώς, πάντα ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψιν, ούτε ελήφθη, (εφόσον αντίθετα έκρινε το Εφετείο), υπ'όψιν το σχέδιο της σύμβασης διανομής, η πιο πάνω σύμβαση διανομής και σειρά άλλων εγγράφων. Ακόμη, εκτίθεται, πώς, με βάση το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ουδόλως ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά τα περί του αντιθέτου αναφερόμενα, η κατάθεση του κ.Frick, αλλά και σειρά άλλων εγγράφων (η από 8-3-2006 ηλεκτρονική επιστολή της Κ.
Λ., της οποία παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο, οι δηλώσεις αποδοχής παραγγελιών της Drager Medical Infant Care, η από 8-2-2006 επιστολή αυτής, η από 22-3-2006 όμοια, η από 24-7-2006 επιστολή καταγγελίας, προειδοποίησης λύσης. Όμως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που αναλυτικά παρατέθηκαν: α) δεν υφίσταται η από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, εφ'όσον προβάλλονται αιτιάσεις, συναφείς με την ουσία της υπόθεσης β) άπαντα τα προσκομιζόμενα νόμιμα και με επίκληση έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και ουδεμία, συναφώς, αμφιβολία καταλείπεται γ) άπαντα τα αναφερόμενα στην αναίρεση, υπό την επίκληση των πιο πάνω αιτιάσεων, εστιάζουν, αποκλειστικά, στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν μπορεί να γίνει στο παρόν δικαστήριο. 'Αρα, οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες που προβάλλονται με τους Β6 και Β7 (αρ. 1, 2, 3, 4 και 5) λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμες. Μετά απ'αυτά, πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 12 § 2 Ν. 4055/2012) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.11.2012 αίτηση της γερμανικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Drager Medical Gmbh, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία Drager Medical AG & Co KG, προς αναίρεση της 3500/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ioυνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ