Supreme Court dismisses appeal for admitting unproven possession claims without evidence under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute between two individuals and a religious foundation. The appellants argued that the lower court erred by accepting claims of 'possession' over the property without sufficient evidence, despite witness testimonies indicating 'ownership' since 1964. The court rejected this, ruling that the appellate court based its finding on sworn witness depositions and documents, thereby satisfying the burden of proof required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual evaluation of the lower court, and an appeal based on the admission of unproven facts without evidence is inadmissible if the lower court relied on sworn testimony.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2042 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2042/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Σαμαρά και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΟΣΙΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΣΕΠΟΛΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόδωρος Κανελλόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10038/1998 προδικαστική, 7038/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8692/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-4-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 20-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 εδ.α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 974 και 1041 επ. του ΑΚ, που συντελέστηκε με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις περί κατοχής αντί σ' αυτές περί νομής και συνίσταται στο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής, αλλά πράξεις κατοχής, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων μας και όλα τα έγγραφα προκύπτει ότι από το έτος 1964 μέχρι και του έτους 1996, οπότε αποβληθήκαμε από τη νομή, ασκούσαμε αδιατάρακτα τη νομή επί του εν λόγω ακινήτου...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των επίμαχων διατάξεων πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 1/1995).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του ίδιου ως άνω Κώδικα πρέπει, εκτός των άλλων, να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης, με παράθεση αν πρόκειται για βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά και των πραγματικών περιστατικών που ο διάδικος πρέπει να είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή τους (ΟλΑΠ 20/2005), επίσης δε να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.19 (και όχι από τον αριθ.17 όπως από παραδρομή αναγράφεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που συνίστανται στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι η αποβιώσασα .......... κατοικούσε σε διπλανή του επιδίκου οικία, της οποίας ήταν κυρία και νομέας και ότι είχε αυτή ως κύρια κατοικία της. Από την άλλη πλευρά αντιφάσκουσα δέχεται ότι ήταν κυρία και νομέας και του επίδικου ακινήτου δίχως να παρεμποδίζεται από την κατοχή μας επ' αυτού, δεν δικαιολογεί η αναιρεσιβαλλόμενη γιατί η αποβιώσασα δεν προέβη σε αποδοχή κληρονομίας του επίδικου ακινήτου μετά το θάνατο του αδελφού της το 1981 και δεν αναφέρει με ποιές πράξεις νομής το ενέμετο αυτή διανοία κυρίου ώστε να θεμελιωθεί και η παράγωγη κτήση της κυριότητας αυτού από το αντίδικο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ούτε οι φερόμενες ως παραβιασθείσες εκ πλαγίου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθορίζονται ούτε το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αναφέρεται, ούτε το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προσδιορίζεται, ως προς το οποίο υφίσταται η επικαλούμενη αντιφατικότητα και ανεπάρκεια.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περ.α΄ του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τους τρίτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων των πράξεων νομής του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, και των δικαιοπαρόχων του επί του επίδικου ακινήτου χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω γεγονότων και της κτήσεως από τον ενάγοντα της κυριότητας επί του επίδικου με χρησικτησία κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. IV. Ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι εκτός από την αναφορά ότι "έγινε σαφής παραβίαση του άρθρου 559 περ.11 και για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα", ουδόλως προσδιορίζεται η επικαλούμενη ως άνω πλημμέλεια.
Τέλος, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που συνίσταται στο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "δεν αποδεικνύεται ότι ο .......... δώρησε ατύπως το επίδικο...περί αυτού καταθέτουν μόνο οι μάρτυρες που προτάθηκαν από αυτούς...ώστε οι καταθέσεις τους δεν κρίνονται πειστικές", ενώ δεν υπήρξε ουδεμία ανταπόδειξη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2005 αίτηση αναιρέσεως της 8692/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ