2041/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2041/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2041 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2041/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ. Β. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, 2.
Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σαλώμη Δερμάτη και Άγγελο Κωνσταντινίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7196/2017-7816α/2017 -3806/2017, 3898/2017-4357α/2017-1/2018 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ζ. Π. του Γ., κάτοικο ..., 2. Π. Π.
του Β., κάτοικο ..., 3. Α. Π. του Ζ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Αργυρόπουλο, 4. Χ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 5. Μ. Ζ. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Καίσαρα - Κωνσταντίνο Γιατράκο, 6. Γ. Σ. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, 7.
Σ. Π. του Θ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 8. Μ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 9. Α. Ι. του Δ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 10. Κ. Μ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 11. Χ. Λ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 12. Ε. Α. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 13. Α. Τ. του Σ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 14.
Α. Χ. του Α., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, 15. Η. Μ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 16. Π. Β. του Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην α) επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.3.2018 και υπ' αριθμ. Πρωτ. .../16.3.2018 από 16.3.2018 αίτησή του Κ. Β., β) στην επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19.3.2018 και υπ' αριθμ. Πρωτ. .../19.3.2018 από 19.3.2018 αίτηση του Ε. Β., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι επιδοθείσες στις 16-3-2018 και 19-3-2018 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ: .../16-3-2018 και .../19-3-2018 από 16-3-2018 και 19-3-2018, αντίστοιχα, κρινόμενες δηλώσεις των: 1) Κ. Β. του Ι. και της Π., κατοίκου ...) και 2) Ε. Β. του Γ. και Κ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7196/2017-7816α/2017-3806/2017-3898/2017-4357α/2017-1/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Επομένως, είναι παραδεκτές, πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς (Α.Π. 810/2018, Α.Π. 101/2018) και εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 εδ. α' και 28 του Π.Κ. προκύπτει ότι για την θεμελίωση των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται πρόκληση θανατώσεως άλλου ή σωματικών βλαβών σε άλλον καθώς και η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποίαν όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα των πραγμάτων και την λογική, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του.
Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 του Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποίαν ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν ότι από την συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος,, για την θεμελίωση της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.
Κατά τη διάταξη αυτή, "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση, δηλαδή ειδική και όχι γενική, (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγουμένη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση και, στην περίπτωση που εκπηγάζει από ειδική, επιτακτικού χαρακτήρα, ουσιαστική διάταξη, πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός αυτός κανόνας δικαίου. Τέλος, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τον λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν.
Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίον δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (Α.Π. 810/2018, Α.Π. 36/2016, Α.Π. 230/2015).
Εξάλλου, με το Π.Δ/μα 17/1996 προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία περί ασφάλειας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις 89/391/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1989 "Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία" και 91/383/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1991 "Για την συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν στο να προαγάγουν την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας" και οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού αλλά και του δημοσίου τομέα, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού ορίζεται, ότι εργοδότης είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο (βλ.
και άρθρο 2 παρ. 2 του ανωτέρω Π.Δ./τος 17/1996). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του εν λόγω Π.Δ/τος 17/1996 "1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια τρίτων" και παρ. 6. "Ο εργοδότης υποχρεούται:....
γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, στ) να εξασφαλίζει την συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων" και άρθρο 9 παρ. 3 εδ. α'του ιδίου Π.Δ/τος " ο εργοδότης επίσης οφείλει: α) να συντηρεί τους τόπους εργασίας, τα μηχανολογικά μέσα και τον εξοπλισμό και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων.
Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις μέχρι την αποκατάστασή τους (Α.Π. 463/2015, Α.Π. 734/2014, Α.Π. 38/2014)". Περαιτέρω, ο εργοδότης πρέπει να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή την σωματική τους ακεραιότητα (άρθρο 32 περ.
Α' παρ. 1 του Νόμου 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων" Φ.Ε.Κ. Α'177/18-10-1985), να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 περ. Α' παρ. 3 του Νόμου 1568/1985 και άρθρο 7 παρ. 6γ του Π.Δ/τος 17/1996), να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν (άρθρο 8 παρ. 1β του Π.Δ/τος 17/1996), να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης επαγγελματικών κινδύνων.
Ακόμη, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Νόμου 1568/1985 "ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατόν άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων που έχουν σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις μέχρι την αποκατάστασή τους".
Εξάλλου, με το άρθρο 10 παρ.
ΙΙ του Π.Δ/τος 16/18-1-1996 καθορίζονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/ΕΟΚ. 4.2.1. Καθοριστικό σημείο για την εφαρμογή αυτού του Π.Δ/τος, είναι η 1-1-1995, όσοι χώροι εργασίας χρησιμοποιούνται ήδη πριν από την 1-1-1995, πρέπει να ικανοποιούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που περιέχονται στο Παράρτημα
ΙΙ του εν λόγω Π.Δ/τος. Στο άρθρο 10 παρ.
ΙΙ, ορίζονται μεταξύ άλλων ότι 4.2.1. "Οι όροι διαφυγής και οι έξοδοι κινδύνου πρέπει να διατηρούνται ελεύθερες και να οδηγούν από τον συντομότερο δρόμο στην ύπαιθρο ή σε ασφαλή περιοχή. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη 4.2.2. του αυτού Παραρτήματος "Σε περίπτωση κινδύνου όλες οι θέσεις εργασίας πρέπει να μπορούν να εκκενώνονται από τους εργαζομένους γρήγορα και με συνθήκες πλήρους ασφάλειας".
Περαιτέρω, στις κατωτέρω διατάξεις του αυτού Παραρτήματος ορίζονται τα εξής: 1) Στη διάταξη 4.2.3. ότι: "ο αριθμός, η κατανομή και οι διαστάσεις των οδών και εξόδων κινδύνου εξαρτώνται από την χρήση, τον εξοπλισμό και τις διαστάσεις των χώρων εργασίας καθώς και τον μέγιστο αριθμό των ατόμων που μπορεί να βρίσκονται στους χώρους αυτούς". 2) Στη διάταξη 4.2.4.
ότι "οι θύρες κινδύνου πρέπει να ανοίγουν προς τα έξω". 3) Στη διάταξη 4.2.5. ότι "οι θύρες κινδύνου δεν πρέπει να είναι κλειστές με τρόπο που να μην μπορεί να τις ανοίξει εύκολα και αμέσως κάθε πρόσωπο που θα χρειασθεί τυχόν να τις χρησιμοποιήσει σε περίπτωση ανάγκης". 4) Στη διάταξη 4.2.6. ότι "απαγορεύεται να προορίζονται ειδικά ως θύρες κινδύνου οι συρόμενες και περιστρεφόμενες θύρες". 5) Στη διάταξη 4.2.7.
ότι "οι ειδικές οδοί διαφυγής και οι έξοδοι κινδύνου πρέπει επίσης να επισημαίνονται σύμφωνα με το Π.Δ/μα 105/1995 "ελάχιστες προδιαγραφές για την σήμανση ασφάλειας ή και υγείας στην εργασία σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/58/ΕΟΚ (67/Α). Η σήμανση αυτή πρέπει να τοποθετείται σε κατάλληλα σημεία και να είναι διαρκής". 6) Στη διάταξη 4.2.8.
ότι "οι θύρες κινδύνου δεν πρέπει να κλειδώνονται. Οι οδοί διαφυγής και οι έξοδοι κινδύνου, όπως και οι διάδρομοι κυκλοφορίας και οι θύρες πρόσβασης σ' αυτούς δεν πρέπει να φράσσονται από αντικείμενα, ούτως ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανεμπόδιστα ανά πάσα στιγμή". Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Νόμου 1568/1985 "ο τεχνικός ασφαλείας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.
Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφαλείας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχειρήσεως, το οποίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την επιθεώρηση εργασίας. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται στο βιβλίο αυτό". Το ίδιο ως άνω άρθρο ορίζει στην παρ. 2 περ.
β' ότι ο τεχνικός ασφαλείας ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από την λειτουργία της,, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμοδίους προϊσταμένους των τμημάτων ή την διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Νόμου, ορίζεται ότι για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέτρων προστασίας, γ) να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών του και να προτείνει μέτρα για την αποτροπή παρομοίων ατυχημάτων, δ) να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού και τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.
Ενώ στην παρ. 2 περ. α' ορίζεται ότι για την βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 17/1996 "οι υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας, όπως αυτές προσδιορίζονται από το Νόμο 1568/1985 και το παρόν Διάταγμα μπορούν να παρέχονται σε μία επιχείρηση και από ατομικές επιχειρήσεις ή νομικά πρόσωπα έξω από την επιχείρηση, που στο εξής θα ονομάζονται "Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης" (Ε.Υ.Π.Π.).
Οι Ε.Υ.Π.Π. ασκούν τις αρμοδιότητες και έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφαλείας και του γιατρού εργασίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Κατά την παρ. 6 του ως άνω Π.Δ/τος 17/1996 οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες που αναλαμβάνει με την σύμβαση κατά κανένα τρόπο δεν μεταφέρονται σε εργαζομένους που απασχολεί.
Κατά δε την παρ. 9 του ιδίου Π.Δ/τος 17/1996 "Οι Ε.Ξ.Υ.Π.Π. υποχρεούνται να τηρούν φακέλους για καθεμία επιχείρηση με την οποίαν συμβάλλονται. Στους φακέλους καταχωρούνται αντίγραφα κάθε υπόδειξης, έρευνας, μέτρησης ή εξέτασης που σχετίζεται με την επιχείρηση. Οι καταχωρήσεις αυτές πρέπει να καταγράφονται από την Ε.Ξ.Υ.Π.Π.
και στα βιβλία, τα οποία υποχρεούται να τηρεί η επιχείρηση". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να εξασφαλίσει την σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, η οποία συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση της παραγωγής και διατηρήσεως μιας επιχειρήσεως, προσδιορίζει επακριβώς το πλαίσιο ενέργειας του τεχνικού ασφάλειας, ο οποίος ως επιστήμονας και εξειδικευμένος στους τόπους παροχής εργασίας, έχει υποχρέωση να ελέγχει τυχόν ελλείψεις των τεχνικών εγκαταστάσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων.
Ο έλεγχος επιβάλλεται να είναι ουσιαστικός και να υποδεικνύεται η λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, παραλλήλως δε αναγνωρίζεται η υποχρέωση στον τεχνικό ασφαλείας να σημειώνει σε ειδικό βιβλίο τις υποδείξεις του προκειμένου να λαμβάνει γνώση ο εργοδότης, η κατά συνέχεια δε συμπλήρωση του βιβλίου αυτού εξασφαλίζεται δια της θεωρήσεως από την επιθεώρηση εργασίας.
Η κατά νόμο συμμόρφωση του τεχνικού ασφαλείας εξαντλεί το πλαίσιο της ευθύνης του και εναπόκειται στον εργοδότη, να υλοποιήσει τα όσα υποδεικνύονται (Α.Π. 39/2014, Α.Π. 921/2013, Α.Π. 1048/2012). Περαιτέρω, η απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. 810/2018, Α.Π. 101/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται, κατά το είδος τους, σ' αυτήν και την παράθεση των νομικών σκέψεων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Β., ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και Διευθύνων Σύμβουλος, κατά την 5-5-2010, διατηρούσε για την άσκηση των τραπεζικών εργασιών της, σε ένα διώροφο διατηρητέο κτίριο επί της οδού ... στο κέντρο των Αθηνών, ένα υποκατάστημα ( με κωδικό καταστήματος ….). Ειδικότερα, το κτίριο αυτό, αποτελείτο από τους εξής χώρους: 1) από υπόγειο χώρο, στον οποίον ήταν εγκατεστημένα το θησαυροφυλάκιο και οι θυρίδες θησαυροφυλακίου του καταστήματος καθώς και χώρος αρχειοθέτησης των εγγράφων του καταστήματος και του τραπεζικού κέντρου, 2) το ισόγειο, στο οποίο λειτουργούσαν τα ταμεία, η εξυπηρέτηση πελατείας του καταστήματος και το γραφείο της Διευθύντριας, 3) τον ημιώροφο, στον οποίον βρισκόταν τα γραφεία των υπαλλήλων ...
και της Προϊσταμένης του καταστήματος και 4) δύο ορόφους πάνω από τον ημιώροφο, στους οποίους λειτουργούσε το Τραπεζικό Κέντρο. Επί του 2ου ορόφου υπήρχε επιπλέον πατάρι που λειτουργούσε το γραφείο του Διευθυντή του Τραπεζικού Κέντρου. Διευθύντρια, κατά την 5-5-2010, στο ανωτέρω κατάστημα, ήταν η τρίτη κατηγορουμένη Ά.
Β., που δεν τυγχάνει διάδικος στην προκειμένη δίκη. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Β., κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία με την από 31-12-2008 σύμβαση που συνήψε με την ανωτέρω Τράπεζα, είχε αναλάβει την παροχή στο ανωτέρω υποκατάστημα παροχής ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφαλείας.
Την 3-5-2010 είχε εξαγγελθεί μέσω των Μ.Μ.Ε., καθώς και του ημερήσιου και ηλεκτρονικού τύπου της εποχής, για την Τετάρτη 5-5-2010, 24ώρη πανελλαδική απεργία των συνδικάτων ...., ενόψει της συζήτησης στην Βουλή των Ελλήνων του πρώτου "μνημονίου", καθώς επίσης είχε προγραμματισθεί για την ίδια ημέρα (5-5-2010), και ώρα 11.00, πορεία-συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας, με σκοπό την διαμαρτυρία, κατά των οικονομικών μέτρων που είχαν αποφασίσει το Δ.Ν.Τ., η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ε.Κ.Τ.
Η ανωτέρω πορεία η οποία αναμενόταν ότι θα ήταν πολυπληθής, θα διερχόταν και από την οδό ..., έμπροσθεν του κτιρίου του ανωτέρω υποκαταστήματος και μάλιστα σε ώρα λειτουργίας αυτού. Το εν λόγω τραπεζικό κατάστημα είχε στο παρελθόν αποτελέσει στόχο επιθέσεων και βανδαλισμών σε ώρες λειτουργίας του, λόγω της θέσεώς του (πλησίον της πλατείας Συντάγματος), κατά την διάρκεια διαδηλώσεων στο κέντρο των Αθηνών, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί.
Για τον λόγο αυτόν ήδη από την προηγούμενη ημέρα (4-5-2010), η τότε Υποδιευθύντρια του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος Α. Κ., η οποία αναπλήρωνε την τελούσα σε άδεια, λόγω ασθένειας, Διευθύντρια του ιδίου ως άνω καταστήματος και νυν τρίτη κατηγορουμένη Ά. Β., ζήτησε τη λήψη επαρκών μέτρων για την ασφάλεια των εργαζομένων υπαλλήλων του εν λόγω καταστήματος, καθώς και το ωράριο λειτουργίας του καταστήματος ή και ενδεχομένως την μη λειτουργία του κατά την 5-5-2010, καθόσον η εν λόγω διαδήλωση αναμενόταν ιδιαίτερα μεγάλη και υπήρχε κίνδυνος, να πληγεί εκ νέου το κατάστημα με επιθέσεις και βανδαλισμούς και να κινδυνεύσουν οι εντός αυτού εργαζόμενοι υπάλληλοι.
Έτσι η Υποδιευθύντρια Α. Κ., αρχικώς την 4-5-2010, το μεσημέρι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Περιφερειακό Διευθυντή της Τράπεζας, Β. Τ., στον οποίον έθεσε το θέμα της λειτουργίας του καταστήματος κατά την 5-5-2010, ενόψει της ανωτέρω πορείας. Ο τελευταίος έδωσε εντολή να λειτουργήσει κανονικά το κατάστημα, εντός του ωραρίου λειτουργίας του.
Ακολούθως, η ανωτέρω Υποδιευθύντρια, ζήτησε από τον εν λόγω Περιφερειακό Διευθυντή, αφού θα λειτουργούσε το κατάστημα κανονικά να ληφθούν κάποια πρόσθετα μέτρα ασφαλείας στο κατάστημα, όπως να τοποθετηθούν στην γυάλινη πρόσοψη του κτιρίου ξύλινα πάνελ (πλακάτ), καθώς και να ληφθεί ιδιωτική ασφάλεια για την φύλαξη του καταστήματος.
Ο ανωτέρω της πρότεινε να επικοινωνήσει για τα θέματα αυτά, με τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας. Πράγματι η ανωτέρω Υποδιευθύντρια, επειδή δεν μπόρεσε να ανεύρει τον Διευθυντή Ασφαλείας της Τράπεζας Ι. Κ., επικοινώνησε με το στέλεχος του Τμήματος Ασφαλείας της Διεύθυνσης Ασφαλείας, Α. Κ., ο οποίος της απάντησε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για μέτρα ασφαλείας την προγραμματισμένη πορεία της 5-5-2010 και ότι θα μεταφέρει το ανωτέρω αίτημα λήψης μέτρων ασφαλείας στην Διεύθυνσή του και θα την ενημερώσει.
Την 5-5-2010 το πρωί, στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα το οποίο συστεγαζόταν με το τραπεζικό κέντρο, προσήλθαν να εργαστούν 27 υπάλληλοι, (10 υπάλληλοι/στελέχη του καταστήματος και 17 υπάλληλοι/στελέχη του τραπεζικού κέντρου), οι οποίοι παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους στην Τράπεζα και το Τραπεζικό κέντρο.
Περί ώρα 9:30 της 5-5-2010 η Υποδιευθύντρια Α. Κ., τηλεφώνησε εκ νέου, αρχικά στον Περιφερειακό Διευθυντή Β. Τ., φοβούμενη για τον κίνδυνο επιθέσεων λόγω της ανωτέρω πορείας, θέτοντας και πάλι το θέμα της λειτουργίας και του ωραρίου του καταστήματος, ο οποίος επέμενε στην εκφρασθείσα ήδη εντολή του να εργασθούν κανονικά οι υπάλληλοι.
Εν συνεχεία η ανωτέρω Υποδιευθύντρια επικοινώνησε εκ νέου και με το στέλεχος της Διεύθυνσης Ασφαλείας Α. Κ., ο οποίος, ενοχλημένος από το δεύτερο τηλεφώνημα, της απάντησε "έχω ενημερώσει τον Κ. και τον Κ. Ουδέν νεώτερο δουλεύετε κανονικά", (βλ. κατάθεση Α. Κ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και στην αναβλητική δίκη σελ.154).
Στις 13:30-13:40, ο Β. Τ., επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Α. Κ., την οποία ενημέρωσε ότι είχε πληροφορίες ότι γύρω στις 15:00 θα ξεκινούσε μια "άγρια πορεία" και έδωσε εντολή να κλείσει το πρώτο ταμείο του καταστήματος ώρα 14:00, το δεύτερο ώρα 14: 30 και οι υπάλληλοι να εγκαταλείψουν το κατάστημα, ώρα 15:00, (σημειωτέον ότι το ωράριο των τραπεζικών υπαλλήλων ήταν μέχρι την 15:15).
Όπως προέκυψε η εντολή αυτή του Β. Τ. δόθηκε κατόπιν συνεννόησης αυτού με την Τομεάρχη του, Κ. Σ., (βλ. κατάθεση Β. Τ. ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Ακολούθως, η Υποδιευθύντρια Α. Κ. αφού ενημέρωσε τον Ε. Τ., ο οποίος εκτελούσε χρέη Διευθυντή του Τραπεζικού Κέντρου, πήρε την πρωτοβουλία να κλείσει άμεσα μετά την ανωτέρω τηλεφωνική επικοινωνία τα ταμεία του καταστήματος και να μην περιμένει την ώρα 14:30, μεταβαίνοντας μαζί με τον ταμία Ε.
Μ., καθώς και υπαλλήλους Μ. Κ. και Ε. Σ. στο υπόγειο του κτιρίου, προκειμένου να ασφαλίσουν τα χρήματα και τα αξιόγραφα του καταστήματος. Όμως, περί ώρα 13.45, ομάδα νεαρών ατόμων, φορώντας κουκούλες και έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, επιχείρησε να θραύσει τους υαλοπίνακες του καταστήματος ..., το οποίο βρισκόταν απέναντι και αριστερά του ανωτέρω τραπεζικού καταστήματος.
Η κίνηση αυτή, αλλά και η ρίψη πετρών και μαρμάρων σε αστυνομικούς της ομάδας ΜΑΤ, που είχαν παραταχθεί έμπροσθεν του καταστήματος της τράπεζας, παρέχοντας ένα είδος ασφάλειας στους 27 εργαζομένους υπαλλήλους, είχε ως αποτέλεσμα τα ΜΑΤ να μετακινηθούν από το σημείο έξωθεν του κτιρίου της ανωτέρω Τράπεζας, και να κινηθούν προς την πλατεία Συντάγματος.
Την στιγμή αυτή ομάδα των νεαρών ατόμων του αντιεξουσιαστικού χώρου έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους εκμεταλλευόμενα τον συνωστισμό και την μετακίνηση των αστυνομικών δυνάμεων, επιτέθηκαν κατά του παραπάνω υποκαταστήματος, ενώ εντός αυτού ευρίσκοντο και εργαζόταν κανονικά, οι παρακάτω υπάλληλοι:
Α. Π. του Ζ., (η θέση εργασίας της οποίας βρισκόταν στο δεύτερο όροφο), Π. Ζ. του Ε., Ε. Τ. του Ι., (η θέση εργασίας του οποίου ήταν στο δεύτερο όροφο), Γ. Γ. του Κ., (η θέση εργασίας του οποίου βρισκόταν στον δεύτερο όροφο), Η. Μ. του Δ., Ε. Φ. του Π., Μ. Μ. του Π., Σ. Π. του Θ., Μ. Κ. του Ι., Α. Π. του Η., Ε. Μ. του Σ., Α. Ι. του Δ., Α. Ζ.
του Ε., Κ. Μ. του Σ., Χ. Λ. του Σ., Ε. Α. του Σ., Α. Τ. του Σ., Ε. Λ. του Σ., Α. Χ. του Α., Δ. Κ. του Κ., Γ. Σ. του Μ., (η θέση εργασίας του οποίου ήταν στον δεύτερο όροφο), Π. Β. του Κ., Α. Ν. του Γ., Φ. Π. του Κ., Σ. Ε. του Μ., Κ. Κ. του Σ., καθώς και η Υποδιευθύντρια Α. Κ. του Κ., η οποία εκτελούσε χρέη Διευθύντριας, για τον λόγο ότι η Διευθύντρια του καταστήματος Ά.
Β., απουσίαζε την ημέρα εκείνη από το κατάστημα λόγω προβλήματος υγείας. Ειδικότερα, τα ανωτέρω άτομα, αφού έθραυσαν με τρία-τέσσερα κτυπήματα, με τεμάχια από πλάκες μαρμάρων και μεταλλικό αντικείμενο βαριοπούλα ή λοστό, τους υαλοπίνακες της πρόσοψης του ανωτέρω υποκαταστήματος, στην συνέχεια περιέβρεξαν με εύφλεκτο υγρό το εσωτερικό τμήμα της αριστερής πλευράς του ισογείου χώρου του κτιρίου (κοιτάζοντας αυτό από την οδό ...) και ακολούθως έριξαν εντός του καταστήματος ενεργοποιημένους αυτοσχέδιους εμπρηστικούς-εκρηκτικούς μηχανισμούς (βόμβες μολότοφ), με αποτέλεσμα να προκληθεί μεγάλη πυρκαγιά και πυκνός καπνός άμεσης και ταχείας εξάπλωσης, λαμβανομένου υπ' όψιν του εύφλεκτου υλικού που είχαν ρίψει που ενίσχυε την ένταση της φωτιάς, με αποτέλεσμα αυτή να μεταδοθεί και στον ημιώροφο του καταστήματος άνωθεν του ισογείου, (βλ.
την από 5-5-2010 έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθηνών). Κάποιοι από τους ανωτέρω υπαλλήλους, προσπάθησαν να σβήσουν την φωτιά με την χρήση των πυροσβεστήρων που υπήρχαν στο κτίριο, πλην όμως αυτό ήταν αδύνατο, λόγω της μεγάλης έντασης της φωτιάς και του πυκνού μαύρου καπνού, που εμπόδιζε την ορατότητα, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν γρήγορα την προσπάθειά τους αυτή.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, οι ανωτέρω εργαζόμενοι υπάλληλοι, που βρισκόταν κατά την εκδήλωση της πυρκαγιάς εντός του υποκαταστήματος, εγκλωβίσθηκαν εντός αυτού, ένεκα της έλλειψης μέτρων ασφαλείας, τα οποία θα επέτρεπαν την επιτυχή διαφυγή τους από το φλεγόμενο κτίριο, καθόσον αφενός μεν, δεν υπήρχαν δίοδοι διαφυγής, ούτε έξοδοι κινδύνου, η δε μοναδική θύρα που βρισκόταν πλησίον της κεντρικής θύρας ασφαλείας, δεν μπορούσε όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, να χρησιμοποιηθεί, ως εναλλακτική έξοδος κινδύνου, επιπλέον δε όλοι οι εξώστες που βρισκόταν στους ορόφους του καταστήματος ήταν κλειδωμένοι, αφετέρου δε, διότι όλοι οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν είχαν εκπαιδευθεί σε θέματα ασφαλείας πυροπροστασίας και εκκένωσης κτιρίων, με συνέπεια να χάσουν πολύτιμο χρόνο επιχειρώντας να ανεύρουν τρόπους διαφυγής, μη γνωρίζοντας προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν.
Έτσι από τους ανωτέρω εργαζομένους που βρισκόταν την ώρα του επιδίκου ατυχήματος στο κατάστημα, τρεις (3) βρήκαν τραγικό θάνατο και είκοσι ένας (21) υπάλληλοι υπέστησαν, ένεκα της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, καθώς και της υπερπροσπάθειάς τους να εκκενώσουν το κτίριο, σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα:
α) η Α. Π., ηλικίας 32 ετών, που διένυε τον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης, βρέθηκε νεκρή στο πατάρι του 2ου ορόφου, στο οποίο υπήρχε μεταλλική πόρτα, που οδηγούσε στην ταράτσα του ανωτέρω κτιρίου, η οποία ήταν κλειδωμένη, με αποτέλεσμα να εγκλωβισθεί εκεί, β) ο Ε. Τ., ετών 36, βρέθηκε νεκρός σε τμήμα του κλιμακοστασίου που οδηγεί από τον 1ο στον 2ο όροφο του κτιρίου και γ) η Π.
Ζ. ετών 35, βρέθηκε νεκρή σε ένα εκ των μπαλκονιών πρόσοψης του 2ου ορόφου. Και οι τρεις ανωτέρω υπάλληλοι υπέστησαν δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, που ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε τον θάνατό τους, (βλ. τις υπ' αριθμ. ...5-2010, ...-5-2010 και ...-5-2010 Ιατροδικαστικές Εκθέσεις νεκροψίας-νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών).
Περαιτέρω, οι υπόλοιποι υπάλληλοι που ευρίσκοντο στο κτίριο προσπαθούσαν, να ανεύρουν οι ίδιοι τρόπο να εξέλθουν από το φλεγόμενο κτίριο, μη γνωρίζοντας κανένα σχέδιο διάσωσης, ενώ το κτίριο είχε γεμίσει με αποπνικτικούς καπνούς που εμπόδιζαν την ορατότητα και την αναπνοή τους. Ειδικότερα οι λοιποί υπάλληλοι οι οποίοι επέζησαν, εγκατέλειψαν ως εξής το φλεγόμενο κτίριο: 1) 14 υπάλληλοι, κατέφυγαν σε ένα δωμάτιο διαστάσεων 2,50 Χ 4,00 Χ 2,50 μέτρων περίπου, στο δεύτερο όροφο του κτιρίου, η πόρτα του οποίου ήταν κατά τύχη προσωρινά ανοιχτή, για λόγους εξαερισμού της παρακείμενης χαλασμένης αποχέτευσης.
Ο χώρος αυτός ήταν κλειστός με κάγκελα (σαν κλούβα) από τις τρεις πλευρές του, ενώ και η οροφή του χώρου ήταν καλυμμένη με σιδερένια κατασκευή (πλέγμα), καθώς και από ένα είδος μεμβράνης για να προστατεύονται οι εξωτερικές μονάδες των κλιματιστικών του κτιρίου. Ο υπάλληλος Η. Μ., μετά από υπερπροσπάθεια, επιμονή και γενναιότητα, καθώς ο καπνός άρχισε να γεμίζει και το δωμάτιο αυτό, κατάφερε να αποξηλώσει τμήμα της σιδερένιας κατασκευής της οροφής του δωματίου, διαστάσεων περίπου 0,60 επί 0,80 μέτρου και μέσω αυτού του ανοίγματος, αρχικά διέφυγε ο ίδιος και στην συνέχεια κατάφερε επίσης να απεγκλωβίσει έναν-έναν από τους υπόλοιπους 13 υπαλλήλους που ήταν συγκεντρωμένοι στον χώρο αυτό, οι οποίοι εν συνεχεία με διαδοχικά άλματα, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική τους ακεραιότητα, αναρριχήθηκαν στην στέγη όπου περνώντας από κιγκλίδωμα που έφερε μυτερές απολήξεις ύψους 1,50 μέτρου, κατάφεραν να φθάσουν στο όμορο κτίριο που στεγαζόταν το κατάστημα "...", να σπάσουν την τζαμαρία του, ώστε να μπορέσουν να εισέλθουν στο κτίριο αυτό και τέλος να κατέβουν στην οδό ..., 2) ένας άλλος υπάλληλος ο Γ.
Γ., διασώθηκε αφού κατέπεσε από τον εξώστη του δεύτερου ορόφου, από ύψος 3,5 μέτρων περίπου, σε παρακείμενη οροφή του διπλανού κτιρίου, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στις πλευρές του θώρακα, 3) τέσσερεις υπάλληλοι που ευρίσκοντο εγκλωβισμένοι στους εξώστες του κτιρίου απεγκλωβίσθηκαν με την χρήση κλιμάκων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που είχε καταφθάσει στο κτίριο, 4) τέσσερεις υπάλληλοι κατόρθωσαν να διασωθούν χρησιμοποιώντας τα διακοσμητικά πρεβάζια του κτιρίου και από εκεί κατόρθωσαν με άλματα να βρεθούν στα προστεγάσματα ομόρων κτιρίων.
Τέλος, ένας μόνον υπάλληλος, ο Α. Ν., κατόρθωσε να εξέλθει από την θύρα με τον κλωβό ασφαλείας που υπήρχε στο ισόγειο του κτιρίου και οδηγούσε σε προθάλαμο και από εκεί μέσω μιας ξύλινης πόρτας στην έξοδο του κτιρίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι που κατόρθωσαν να διασωθούν υπέστησαν ένεκα της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, αλλά και της προσπάθειάς τους να διαφύγουν με τον τρόπο που προεκτέθηκε από το φλεγόμενο κτίριο τις εξής σωματικές βλάβες:
Ο Γ. Γ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, καθώς και κάκωση δεξιού ημιθωρακίου και μικρού πνευμονοθώρακα και κάκωση πλευρών δεξιά, που προκλήθηκε από την πτώση του από τον εξώστη του φλεγομένου κτιρίου σε όμορου κτιρίου σκέπαστρο που κατέρρευσε με αποτέλεσμα την πτώση του σε άλλο σκέπαστρο.
Ο Η. Μ., υπέστη αναπνευστικά προβλήματα και λοίμωξη αναπνευστικού εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων. Η Φ. Ε., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και ψυχικό στρες. Η Μ. Μ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων καρδιολογικά προβλήματα και ψυχικό στρες.
Ο Σ. Π., αναπνευστικά προβλήματα, εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, ήπιο ισχαιμικό επεισόδιο, τραύματα και εκδορές σε όλο του το σώμα προκληθείσες εκ της πτώσης του σε εξώστη όμορου κτιρίου και ψυχικό στρες. Η Κ. Μ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και ταξικών αερίων και σοβαρές ψυχικές διαταραχές.
Η Π. Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και ταξικών αερίων. Ο Μ. Ε., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων. Η Ι. Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκδορές και μώλωπες σε όλο το σώμα και ψυχικό στρες. Η Ζ. Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκδορές στην πλάτη και ψυχολογικό στρες.
Η Μ. Κ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων. Η Λ. Χ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκδορές και μώλωπες σε όλο το σώμα κάκωση δεξιού ώμου και μετατραυματικό στρες. Η Α. Ε., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και ταξικών αερίων, καθώς και εκδορές και μώλωπες στα χέρια και στα πόδια.
Η Τ. Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και διάστρεμμα δεξιού ποδός. Ο Λ. Ε., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και ψυχολογικό σοκ. Η Χ. Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, μυοκαρδιοπάθεια και ψυχικό στρες, υψηλή πίεση, λόγω των οποίων νοσηλεύθηκε στην μονάδα ειδικής θεραπείας του Νοσοκομείου "Υγεία" για 5 ημέρες.
Ο Κ. Δ. του Κ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και ψυχικό στρες. Ο Σ. Γ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αέριων. Η Β. Π., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και μετατραυματική κατάθλιψη. Ο Ν. Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και ταξικών αέριων.
Και τέλος η Π. Φ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και μώλωπες στα πόδια. Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι ο από τις ανωτέρω συνθήκες επελθών θάνατος και σωματικές βλάβες αντίστοιχα των άτυχων εργαζομένων αποδείχθηκε, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις καταθέσεις στο ακροατήριο τόσο του παρόντος, όσο και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των πολιτικώς εναγόντων-υπαλλήλων στο ανωτέρω υποκατάστημα, οι οποίοι έχοντας άμεση και σαφή αντίληψη των γεγονότων του ενδίκου ατυχήματος, κατέθεσαν μεταξύ άλλων για την ύστατη προσπάθειά τους να απεγκλωβισθούν από το φλεγόμενο κτίριο, στο οποίο δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου, ούτε σχέδιο διαφυγής, αυτοσχεδιάζοντας οι ίδιοι χωρίς να έχουν λάβει καμία εκπαίδευση σε θέματα πυροπροστασίας και εκκένωσης του κτιρίου σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Μάλιστα όπως όλοι κατέθεσαν χαρακτηριστικά εγκατέλειψαν "με ανορθόδοξο τρόπο το κτίριο", προσπαθώντας να απεγκλωβισθούν και διασωθούν με όποιον τρόπο επινοούσε την τελευταία στιγμή έκαστος. Για το επίδικο ατύχημα, έγινε αυτοψία στο κτίριο του υποκαταστήματος, τόσο από την Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όσο και από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Αθηνών, στις οποίες καταγράφονται λεπτομερώς οι χώροι του κτιρίου και οι ζημίες που υπέστη το κτίριο λόγω της πυρκαγιάς, καθώς επίσης αναφέρονται και τα υπολείμματα των εκρηκτικών μηχανισμών (υπολείμματα βόμβας μολότοφ), που περισυλλέχθηκαν.
Επίσης, στην υπ' αριθμ. πρωτ. ... έως .../2010 έκθεση έρευνας την οποίαν συνέταξε ο αρμόδιος Τεχνικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας, Θ. Π., χαρακτήρισε το επίδικο ατύχημα ως ομαδικό εργατικό ατύχημα και ανέφερε μεταξύ άλλων τον τρόπο με τον οποίον προσπάθησαν οι εργαζόμενοι, αυτοσχεδιάζοντας και μην έχοντας λάβει καμία εκπαίδευση, να εγκαταλείψουν το κτίριο.
Περαιτέρω, το επίδικο ατύχημα πέραν της δόλιας συμπεριφοράς των ατόμων που προέβησαν στην ρίψη των εκρηκτικών-εμπρηστικών μηχανισμών στο ανωτέρω υποκατάστημα, οφείλεται και στην συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων αντίστοιχα, διότι εξ αιτίας της έλλειψης της προσοχής και επιμέλειας, την οποίαν όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, οι εν λόγω κατηγορούμενοι δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα, περαιτέρω δε διότι, ενώ είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του εν λόγω αποτελέσματος σύμφωνα με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που είχαν αναλάβει και που παρακάτω αναφέρονται, δεν μερίμνησαν για την αποτροπή του.
Ειδικότερα: Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Β. έχοντας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω Τράπεζας και αυτής του εργοδότη, που ενείχε το καθήκον πρόνοιας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (Α.Π. 1296/2016, Α.Π. 385/2016, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1440/2013, Α.Π. 1127/2013) και ενώ είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί, παρέλειψε και δεν έλαβε από αμέλειά του όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας πυρασφάλειας, πυροπροστασίας και εκκένωσης χώρου εργασίας, για την διαφύλαξη της ζωής και της υγείας των υπαλλήλων, στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα, και συγκεκριμένα δεν μερίμνησε ώστε: 1) Το κτίριο όπου στεγαζόταν το ανωτέρω υποκατάστημα, να διαθέτει, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εγκεκριμένη από την Πυροσβεστική Υπηρεσία μελέτη πυροπροστασίας έτσι ώστε να λάβει όλα τα προβλεπόμενα στη μελέτη αυτή μέτρα πυροπροστασίας.
Για την ανωτέρω παράλειψη πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το κτίριο, στο οποίο έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, ήταν ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο το οποίο είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο βάσει του Π.Δ/τος της 4-4-1984 (Φ.Ε.Κ. 314/21-5-1984), ήταν δε μισθωμένο από την ανωτέρω Τράπεζα και ανήκε στην ιδιοκτησία των Χ. και Π.
Μ.. Ως τραπεζικό κατάστημα κατόπιν σχετικής αδείας της Τράπεζας της Ελλάδος, χρησιμοποιήθηκε αρχικά από το έτος 1991 από την Τράπεζα, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εν συνεχεία μετά από συγχώνευση μετονομάσθηκε σε "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Το ανωτέρω κτίριο ανακατασκευάσθηκε και διαρρυθμίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμ.../1991 άδειας οικοδομής της Πολεοδομίας Αθηνών, για εσωτερική ανακατασκευή, διαρρύθμιση και αποκατάσταση της όψης σε διατηρητέο νεοκλασικό.
Εν συνεχεία εκδόθηκε η με αριθμό ...1993 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Αθηνών για προσθήκη παταριού στον δεύτερο όροφο, καθώς και η με αριθμό ...2009 οικοδομική άδεια επίσης της Πολεοδομίας Αθηνών, για επισκευές σε υπάρχον διατηρητέο κτίριο. Το κτίριο αυτό ήταν συνολικής επιφάνειας περίπου 970 τετραγωνικών μέτρων και όπως είχε διαμορφωθεί για την λειτουργία του ανωτέρω υποκαταστήματος της Τράπεζας, στο υπόγειο επιφάνειας 85 τετραγωνικών μέτρων, στο ισόγειο επιφάνειας 86 τετραγωνικών μέτρων και στον ημιώροφο, επιφάνειας 65 τετραγωνικών μέτρων στεγαζόταν το κατάστημα λιανικής τραπεζικής της Τράπεζας, ενώ στον πρώτο, δεύτερο όροφο και πατάρι στεγαζόταν το τραπεζικό κέντρο της Διεύθυνσης Επιχειρηματικών Δανείων της εν λόγω Τράπεζας.
Το κτίριο αυτό το οποίο έχει μικτό εμβαδό μεγαλύτερο των 70 τετραγωνικών μέτρων, και το οποίο είναι υφιστάμενο (δηλαδή η πρώτη άδεια οικοδομής εκδόθηκε πριν από την 17-2-1989) αντιμετωπίζεται από άποψη νομοθεσίας πυροπροστασίας σύμφωνα με την Πυροσβεστική Διάταξη …1981,
(βλ. και άρθρο 3 της με αριθμό 3046/304 της 30 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1989 (Φ.Ε.Κ. Δ' 59)-Κτιριοδομικός Κανονισμός-απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων). Ο ισόγειος χώρος χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του κοινού (χώρος συνάθροισης κοινού) και οι υπερκείμενοι όροφοι ως γραφεία.
Στο άρθρο 1 αριθμ. 4 της υπ' αριθμ. 3/1981 της Πυροσβεστικής Διάταξης ορίζεται ότι: "4. Ιδιοκτήτες, μισθωτές ή με οποιονδήποτε τρόπο εκμεταλλευόμενοι την χρήση αιθουσών συγκέντρωσης κοινού, που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας Πυροσβεστικής Διάταξης υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία του προσωπικού και του κοινού κατά των κινδύνων της πυρκαγιάς και άλλων κινδύνων, σύμφωνα με τη Διάταξη αυτή".
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, οι μισθωτές αιθουσών συγκέντρωσης κοινού, μεταξύ των οποίων και των Τραπεζών ως χώρων οικονομικών δραστηριοτήτων, που εμπίπτουν στις διατάξεις της ανωτέρω Πυροσβεστικής Διάταξης, υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία του προσωπικού και του κοινού κατά των κινδύνων της πυρκαγιάς και άλλων κινδύνων, σύμφωνα με τη Διάταξη αυτή.
Για την εξασφάλιση αυτή ορίζεται στην διάταξη του άρθρου (13) της άνω Πυροσβεστικής Διάταξης, ότι η εγκατάσταση των υποδεικνυομένων με την εν λόγω διάταξη συστημάτων πυροπροστασίας και ασφαλείας εκτελούνται με βάση προηγούμενη μελέτη συντασσόμενη από διπλωματούχο μηχανικό, η οποία υποβάλλεται για έγκριση στην αρμόδια κατά τόπο Πυροσβεστική Αρχή, η οποία στην συνέχεια χορηγεί το πιστοποιητικό πυροπροστασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι η συνταχθείσα υπ' αριθμ. ... ήδη από τον Αύγουστο του έτους 1991, μελέτη πυρανίχνευσης για το επίδικο κτίριο, των Διπλωματούχων Μηχανολόγων Μηχανικών-Ηλεκτρολόγων ... & ΣΙΑ Ε.Ε., ουδέποτε κατατέθηκε στην αρμόδια κατά τόπο Πυροσβεστική Αρχή. Μάλιστα, από τα αναγνωσθέντα:
α) υπ' αριθμ. πρωτ. .../21-5-2010 έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος-Διεύθυνση Προληπτικής Πυροπροστασίας και β) υπ' αριθμ. πρωτ. .../3-6-2010, έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος ( Διοίκηση Π.Υ. Αθηνών), αναφέρεται ότι από τον έλεγχο των στοιχείων που τηρούνται στο Αρχείο της Υπηρεσίας αυτής, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει σχετικός φάκελος πυροπροστασίας για το εν λόγω κτίριο και κατά συνέπεια ότι δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό πυροπροστασίας.
Ενόψει όλων των ανωτέρω εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας έπρεπε κατά νόμο να υπάρχει με την μέριμνα του μισθωτή, εν προκειμένω του πρώτου κατηγορουμένου ως Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας Τράπεζας. Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω παράλειψη ήταν ουσιώδης καθόσον η οποιαδήποτε μέριμνα της Τράπεζας σχετικά με την λήψη των απαιτουμένων από την άνω πυροσβεστική διάταξη μέτρων πυροπροστασίας, όπως, που θα τοποθετηθούν οι πυροσβεστήρες, πόσοι θα είναι, αν και που θα τοποθετηθεί πυροσβεστικό ερμάριο, επίσης που θα τοποθετηθούν τα σχεδιαγράμματα διάσωσης, ή αν οι έξοδοι κινδύνου στο κτίριο θα πρέπει να είναι δύο ή μια, δεν ήταν η αρμόζουσα, διότι τα συστήματα πυρασφάλειας που κτιρίου, τοποθετήθηκαν χωρίς την έγκριση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. ( Α.Π. 109/2011).
Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η συνταχθείσα από το έτος 1991 μελέτη πυρασφάλειας που υπήρχε για το επίδικο κτίριο, κάλυπτε την εκ του νόμου υποχρέωση, αφού αυτή, όπως προεκτέθηκε, δεν ήταν εγκεκριμένη, δεν είχε δηλαδή υποστεί τον έλεγχο από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδίως:
α ) από την από 2/7/2010 υπ' αριθμ. πρωτ. .../2010-.../2010, έκθεση έρευνας του Τεχνικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Θ. Π., για το επίδικο ατύχημα, στην οποίαν επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι, "...ο εργοδότης οφείλει να διαθέτει πιστοποιητικό πυρασφάλειας που εκδίδεται από την πυροσβεστική υπηρεσία. Για το πιστοποιητικό αυτό απαιτείται να γίνει μελέτη του χώρου της εγκατάστασης όπου θα αναφέρονται τα συγκεκριμένα μέτρα πυρόσβεσης- πυροπροστασίας που προβλέπονται από τη νομοθεσία για την συγκεκριμένη φύση και δραστηριότητα της επιχείρησης ανάλογα με την έκταση, το είδος και τον αριθμό των εργαζομένων και τρίτων( όπως αριθμός εξόδων κινδύνου, είδος και ποσότητα εξοπλισμού πυρόσβεσης κ.λ.π.).
Η μελέτη αυτή κατατίθεται στην πυροσβεστική υπηρεσία για έγκριση. Μετά την έγκριση, ο εργοδότης εφαρμόζει τα αναφερόμενα στην μελέτη στους χώρους της επιχείρησής του και καλεί την πυροσβεστική υπηρεσία να ελέγξει αν εφαρμόσθηκαν τα μέτρα και να εκδώσει το πιστοποιητικό πυρασφάλειας για την συγκεκριμένη επιχείρηση", β) από την κατάθεση του εν λόγω Τεχνικού Επιθεωρητή εξεταζομένου ως μάρτυρα, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος με σαφήνεια κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο τα εξής: "...Το τραπεζικό κατάστημα της οδού ...
δεν είχε πιστοποιητικό πυρασφάλειας ότι σύμφωνα με την 3/1981 Πυροσβεστική Διάταξη, ο εργοδότης πρέπει να αναθέσει σε κάποιον μηχανικό την μελέτη πυροπροστασίας του καταστήματος. Η μελέτη αυτή θα πρέπει να κατατεθεί και να εγκριθεί από την πυροσβεστική υπηρεσία. Στην συνέχεια η πυροσβεστική υπηρεσία χορηγεί στο κατάστημα το Πιστοποιητικό Πυρασφάλειας.
Εάν το κτίριο έχει κάποιες ιδιαιτερότητες τότε η πυροσβεστική δίνει κάποιες εναλλακτικές λύσεις. Από το συγκεκριμένο κατάστημα δεν είχε κατατεθεί καμία μελέτη, οπότε δεν υπήρχε και το αντίστοιχο Πιστοποιητικό Πυρασφάλειας..." και γ) από την κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, του Μ.
Κ., Αξιωματικού στο Αρχηγείο του Πυροσβεστικού Σώματος μέχρι την 1-6-2017 και νυν Υποδιοικητή στο Πυροσβεστικό Σώμα Κορίνθου, οποίος μετά λόγου γνώσεως, λόγω της ανωτέρω ιδιότητός του, μεταξύ άλλων κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο και τα εξής: "σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη το κατάστημα έπρεπε να διαθέτει πιστοποιητικό πυρασφάλειας, γεγονός που σημαίνει ότι ο εργοδότης όφειλε να υποβάλει στην πυροσβεστική μελέτη πυροπροστασίας.
Σε εμάς δεν είχε υποβληθεί μελέτη πυροπροστασίας από το συγκεκριμένο κατάστημα, γι' αυτό και δεν υπήρχε στην πυροσβεστική φάκελος πυροπροστασίας του καταστήματος, αν η μελέτη εγκριθεί τότε όλα τα έργα υλοποιούνται βάσει της εγκεκριμένης μελέτης... στο συγκεκριμένο κατάστημα η τοποθέτηση των πυροσβεστήρων από την στιγμή που δεν υπήρχε μελέτη, θεωρώ ότι έγινε τυχαία....αφού υλοποιηθούν τα μέτρα τότε ο εργοδότης μπορεί να έρθει στην Πυροσβεστική και να ζητήσει Πιστοποιητικό Πυρασφάλειας...το συγκεκριμένο κατάστημα, καθώς ήταν διατηρητέο, ήταν ο ορισμός της απόκλισης.
Κατά συνέπεια αν είχε κατατεθεί μελέτη πυροπροστασίας θεωρώ ότι δεν θα είχε εγκριθεί από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Από την στιγμή που δεν εγκριθεί η υποβληθείσα μελέτη, ο εργοδότης θα πρέπει να κάνει ένα αίτημα ώστε να πάει στο κατάστημα η λεγόμενη επιτροπή αποκλίσεων, η οποία προκειμένου να λειτουργήσει το κατάστημα προτείνει την αύξηση κάποιων άλλων αντισταθμιστικών μέτρων ......
Ενόψει όλων των ανωτέρω ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, που πρότεινε απολογούμενος, ότι δεν είχε νόμιμη υποχρέωση η εργοδότρια Τράπεζα, για την έκδοση πιστοποιητικού πυροπροστασίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν απαιτούσε για την αδειοδότηση του καταστήματος το εν λόγω πιστοποιητικό πυροπροστασίας, καθώς η πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας σχετίζεται αποκλειστικά με την αδειοδότηση της Τράπεζας και φυσικά δεν αναιρεί την ανωτέρω νόμιμη υποχρέωση, η οποία τυγχάνει ανεξάρτητη από κάθε είδους άδεια για την λειτουργία του καταστήματος της Τράπεζας (κατά τα παραπάνω αίθουσας συγκέντρωσης κοινού).
Ενόψει της ανωτέρω παράλειψης δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί η επέκταση της πυρκαγιάς και να αποφευχθούν τα ως άνω τραγικά αποτελέσματα. 2) Περαιτέρω, δεν μερίμνησε να λάβει τα απαιτούμενα εκ του νόμου (για τις αίθουσες συνάθροισης κοινού κατηγορίας Α της υπ' αριθμ. 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης) μέτρα πυρασφάλειας και ασφαλούς εκκένωσης χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς, ώστε στο επίδικο κατάστημα να υπάρχουν δύο έξοδοι κινδύνου, που να οδηγούν σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο οι οποίες να βρίσκονται σε κατάλληλη θέση, έτσι ώστε η πορεία διαφυγής να είναι προφανής και πραγματοποιήσιμη.
Επιπλέον, δεν μερίμνησε ώστε οι έξοδοι κινδύνου να μην κλειδώνονται προκειμένου να μπορούν να ανοιχτούν εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειασθεί να τις χρησιμοποιήσει. Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει πρωτίστως να επισημανθεί ότι το θέμα του αριθμού των εξόδων κινδύνου στο επίδικο κατάστημα θα είχε προσδιορισθεί εάν ο εργοδότης διέθετε, όπως προεκτέθηκε, εγκεκριμένη από την Πυροσβεστική Υπηρεσία μελέτη πυρασφάλειας στην οποία θα αναγραφόταν και οι έξοδοι κινδύνου του καταστήματος, ( βλ.
κατάθεση Μ. Κ., Αξιωματικού του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, σελ.226 επόμ, αναβλητικής δίκης, καθώς και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 της ... Πυροσβεστικής Διάταξης, "Οι αίθουσες συγκέντρωσης κοινού, ανάλογα με την χωρητικότητα ατόμων, κατατάσσονται μεταξύ άλλων και στην (α) περίπτωση ήτοι:
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ "Α" χωρητικότητας μέχρι 200 άτομα". Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 της ιδίας πυροσβεστικής διάταξης, "Ο πληθυσμός κάθε αίθουσας συγκέντρωσης κοινού υπολογίζεται ως εξής: "Β" 2 Σε χώρους μικρότερου συνωστισμού, όπως εστιατόρια, καφενεία, ζαχαροπλαστεία, λέσχες, αίθουσες συνεδριάσεων, μουσεία, βιβλιοθήκες, μόνιμα εκθεσιακά κέντρα, κέντρα διασκέδασης, μπαρ, ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση την αναλογία 1 άτομο/1,40 τετραγωνικά μέτρα εμβαδού δαπέδου.
Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 4 της άνω πυροσβεστικής διάταξης "Για τον υπολογισμό των παραπάνω εμβαδών λαμβάνονται υπόψη μόνο οι επιφάνειες δαπέδων των κυρίων χώρων που προορίζονται για την εκάστοτε δραστηριότητα περιλαμβανομένων και των διαδρόμων κυκλοφορίας που βρίσκονται μέσα σ' αυτούς". Κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 της ιδίας Πυροσβεστικής Διάταξης "1.
Κάθε αίθουσα συγκέντρωσης κοινού κατηγορίας "Α" υποχρεούται να διαθέτει δύο (2) εξόδους κινδύνου προς κοινόχρηστη οδό ή πόρτες προς διάδρομο ή άλλους χώρους που να οδηγούν από διαφορετικές κατευθύνσεις σε δύο ανεξάρτητες οδούς διαφυγής. Κατ' εξαίρεση αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων επιτρέπεται να διαθέτουν μία (1) έξοδο, εφόσον δεν στεγάζονται σε ορόφους υποκείμενους των κυρίων εξόδων του κτιρίου".
Στην προκειμένη περίπτωση το εμβαδόν του ισογείου του καταστήματος είναι 86 τετραγωνικά μέτρα, το οποίο αποτελεί τον κύριο χώρο συνάθροισης κοινού του επιδίκου καταστήματος. Από το εμβαδό αυτό εάν αφαιρεθούν οι βοηθητικοί χώροι το εμβαδόν των οποίων είναι 15 τετραγωνικά μέτρα περίπου, ο καθαρός χώρος που χρησιμοποιείται για την παραμονή και κυκλοφορία των πελατών ανέρχεται στα 71 τετραγωνικά μέτρα, όπως σαφώς κατέθεσε για την επιφάνεια του χώρου αυτού ο εξεταζόμενος ως μάρτυρας Ν.
Τ., πολιτικός μηχανικός, Διευθυντής του Τεχνικού Τμήματος της Τράπεζας, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Διαιρώντας το εμβαδό της επιφάνειας των 71 τετραγωνικών μέτρων, που είναι ο χώρος αναμονής των πελατών, διά του συντελεστή 1,40 (71 τ.μ. : 1,40 = 50,71) προκύπτει ότι ο θεωρητικός πληθυσμός είναι 50,71 άτομα, άρα το εν λόγω τραπεζικό κατάστημα είχε πάνω από 50 άτομα θεωρητικό πληθυσμό.
Και άρα έπρεπε να διαθέτει δύο εξόδους κινδύνου (άρθρο 4 παρ.1 Β2, άρθρο 7 παρ. 1 της ... Πυροσβεστικής Διάταξης, όπως τροποποιήθηκε με την 3γ/1981 Πυροσβεστική Διάταξη). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την αναγνωσθείσα από 18-6-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Π. Μ., ηλεκτρολόγου μηχανικού, την οποίαν πραγματοποίησε για το επίδικο ατύχημα, κατόπιν εντολής του πρώτου κατηγορουμένου, στην οποίαν αναγράφεται ότι ο θεωρητικός πληθυσμός του καταστήματος ανέρχεται σε 47,14 άτομα, αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε διαιρώντας τον συντελεστή 1,40 δια 66 τ.μ., επιφάνεια που αφορά κατά την άποψή της τον χώρο συνάθροισης κοινού, ήτοι το τμήμα των 66 τ.μ., από το συνολικό εμβαδό του ισογείου χώρου, που αφορά την εξυπηρέτηση των πελατών.
Το συμπέρασμα αυτό της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, κατά το οποίο ο θεωρητικός είναι κάτω των 50 ατόμων, είναι αυθαίρετο, αφού με κανένα στοιχείο η εν λόγω πραγματογνώμονας δεν προσδιορίζει πως υπολόγισε ότι ο χώρος εξυπηρέτησης των πελατών ανέρχεται σε 66 τ.μ., αφαιρώντας 20 τ.μ., από το συνολικό εμβαδό των 86 τ.μ.
του ισογείου, χωρίς να αναφέρει με ποιά στοιχεία προέβη στον εν λόγω υπολογισμό, όπως θα όφειλε λόγω της ιδιότητάς της ως ηλεκτρολόγου μηχανικού. Περαιτέρω, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται: α) από την κατάθεση του Μ. Κ., Αξιωματικού του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ο οποίος λόγω της ανωτέρω ιδιότητός του με σαφήνεια κατέθεσε ότι το επίδικο κατάστημα έπρεπε να έχει δυο εξόδους κινδύνου.
Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας σε άλλο σημείο της κατάθεσής του, στο παρόν Δικαστήριο για την ανεύρεση του θεωρητικού πληθυσμού κατέθεσε ως παράδειγμα υπολογισμού του θεωρητικού πληθυσμού τα εξής " ...αν υποθέσουμε ότι το ισόγειο ήταν 200 τ.μ. τότε 200 δια 1,40 που είναι ο συντελεστής μας βγάζει 140 άτομα. Ο αριθμός αυτός προσαυξάνεται λόγω των επάνω ορόφων που γινόταν επίσης συναλλαγές.." και β) από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, του Ν.
Τ., πολιτικού μηχανικού, Διευθυντού του Τεχνικού Τμήματος της Τράπεζας από το έτος 2009, ο οποίος είχε επισκεφθεί το επίδικο κατάστημα και ο οποίος κατέθεσε τα εξής "...χώρος συνάθροισης θεωρείται μόνον το ισόγειο, το οποίο ήταν γύρω στα 180 τ.μ. Ο καθαρός χώρος αναμονής ήταν στα 70 τ.μ., καθώς οι βοηθητικοί χώροι, όπως η κουζίνα, η τουαλέτα και οι διάδρομοι, δεν θεωρούνται χώροι συνάθροισης...".
Ο τελευταίος μάρτυρας καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με το Δικαστήριο αφού και στην περίπτωση ο χώρος αναμονής ανέρχεται τουλάχιστον στα 70 τ.μ. Έτσι, αν διαιρέσουμε τα 70 τ.μ. δια του συντελεστή 1,40 (70 : 1,40 = 50), ο θεωρητικός πληθυσμός είναι πάλι 50 άτομα. Δύο λοιπόν εξόδους έπρεπε να έχει το συγκεκριμένο κατάστημα.
Ωστόσο το συγκεκριμένο κατάστημα κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο δεν διέθετε δυο εξόδους κινδύνου που να οδηγούν σε πυροπροστατευόμενη όδευση διαφυγής ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 10 παράρτημα II του Π.Δ./τος 16/1996 (εδώ σημειώνεται ότι το δεύτερο (II) παράρτημα εφαρμόζεται εν προκειμένω και όχι το πρώτο (Ι)-όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο-σύμφωνα με το άρθρο 4 του άνω Προεδρικού Διατάγματος καθόσον το κτίριο χρησιμοποιούνταν και πριν την 1/1/1995) και δη κατά την περίπτωση 4.2.4., 4.2.6 και 4.2.7.
του ιδίου άρθρου, "οι θύρες κινδύνου πρέπει να ανοίγουν προς τα έξω, πρέπει επίσης να επισημαίνονται σύμφωνα με το Π.Δ/μα 105/95. Η σήμανση αυτή πρέπει να τοποθετείται σε κατάλληλα σημεία και να είναι διαρκής. Οι θύρες κινδύνου δεν πρέπει να κλειδώνονται. Οι οδοί διαφυγής και οι έξοδοι κινδύνου, όπως και οι διάδρομοι κυκλοφορίας και οι θύρες πρόσβασης σε αυτούς, δεν πρέπει να φράσσονται από αντικείμενα, ούτως ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανεμπόδιστα ανά πάσα στιγμή".
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος στο ανωτέρω κατάστημα υπήρχε στην κύρια είσοδο, μια θύρα ασφαλείας ελεγχόμενης πρόσβασης με μονό κλωβό, η οποία εγκαταστάθηκε στο κατάστημα στις 14-6-2009, από την εταιρεία ..., σύμφωνα με όσα ορίζει η Υ.Α. 3015/2009. Παραπλεύρως από ανωτέρω κεντρική θύρα ασφαλείας, υπήρχε μια γυάλινη είσοδος η οποία εξυπηρετούσε την είσοδο ατόμων με ειδικές ανάγκες καθώς και την μεταφορά εντός του καταστήματος ογκωδών αντικειμένων (αναλώσιμων, εξοπλισμού κ.λ.π.).
Η θύρα αυτή δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική "έξοδος κινδύνου", διότι για το άνοιγμά της δεν αρκούσε απλή ώθηση από μέσα προς τα έξω, αλλά χρειαζόταν ταυτόχρονη, ηλεκτρονική εντολή μέσω τηλεχειριστηρίου, το οποίο βρισκόταν στο γραφείο της τρίτης κατηγορουμένης Διευθύντριας του καταστήματος, το οποίο, κατά την ώρα του επιδίκου ατυχήματος, είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά, (βλ.
και άρθρο 10.6 του εγχειριδίου ασφαλείας προσωπικού πελατείας και περιουσίας της Τράπεζας). Επίσης, η εν λόγω θύρα δεν έφερε τα χαρακτηριστικά της εξόδου κινδύνου, αφού δεν είχε την εκ του νόμου απαιτουμένη σήμανση, ούτε είχε το πλάτος που εκ του νόμου απαιτείτο (1,10 μ.). Επισημαίνεται, ότι το τηλεχειριστήριο για την ηλεκτρονική εντολή της εν λόγω θύρας ήταν ένα και για τους 33 συνολικά εργαζομένους στο κατάστημα.
Σημειωτέον, ότι για το θέμα της εξόδου κινδύνου ο μάρτυρας Θ. Π., Τεχνικός Επιθεωρητής Εργασίας, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μετά λόγου γνώσεως, κατέθεσε τα εξής: "...η δεύτερη και πιο σημαντική για εμένα παράβαση ήταν ότι στο κατάστημα δεν υπήρχε έξοδος κινδύνου. Η διπλανή από τον κλωβό πόρτα δεν ήταν έξοδος κινδύνου.
Η πόρτα αυτή μπορεί να είχε κατασκευασθεί και τοποθετηθεί με το σκεπτικό της εξόδου κινδύνου, αλλά δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως έξοδος κινδύνου. Όχι γιατί δεν οδηγούσε σε υπαίθριο χώρο, αλλά στον προθάλαμο του καταστήματος. Σύμφωνα με την ... Πυροσβεστική διάταξη αυτό δεν απαγορεύεται αρκεί να είναι ανοιχτή η κεντρική πόρτα.
Δεν μπορούσε να θεωρηθεί έξοδος κινδύνου γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Η εργατική νομοθεσία σ' αυτό είναι ξεκάθαρη. Καμία πόρτα δεν μπορεί να θεωρηθεί έξοδος κινδύνου αν είναι κλειδωμένη. Η έξοδος κινδύνου είναι πάντα ξεκλείδωτη και ανοίγει με το πάτημα της μπάρας. Η συγκεκριμένη πόρτα για να ανοίξει έπρεπε ταυτόχρονα με το πάτημα της μπάρας να πατήσεις και ένα τηλεχειριστήριο αυτό είναι ξεκάθαρα παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας...".
Επίσης, η εν λόγω παράλειψη επισημαίνεται και στην από 8-6-2010 αιτιολόγηση της πράξης επιβολής προστίμου που επέβαλε στην εργοδότρια Τράπεζα, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΚΕΠΕΚ ΑΘΗΝΩΝ), στην οποίαν, μεταξύ άλλων αναφέρονται για την παράλειψη της εξόδου κινδύνου και τα εξής "...Η έξοδος κινδύνου δεν θα πρέπει να κλειδώνεται για να μπορεί να ανοιχθεί εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο.
Την στιγμή του συμβάντος, λόγω του καπνού και της φωτιάς, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο να βρεθεί το μοναδικό τηλεχειριστήριο και να χρησιμοποιηθεί ταυτοχρόνως με το σπρώξιμο της θύρας, προκειμένου να ανοίξει η θύρα-έξοδος. Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες εργαζομένων όπου αναφέρουν ότι το συγκεκριμένο γραφείο είχε πιάσει φωτιά καθότι ήταν ακριβώς δίπλα από τον υαλοπίνακα της προσόψεως που έσπασαν οι εμπρηστές προκειμένου να ρίξουν μέσα τις μολότοφ, που σημαίνει ότι το μοναδικό τηλεχειριστήριο που υπήρχε στο κτίριο καταστράφηκε αμέσως μετά την επίθεση...".
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι την ανωτέρω παράλειψη την αποδέχεται χαρακτηρίζοντάς την ως τυπική και η Τράπεζα στην από 18-11-2011 έκθεση ειδικού ελέγχου του επιδίκου ατυχήματος, της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, με την δικαιολογία ότι έγινε για την αποτροπή ληστειών. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω κατάστημα κατά την 5-5-2010 που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα δεν είχε έξοδο κινδύνου.
Εξαιτίας, λοιπόν της παραπάνω παραλείψεως, ο μοναδικός υπάλληλος ο Α. Ν. που διασώθηκε, χρησιμοποιώντας τις θύρες του καταστήματος, εξήλθε από το ισόγειο του φλεγομένου κτιρίου, χρησιμοποιώντας ως έξοδο όχι την ανωτέρω παράπλευρη θύρα, που έπρεπε να ανοιχθεί με το τηλεχειριστήριο, το οποίο εκείνη την στιγμή ήταν αδύνατο να ενεργοποιηθεί, αλλά την κύρια είσοδο με τον κλωβό ασφαλείας, ενέργεια στην οποία προέβη έστω και με τον κίνδυνο να εγκλωβισθεί εντός του κλωβού, (βλ.
κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Α. Ν.). Σημειωτέον ότι η παραπάνω παράλειψη της εξόδου κινδύνου, είχε επισημανθεί στον πρώτο κατηγορούμενο στις 30-12-2008 με την κοινοποίηση της ειδικής έκθεσης ελέγχου του ανωτέρω καταστήματος, της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας και μάλιστα είχε ταχθεί προθεσμία για την αποκατάστασή της, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, πλην όμως ο πρώτος κατηγορούμενος, ουδόλως ενδιαφέρθηκε για την αποκατάστασή της. 3) Δεν μερίμνησε να υπάρχει στο κτίριο πυροσβεστικό ερμάριο ή αντί αυτού εύκαμπτος σωλήνας με ακροφύσιο, το άλλο άκρο του οποίου να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης τοποθετημένο προς τον σκοπό αυτό, μήκους 15 μέτρων, υποχρέωση την οποίαν προβλέπει το άρθρο 12 παρ. 1α και 3 της 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης, για αίθουσες συγκεντρώσεως κοινού κατηγορίας Α, στην οποίαν κατά τα παραπάνω εντάσσονταν το συγκεκριμένο κτίριο.
Όπως αποδείχθηκε το κτίριο δεν διέθετε πυροσβεστικό ερμάριο, ούτε βεβαίως εύκαμπτο σωλήνα με ακροφύσιο το άλλο άκρο του οποίου να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, αφού αυτά δεν ανευρέθησαν ούτε και καταγράφηκαν, α) στην από 5-5-2010 έκθεση απλής αυτοψίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθηνών, β) στην από 12-5-2010 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται α) ούτε από τα όσα αναγράφονται στην έκθεση αυτοψίας που διενήργησε κατ' εντολή της εργοδότριας Τράπεζας, δύο ημέρες μετά το επίδικο ατύχημα, ο Δ. Κ., επίτιμος αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, σύμφωνα με την οποίαν στο κατάστημα υπήρχε ελαστικός σωλήνας σε WC και επί του διαδρόμου στον 2ο όροφο προς χρήση σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Όμως και εάν πράγματι υπήρχε ο εν λόγω σωλήνας αυτός δεν ανταποκρίνεται στις προβλέψεις του νόμου, εφόσον ο σωλήνας δεν ήταν συνδεδεμένος μόνιμα σε κρουνό εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, β) ούτε από τα όσα κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ο Δ. Κ., τόσο στο Δικαστήριο τούτο, όσο και στην αναβλητική δίκη.
Η εν λόγω κατάθεση δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν ενισχύεται από καμία άλλη κατάθεση μάρτυρα, ενώ αντικρούεται από τις ανωτέρω δύο εκθέσεις αυτοψίας στο επίδικο κτίριο, ήτοι της Κρατικής Ασφάλειας Αττικής και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. 4) Δεν μερίμνησε για την εκπόνηση σχεδίου διαφυγής και διάσωσης των εργαζομένων από τους χώρους εργασίας με χάραξη οδών διάσωσης και εξόδων κινδύνου, το οποίο όφειλε να αναρτήσει σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας.
Την υποχρέωση αυτή ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 του Νόμου 1568/1985 κατά την οποία "1. Ο εργοδότης οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, εφόσον απαιτείται από την θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης πρέπει να αναρτάται σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας.
Το σχέδιο πρέπει να δοκιμάζεται τακτικά, με ασκήσεις ή άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής να μπορούν οι εργαζόμενοι να διασωθούν. 2. Η χάραξη, οι διαστάσεις και η διευθέτηση των οδών διάσωσης και των εξόδων κινδύνου πρέπει να είναι ανάλογες με τις εγκαταστάσεις, την χρήση και την επιφάνεια των χώρων εργασίας, καθώς και με τον αριθμό των εργαζομένων.
Οι οδοί διάσωσης επισημαίνονται κατάλληλα και πρέπει να οδηγούν σε ελεύθερο ή ασφαλή χώρο από το συντομότερο δυνατό δρόμο". Από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι δεν είχε εκπονηθεί τέτοιο σχέδιο, που θα εξασφάλιζε την ευχερή και ταχεία εγκατάλειψη των χώρων εργασίας από τους εργαζομένους σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ούτε φυσικά ποτέ (αν και ο νόμος ορίζει τακτικά) δοκιμάστηκε το σχέδιο αυτό με ασκήσεις εκκένωσης του χώρου.
Η ως άνω παράλειψη είναι ουσιώδης, όπως τούτο επισημαίνεται στην υπ' αριθμ. πρωτ. ...2010 από 2-7-2010 έκθεση έρευνας του Τεχνικού Επιθεωρητή της Επιθεώρησης Εργασίας, Θ. Π., στην οποίαν αναγράφεται ότι η κατάρτιση από τον εργοδότη σχεδίου διάσωσης και διαφυγής, με χάραξη οδών διάσωσης και εξόδων κινδύνου οι οποίες δεν πρέπει να κλειδώνονται προκειμένου να μπορούν να ανοιχθούν εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειασθεί να τις χρησιμοποιήσει, είναι ένα από τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει ο εργοδότης όσον αφορά την πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων εργασίας σε περίπτωση κινδύνου.
Η αφίσα που βρέθηκε κατά την αυτοψία που διενήργησε στο επίδικο κτίριο η Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, με την ένδειξη "...-..." και στην συνέχεια κείμενο με τρόπους κατάσβεσης και άμεσες ενέργειες σε περίπτωση πυρκαγιάς (βλ. έκθεση την από 12-5-2010 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής), καθώς και ένα παλιό ίδιο σχέδιο στο υπόγειο του κτιρίου όπως ανέφερε στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο Επιθεωρητής Εργασίας Θ.
Π., εξεταζόμενος ως μάρτυρας, το οποίο δεν αποτελούσε συμμόρφωση με την ως άνω διάταξη, καθώς δεν αποτελούσε ένα ολοκληρωμένο και επαρκές κατηρτισμένο και ανηρτημένο σχέδιο διάσωσης που απαιτεί η άνω διάταξη νόμου, με χαράξεις οδών διαφυγής και σήμανση εξόδων κινδύνου που γίνεται με κόκκινη γραμμή. Μάλιστα για την εν λόγω παράλειψη, άξιες μνείας είναι οι καταθέσεις, α) του Επιθεωρητή Εργασίας, Θ.
Π., ο οποίος εξεταζόμενος ως μάρτυρας, κατά την αναβλητική δίκη, κατέθεσε ότι ".. στο υπόγειο ήταν αναρτημένη στον τοίχο μια κάτοψη που έδειχνε ότι υπήρχε στο χώρο ένας πυροσβεστήρας. Δεν ήταν κάποιο σχέδιο διαφυγής. Στο σχέδιο διαφυγής υπάρχει μια έντονη κόκκινη γραμμή που δείχνει την έξοδο κινδύνου. Δεν ήταν κάτι τέτοιο το έχω τραβήξει φωτογραφία..." (βλ.
σελ. 221 αναβλητικής δίκης) και β) του Δ. Κ., επίτιμου Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, ο οποίος εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι "..Το σχέδιο διαφυγής που υπήρχε στο υπόγειο δεν το διάβασα. Απλά το φωτογράφισα. Τώρα που το διαβάζω βλέπω ότι δεν είναι σχέδιο διαφυγής.
Είχε αναρτηθεί από την Εγνατία Τράπεζα και απλά λέει σε ποιο σημείο βρίσκονται οι πυροσβεστήρες.." Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η εκπόνηση σχεδίου διαφυγής και διάσωσης των εργαζομένων ήταν μάλιστα εν προκειμένω επιβεβλημένη, λόγω της επικινδυνότητας του συγκεκριμένου καταστήματος (Α.Π. 829/2017, Α.Π. 738/2014) καθόσον, επρόκειτο για ένα κτίριο στο οποίο διεξήγοντο οικονομικές συναλλαγές, αποτελούμενο από πολλούς ορόφους, (υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και πατάρι), σε κεντρικό σημείο της πόλης των Αθηνών, που κατά το παρελθόν είχε γίνει στόχος επιθέσεων, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και μάλιστα σε ώρες λειτουργίας του.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι α) το έτος 2006 επιχειρήθηκε να θραυσθεί ο αριστερός υαλοπίνακας του καταστήματος με την χρήση ενός αγάλματος, β) τον Νοέμβριο του έτους 2007, οι υπάλληλοι του επιδίκου καταστήματος δέχθηκαν εμπρηστική επίθεση κατά των ώρα εργασίας τους, όταν άγνωστα άτομα έσπασαν τα τζαμάκια της κεντρικής ξύλινης εισόδου και έριξαν στον προθάλαμο του καταστήματος εύφλεκτο υλικό, εκ του οποίου εκδηλώθηκε φωτιά.
Την φωτιά που προκλήθηκε την έσβησε η υπάλληλος Κ. Μ. κάνοντας χρήση πυροσβεστήρα, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει εκ των προτέρων με ποιόν τρόπο να τον χρησιμοποιήσει, διότι δεν είχε εκπαιδευτεί για θέματα πυροπροστασίας, γ) Την 9-12-2008, ημέρα της κηδείας του μαθητή Γ., κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος, άγνωστοι έσπασαν την ξύλινη θύρα του καταστήματος και έριξαν γκαζάκια, δ) επίσης και τον Δεκέμβριο του έτους 2009, στην επέτειο της απώλειας του Γ., άγνωστα άτομα, προσπάθησαν εκ νέου να πυρπολήσουν το κατάστημα.
Η προσπάθεια αυτή απέτυχε λόγω του ότι είχαν τοποθετηθεί στην πρόσοψη του καταστήματος ξύλινα πάνελ, ε) την 12/3/2010 κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στα πλαίσια 24ωρης απεργίας της ... και της ... άγνωστοι έσπασαν τους υαλοπίνακες στη δεξιά πλευρά του καταστήματος, ανοίγοντας μιας μικρής διαμέτρου οπή, προκαλώντας αραχνοειδές ράγισμα, στ) τέλος, λίγες ημέρες πριν το επίδικο ατύχημα, το Σάββατο 24/4/2010, κατά τη διάρκεια πορείας διαμαρτυρίας από πολιτικές οργανώσεις και φοιτητικούς συλλόγους, άγνωστοι έσπασαν τους υαλοπίνακες στην δεξιά πλευρά του καταστήματος, (βλ.
για όλες τις ανωτέρω επιθέσεις, κατάθεση της υπαλλήλου Κ. Μ., στην σελ. 105-106,της αναβλητικής δίκης, κατάθεση της υπαλλήλου Μ. Κ., στο Δικαστήριο τούτο, κατάθεση Α. Κ., Υποδιευθύντριας, στο παρόν Δικαστήριο, καθώς και σελ. 17 της από 18-11-2011 έκθεσης ειδικού ελέγχου του επιδίκου ατυχήματος, από την Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας).
Το σχέδιο λοιπόν διαφυγής έπρεπε να υπάρχει ώστε οι υπάλληλοι να έχουν ένα πλαίσιο αντίδρασης, σε περίπτωση επανάληψης των βιαιοτήτων, ενδεχομένως με μεγαλύτερη ένταση, σε χρόνο λειτουργίας του καταστήματος και με κίνδυνο όχι μόνον τα πράγματα (όπως στις προηγούμενες φορές), αλλά και τα πρόσωπα. 5) Δεν μερίμνησε για την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης των χώρων εργασίας, με πραγματοποίηση τακτικών ασκήσεων για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης -διαφυγής, ώστε σε περίπτωση κινδύνου οι εργαζόμενοι να γνωρίζουν πώς να κινηθούν, ώστε να μην δημιουργηθεί πανικός, αλλά ο κάθε υπάλληλος να γνωρίζει τι θα κάνει και που θα πάει, προκειμένου σε πρώτη φάση να ματαιώσει τον κίνδυνο και σε έσχατη να διασώσει τον εαυτό του.
Την υποχρέωση αυτή προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1δ του Νόμου 1568/1985, καθώς και το άρθρο 7, άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Π.Δ/τος 17/96, καθώς και η διάταξη του άρθρου 14 της υπ' αριθμ. 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης, όπως ίσχυε κατά την 5-5-2010. Μάλιστα στο από 23-5-2008 εγχειρίδιο ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας της εργοδότριας Τράπεζας, προβλέπεται ορισμός ομάδας πυροπροστασίας και άσκηση αντιμετώπισης πυρκαγιάς τουλάχιστον, μια φορά το χρόνο (βλ.
σελ. 14, 15 του ανωτέρω εγχειριδίου). Έτσι στο επίδικο κατάστημα είχαν συσταθεί δυο ομάδες. Η πρώτη ήταν η ομάδα πυροπροστασίας με αρχηγό την Υποδιευθύντρια Α. Κ. και η δεύτερη ήταν η ομάδα ασφαλείας με αρχηγό την Διευθύντρια του καταστήματος, τρίτη κατηγορουμένη, Ά. Β.. Στην σύνθεση των εν λόγω ομάδων συμμετείχαν υπάλληλοι και του τραπεζικού καταστήματος και του τραπεζικού κέντρου.
Όπως, όμως, προέκυψε από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων-μαρτύρων κατηγορίας-υπαλλήλων στο επίδικο κατάστημα, δεν είχε γίνει καμία εκπαίδευση, ενημέρωση και επιμόρφωση πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης, εκκένωσης του κτιρίου. Από κανένα έγγραφο της εργοδότριας Τράπεζας δεν προέκυψε ότι είχε διοργανωθεί κάποιο σεμινάριο εκπαίδευσης των υπαλλήλων σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρου.
Μάλιστα τα σεμινάρια που είχαν παρακολουθήσει οι υπάλληλοι Μ. Κ., Α. Ι. και Ε. Μ., στις 11-4-2008, ήταν σεμινάρια που είχαν ως θέμα την αντιμετώπιση ληστειών και δεν αφορούσαν σε θέματα πυρασφάλειας και εκκένωσης των χώρων εργασίας (βλ. καταθέσεις των ανωτέρω υπαλλήλων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Για την εν λόγω παράλειψη ήταν σαφής η κατάθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου του μάρτυρα Θ.
Π., Τεχνικού Επιθεωρητή Εργασίας, ο οποίος είχε λάβει για την σύνταξη της εκθέσεως έρευνας του επιδίκου ατυχήματος τις μαρτυρίες των εργαζομένων στο επίδικο κατάστημα και ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε "...η τρίτη παραβίαση αφορούσε την έλλειψη σεμιναρίων πυρασφάλειας και ασκήσεις εκκένωσης και διαφυγής προσωπικού....πήρα προφορικές μαρτυρίες των εργαζομένων.
Όλοι οι εργαζόμενοι μου ανέφεραν ότι δεν είχε γίνει ποτέ άσκηση εκκένωσης και διαφυγής, ούτε είχαν λάβει ποτέ κάποια εκπαίδευση σε θέματα ασφάλειας και πυρασφάλειας. Σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία ασκήσεις πυρκαγιάς και εκκένωσης πρέπει να γίνονται τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο... όταν ήρθε στην υπηρεσία ο πρώτος κατηγορούμενος του έθεσα όλα τα θέματα.
Του είπα ότι η έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένη, ότι δεν υπήρχε μελέτη πυρασφάλειας και ότι δεν είχαν γίνει ασκήσεις εκκένωσης. Το μόνο λάθος που παραδέχθηκε ήταν ότι δεν είχαν γίνει ασκήσεις εκκένωσης.....". Πρέπει, επίσης να σημειωθεί ότι η εργοδότρια Τράπεζα ενώ είχε αναγνωρίσει ότι υφίστατο ως πιθανός κίνδυνος για τα καταστήματά της, μεταξύ άλλων, η πυρκαγιά, η τρομοκρατική ενέργεια και ο εμπρησμός, όπως αναγράφεται ρητά τόσο στο από 23-6-2008 "εγχειρίδιο διαχείρισης κρίσεων-επιχειρησιακής συνέχειας-ανάκαμψης από καταστροφή", (παράγραφος 4, σελ. 5), όσο και στο από 23-5-2008 "εγχειρίδιο ασφαλείας προσωπικού, πελατείας και περιουσίας", (άρθρο 10.4), εντούτοις δεν μερίμνησε ο πρώτος κατηγορούμενος για την διοργάνωση σεμιναρίων και την εκπαίδευση των υπαλλήλων, προκειμένου να αποτραπούν οι ως άνω κίνδυνοι.
Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου που πρότεινε απολογούμενος ότι ασκήσεις εκκένωσης γινόταν συνήθως σε πολυδαίδαλα κτίρια, όπως ήταν το υποκατάστημα στην οδό ..., είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον το ως άνω κατάστημα λόγω της θέσεώς του ήταν υψηλής επικινδυνότητας να δεχθεί επιθέσεις, ενώ επίσης όπως προεκτέθηκε δεν είχε και έξοδο κινδύνου.
Έτσι ενόψει όλων των ανωτέρω όλοι οι εργαζόμενοι στο επίδικο κατάστημα μη έχοντας λάβει καμία εκπαίδευση σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και αυτοπροστασίας, έχασαν πολύτιμο χρόνο προσπαθώντας να ανεύρουν οι ίδιοι τρόπους διαφυγής, μη γνωρίζοντας προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν, προκειμένου να απεγκλωβισθούν από το κτίριο, με τα τραγικά ως άνω αποτελέσματα.
Μάλιστα αν υπήρχε καλή οργάνωση και εκπαίδευση των υπαλλήλων, κατά την ώρα του ατυχήματος, αυτοί θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την έγκαιρη απασφάλιση της πόρτας της ταράτσας του κτιρίου, από την οποίαν οι εργαζόμενοι, που σε κατάσταση πανικού κατέφυγαν στο πατάρι του δευτέρου ορόφου, θα μπορούσαν να βγουν στον καθαρό αέρα έστω και αν η πόρτα αυτή δεν χαρακτηριζόταν επισήμως ως έξοδος κινδύνου. (Μπροστά στην πόρτα της ταράτσας βρέθηκαν νεκροί η Α.
Π. και ο Ε. Τ., ο οποίος λογικά, ως διευθυντής του τραπεζικού κέντρου, θα έπρεπε να είναι σε θέση να την ανοίξει εγκαίρως). 6) Δεν μερίμνησε να τοποθετηθούν στους εξωτερικούς χώρους του καταστήματος άθραυστοι υαλοπίνακες ή ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό, ή να ληφθεί μέτρο ισοδύναμο των ρολών από συμπαγές υλικό, ως όφειλε, από την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του που πήγαζε από την προαναφερθείσα ιδιότητά του, που ενείχε το καθήκον πρόνοιας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και από το άρθρο 7 παρ. 1 του Π.Δ/τος 17/96, άρθρο 1 παρ. 4 της ...
Πυροσβεστικής. Η παράλειψη αυτή ήταν ουσιώδης λόγω της επικινδυνότητας που παρουσίαζε το συγκεκριμένο κατάστημα, αφενός λόγω της χωροταξικής του θέσης, επί της οδού ..., στο Κέντρο των Αθηνών, αφετέρου δε διότι, το κτίριο είχε δεχθεί όλες τις ανωτέρω επιθέσεις, κατά τη διάρκεια επεισοδίων και διαδηλώσεων.
Έτσι υπήρχε κίνδυνος σε μεγάλες διαδηλώσεις να υποστεί βανδαλισμούς και μάλιστα σε ώρα λειτουργίας του καταστήματος, με κίνδυνο την ζωή και την υγεία των εργαζομένων στο κατάστημα. Οι υαλοπίνακες που υπήρχαν στο κατάστημα κατά τον χρόνο του ανωτέρω ατυχήματος, είχαν αντικατασταθεί μόλις την 26-4-2010, δηλαδή λίγες ημέρες πριν το επίδικο ατύχημα, πάλι λόγω φθοράς που είχαν υποστεί από προγενέστερη επίθεση που είχε δεχθεί το κατάστημα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων.
Οι υαλοπίνακες αυτοί ήταν μεν αντιβανδαλικοί, αλλά με την ελάχιστη αντοχή για την κατηγορία αυτή, καθότι είχαν το ελάχιστο για την κατηγορία αυτή πλάτος των 5mm+5mm, δηλαδή συνολικό πλάτος 1cm. Είχε λοιπόν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ο πρώτος κατηγορούμενος εκ της ιδιότητός του, (Α.Π. 385/2016, Α.Π. 463/2015), να εξασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα, ώστε αυτοί να μην εκτεθούν στους κινδύνους βανδαλισμών και επιθέσεων κατά την διάρκεια επεισοδίων και να εγκαταστήσει στην πρόσοψη του ισογείου καταστήματος άθραυστους αντιβανδαλικούς υαλοπίνακες, οι οποίοι να αντέχουν σε πολλές κρούσεις με βαριά αντικείμενα, σε αντίθεση με αυτούς που είχε εγκαταστήσει, οι οποίοι είχαν την ελάχιστη αντοχή για την κατηγορία αυτή (5mm+5mm), τοποθετώντας το μέγιστο σε πλάτος για την κατηγορία αυτή υαλοπινάκων που ανέρχεται σε 6,5 cm.
Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου που πρότεινε απολογούμενος, ότι δεν είχε υποχρέωση να τοποθετήσει τους ανωτέρω υαλοπίνακες, καθόσον δεν είχε προηγηθεί απόφαση από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές που να επιβάλει την εγκατάσταση των ως άνω υαλοπινάκων (Υ.Α. 3015/23-3-2009), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού λόγω του καθήκοντος πρόνοιας και της εγγυητικής του θέσης ως εργοδότης, όφειλε να μεριμνήσει ο ίδιος για την ως άνω τοποθέτηση ( Α.Π. 1351/2016, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 316/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1440/2013, Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 1470/2010).
Επίσης, δεν μερίμνησε για την θωράκιση του καταστήματος με ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό, όπως όφειλε για τους ίδιους ως άνω λόγους στα πλαίσια της εγγυητικής του θέσης και του καθήκοντος πρόνοιας ως εργοδότη (το άρθρο 7 παρ. 1 του Π.Δ/τος 17/96), λόγω της ανωτέρω εκτεθείσης επικινδυνότητας του καταστήματος, προκειμένου να εξασφαλίσει την ζωή και υγεία των εργαζομένων στο κατάστημα, παρέχοντας προστασία από τον κίνδυνο των βανδαλισμών κατά την διάρκεια επεισοδίων, που διέτρεχε το εν λόγω κατάστημα και μάλιστα σε ώρα λειτουργίας του.
Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου που πρότεινε απολογούμενος, ότι δεν είχε υποχρέωση να τοποθετήσει ρολά ασφαλείας στο κατάστημα, καθόσον δεν είχε προηγηθεί απόφαση από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές που να επιβάλει την εγκατάσταση των ως άνω ρολών ασφαλείας ( Υ.Α. 3015/23-3-2009), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού λόγω του καθήκοντος πρόνοιας και της εγγυητικής του θέσης ως εργοδότης, όφειλε να μεριμνήσει ο ίδιος για την ως άνω τοποθέτηση, προκειμένου να εξασφαλίσει την ζωή και την υγεία των εργαζομένων ( Α.Π. 1351/2016, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 316/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1440/2013, Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 1470/2010).
Η υποχρέωση αυτή του πρώτου κατηγορουμένου για την τοποθέτηση ρολών ασφαλείας δεν αίρεται λόγω του ότι το κτίριο ήταν όπως προεκτέθηκε διατηρητέο, καθόσον η τοποθέτηση ρολών ασφαλείας, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικών του κτιρίου μπορούσε να γίνει κατόπιν σχετικού αιτήματος στην ειδική Επιτροπή Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου και την Πολεοδομία.
Σημειωτέον ότι την ανάγκη για την τοποθέτηση αντί βανδαλικών υαλοπινάκων και ρολών ασφαλείας, προκειμένου να προστατευθεί το κτίριο από τις επιθέσεις, είχε επισημάνει στον Ν. Τ., Διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας, ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου Χ. Μ., ιδίως μετά τις επιθέσεις που είχε δεχθεί το κατάστημα το έτος 2008 με τα γεγονότα Γ..
Μάλιστα ο Ν. Τ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε τα εξής "...ο ιδιοκτήτης του ακινήτου είχε κάποιες ανησυχίες σχετικά με τους υαλοπίνακες, κυρίως επειδή το κατάστημα δεν είχε ρολά εκείνη την εποχή οι Τράπεζες ήταν στοχοποιημένες. Επιπλέον το κατάστημα ήταν σε περιοχή υψηλής επικινδυνότητας για οποιοδήποτε βανδαλισμό.
Ήταν λογικό να ανησυχεί για τις φθορές στο ακίνητό του...μετέφερα τις ανησυχίες μου στον Προϊστάμενό μου τον Κ. ο οποίος πήρε την απόφαση να μην ληφθούν περαιτέρω μέτρα. Μου είπε να ενημερώσω τον ιδιοκτήτη ότι το κτίριο δεν χρήζει περαιτέρω μέτρων......Επίσης, την ανάγκη για την τοποθέτηση ρολών ασφαλείας, στο κατάστημα είχε επισημάνει στην Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας και η τρίτη κατηγορουμένη, Διευθύντρια του καταστήματος, όπως κατέθεσε κατά την απολογία της στο παρόν Δικαστήριο.
Τέλος, η Υποδιευθύντρια Α. Κ., καταθέτοντας στο Δικαστήριο τούτο για την παράλειψη τοποθέτησης ρολών ασφαλείας, επεσήμανε ότι μπορούσαν να τοποθετηθούν ρολά ασφαλείας στο κατάστημα, αλλά επειδή ήταν το κτίριο διατηρητέο, έπρεπε να γίνει αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία, ενέργεια στην οποίαν όμως δεν προέβη η Τράπεζα, ένεκα της οποίας κατά την ημέρα του ατυχήματος το κτίριο ήταν απροστάτευτο με τα τραγικά αποτελέσματα που επήλθαν, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 1 του Π.Δ/τος 17/1996.
Πρέπει, επίσης να σημειωθεί ότι ένα ισοδύναμο μέτρο, των ρολών ασφαλείας ήταν η τοποθέτηση πλακάτ στην γυάλινη πρόσοψη του κτιρίου, όπως είχε γίνει και παλαιότερα για την προστασία του καταστήματος (βλ. κατάθεση Α. Κ. ενόψει των επεισοδίων του Δεκεμβρίου του έτους 2008 και του έτους 2009). Το εν λόγω μέτρο αν και δεν προβλέπεται εκ του νόμου ειδικά ως μέτρο θα μπορούσε έστω και προσωρινά να ληφθεί, ενόψει της ανωτέρω μεγάλης πορείας προστατεύοντας έτσι από τις επιθέσεις τους υαλοπίνακες του καταστήματος (άρθρο 7 παρ. 1 του Π.Δ/τος 17/1996 και 1 παρ. 4 της ...
Πυροσβεστικής Διάταξης). 7) Τέλος, λόγω της επικινδυνότητας που παρουσίαζε το ανωτέρω κατάστημα αφενός μεν, λόγω της χωροταξικής του θέσεως και αφετέρου λόγω των παραλείψεων που προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με τις πολλαπλές επιθέσεις που είχε δεχθεί κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, ενόψει της προγραμματισμένης πορείας της 5-5-2010, που αναμενόταν ότι θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και θα διήρχετο έξωθεν του ως άνω καταστήματος σε ώρα λειτουργίας αυτού, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ο πρώτος κατηγορούμενος ως εργοδότης, λόγω της εγγυητικής του θέσης, και έχοντας αυξημένο εκ της ιδιότητός του αυτής το καθήκον πρόνοιας και επιμέλειας (Α.Π. 385/2016, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 738/2014), να εξασφαλίσει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και να θέσει σε επαγρύπνηση την Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, ώστε στα συνεχή αιτήματα της Υποδιευθύντριας Α.
Κ., όπως ανωτέρω εκτέθηκαν, για την λήψη κατά την 5-5-2010 επαρκών μέτρων ασφαλείας στο κατάστημα, καθώς και του αιτήματος αυτής για την μη λειτουργία του καταστήματος την ανωτέρω ημερομηνία, ή την αποχώρηση των υπαλλήλων πριν την λήξη του κανονικού ωραρίου, να γίνουν δεκτά. Έτσι, παρέλειψε, ως όφειλε, να λάβει το μέτρο της μη λειτουργίας του καταστήματος ή να δώσει εντολή για την αποχώρησή των υπαλλήλων από την εργασία αμέσως μετά την έναρξη της πορείας, ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο να αποτελέσει εκ νέου το εν λόγω κατάστημα στόχο βανδαλισμών και εμπρηστικών επιθέσεων, μέτρο το ποίο έλαβαν άλλες Τράπεζες στην ίδια περιοχή ( άρθρα 19, παρ. 1, 32 παρ.1 του Νόμου 1568/1985, 7 του Π.Δ/τος 17/96).
Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου που πρότεινε απολογούμενος, ότι δεν είχε υποχρέωση να μεριμνήσει για την μη λειτουργία του καταστήματος την ημέρα του ατυχήματος, καθόσον δεν είχε προηγηθεί απόφαση από τις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές που να ειδοποιεί από την προηγουμένη ημέρα την Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, για τον κίνδυνο επεισοδίων κατά την διάρκεια της πορείας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού λόγω του καθήκοντος πρόνοιας και της εγγυητικής του θέσης ως εργοδότης, δεν αίρεται η ευθύνη του (Α.Π. 1351/2016, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 316/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1440/2013, Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 1470/2010).
Πρέπει, τέλος να σημειωθεί ότι, ενόψει όλων των παραπάνω παραλείψεων που υπήρχαν κατά τον χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, η Επιθεώρηση Εργασίας (ΚΕΠΕΚ Αθηνών), μετά την έρευνα που πραγματοποίησε για τα αίτια και τις συνθήκες του παραπάνω εργατικού ατυχήματος, επέβαλε στην εργοδότρια Τράπεζα, για τις ανωτέρω παραλείψεις πρόστιμο ποσού 50.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι το τραπεζικό κατάστημα δεν διέθετε πιστοποιητικό πυροπροστασίας, ότι δεν διέθετε έξοδο κινδύνου, ότι οι εργαζόμενοι δεν είχαν εκπαιδευτεί σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρων καθώς και ότι δεν πραγματοποιούσε ασκήσεις τακτικά για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης και διαφυγής (βλ.
την από 8-6-2010 αναγνωσθείσα αιτιολόγηση επιβολής πράξης προστίμου, από τις Τεχνικές Επιθεωρήτριες Εργασίας Χ. Τ. και Α. Τ.). Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου η οποία συνίσταται στις ως άνω πράξεις και παραλείψεις, είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος των τριών (3) υπαλλήλων και οι σωματικές βλάβες των ανωτέρω (21) υπαλλήλων.
Και τούτο διότι: 1) εάν το ανωτέρω κατάστημα διέθετε εγκεκριμένη από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία, μελέτη πυροπροστασίας, θα αναφερόταν όλα τα απαιτούμενα μέτρα πυρασφάλειας, που εξασφάλιζαν το κατάστημα σε περίπτωση πυρκαγιάς (Α.Π. 1053/2016, Α.Π. 1091/2011). Ειδικότερα, εάν υπήρχε πιστοποιητικό πυρασφάλειας, θα είχαν επισημανθεί η θέση και ο αριθμός των εξόδων κινδύνου, η θέση του πυροσβεστικού ερμαρίου, η θέση και ο αριθμός των πυροσβεστήρων, οι οδεύσεις διαφυγής και τέλος εάν θα έπρεπε να λειτουργεί το κατάστημα με τα μέσα πυρασφάλειας που διέθετε κατά τον παραπάνω χρόνο. 2) Εάν το κατάστημα διέθετε κατάλληλες εξόδους κινδύνου οι υπάλληλοι θα μπορούσαν να εξέλθουν με ασφάλεια από το κατάστημα και θα είχαν αποφευχθεί με μεγάλη πιθανότητα τα ανωτέρω αποτελέσματα, καθώς η φωτιά εξαπλώθηκε στο κτίριο μετά την πάροδο τουλάχιστον δέκα με δεκαπέντε λεπτών της ώρας (βλ.
καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, ενώπιον του πρωτοδίκου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου). 3) Εάν το εν λόγω κατάστημα διέθετε άθραυστους υαλοπίνακες ή ρολά ασφαλείας ή ακόμη και το ημίμετρο των ρολών ασφαλείας, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα υπήρχε θραύση των υαλοπινάκων του καταστήματος και δεν θα εκτοξευόταν εντός αυτού οι εμπρηστικοί μηχανισμοί, ούτε θα είχε προκληθεί πυρκαγιά, με τα ανωτέρω αποτελέσματα. 4) Εάν οι υπάλληλοι είχαν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και εκκένωσης χώρων, θα ήταν ενήμεροι σε ποιες ενέργειες να προβούν, για το πώς να κινηθούν γρήγορα και αποτελεσματικά, ώστε να εξέλθουν με ασφάλεια από το κτίριο και όχι όπως στην προκειμένη περίπτωση που αυτοσχεδίαζαν επιχειρώντας να ανεύρουν τρόπους διαφυγής, μη γνωρίζοντας προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν, με συνέπεια να χάσουν πολύτιμο χρόνο, με τα ως άνω τραγικά αποτελέσματα. 5) Τέλος αν λόγω της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του καταστήματος, υπό την έννοια της χωροταξικής του θέσεως, αλλά και του γεγονότος ότι στο παρελθόν είχε δεχθεί επιθέσεις και βανδαλισμούς κατά την διάρκεια διαδηλώσεων, δεν είχε λειτουργήσει κατά την ανωτέρω ημέρα το κατάστημα ή εάν οι υπάλληλοι είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους, μόλις άρχισε η πορεία πριν την λήξη του ωραρίου τους, τα ανωτέρω αποτελέσματα με μεγάλη πιθανότητα θα είχαν αποφευχθεί.
Επομένως, όλες οι ανωτέρω παραλείψεις του πρώτου κατηγορουμένου, τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, του θανάτου και του τραυματισμού των ως άνω υπαλλήλων, υπό την έννοια ότι εάν αυτός προέβαινε στις ανωτέρω επιβεβλημένες ενέργειες, τις οποίες παρέλειψε, μετά πιθανότητας που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το ανωτέρω αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει, διότι είτε θα είχε αποφευχθεί εξαρχής ο εμπρησμός, που επέφερε τα πιο πάνω αποτελέσματα, είτε θα είχαν αποφευχθεί οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες, είτε θα είχαν αποφευχθεί στον βαθμό που επήλθαν (Α.Π. 584/2016, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 457/2015, Α.Π. 746/2013).
Περαιτέρω, υπό τις ανωτέρω παραδοχές η δόλια ενέργεια των ατόμων που έριξαν τους εμπρηστικούς μηχανισμούς στο κατάστημα δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου κατηγορουμένου, αφού τα αποτελέσματα των θανάτων και των σωματικών βλαβών προκλήθηκαν και από τις αμελείς πράξεις και παραλείψεις, του πρώτου κατηγορουμένου (Α.Π. 1339/2015, Α.Π. 524/2015, Α.Π. 457/2015).
Επίσης, δεν υφίσταται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ως προς τις παραλείψεις του πρώτου κατηγορουμένου από την παρεμβολή τυχόν αμελούς συμπεριφοράς άλλων προσώπων (έλλειψη ενημέρωσης από την Ελληνική Αστυνομία), όπως ισχυρίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, διότι αυτή δεν εξουδετέρωσε ούτε κατέστησε ανενεργή την ανωτέρω συμπεριφορά του (Α.Π. 940/2015).
Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η ένταση της φωτιάς ήταν πολύ μεγάλη και ότι ακόμα και εάν είχαν ληφθεί όλα τα ανωτέρω μέτρα δεν θα είχε αποτραπεί το ανωτέρω αποτέλεσμα αλυσιτελώς προτείνεται, καθόσον όλα τα ανωτέρω μέτρα όπως προεκτέθηκε ήταν ικανά να προστατεύσουν την ζωή και την υγεία των εργαζομένων και σε κάθε περίπτωση τα αποτελέσματα που επήλθαν θα ήταν σαφώς ηπιότερα, αφού οι εργαζόμενοι εάν είχαν εκπαιδευθεί σε θέματα ασφαλείας και πυροπροστασίας θα είχαν χρόνο να εξέλθουν με ασφάλεια από το φλεγόμενο κτίριο.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το αναγνωσθέν υπ' αριθμ. πρωτ. ...7-9-2010 έγγραφο του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος, στο οποίο αναφέρεται αρχικά ότι οι ισχύοντες κανονισμοί πυροπροστασίας που ισχύουν αποσκοπούν στην αποφυγή εξάπλωσης τυχούσας πυρκαγιάς μιας εστίας (αμέλεια, βραχυκύκλωμα κ.λ.π.) και ότι δεν είναι σε θέση να λαμβάνουν υπόψη τρομοκρατικές επιθέσεις, δολιοφθορά και παρόμοιες ενέργειες, στην συνέχεια όμως το εν λόγω έγγραφο αναφέρει ότι και στις εν λόγω περιπτώσεις, οι ισχύοντες κανονισμοί πυροπροστασίας αναμένεται να συμβάλουν στην προστασία του κοινού και της περιουσίας.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου για τις παραπάνω παραλείψεις πρέπει να ειπωθούν τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Β., κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εργοδότριας Τράπεζας "... Α.Ε.", και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, θέση την οποία απέκτησε στις 29-2-2008 στην οποία και παρέμεινε έως την 31- 3-2011 (βλ.
υπ' αριθμ. Φ.Ε.Κ. Τ.Α.Ε. & Ε.Π.Ε. .../26-3-2008). Επίσης, με απόφαση του Δ.Σ., της Τράπεζας είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων (οι λοιποί ήταν ο Ε. Μ., Α. Β., Η. Κ.), την διοίκηση, την διαχείριση της περιουσίας, την διεύθυνση των υποθέσεων και εκπροσώπηση της Τράπεζας, καθώς και την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός από εκείνες που, κατά το νόμο ή το καταστατικό, απαιτούσαν συλλογική ενέργεια, ενεργώντας ξεχωριστά και χωρίς την σύμπραξη των άλλων. (βλ.
Φ.Ε.Κ. ...5-11-2009 Τ.Α.Ε. & Ε.Π.Ε.). Παράλληλα, με τους ανωτέρω τις ίδιες εξουσίες είχε και ο Η. Κ. (Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος και εκτελεστικό μέλος), ο οποίος μπορούσε να ενεργεί μόνος του, χωρίς την σύμπραξη των λοιπών και μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ ανά πράξη. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος λόγω της ανωτέρω ιδιότητός του ως Πρόεδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ.Σ.
της Τράπεζας και αναδεχόμενος εκ του λόγου τούτου την υποχρέωση αποτροπής οποιουδήποτε κινδύνου για την ασφάλεια των εργαζομένων στην ανωτέρω Τράπεζα (Α.Π. 21/2017, Α.Π. 1296/2016, Α.Π. 1132/2015, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 316/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1440/2013, Α.Π. 1127/2013), είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στο επίδικο τραπεζικό κατάστημα, συμπεριλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης (έντονη παρουσία υπευθύνου εποπτεύοντος), επιπλέον δε να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων που έχουν σχέση με την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων.
Επίσης, αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλούνταν άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, όφειλε να φροντίζει να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις μέχρι την αποκατάστασή τους. Τέλος, όφειλε να μεριμνήσει για την πραγματοποίηση ειδικών σεμιναρίων, ώστε οι εργαζόμενοι σε περίπτωση κινδύνου να είναι σε θέση να εκκενώσουν με ασφάλεια τις θέσεις εργασίας τους. (Α.Π. 1296/2016, Α.Π. 1225/2015, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 316/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1540/2013, Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 1107/2011, Α.Π. 1473/2010, Α.Π. 1132/2010).
Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος έχοντας την ως άνω ιδιότητα στην εργοδότρια Τράπεζα, είχε θέση εγγυητή του εννόμου αγαθού της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα (Α.Π. 1235/2015. Α.Π. 1132/2015, Α.Π. 1440/2013, Α.Π. 157/2013). Επιπροσθέτως, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του πρώτου κατηγορουμένου, ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας Τράπεζας, να μεριμνήσει για να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ζωής και της υγείας, απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 32, 18, 19 του Νόμου 1568/1985, 10 παρ.
ΙΙ4.1.1., 4.2.1., 4.2.4., 4.2.6 και 4.2.7 του Π.Δ/τος 16/1996, 1, 2, 4, 7, παρ. 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8 παρ. 1, 9 παρ. 1, 2, 3 περ. α, γ του Π.Δ/τος 17/1996, άρθρων 1, 2, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14 της 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης, όπως ίσχυε την 5-5-2010, 2 παρ. 1 εδ. ε της 3015/30/6 (Φ.Ε.Κ. 536/23/3/2009) απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος του Δ.Σ.
και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω Τράπεζας, ήταν επιφορτισμένος σύμφωνα με την από 30-9-2009 απόφαση του Δ.Σ., με την εκπροσώπηση της Τράπεζας και με την ενάσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων σχετικά με την διαχείριση της περιουσίας και με τη διοίκηση της Τράπεζας, στα πλαίσια της οποίας εντάσσονται και τα θέματα της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων στους χώρους εργασίας της Τράπεζας, τα οποία είναι βαρύνουσας σημασίας, αφού αφορούν την ζωή και την υγεία των εργαζομένων.
Μάλιστα, παρά το ότι στην ανωτέρω Τράπεζα στα πλαίσια του καταμερισμού αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού αυτής, είχε ορισθεί ως αρμόδια για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας η Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, η οποία υπαγόταν στον ... αυτής (Τράπεζας), η ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω της ανωτέρω ιδιότητός του, για τα θέματα ασφαλείας των εργαζομένων της Τράπεζας παραμένει ακέραιη. (Α.Π. 1030/2016, Α.Π. 1530/2008).
Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ευθεία υποχρέωση της λήψης και τήρησης όλων των προστατευτικών μέτρων για την ασφάλεια της ζωής και της υγείας των εργαζομένων στην ανωτέρω Τράπεζα. Όμως, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο μέσος συνετός άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους παραπάνω νομικούς κανόνες, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς και την επαγγελματική εμπειρία του, δεν έλαβε τα παραπάνω αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα τον θάνατο και τον τραυματισμό των ανωτέρω υπαλλήλων του υποκαταστήματος, τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος δεν πρόβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια).
Είχε δε αυτός, όπως προεκτέθηκε, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας και την επίβλεψη τήρησης αυτών. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας, και ειδικότερα, την άνοιξη του έτους 2008 επισκέφθηκε το επίδικο κατάστημα, προκειμένου να γνωρίσει τους εργαζομένους και τον χώρο του καταστήματος καθώς και την Διευθύντρια.
Την επίσκεψη αυτή την χαρακτήρισε ο ίδιος απολογούμενος στο ακροατήριο του παρόντος αλλά και του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, ως "εθιμοτυπική". Με αφορμή την εν λόγω επίσκεψη στο κατάστημα ενημερώθηκε από την τότε Διευθύντρια και νυν τρίτη κατηγορουμένη, μόνο επί των οικονομικών θεμάτων του καταστήματος, (βλ.
απολογία τρίτης κατηγορουμένης στο παρόν Δικαστήριο), χωρίς να γίνει καμία αναφορά για τα θέματα ασφαλείας των εργαζομένων στο κατάστημα, καθώς και για τις ανωτέρω παραλείψεις που προεκτέθηκαν οι οποίες υπήρχαν κατά τον χρόνο επισκέψεώς του. Παρά ταύτα ο πρώτος κατηγορούμενος εκ της εποπτεύουσας και διευθυντικής θέσεώς του, με αφορμή την επίσκεψή του αυτή (βλ.
Α.Π. 1030/2016, Α.Π. 738/2014, ..., Ν. 3604/2007, Κατ' άρθρο ερμηνεία, έκδ. 2008, σελ. 356, επόμ., Α. Μ., "Όρια Δράσης και Ευθύνης Εταιρικών Διοικητών", έκδ. 2013, σελ. 118), όφειλε και μπορούσε να παρατηρήσει ο ίδιος τους χώρους εργασίας του καταστήματος που έδινε και οπτικά ακόμα την εντύπωση ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου, όπως σαφώς κατέθεσαν οι εργαζόμενοι στο κατάστημα υπάλληλοι, σχετικά με την επίσκεψη του πρώτου κατηγορουμένου στο κατάστημα (βλ.
καταθέσεις μαρτύρων-πολιτικώς εναγόντων Μ. Κ., Α. Ι., Χ. Λ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου, καθώς και του Δικαστηρίου τούτου). Περαιτέρω, στην συνέχεια στον πρώτο κατηγορούμενο στις 30-12-2008 κοινοποιήθηκε, λόγω της ιδιότητός του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, η έκθεση εσωτερικού ελέγχου του ανωτέρω Τραπεζικού καταστήματος του έτους 2008, που είχε συνταχθεί από υπαλλήλους της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της ανωτέρω Τράπεζας και τον Υποδιευθυντή του Τομέα Δικτύου Καταστημάτων.
Στην ανωτέρω έκθεση αναγραφόταν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, αναφορικά με τα θέματα ασφαλείας του επίδικου καταστήματος " ...οι χειροκίνητοι πυροσβεστήρες έχουν λήξει από τριμήνου και πρέπει να αναγομωθούν ...το κατάστημα δεν διαθέτει έξοδο κινδύνου. Σύμφωνα με την Διεύθυνση του καταστήματος οι αδυναμίες που άπτονται θεμάτων ασφαλείας και εντοπίζονται κυρίως στις υποδομές και την χωροταξική διαρρύθμιση του χώρου είναι γνωστά στις αρμόδιες Διευθύνσεις και την Περιφερειακή διεύθυνση και έχει ληφθεί ήδη η απόφαση για την ανακαίνιση του χώρου, ώστε να επιλυθούν τα προβλήματα...".
Επίσης, στην εν λόγω έκθεση αναγράφεται ότι "οι τακτοποιήσεις των εκκρεμοτήτων και οι απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες θα πρέπει να ολοκληρωθούν το συντομότερο και το αργότερο μέχρι 31-1-2009 (βλ. την αναγνωσθείσα από 30-12-2008 Έκθεση της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου, του καταστήματος ... (...). Ο πρώτος κατηγορούμενος παρότι όφειλε και μπορούσε, λόγω της ιδιότητός του, ένεκα της οποίας είχε όπως προεκτέθηκε αυξημένη εξουσία επί των θεμάτων της Τράπεζας, αλλά και από το καθήκον πρόνοιας που είχε ως εργοδότης (Α.Π. 463/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1127/2013), να μεριμνήσει για την ασφάλεια των εργαζομένων, μετά την κοινοποίηση της ανωτέρω έκθεσης δίνοντας εντολή στην Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, να αποκατασταθεί άμεσα μέσα στην προθεσμία που όριζε η ανωτέρω έκθεση, το εν λόγω μείζονος σημασίας για το κατάστημα πρόβλημα, αλλά και γενικότερα να μεριμνήσει για όλα τα θέματα ασφαλείας του εν λόγω καταστήματος, αφού γίνεται και μια γενική μνεία αυτών όπως προεκτέθηκε (βλ.
την από 30-12-2008 έκθεση ελέγχου σελ. 6), αυτός ουδόλως ενδιαφέρθηκε. Για το θέμα αυτό μάλιστα το οποίο ήταν καίριας σημασίας για την ασφάλεια των εργαζομένων θα μπορούσε κατά το άρθρο 19 του Νόμου 1568/1985, να διακόψει ακόμη και την λειτουργία του υποκαταστήματος μέχρι την αποκατάστασή του. Ενδεικτικό της αδιαφορίας του πρώτου κατηγορουμένου είναι και το ότι αυτός απολογούμενος, στο παρόν Δικαστήριο, κατέθεσε ότι δεν ενθυμείτε εάν έλαβε γνώση καν της ανωτέρω έκθεσης.
Ακολούθως, παρά το ότι στις 14-6-2009 τοποθετήθηκε στο κατάστημα η θύρα με τον κλωβό ασφαλείας και η παράπλευρη-βοηθητική θύρα, η οποία όμως δεν αποτελούσε όπως προεκτέθηκε "έξοδο κινδύνου", αφού δεν άνοιγε κατ' αρχήν άμεσα με ώθηση απλώς της "μπάρας πανικού", αλλά χρειαζόταν να προηγηθεί ηλεκτρονική εντολή μέσω τηλεχειριστηρίου, ο πρώτος κατηγορούμενος ούτε και τότε μερίμνησε για την ορθή τοποθέτηση της εξόδου κινδύνου στο κατάστημα.
Μάλιστα η τρίτη κατηγορουμένη, Διευθύντρια τότε του υποκαταστήματος, απολογούμενη στο παρόν Δικαστήριο, χαρακτηριστικά για το θέμα της εξόδου κινδύνου κατέθεσε τα ακόλουθα: " ....Τον Ιούνιο του 2009 μπήκε ο κλωβός με την διπλανή πόρτα, η οποία δεν ήταν έξοδος κινδύνου, γι' αυτό και δεν είχε σήμανση. Έξοδος πανικού ήταν και την χρησιμοποιούσαμε για την τροφοδοσία και για τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να μπουν στον κλωβό.
Πήρα τηλέφωνο την Τομεάρχη Σ. και της είπα ότι αυτή η πόρτα δεν είναι έξοδος κινδύνου...". Επομένως, παρά την κοινοποίηση της ανωτέρω έκθεσης ελέγχου στον πρώτο κατηγορούμενο με την οποία επισημαίνεται η παραπάνω παράλειψη, αλλά και τις διαμαρτυρίες της τρίτης κατηγορουμένης ότι το θέμα της εξόδου κινδύνου δεν έχει αποκατασταθεί, ο τελευταίος ουδόλως μερίμνησε για την άμεση και ορθή αποκατάσταση της παραπάνω παράλειψης, (Α.Π. 1540/2013, Α.Π. 1029/2008), επιδεικνύοντας αμελή συμπεριφορά, ένεκα της οποίας το εν λόγω κατάστημα, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δεν είχε έξοδο κινδύνου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εποπτεία του πρώτου κατηγορουμένου στην αρμόδια Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, υπήρξε πλημμελής κατά παράλειψη της σχετικής υποχρέωσης επιμελείας ( άρθρο 15 του Π.Κ., άρθρο 32 περ. Α παρ. 1 και παρ. 3 του Νόμου 1568/1985, Α.Π. 385/2016, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 1540/2013, Α.Π. 1577/2010, Α.Π. 1029/2008), τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παρά την αυξημένη επικινδυνότητα που είχε το συγκεκριμένο κατάστημα, όπως αυτή έχει ήδη αναφερθεί, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο των Αθηνών, έξωθεν του οποίου διέρχονταν πολλές πορείες και διαδηλώσεις, το οποίο είχε στοχοποιηθεί ακόμα και με την αναγραφή επικίνδυνων συνθημάτων στην πρόσοψή του την ημέρα του ατυχήματος (βλ.
την από 12-5-2010 έκθεση αυτοψίας της Κρατικής Ασφάλειας Αττικής) και είχε δεχθεί επιθέσεις και μάλιστα εμπρηστικές κατά τις ώρες λειτουργίας του, στο παρελθόν, το οποίο δεν διέθετε έξοδο κινδύνου και οι εργαζόμενοι σε αυτό υπάλληλοι δεν είχαν εκπαιδευθεί σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και αυτοπροστασίας, παρέλειψε να δώσει εντολή στην ανωτέρω Διεύθυνση Ασφαλείας για την αποκατάσταση όλων των επίδικων παραλείψεων.
Ο πρώτος κατηγορούμενος απολογούμενος στο παρόν αλλά και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέθεσε, ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας κάλεσε στο γραφείο του όλους τους Γενικούς Διευθυντές για να τους γνωρίσει και τους προέτρεψε να είναι προσεκτικοί στα καθήκοντά τους.
Ειδικά, κατέθεσε ότι επεσήμανε στον Ι. Κ. τότε Διευθυντή της Διεύθυνσης Ασφαλείας της Τράπεζας, να είναι όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε "άτεγκτος σε θέματα ασφαλείας". Όμως, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία πειστική απάντηση στο Δικαστήριο, γιατί έκτοτε και μέχρι την ημέρα του επιδίκου ατυχήματος, δεν μερίμνησε, μέσω της εποπτείας που θα ασκούσε στην ως άνω Διεύθυνση Ασφαλείας, να ενδιαφερθεί για την επίβλεψη της ορθής εφαρμογής και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στο ανωτέρω κατάστημα, που παρουσίαζε όλες τις ανωτέρω παραλείψεις.
Καμία εντολή για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας όπως αυτά ήδη προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, πέραν αυτής της γενικής εντολής που προεκτέθηκε κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, στην Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, η οποία (Διεύθυνση), ήταν ενήμερη για τις παραλείψεις του επιδίκου καταστήματος, όπως τούτο προκύπτει μέσω των E-MAIL, αναφορικά με τις επίδικες παραλείψεις που προωθούντο από την τρίτη κατηγορουμένη στην εν λόγω Διεύθυνση Ασφαλείας και επισημαίνονται στην από 18-11-2011 έκθεση ειδικού ελέγχου για το επίδικο ατύχημα της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας, όπου αναφέρεται ότι στη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, είχαν καταγραφεί προηγούμενα του επιδίκου περιστατικά επιθέσεων και βανδαλισμών που είχαν λάβει χώρα στο ανωτέρω κατάστημα (βλ.
σελ. 17 της ανωτέρω έκθεσης). Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν τα όσα η τρίτη κατηγορουμένη, τότε Διευθύντρια του καταστήματος κατέθεσε, αναφορικά με τις επίδικες παραλείψεις, απολογούμενη στο παρόν Δικαστήριο και συγκεκριμένα τα εξής "... μετά από κάθε επίθεση, αφού πρώτα ενημέρωνα με e-mail, την Διεύθυνση Ασφαλείας, πήγαινα στη Γ.Α.Δ.Α.
και έκανα μήνυση κατ' αγνώστων. Δύο ημέρες μετά πήγαινα ξανά στην Γ.Α.Δ.Α. και έπαιρνα αντίγραφο, το οποίο έστελνα στον Τ., στην Σ. και στην Διεύθυνση Ασφαλείας, οι οποίοι είχαν ήδη ενημερωθεί με e-mail. Πάντα μαζί με το αντίγραφο έστελνα και μια συνοδευτική επιστολή με τα σχόλιά μου. Οι λέξεις κλειδιά που ανέφερα ήταν η έξοδος κινδύνου και τα ρολά, όπως και το ότι παραμένουμε ανεκπαίδευτοι και ανασφαλείς.
Από την Διεύθυνση Ασφαλείας τα αιτήματά μου σίγουρα έφταναν στον Κ. και Κ.. Η αντίδρασή τους θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί με την φράση παντελής αδιαφορία..." (βλ. απολογία της τρίτης κατηγορουμένης στο παρόν Δικαστήριο). Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της απολογίας του ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχεται όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι "..είναι αναμφίβολο ότι η Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, κάτι δεν έκανε καλά", όμως στην συνέχεια της απολογίας του ισχυρίζεται ότι την εποπτεία της ανωτέρω Διεύθυνσης Ασφαλείας, την είχε όχι ο ίδιος αλλά η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας.
Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται εφόσον ο σκοπός του νόμου, για τους εργοδότες νομικά πρόσωπα, όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι η ανωτέρω Τράπεζα, είναι ο ορισμός φυσικού προσώπου και δη του Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου αυτής, το οποίο επιμελείται τις υποχρεώσεις του εκπροσωπούμενου, αναφορικά με τα θέματα της ζωής και της ασφάλειας των εργαζομένων, (Α.Π. 1408/2017, Α.Π. 1351/2016, Α.Π. 1030/2016, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 463/2015, Α.Π. 738/2014, Α.Π. 1473/2010, Θ.
Π., Οριοθέτηση της ποινικής ευθύνης για παραλείψεις, 2014, σελ. 520 και επόμ. σελ. 743-744). Εξάλλου, το σύστημα εσωτερικού ελέγχου το οποίο προβλέπουν οι διατάξεις του Νόμου 3016/2002 περί εταιρικής διακυβέρνησης, δεν αναιρεί τις εξουσίες του Δ.Σ. της Τράπεζας, καθώς και του πρώτου κατηγορουμένου ως Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής (βλ.
Α. Μ. "Όρια Δράσης και Ευθύνης Εταιρικών Διοικητών", έκδ. 2013, σελ.115 και επόμ.). Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, λόγω του υψηλού μορφωτικού και επαγγελματικού επιπέδου που διέθετε, έχοντας μεγάλη εμπειρία στον τραπεζικό χώρο στον οποίο είχε σταδιοδρομήσει ήδη από το έτος 1970, διατελώντας μέλος Δ.Σ. και Γενικός Διευθυντής από το έτος 1993 της Τράπεζας Εργασίας, ενώ επίσης από το έτος 2004 έως το 2007 ήταν Ανώτερος Γενικός Διευθυντής στην ..., μπορούσε και είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, για την αποφυγή του θανάτου και των σωματικών βλαβών των εργαζομένων στο ανωτέρω κατάστημα (Α.Π. 385/2016, Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 70/2013, Α.Π. 1473/2010).
Προς τούτο συνηγορούν και τα εξής στοιχεία: 1) όπως ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε απολογούμενος στο παρόν Δικαστήριο, η εποχή όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, ήταν μια εποχή κρίσιμη για το τραπεζικό σύστημα. Για τον λόγο αυτόν τα τραπεζικά καταστήματα και μάλιστα αυτά που ήταν στο κέντρο των Αθηνών ήταν στόχος εμπρηστικών επιθέσεων (βλ.
και κατάθεση στο παρόν Δικαστήριο του Ν. Τ., Διευθυντή της Τεχνικής Υπηρεσίας της Τράπεζας), 2) γνώριζε, ο εν λόγω κατηγορούμενος από τον ημερήσιο και ηλεκτρονικό τύπο της εποχής, αλλά και από τα e-mail της Διεύθυνσης Ασφαλείας της Τράπεζας τα οποία προωθούντο και στον ίδιο όπως απολογούμενος κατέθεσε, τις επιθέσεις και τους βανδαλισμούς του επιδίκου καταστήματος της Τράπεζας που είχε δεχθεί κατά την διάρκεια διαδηλώσεων στο κέντρο των Αθηνών, 3) η απειλή, η έκρηξη βόμβας, ο εμπρησμός, η πυρκαγιά και η τρομοκρατική ενέργεια ήταν από τους κινδύνους που είχαν προβλεφθεί στα εγχειρίδια της Τράπεζας (βλ.
εγχειρίδιο ασφαλείας προσωπικού πελατείας, εγχειρίδιο διαχείρισης κρίσεων επιχειρησιακής συνέχειας, ανάκαμψης από καταστροφή, εγχειρίδιο διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου, της Τράπεζας), 4) η Τράπεζα για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών είχε συστήσει επιτροπή διαχείρισης κρίσεων της οποίας δια της ιδιότητός του ως Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας προΐστατο ο πρώτος κατηγορούμενος (βλ.
σελ. 5 εγχειριδίου διαχείρισης κρίσεων επιχειρησιακής συνέχειας και ανάκαμψης από καταστροφή). Στο ως άνω εγχειρίδιο προβλέπεται ως κρίση η πυρκαγιά και η τρομοκρατική ενέργεια. Ως αιτία των κρίσεων αυτών, μεταξύ άλλων, αναφέρεται η απειλή τρομοκρατικής ενέργειας από εξωγενείς-αναρχικές-οργανωμένες ομάδες.
Για την αντιμετώπιση της κρίσης ως υφιστάμενα και προτεινόμενα προληπτικά μέτρα ορίζονται η διαμόρφωση εξόδων κινδύνου, η τοποθέτηση σχεδιαγραμμάτων των ορόφων με τις εξόδους κινδύνων και των θέσεων των πυροσβεστήρων, το σχέδιο διαφυγής, τα εικονικά σενάρια διαφυγής για εξάσκηση, τα σεμινάρια και η εκπαίδευση προσωπικού.
Η παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων έχουν ανατεθεί στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας και στην Υποδιεύθυνση κατασκευών και Τεχνικής Υποστήριξης, που μετά από εκάστοτε περιστατικό προβαίνουν σε ανάλυση των γεγονότων με σκοπό την ανεύρεση τυχόν νέων μέτρων προς εφαρμογή στα κτίρια του Ομίλου, για την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων.
Τα συμπεράσματα που εξάγονται κοινοποιούνται στο Δ.Σ. και στην Επιτροπή Διαχείρισης της κρίσης, ήτοι στον πρώτο κατηγορούμενο, ως Διευθύνοντα Σύμβουλο που ήταν επικεφαλής και των δυο οργάνων, 5) από την κοινοποίηση όπως προεκτέθηκε της Έκθεσης Εσωτερικού Ελέγχου του έτους 2008, από την οποία έλαβε γνώση για την έλλειψη της εξόδου κινδύνου, στο ανωτέρω κατάστημα το οποίο είχε ο ίδιος επισκεφθεί, όπως προεκτέθηκε. 6) Επίσης, από την ενημέρωσή του, μέσω των υπαλλήλων της Επιτροπής Ελέγχου, που ανά τρίμηνο αρμοδίως ενημέρωναν το Δ.Σ., άρα και τον πρώτο κατηγορούμενο, για τα θέματα της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου. 7) Επίσης, από την συνάντηση που είχε κάθε μήνα με τους Περιφερειακούς Διευθυντές των καταστημάτων της Τράπεζας από τους οποίους ενημερωνόταν για όλα τα θέματα των τραπεζικών καταστημάτων (βλ.
κατάθεση μάρτυρα Γ. Κ., Περιφερειακού Διευθυντή της Τράπεζας, στο παρόν Δικαστήριο). Μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση ο τότε Περιφερειακός Διευθυντής του παρόντος καταστήματος, Β. Τ., είχε λάβει γνώση μαζί με τον πρώτο κατηγορούμενο για την έλλειψη της εξόδου κινδύνου στο κατάστημα, καθόσον είχε και σε αυτόν κοινοποιηθεί προκειμένου να ενημερωθεί η ανωτέρω Έκθεση Εσωτερικού Ελέγχου, για το επίδικο κατάστημα του έτους 2008.
Τον εν λόγω Περιφερειακό Διευθυντή, επίσης η Διευθύντρια του καταστήματος τον είχε ενημερώσει για τις επίδικες παραλείψεις, όπως αυτή κατέθεσε απολογούμενη στο παρόν Δικαστήριο. Παρά ταύτα όμως σε όλες τις ανωτέρω συναντήσεις που είχε με τον Περιφερειακό Διευθυντή, ο πρώτος κατηγορούμενος, σε ουδεμία επισήμανση δεν προέβη προς τον τελευταίο για τις επίδικες παραλείψεις και ουδεμία μέριμνα έλαβε για την ασφάλεια των εργαζομένων στο επίδικο κατάστημα το οποίο είχε όλες τις παραπάνω παραλείψεις.
Ενόψει όλων αυτών ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι το προκείμενο αποτέλεσμα δεν μπορούσε να το προβλέψει, διότι δεν γνώριζε τις επίδικες παραλήψεις, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ενόψει όλων των ανωτέρω που προεκτέθηκαν είχε την ευχέρεια ως εργοδότης, ασκώντας το καθήκον εποπτείας, να ζητήσει να ενημερωθεί και να τις διαγνώσει μέσα από τη διαδικασία της επίβλεψης των ιεραρχικά κατωτέρων υπαλλήλων στην πυραμίδα της Τράπεζας, ασκώντας συνάμα και το καθήκον πρόνοιας που είχε ως εργοδότης.
Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνούμενος την κατηγορία ισχυρίζεται στο υποβληθέν σημείωμά του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξαν προφορικά οι συνήγοροι του ότι: 1) ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος για τα θέματα ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων στο κατάστημα και ότι η εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" της οποίας Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τις επιταγές του Νόμου 1568/1985, ήταν αρμόδια να υποδεικνύει τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας και να επιβλέπει την τήρησή τους.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί καθόσον η ανάθεση τεχνικού ασφαλείας στην ανωτέρω εταιρεία (....), ουδόλως απαλλάσσει τον εργοδότη από τις ευθύνες του στον τομέα αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ/τος 17/1996 (Α.Π. 1408/2017, Α.Π. 1473/2010). 2) Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εργοδότριας Τράπεζας, δεν καθιδρύει εκ μόνου του λόγου αυτού, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά το άρθρο 15 του Π.Κ., για την λήψη όλων των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας για την ζωή και την υγεία των εργαζομένων.
Και τούτο διότι λόγω της δομής και του καταμερισμού αρμοδιοτήτων στην Τράπεζα, για την λήψη όλων των μέτρων ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων, είχαν εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού της Τράπεζας, το τμήμα Ασφαλείας της Τράπεζας, η οποία μαζί με τη Διεύθυνση κατασκευών και τεχνικής υποστήριξης, υπαγόταν "..." της Τράπεζας.
Μάλιστα, για την θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού ο συνήγορος υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου προσκόμισε και οργανογράμματα μεταξύ των οποίων η Οργανική Διάρθρωση του Ομίλου Μ.Ε.Β., της Διεύθυνσης Δικτύου και του Οργανωμένου Τομέα ... κατά τα οποία άλλα πρόσωπα της Τράπεζας είχαν εξουσιοδοτηθεί προς λήψη των εν λόγω μέτρων ασφαλείας.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ιδιότητα του πρώτου κατηγορουμένου ως Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας Τράπεζας, συνδεόταν όπως προαναφέρεται με την εποπτεύουσα διευθυντική θέση αυτού στο Δ.Σ. της Τράπεζας, που ήταν η εργοδότρια εταιρεία που απασχολούσε τους άτυχους εργαζομένους και την υποχρέωση, λόγω των καθηκόντων αυτού ως εργοδότη, να λαμβάνει τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στο ανωτέρω υποκατάστημα, όπως τα μέτρα αυτά ασφαλείας αναφέρονται ανωτέρω και θεμελιώνουν την, κατά το άρθρο 15 του Π.Κ., ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του για την λήψη μέτρων πρόληψης (και αποτροπής) του θανάτου και των σωματικών βλαβών των εργαζομένων στην ένδικη υπόθεση, τα οποία αυτός από μη συνειδητή αμέλειά του παρέλειψε να λάβει (Α.Π. 1030/2016, Α.Π. 1473/2010).
Επί του εν λόγω ισχυρισμού πρέπει να επισημανθούν και τα ακόλουθα: η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ., στην περίπτωση κατανομής αρμοδιοτήτων δεν αναιρεί τις εξουσίες του Δ.Σ., καθόσον η εξουσία του Δ.Σ. να ασκεί την εποπτεία και τον έλεγχο της οργάνωσης και λειτουργίας της Τράπεζας, υφίσταται παράλληλα με εκείνη των υποκατάστατων οργάνων της εταιρείας.
Έτσι παρά το γεγονός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στα υποκαταστήματα της Τράπεζας, αρμόδια ήταν σύμφωνα με το οργανόγραμμα και τον κανονισμό της Τράπεζας, η Διεύθυνση Ασφάλειας και Προστασίας της Τράπεζας, η οποία υπαγόταν στον ..., δεν σημαίνει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποξενωθεί από την διοίκηση των Τραπεζικών υποθέσεων, μεταξύ και των οποίων είναι και τα θέματα ασφαλείας των εργαζομένων.
Η ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου, λόγω της προεκτεθείσας ιδιότητας αυτού, παραμένει ακέραια παρά την ύπαρξη των ανωτέρω Διευθύνσεων Ασφαλείας της Τράπεζας (Α.Π. 1030/2016, Α.Π. 1530/2008). Η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. δεν αναιρεί την ανάγκη συλλογικής λειτουργίας του Δ.Σ. Το Δ.Σ. εξακολουθεί να είναι το βασικό διαχειριστικό και εκπροσωπευτικό όργανο της ανώνυμης εταιρείας, που πρέπει να εποπτεύει και να καθοδηγεί τους υποκαταστάτους.
Επιπλέον το Δ.Σ. υποχρεούται να ενημερώνεται για την πορεία των υποθέσεων η διαχείριση των οποίων έχει ανατεθεί στους τρίτους διαχειριστές και να τις εποπτεύει (Α.Π. 330/2006). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το με ημερομηνία 31-3-2010 οργανόγραμμα της Τράπεζας, το οποίο προσκόμισε η πλευρά της πολιτικής αγωγής και το οποίο φέρει τον κωδικό της Τράπεζας και ημερομηνία, που εκτυπώθηκε από την τότε Υποδιευθύντρια του καταστήματος Α.
Κ.. Σύμφωνα με το εν λόγω οργανόγραμμα ο Τομέας "...", στον οποίον υπαγόταν η Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας, που είχε επικεφαλής τον Δ. Κ., υπαγόταν στην απευθείας εποπτεία του Διευθύνοντας Συμβούλου της ανωτέρω Τράπεζας και δη του πρώτου κατηγορουμένου Κ. Β.. Αντίθετα το αναγνωσθέν οργανόγραμμα που προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου στην αναβλητική δίκη, κατά την δικάσιμο της 4-6-2105, δεν υπάρχει ο κωδικός της Τράπεζας και ημερομηνία όπως το πιο πάνω οργανόγραμμα.
Η ύπαρξη του ανωτέρω οργανογράμματος ενισχύεται και από την σαφή κατάθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, της Υποδιευθύντριας του υποκαταστήματος Α. Κ., η οποία κατέθεσε χαρακτηριστικά "..υπάρχει οργανόγραμμα που έγινε τον Μάρτιο του 2010. Εκεί αναφέρονται όλα τα μέλη της Διοίκησης ιεραρχικά το εκτύπωσα μετά το γεγονός και το κατέθεσα στο Δικαστήριο που αναβλήθηκε...όλα τα οργανογράμματα έχουν κωδικοποίηση.
Αλλιώς δεν μπορούν να καταχωρηθούν στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. Το οργανόγραμμα που κατέθεσε ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου δεν φέρει ούτε ημερομηνία ούτε κωδικοποίηση. Εκτός αυτού το οργανόγραμμα αυτό έχει διαφορετική δομή γιατί δεν αφορά το κατάστημα αλλά το τραπεζικό κέντρο".
Εξάλλου, ελέγχονται αβάσιμες οι αιτιάσεις του πρώτου κατηγορουμένου που προέβαλλε απολογούμενος, ότι ο ίδιος όχι μόνο δεν είχε καμία αρμοδιότητα για τα θέματα ασφαλείας των εργαζομένων, αλλά και ότι αρμόδιος σύμφωνα με την ιεραρχία της Τράπεζας, για τον έλεγχο της Διεύθυνσης Ασφαλείας και του Δικτύου των υποκαταστημάτων ήταν ο αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Η.
Κ.. Και τούτο διότι πέραν του ότι δεν ότι δεν προσκομίσθηκε καμία απόφαση του Δ.Σ., για την ανάθεση ολόκληρης της διαχείρισης των θεμάτων ασφαλείας της Τράπεζας, στον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο, Η. Κ., η τυχόν ανάθεση ελέγχου των διευθύνσεων Ασφαλείας στα πλαίσια και μόνο κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών του Δ.Σ., δεν απαλλάσσει τον πρώτο κατηγορούμενο, των καθηκόντων του ως Διευθύνοντος Συμβούλου και εκτελεστικού μέλους του Δ.Σ., όπως προεκτέθηκε ανωτέρω, καθόσον είχε παράλληλη συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα λοιπά εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ.
Επίσης, και από το δικαίωμα αλλά, και την υποχρέωσή του συγχρόνως να ενημερώνεται για την πορεία των θεμάτων ασφαλείας των εργαζομένων της Τράπεζας, ασκώντας το δικαίωμα πληροφόρησής του από το εν λόγω επίσης εκτελεστικό μέλος του Δ.Σ.
Συνεπώς, η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η οποία συνιστά περίπτωση μη συνειδητής αμέλειας, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και άμεση αιτιότητα ως προς το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίον αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι (Α.Π.
Ι280/2016, Α.Π. 1030/2016, Α.Π. 940/2015, Α.Π. 50/2013, Α.Π. 1269/2006, Α.Π. 831/2006, Α.Π. 1441/2002). Τέλος, δεν υφίσταται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, ως προς τις παραλείψεις του πρώτου κατηγορουμένου από την αρχή της εμπιστοσύνης, η οποία επιχειρεί να περιορίσει στην παράλληλη ή συγκλίνουσα δράση περισσοτέρων την επίδραση της εξωτερικά πλημμελούς συμπεριφοράς του ενός στην συμπεριφορά των άλλων, διότι ο τελευταίος πρέπει να έχει τηρήσει από τη μεριά του το καθήκον επιμέλειας που του επιβάλλει η διεξαγωγή του εγχειρήματος (Α.Π. 940/2015).
Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Β. είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και χάριν συντομίας "....". Η εταιρεία αυτή με την από 31-12-2008 σύμβαση, που κατήρτισε με την εργοδότρια Τράπεζα "... Α.Ε.", είχε αναλάβει την υποχρέωση παροχής σε αυτή και ειδικότερα στους εργαζομένους στο ανωτέρω κατάστημα, υπηρεσιών Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας, όπως αυτές οι υπηρεσίες αναλυτικά προσδιορίζονται και προβλέπονται από τις διατάξεις του Νόμου 1568/1985, και των Προεδρικών Διαταγμάτων 294/1988, 17/1996, 95/1999 και 159/1999. (βλ.
άρθρο 1 της συμβάσεως). Συγκεκριμένα, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης είχε αναλάβει τις κατωτέρω υποχρεώσεις και δη 1) την παροχή προφορικώς και εγγράφως υποδείξεων και συμβουλών για μέτρα σχετικά με την εργασιακή υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων στην εργοδότρια Τράπεζα, καθώς και την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων στους χώρους εργασίας της τελευταίας.
Τις υποδείξεις αυτές, ο τεχνικός ασφαλείας που είχε ορισθεί για το συγκεκριμένο κατάστημα, έπρεπε να τις καταχωρεί στο ειδικό, νομίμως θεωρημένο και σελιδομετρημένο βιβλίο που τηρούσε η εργοδότρια Τράπεζα, και των οποίων (υποδείξεων) ο εκπρόσωπος αυτής (Τράπεζας) θα ελάμβανε γνώση ενυπογράφως, 2) την ενημέρωση της Τράπεζας για τυχόν υφισταμένους κινδύνους στους χώρους εργασίας καθώς και την παροχή στην εργοδότρια Τράπεζα και στους εργαζομένους της συμβουλών για τα εκάστοτε ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας, 3) τον έλεγχο σε τακτά χρονικά διαστήματα των εγκαταστάσεων και των μέσων και μέτρων ασφάλειας, υγείας και προστασίας των εγκαταστάσεων της Τράπεζας, καθώς και την τήρηση των υποδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας, στο ανωτέρω κατάστημα (βλ.
άρθρα 1 παρ 2, 2.1, 2.2, 2.3, της ανωτέρω σύμβασης). Ο εν λόγω όμως τεχνικός ασφαλείας, από αμέλειά του συνισταμένη στην έλλειψη της προσοχής, την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, δεν τήρησε τις παραπάνω υποχρεώσεις του. Συγκεκριμένα, σε όλες τις επισκέψεις που πραγματοποίησε στο ανωτέρω κατάστημα, ήτοι στις 25/5/2009, 25/6/2009, 28/8/2009, 29/9/2009, 9/10/2009, 26/10/2009, 1/12/2009 και 22/3/2010, δεν επεσήμανε προφορικώς και εγγράφως καμία από τις ανωτέρω παραλείψεις των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων όπως αυτές έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω.
Ειδικότερα, ενώ διαπιστώθηκε η έλλειψη εξόδου κινδύνου, η έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας, η έλλειψη σχεδίου διάσωσης και διαφυγής αναρτημένο σε όλους τους ορόφους του κτιρίου, η έλλειψη πυροσβεστικού ερμαρίου με εύκαμπτο σωλήνα ύδατος και ακροφύσιο, δεν επεσήμανε προφορικώς και εγγράφως τις ανωτέρω ελλείψεις, ούτε έδωσε συμβουλές στους εργαζομένους για τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας.
Επίσης, δεν επεσήμανε την ανάγκη για την εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα ασφάλειας και εκκένωσης του κτιρίου και δεν επεσήμανε την ανάγκη για την από μέρους του επόπτευση των ασκήσεων πυρασφάλειας (άρθρα 6, 7 του Νόμου 1568/1985). Χαρακτηριστικό της προχειρότητας με την οποίαν άσκησε τα καθήκοντά του, ο εν λόγω τεχνικός ασφαλείας είναι ότι στο σχετικό "...", που τηρούσε η Τράπεζα, αρκείτο να αναγράφει σε όλες τις ανωτέρω επισκέψεις του στο κατάστημα, τις λέξεις "επίσκεψή του Τεχνικού Ασφαλείας", χωρίς οποιαδήποτε υπόδειξη σχετική με τα μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, απολογούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο εν λόγω τεχνικός ασφαλείας, παρά τις ανωτέρω, τυπικές εγγραφές στο ... της Τράπεζας, εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση και το νόμο, καθόσον προέβη σε προφορικές υποδείξεις, προς την Υποδιευθύντρια του επιδίκου καταστήματος Α.
Κ., στην οποίαν είχε επισημάνει προφορικά ότι πρέπει να γίνουν ασκήσεις εκκένωσης των εργαζομένων, καθώς και ότι δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου στο κατάστημα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος Α. Κ., Υποδιευθύντριας τότε του καταστήματος, η οποία ήταν αρμόδια για τα θέματα του τεχνικού ασφαλείας στο κατάστημα, και η οποία εξεταζόμενη στο Δικαστήριο τούτο μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "....εγώ μιλούσα με τον Σ..
Σε εμένα προσωπικά ο Σ. δεν είχε επισημάνει κάποια προβλήματα ούτε είχε κάνει κάποιες υποδείξεις. ...ουδέποτε είχε κάνει κάποια υπόδειξη στο ......". Επίσης, η εν λόγω μάρτυρας σε κατ' αντιπαράσταση εξέτασή της με τον μάρτυρα Θ. Π. στο παρόν Δικαστήριο, χαρακτηριστικά κατέθεσε "...Τίποτε από τα δύο αυτά γεγονότα που αναφέρει ο μάρτυρας ( εννοεί τον Θ.
Π.), δεν ισχύει. Ούτε ο Σ. μου είπε ποτέ προφορικά για έξοδο κινδύνου και ασκήσεις εκκένωσης, ούτε στο μάρτυρα είπα εγώ ποτέ ότι ο Σ. μου έκανε αυτές τις παρατηρήσεις. Αντίθετα, εγώ ήμουν εκείνη που προκάλεσα την συζήτηση με τον Σ. αμέσως μετά την επίθεση του Μαρτίου στο κατάστημα. Του είπα ότι κάτι πρέπει να γίνει γιατί φοβόμαστε.
Τότε εκείνος μου είπε ότι όταν περάσει το Πάσχα θα προτείνει να γίνουν κάποιες ασκήσεις εκκένωσης και διαφυγής. Ουδέποτε ο Σ. σε εμένα προσωπικά δεν έκανε κάποια προφορική παρατήρηση σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας του καταστήματος. Το διαψεύδω ρητά. Δεν γνωρίζω γιατί ο μάρτυρας (εννοεί τον Θ. Π.) λέει ψέματα.
Κατ' αρχήν με τον μάρτυρα δεν συναντηθήκαμε ποτέ κατ' ιδίαν. Συναντηθήκαμε μόνο μια φορά στο γραφείο του και είμαστε όλοι οι υπάλληλοι μαζί ...". Τα ίδια επίσης κατέθεσε η εν λόγω μάρτυρας κατά την εξέτασή της και στην αναβλητική δίκη (βλ. σελ. 158 της αναβλητικής δίκης). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την γενικόλογη κατάθεση του Επιθεωρητή Εργασίας, Θ.
Π., ο οποίος εντελώς αόριστα κατέθεσε εξεταζόμενος στο παρόν Δικαστήριο, ότι σε σχετική ερώτησή του, κατά την έρευνα του επιδίκου ατυχήματος, προς τον ανωτέρω τεχνικό ασφαλείας, ο τελευταίος του απάντησε ότι είχε κάνει προφορικές υποδείξεις, για την έξοδο κινδύνου και για τις ασκήσεις εκκένωσης, στην Υποδιευθύντρια Α.
Κ., χωρίς να καταθέσει πότε ακριβώς έγιναν αυτές οι υποδείξεις χρονικά και για ποιό λόγο δεν καταγράφηκαν στο ..., όπως ορίζει η πιο πάνω σύμβαση. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι είναι απορίας άξιο, γιατί ο ανωτέρω μάρτυρας-Τεχνικός Επιθεωρητής Θ. Π., δεν ανέφερε στην υπ' αριθμ. πρωτ. ...-.../2010 έκθεση έρευνας που ο ίδιος συνέταξε για το επίδικο εργατικό ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη του και την μαρτυρία του εν λόγω τεχνικού ασφαλείας, Π.
Σ. ότι ο τελευταίος, είχε προφορικά υποδείξει στην Α. Κ., Υποδιευθύντρια, τότε του καταστήματος τις ουσιώδεις επίδικες παραλείψεις, ήτοι την έξοδο κινδύνου του καταστήματος και το θέμα των ασκήσεων εκκένωσης και ότι η Τράπεζα παρά την προφορική υπόδειξη αδιαφόρησε και δεν αποκατέστησε τις εν λόγω παραλείψεις.
Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός αλυσιτελώς προτείνεται, διότι εάν είχε γίνει πράγματι προφορική υπόδειξη θα έπρεπε να γίνει αυτή στην συνέχεια και εγγράφως και να καταχωρηθεί στο ειδικό νομίμως θεωρημένο και σελιδομετρημένο ... που τηρούσε η εργοδότρια Τράπεζα, καθώς η υποχρέωση αυτή (έγγραφη υπόδειξη), προβλέπεται στην ανωτέρω σύμβαση, στην οποίαν ρητώς αναφέρεται ότι οι υποδείξεις θα παρέχονται προφορικώς και εγγράφως. (βλ.
άρθρο 2.1 της ανωτέρω σύμβασης). Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία πειστική απάντηση στο Δικαστήριο γιατί οι εν λόγω υποδείξεις, του οι οποίες σημειωτέον ήταν πολύ σημαντικές δεν έγιναν και εγγράφως και δεν καταχωρήθηκαν στο ανωτέρω .... Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο προηγούμενος Τεχνικός Ασφαλείας, Α.
Κ., τον οποίον η ίδια εταιρεία "....", είχε ορίσει στο επίδικο κατάστημα, ως τεχνικό ασφαλείας, καταχωρούσε εγγράφως όλες τις υποδείξεις του σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας στο ... (βλ. το αναγνωσθέν ...). Περαιτέρω, αβάσιμα ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος, ότι ο εν λόγω τεχνικός ασφαλείας εκπλήρωσε την ανωτέρω υποχρέωσή του προς την εργοδότρια Τράπεζα με τις υποδείξεις που αναγράφονται στο υπ' αριθμ. ...22-3-2010 ..., το οποίο φέρει την υπογραφή του ανωτέρω τεχνικού ασφαλείας καθώς και της Υποδιευθύντριας, Α.
Κ.. Στο εν λόγω έγγραφο- Δελτίο αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: κάτω από τον τίτλο "... "Να ελεγχθεί αν υπάρχει μελέτη πυρασφάλειας καθώς και εάν έχει κατατεθεί στην Π.Υ., ώστε να λάβει η τράπεζα το αντίστοιχο πιστοποιητικό πυρασφάλειας. Να προγραμματισθεί εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα πυρασφάλειας".
Το εν λόγω ... είναι ένα έγγραφο το οποίο, το πρώτον, εμφανίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, από τον δεύτερο κατηγορούμενο και το οποίο είναι καταφανώς νοθευμένο και σε καμία περίπτωση με το εν λόγω έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι έγιναν οι ανωτέρω υποδείξεις στην Τράπεζα. Προς τούτο συνηγορούν τα εξής στοιχεία:
α) με την κατάθεσή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η μάρτυρας Α. Κ., διαψεύδει ότι έχουν αναγραφεί στο εν λόγω Δελτίο οι παραπάνω υποδείξεις. Καταθέτοντας τα εξής "...Αυτή είναι η υπογραφή μου. Δεν αμφισβητώ την γνησιότητα του εγγράφου αμφισβητώ όμως το περιεχόμενό του. Εγώ στις 22-3-2010 υπέγραψα όπως πάντα ένα λευκό φύλλο, χωρίς καμία υπόδειξη.
Προφανώς οι όποιες υποδείξεις συμπληρώθηκαν μετά. Στις 22-3-2010 ο Σ. είχε επισκεφθεί το κατάστημα και είχε υπογράψει στο .... Γιατί η υπόδειξη αυτή δεν έγινε στο ... το οποίο παρέμενε στο κατάστημα και έγινε στο μπλοκ πληρωμής από το οποίο δεν μας έδινε αντίτυπο. ..", β) στο εν λόγω Δελτίο αναγράφεται πριν τις υποδείξεις, ότι πρόκειται για "...", πράγμα το οποίο δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, αφού υπήρχε στην Τράπεζα ..., στο οποίο μάλιστα ο εν λόγω τεχνικός ασφαλείας, την ίδια ημέρα (22-3-2010) που είχε επισκεφθεί το κατάστημα, προέβη στην ίδια τυπική καταγραφή "έγινε έλεγχος από τον τεχνικό ασφαλείας", όπως και στις προηγούμενες επισκέψεις χωρίς να γίνεται καμία επισήμανση ότι θα επακολουθήσουν υποδείξεις στο ανωτέρω δελτίο, γ) από την κατάθεση του μάρτυρα Θ.
Π. στο Δικαστήριο τούτο, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε και τα εξής: "..Στο πρωτόδικο Δικαστήριο μου έδειξαν για πρώτη φορά ένα χαρτί και συγκεκριμένα ένα ..., όπου ο Σ. είχε κάνει κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τη μελέτη πυροπροστασίας και τις ασκήσεις εκκένωσης. Ο Σ. δεν το είχε φέρει στην συνάντηση που είχαμε μετά το ατύχημα.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι γιατί αυτό το έγγραφο φανερώθηκε τόσα χρόνια μετά ..", δ) το εν λόγω δελτίο δεν το προσκόμισε ο πιο πάνω τεχνικός ασφαλείας, στην Επιθεώρηση Εργασίας, κατά την έρευνα που πραγματοποίησε για το επίδικο ατύχημα στοιχείο που αν πράγματι το είχε, οπωσδήποτε έπρεπε να το προσκομίσει.
Αντίθετα, στην από 8-6-2010 αιτιολόγηση πράξης επιβολής προστίμου για το επίδικο ατύχημα που επέβαλλε η Επιθεώρηση Εργασίας στην Τράπεζα, αναφέρεται, ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στο ... του Τεχνικού Ασφαλείας, περί ασκήσεων εκκένωσης στο κατάστημα ή εκπαίδευσης πυρασφάλειας. ε) Τέλος, αν πράγματι ο εν λόγω τεχνικός ασφαλείας παρείχε στην ανωτέρω Τράπεζα προφορικές υποδείξεις ή συνέταξε πράγματι το ανωτέρω έγγραφο, όλα αυτά θα έπρεπε να καταχωρηθούν στον φάκελο τον οποίον υποχρεωτικά έπρεπε να τηρείται στην "....", για την εργοδότρια Τράπεζα, με την οποίαν είχε καταρτίσει την πιο πάνω σύμβαση (άρθρο 5 παρ. 9 του Π.Δ/τος 17/96).
Πλην όμως κανένα στοιχείο δεν εμφανίσθηκε και δεν καταχωρήθηκε. Για το θέμα αυτό μάλιστα ο μάρτυρας Επιθεωρητής Εργασίας Θ. Π. κατέθεσε χαρακτηριστικά στο παρόν Δικαστήριο, "..η ...., για κάθε επιχείρηση οφείλει να έχει φακέλους στους οποίους καταγράφονται όλες οι υποδείξεις γραπτές και προφορικές. Στον φάκελο του συγκεκριμένου καταστήματος δεν υπήρχαν υποδείξεις.
Δεν γνωρίζω γιατί δεν είχαν καταγραφεί στο φάκελο οι προφορικές υποδείξεις που έκανε ο Σ. στην Κ...". Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ανωτέρω τεχνικός ασφαλείας παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και να υλοποιήσει τούς ανωτέρω όρους της επίδικης σύμβασης λαμβανομένης υπόψη της επικινδυνότητας του ανωτέρω καταστήματος, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αφενός μεν λόγω της χωροταξικής του θέσεως και των επιθέσεων και βανδαλισμών που είχε δεχθεί αφετέρου δε, λόγω των προαναφερόμενων παραλείψεων.
Επίσης, παρέλειψε να ελέγχει σε τακτά χρονικά διαστήματα τις εγκαταστάσεις και την τήρηση των υποδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας στο κατάστημα, καθώς να επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας, ενημερώνοντας την Τράπεζα, για τυχόν υφισταμένους κινδύνους στους χώρους εργασίας. Η αμελής ως άνω συμπεριφορά του ανωτέρω τεχνικού ασφαλείας είχε ως αποτέλεσμα, να μην αποτραπεί ο κίνδυνος.
Έτσι, μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς στο κατάστημα ένεκα της έλλειψης μέτρων ασφαλείας, τα οποία θα επέτρεπαν την επιτυχή διαφυγή των υπαλλήλων από το φλεγόμενο κτίριο το οποίο δεν είχε έξοδο κινδύνου, ούτε σχέδιο διαφυγής, οι δε υπάλληλοι δεν είχαν εκπαιδευθεί σε θέματα ασφαλείας, πυροπροστασίας και αυτοπροστασίας, είχε ως αποτέλεσμα, τρεις (3) εκ των εργαζομένων στο κατάστημα, να μην καταφέρουν να απεγκλωβισθούν και να χάσουν την ζωή τους και είκοσι ένας (21) υπάλληλοι να τραυματισθούν στην προσπάθειά τους να εγκαταλείψουν το κτίριο.
Περαιτέρω, για την ως άνω πλημμελή συμπεριφορά του ως άνω τεχνικού ασφαλείας υπάρχει συντρέχουσα παράλληλη ευθύνη του δευτέρου κατηγορουμένου υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας (....), ο οποίος είχε καταρτίσει την πιο πάνω σύμβαση με την Τράπεζα. Ειδικότερα, για την ευθύνη του δευτέρου κατηγορουμένου πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Π.Δ/τος 95/1999 "Οι Υ.Π.Π. (Υπηρεσίες Προστασίας Πρόληψης) έχουν διεπιστημονικό χαρακτήρα και πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν υποχρεωτικά τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας και γιατρού εργασίας καθώς επίσης και να εξασφαλίζουν την αναγκαία υποστήριξη στους εργοδότες ούτως ώστε αυτοί να μπορούν να ανταποκρίνονται σε όλες τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων".
Επίσης, κατά το άρθρο 8 του Π.Δ/τος 95/1999 1. "Οι Ε.Ξ.Υ.Π.Π., επιπλέον των όρων της σύμβασης που έχουν υπογράψει με τις επιχειρήσεις, καθώς και οι Ε.Σ.Υ.Π.Π., έχουν τις υποχρεώσεις που περιγράφονται στο Νόμο 1568/85, στο Π.Δ/μα 17/96 και στις άλλες επιμέρους διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας". Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 6 του Π.Δ/τος 17/1996, "οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες που αναλαμβάνει με την σύμβαση η Ε.Ξ.Υ.Π.Π.
κατά κανένα τρόπο δεν μεταφέρονται στους εργαζομένους που απασχολεί". Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες που ανέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση την οποίαν υπέγραψε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της "....", βαρύνουν την εν λόγω εταιρεία και δεν δύναται να μεταφερθούν στο πρ (....) και εν προκειμένω στον ως άνω τεχνικό ασφαλείας.
Εξάλλου, η μετακύληση των ευθυνών εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "....", αναφορικά με την αμελή συμπεριφορά του τεχνικού ασφαλείας, αντιβαίνει όχι μόνον στις ανωτέρω διατάξεις, αλλά και στους όρους της ανωτέρω σύμβασης που ο ίδιος (δεύτερος κατηγορούμενος) κατήρτισε με την εργοδότρια Τράπεζα.
Ειδικότερα, στο άρθρο 9 της ανωτέρω σύμβασης, αναγράφεται ότι η "....", δηλώνει δια του παρόντος ότι γνωρίζει και αποδέχεται τυχόν ευθύνες που μπορεί να προκύψουν καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσης, είτε σε βάρος της, είτε σε βάρος των επιστημονικών υπευθύνων αυτής, είτε και σε βάρος της, είτε σε βάρος των επιστημονικών υπευθύνων αυτής, είτε και σε βάρος του προσωπικού της που θα διαθέσει στην "Εταιρεία", για την εκτέλεση των ως άνω υπηρεσιών και καθ' όλη την διάρκεια ισχύος της παρούσης, λόγω της φύσεως των από αυτήν παρεχομένων υπηρεσιών Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας, με βάση την ισχύουσα σήμερα νομοθεσία", (βλ.
άρθρο 9 της σύμβασης). Περαιτέρω, ενόψει όσων προεκτέθηκαν είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου που περιέχεται στο υποβληθέν σημείωμά του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξαν προφορικά οι συνήγοροι του, ότι δηλαδή με την ιδιότητά του ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας "....", οι υποχρεώσεις του σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση εξαντλούντο στο να ορίσει τον τεχνικό ασφαλείας, στην Τράπεζα, ο οποίος να διαθέτει τα εκ του νόμου απαιτούμενα προσόντα, και να προσδιορίσει τα προγράμματα επισκέψεών του στην ως άνω εγκατάσταση, καθώς και να παρέχει σε αυτόν κάθε επιστημονική και τεχνική υποστήριξη, για την υλοποίηση του έργου του και τέλος να ελέγχει μόνον την πιστή τήρηση του προγράμματος επισκέψεών του.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από την κατάθεση στο παρόν Δικαστήριο του Σ. Π., επιστημονικά υπεύθυνου κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανωτέρω εταιρείας (....), ο οποίος όπως κατέθεσε καθοδηγούσε και συμβούλευε τους τεχνικούς ασφαλείας και δεν είχε καθήκοντα ελεγκτικά, για το έργο του τεχνικού ασφαλείας.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι και ο έτερος ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου που πρότεινε απολογούμενος ότι ο τεχνικός ασφαλείας δρα "αυτοβούλως" και με πλήρη ανεξαρτησία και ότι για τον λόγο αυτό δεν μπορούσε να ασκήσει έλεγχο και εποπτεία στο έργο του είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4 εδ.
α του Νόμου 1568/1985, "ο τεχνικός ασφαλείας έχει, κατά την άσκηση του έργου του, ηθική ανεξαρτησία απέναντι στον εργοδότη και στους εργαζόμενους". Η εν λόγω διάταξη όμως κατοχυρώνει την "ηθική ανεξαρτησία", του τεχνικού ασφαλείας έναντι του εργοδότη, στον οποίον υποδεικνύει τα μέτρα ασφαλείας (δηλαδή έναντι της Τράπεζας εν προκειμένω) και όχι έναντι του εργοδότη του, όταν τις υπηρεσίες του τεχνικού ασφαλείας τις παρέχει νομικό πρόσωπο, (Ε.Ξ.Υ.Π., στην προκειμένη περίπτωση) και όχι φυσικό πρόσωπο.
Ενόψει όλων αυτών, ο δεύτερος κατηγορούμενος, από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο μέσος συνετός άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους παραπάνω νομικούς κανόνες τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς και την επαγγελματική εμπειρία του, δεν μερίμνησε για την ορθή εκτέλεση των όρων της ανωτέρω σύμβασης, ασκώντας τον έλεγχο και την εποπτεία στον τεχνικό ασφαλείας που είχε ορίσει στο εν λόγω κατάστημα, για το εάν επεσήμανε τις ελλείψεις και εάν υπέδειξε και επέβλεψε ο τελευταίος ως όφειλε την λήψη, την τήρηση και υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση επαγγελματικών κινδύνων, στο εν λόγω κατάστημα.
Έτσι, δεν πρόβλεψε και παρέλειψε να αποτρέψει το προκληθέν παραπάνω αποτέλεσμα των θανάτων και των σωματικών βλαβών των ανωτέρω υπαλλήλων. Και τούτο διότι εάν είχε εκτελεστεί ορθά η επίδικη σύμβαση και είχαν γίνει οι απαραίτητες υποδείξεις και συμβουλές για την άρση των επιδίκων παραλείψεων του εν λόγω καταστήματος, εκ μέρους του τεχνικού ασφαλείας, Π.
Σ., τον οποίον απασχολούσε και είχε τοποθετήσει στο παραπάνω κατάστημα της Τράπεζας η ως άνω εταιρεία (....), τότε η εργοδότρια Τράπεζα θα μπορούσε με μεγαλύτερη ευχέρεια να εντοπίσει τις παραλείψεις που προεκτέθηκαν και να τις αποκαταστήσει και έτσι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας να είχαν αποτραπεί τα ως άνω τραγικά αποτελέσματα.
Είχε δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ο δεύτερος κατηγορούμενος να ενεργήσει με επιμέλεια, η οποία απέρρεε: α) από την ανωτέρω από 31-12-2008 σύμβαση που είχε υπογράψει με την Τράπεζα, με την κατάρτιση της οποίας λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του είχε θέση εγγυητή της ασφάλειας του εννόμου αγαθού της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των υπαλλήλων, αναδεχόμενος εκουσίως την αποτροπή κινδύνων που απειλούσαν το άνω έννομο αγαθό (Α.Π. 1235/2015, Α.Π. 524/2015, Α.Π. 157/2013), β) από τις διατάξεις των άρθρων 6, 7 του Νόμου 1568/1985, άρθρου 2 παρ. 2, άρθρου 8 του Π.Δ/τος 95/99, άρθρου 5 παρ. 6, 8 του Π.Δ/τος 17/1996.
Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος εκούσια ανέλαβε την θέση του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της "....", επίσης λόγω της θέσης του αυτής εκουσίως ανέλαβε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την σύμβαση που υπέγραψε, το περιεχόμενο της οποίας γνώριζε και ανέλαβε να εκτελέσει (Α.Π. 940/2015, Α.Π. 321/2011, Α.Π. 1421/2009).
Έτσι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, της ως άνω εταιρείας (....), όπως ήδη προεκτέθηκε είχε υποχρέωση σε πλήρη ενημέρωση, εποπτεία και έλεγχο της ποιότητας και της αξιοπιστίας των υπηρεσιών που παρείχε η ως άνω εταιρεία (....), στην αντισυμβαλλομένη του "εργοδότη" Τράπεζα, μέσω των στελεχών της, (εν προκειμένω του ως άνω τεχνικού ασφαλείας), ως προς την έγκαιρη, αδιάλειπτη και αποτελεσματική υπόδειξη των αναγκαίων μέτρων και την επίβλεψη λήψεως και τήρησής τους.
Διέθετε δε ο δεύτερος κατηγορούμενος, με βάση το μορφωτικό και επαγγελματικό του επίπεδο, έχοντας συμμετοχή στην εταιρεία "....", από το έτος 2000, με πολυπληθές πελατολόγιο και στους χώρους των Τραπεζών την δυνατότητα να διαγνώσει αν η επίδικη σύμβαση για την οποίαν ήταν υπεύθυνος εκτελείται ορθά. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος, πρότεινε τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, για την θεμελίωση του οποίου επικαλείται ότι οι υποχρεώσεις του, που ανέλαβε σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, περιοριζόταν στην υλοποίηση της ανωτέρω σύμβασης, δηλαδή να ορίσει στο κατάστημα ιατρό εργασίας και τεχνικό ασφαλείας, να προσδιορίσει τα προγράμματα επισκέψεών τους, να παρέχει σε αυτούς κάθε επιστημονική και τεχνική υποστήριξη για την υλοποίηση του έργου τους, και να ελέγχει την τήρηση του προγράμματος επισκέψεών τους.
Επίσης, ότι ο ίδιος αδυνατούσε να διακριβώσει λόγω πλάνης την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του για την υπόδειξη κατάλληλων μέτρων ασφαλείας στο κατάστημα. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο δε διότι στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν επρόκειτο περί συγγνωστής πλάνης, καθόσον αν ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε καταβάλλει την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιβαλλομένη επιμέλεια και προσοχή, την οποίαν κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη και των υψηλών, όπως διαφάνηκαν κατά την απολογία του, πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων του (Α.Π. 1540/2013), θα μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του που απέρρεε από την ανωτέρω σύμβαση, με αποτέλεσμα η τυχόν πλάνη του να μην είναι συγγνωστή.
Εξάλλου, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει διακοπή της αιτιώδους συνάφειας, ως προς τις παραλείψεις του δευτέρου κατηγορουμένου, αφού η παρεμβαλλόμενη ως άνω δόλια συμπεριφορά των ατόμων που προέβησαν στην τοποθέτηση των εμπρηστικών μηχανισμών στην Τράπεζα, δεν καθιστά ανενεργή την συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου (Α.Π. 940/2015, Α.Π. 524/2015, Α.Π. 457/2015, Α.Π. 1269/2006, Α.Π. 831/2006, Α.Π. 1441/2002).
Και τούτο διότι το επίδικο κτίριο δεν ανατινάχθηκε από τους εμπρηστικούς μηχανισμούς, αλλά εκδηλώθηκε φωτιά και καπνός ο οποίος πύκνωσε σταδιακά. Οι εργαζόμενοι διατηρούσαν τις αισθήσεις τους και προσπαθούσαν να απεγκλωβισθούν από το κτίριο για τουλάχιστον δέκα με δεκαπέντε λεπτά της ώρας. Ο χρόνος αυτός ήταν επαρκής για την εκκένωση του κτιρίου, εάν σε αυτό υπήρχαν έξοδοι κινδύνου, οδοί διαφυγής, οι κατάλληλες σημάνσεις και οι εργαζόμενοι είχαν λάβει κατάλληλη εκπαίδευση σε θέματα πυρασφάλειας και εκκένωσης κτιρίων, γνωρίζοντας σε ποιες ενέργειες θα προβούν.
Επομένως, σχετικός αυτού ισχυρισμός περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συνεπώς, η εν λόγω συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου, η οποία συνιστά περίπτωση μη συνειδητής αμέλειας, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και άμεση αιτιότητα ως προς το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, το ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, αδιάφορα αν συνέβαλλαν σ' αυτό και άλλοι όροι (Α.Π. 457/2015, Α.Π. 50/2013, Α.Π. 1269/2006, Α.Π. 831/2006, Α.Π. 1441/2002).
Κατά συνέπεια, ο θάνατος των τριών και οι σωματικές βλάβες των παραπάνω αναφερομένων υπαλλήλων, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουμένων, οι παραλείψεις των οποίων αποτέλεσαν έναν εκ των παραγόντων που προκάλεσαν αιτιωδώς το παραπάνω αποτέλεσμα και οι οποίοι, λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, όπως ο μέσος συνετός άνθρωπος, υπό τις ίδιες συνθήκες και με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και την λογική, παρέλειψαν να λάβουν τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας, με συνέπεια, να προκληθεί ο θάνατος των τριών και οι σωματικές βλάβες των υπολοίπων υπαλλήλων, γεγονός που οι παραπάνω κατηγορούμενοι δεν πρόβλεψαν.
Είχαν δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, όπως εκτέθηκε παραπάνω, να αποτρέψουν αυτό το αποτέλεσμα λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, πρέπει, να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια τελεσθείσας δια παραλείψεως κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο τελεσθείσας δια παραλείψεως, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας".
Μετά ταύτα το Δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές, κήρυξε τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες Κ. Β. και Ε. Β., ενόχους, με την αναγνώριση, στα πρόσωπά τους, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π.Κ., κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "Α) Στην Αθήνα στις 5-5-2010 επέφεραν με παραλείψεις τους τον θάνατο άλλων, από συντρέχουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του.
Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων Κ. Β., με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της τράπεζας με την επωνυμία "... Α.Ε.", δηλαδή εργοδότης και ο δεύτερος κατηγορούμενος-αναιρεσείων Ε. Β., με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία είχε αναλάβει με την από 31-12-2008 σύμβαση παροχής υπηρεσιών τεχνικού ασφαλείας την παροχή υποδείξεων και συμβουλών για μέτρα σχετικά με την Εργασιακή Υγεία και Ασφάλεια των εργαζομένων της ως άνω τραπεζικής εταιρείας καθώς και την πρόληψη των ατυχημάτων στους χώρους εργασίας τους, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζουσα από τις ως άνω ιδιότητές τους, καθώς και από συγκεκριμένες διατάξεις να λαμβάνουν όλα τα μέτρα υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων στην επιχείρηση, δηλαδή στο υποκατάστημα που διατηρεί το ως άνω τραπεζικό ίδρυμα επί της οδού ..., προκειμένου να αποτραπεί κάθε κίνδυνος επαπειλών την ζωή και την σωματική ακεραιότητα αυτών, μεταξύ των οποίων (μέτρων) ήταν και τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 10 παράρτημα II 4.1.1, 4.2.1, άρθρα 7 και 8 του Π.Δ/τος 16/1996 "προδιαγραφές ασφαλείας εργασιακών χώρων" άρθρο 9 παρ. 1, 2 του Π.Δ/τος 17/1996 "μέτρα ασφαλείας-υγείας εργαζομένων", άρθρο 2 της 3015/30/6/09 απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών και άρθρο 1 παρ. 4 και 2 επόμενα της υπ' αριθμ. ...
Πυροσβεστικής Διάταξης σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2 και 15 του Π.Δ/τος 71/1998 "κανονισμός πυροπροστασίας κτιρίων", παρέβησαν τις πιο πάνω υποχρεώσεις τους με συνέπεια να προκαλέσουν από αμέλεια τον θάνατο τριών (3) εργαζομένων στο κατάστημα της οδού .... Ειδικότερα, δεν έλαβαν, ως όφειλαν και μπορούσαν, τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να τηρούνται για την πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων εργασίας, την ενημέρωση των εργαζομένων και την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας, την κατάρτιση σχεδίου διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής και άμεση εκκένωση του κτιρίου σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης, όπως είναι η πρόκληση πυρκαγιάς, καθώς και η πρόληψη εγκληματικών πράξεων σε βάρος του προσωπικού του καταστήματος και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν φρόντισε να διαθέτει εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας και να λάβει τα προβλεπόμενα στη μελέτη μέτρα αυτά, ούτε έλαβε τα απαιτούμενα εκ του νόμου (για τις αίθουσες συνάθροισης κοινού κατηγορίας Α της υπ' αριθμ. ...
Πυροσβεστικής Διάταξης) μέτρα πυρασφάλειας και ασφαλούς εκκένωσης χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς, ώστε στο κατάστημα επί της οδού ... να υπάρχουν δύο έξοδοι κινδύνου, που να οδηγούν σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο, να υπάρχουν οδοί διαφυγής των εργαζομένων οι οποίες να διατηρούνται ελεύθεροι, για την ασφαλή διαφυγή των εργαζομένων προς ασφαλή υπαίθριο χώρο, σε περίπτωση πυρκαγιάς, να υπάρχουν πυροσβεστικά ερμάρια με εύκαμπτο σωλήνα ύδατος και ακροφύσιο και ειδικότερα δεν φρόντισε να εγκαταστήσει θύρες-εξόδους κινδύνου, οι οποίες να βρίσκονται σε κατάλληλη θέση, έτσι ώστε η πορεία διαφυγής να είναι προφανής και πραγματοποιήσιμη, επιπλέον δε δεν κατήρτισε σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, με χάραξη-διευθέτηση οδών διάσωσης και εξόδων κινδύνου οι οποίες δεν πρέπει να κλειδώνονται, προκειμένου να μπορούν να ανοιχθούν εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειασθεί να τις χρησιμοποιήσει, το οποίο (σχέδιο) όφειλε να το αναρτήσει σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας, ούτε φρόντισε για την δημιουργία διόδων διαφυγής και τον εφοδιασμό του καταστήματος με πυροσβεστικά ερμάρια με εύκαμπτο σωλήνα ύδατος και ακροφύσιο, επιπλέον δε δεν μερίμνησε για την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρων και με πραγματοποίηση ασκήσεων τακτικά, για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης-διαφυγής με ορισμό εργαζομένων καθοδηγητών κατάλληλα επιμορφωμένων, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής οι εργαζόμενοι να μπορούν να διασωθούν, ενώ δεν φρόντισε να τοποθετηθούν στις θύρες του καταστήματος άθραυστα (αντιβανδαλικά) τζάμια και ρολά ασφαλείας και ο δεύτερος κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν φρόντισε για την παροχή υποδείξεων και συμβουλών σχετικά με την ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων στους χώρους εργασίας τους, ούτε επόπτευε την εκτέλεση ασκήσεων πυροπροστασίας, επιπλέον δε ο πρώτος κατηγορούμενος ενώ γνώριζε ότι κατά την ως άνω ημερομηνία είχε προγραμματισθεί γενική απεργία κα συγκέντρωση-πορεία στο κέντρο της Αθήνας και είχαν ληφθεί αυξημένα μέτρα δημοσίας ασφαλείας, ότι το συγκεκριμένο κατάστημα, είχε γίνει στόχος βανδαλισμών κατά το παρελθόν σε ανάλογες περιπτώσεις, επιπλέον δε γνώριζε ότι το κατάστημά δεν διέθετε τα προβλεπόμενα εκ της νομοθεσίας μέτρα ασφαλείας, ως άνω αναφέρονται, παρά ταύτα απαγόρευσε στους εργαζομένους να εγκαταλείψουν το κατάστημα, αν και οι ίδιοι το ζήτησαν και τους επέβαλλε να παραμείνουν εντός του καταστήματος, με αποτέλεσμα το οποίο από έλλειψη της προσοχής δεν πρόβλεψαν ως δυνατό, κατά την διάρκεια των επεισοδίων που επισυνέβησαν, εξ αφορμής της πορείας, άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου να θραύσουν την τζαμαρία του ισογείου του κτιρίου επί της οδού ..., όπου στεγάζεται το υποκατάστημα της τράπεζας "...
Α.Ε.". και να πυρπολήσουν το εσωτερικό του καταστήματος, να εκσφενδονίσουν εντός αυτού ενεργοποιημένους αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (βόμβες μολότοφ) με αποτέλεσμα να προκληθεί καπνός και ακολούθως πυρκαγιά, οι δε ευρισκόμενοι εντός του καταστήματος υπάλληλοι να εγκλωβισθούν εντός του καταστήματος, καθώς δεν υπήρχαν δίοδοι διαφυγής, ούτε έξοδοι κινδύνου, η δε μοναδική θύρα που ευρίσκετο πλησίον της κεντρικής θύρας ασφαλείας, και η οποία εξυπηρετούσε την είσοδο ατόμων με ειδικές ανάγκες και την μεταφορά εντός του καταστήματος ογκωδών αντικειμένων (εξοπλισμού, αναλωσίμων κ.λ.π.), δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική έξοδος κινδύνου, διότι η απελευθέρωσή της ήταν δυνατή μόνο με την ταυτόχρονη ώθησή της, επί της θύρας, μπάρας και ηλεκτρονική εντολή μέσω τηλεχειριστηρίου, το οποίο φυλασσόταν στο γραφείο της τρίτης κατηγορουμένης, και εν προκειμένω είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά επιπλέον δε όλοι οι εξώστες που βρίσκονταν στους ορόφους του καταστήματος, ήταν κλειδωμένοι και οι εκ των υπαλλήλων Π.
Α. του Ζ., διανύουσα τον 4ο μήνα της εγκυμοσύνης της, Ζ. Π. του Ε. και Τ. Ε. του Ι., να υποστούν δηλητηρίαση δια μονοξειδίου του άνθρακος, λόγω της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, που ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε τον θάνατό τους. Β) Οι ως άνω κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, όντες υπόχρεοι λόγω των ιδιοτήτων τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, επέφεραν με παραλείψεις τους, σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων, από συντρέχουσα αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του.
Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Β., με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της τράπεζας με την επωνυμία "... Α.Ε.", δηλαδή εργοδότης και ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Β., με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, με την επωνυμία "... Α.Ε." η οποία είχε αναλάβει με την από 31-12-2008 σύμβαση παροχής υπηρεσιών τεχνικού ασφαλείας την παροχή υποδείξεων και για μέτρα σχετικά με την Εργασιακή Υγεία και Ασφάλεια των εργαζομένων της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, καθώς και την πρόληψη των ατυχημάτων στους χώρους εργασίας τους, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζουσα από τις ως άνω ιδιότητές τους, καθώς και από συγκεκριμένες διατάξεις να λαμβάνουν όλα τα μέτρα υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων στην επιχείρηση, δηλαδή στο υποκατάστημα που διατηρεί το ως άνω τραπεζικό ίδρυμα επί της οδού ..., προκειμένου να αποτραπεί κάθε κίνδυνος επαπειλών την ζωή και την σωματική ακεραιότητα αυτών, μεταξύ των οποίων (μέτρων) ήταν και τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 10 παράρτημα II, αριθμ. 4.1.1.
και 4.2.1, άρθρα 7 και 8 του Π.Δ/τος 16/1996 "προδιαγραφές ασφαλείας εργασιακών χώρων" άρθρο 9 παρ. 1, 2 του Π.Δ/τος 17/1996 "μέτρα ασφαλείας-υγείας εργαζομένων" άρθρο 2 της 3015/30/6/09 απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών και άρθρο 1 παρ. 4 και 2 επόμενα της υπ' αριθμ. ... Πυροσβεστικής Διάταξης σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2 και 15 του Π.Δ/τος 71/1998 "κανονισμός πυροπροστασίας κτιρίων", παρέβησαν τις πιο πάνω υποχρεώσεις τους με συνέπεια να προκαλέσουν από αμέλεια τις σωματικές βλάβες των είκοσι ενός (21) εργαζομένων στο κατάστημα της οδού ....
Ειδικότερα δεν έλαβαν, ως όφειλαν και μπορούσαν, τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να τηρούνται για την πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων εργασίας, την ενημέρωση των εργαζομένων και την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας, την κατάρτιση σχεδίου διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής και άμεση εκκένωση του κτιρίου σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης, όπως είναι η πρόκληση πυρκαγιάς, καθώς και η πρόληψη εγκληματικών πράξεων σε βάρος του προσωπικού του καταστήματος και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος δεν φρόντισε να διαθέτει εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας και να λάβει τα προβλεπόμενα στην μελέτη μέτρα αυτά, ούτε έλαβε τα απαιτούμενα εκ του νόμου (για τις αίθουσες συνάθροισης κοινού κατηγορίας Α της υπ' αριθμ. ...
Πυροσβεστικής Διάταξης) μέτρα πυρασφάλειας και ασφαλούς εκκένωσης χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς, ώστε στο κατάστημα επί της οδού ... να υπάρχουν δύο έξοδοι κινδύνου, που να οδηγούν σε πυροπροστατευμένη όδευση διαφυγής ή κατευθείαν σε ασφαλή υπαίθριο χώρο, να υπάρχουν οδοί διαφυγής των εργαζομένων οι οποίες να διατηρούνται ελεύθεροι, για την ασφαλή διαφυγή των εργαζομένων προς ασφαλή υπαίθριο χώρο, σε περίπτωση πυρκαγιάς, να υπάρχουν πυροσβεστικά ερμάρια με εύκαμπτο σωλήνα ύδατος και ακροφύσιο και ειδικότερα δεν φρόντισε να εγκαταστήσει θύρες-εξόδους κινδύνου, οι οποίες να βρίσκονται σε κατάλληλη θέση, έτσι ώστε η πορεία διαφυγής να είναι προφανής και πραγματοποιήσιμη, επιπλέον δε δεν κατήρτισε σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, με χάραξη-διευθέτηση οδών διάσωσης και εξόδων κινδύνου οι οποίες δεν πρέπει να κλειδώνονται, προκειμένου να μπορούν να ανοιχτούν εύκολα και άμεσα από κάθε πρόσωπο που θα χρειασθεί να τις χρησιμοποιήσει, το οποίο (σχέδιο) όφειλε να το αναρτήσει σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας, ούτε φρόντισε για την δημιουργία διόδων διαφυγής και τον εφοδιασμό του καταστήματος με πυροσβεστικά ερμάρια με εύκαμπτο σωλήνα ύδατος και ακροφύσιο, επιπλέον δε δεν μερίμνησε για την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρων και με πραγματοποίηση ασκήσεων τακτικά, για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης-διαφυγής με ορισμό εργαζομένων καθοδηγητών κατάλληλα επιμορφωμένων, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής οι εργαζόμενοι να μπορούν να διασωθούν, ενώ δεν φρόντισε να τοποθετηθούν στις θύρες του καταστήματος άθραυστα (αντιβανδαλικά) τζάμια και ρολά ασφαλείας και ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν φρόντισε για την παροχή υποδείξεων και συμβουλών σχετικά με την ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων στους χώρους εργασίας τους, ούτε επόπτευε την εκτέλεση ασκήσεων πυροπροστασίας, επιπλέον δε ο πρώτος κατηγορούμενος ενώ γνώριζε ότι κατά την ως άνω ημερομηνία είχε προγραμματιστεί γενική απεργία και συγκέντρωση-πορεία στο κέντρο της Αθήνας και είχαν ληφθεί αυξημένα μέτρα δημοσίας ασφαλείας, ότι το συγκεκριμένο κατάστημα, είχε γίνει στόχος βανδαλισμών κατά το παρελθόν σε ανάλογες περιπτώσεις, επιπλέον δε γνώριζε ότι το κατάστημα δεν διέθετε τα προβλεπόμενα εκ της νομοθεσίας μέτρα ασφαλείας, ως άνω αναφέρονται, παρά ταύτα απαγόρευσε στους εργαζομένους να εγκαταλείψουν το κατάστημα αν και οι ίδιοι το ζήτησαν και τους επέβαλλε να παραμείνουν εντός του καταστήματος, με αποτέλεσμα το οποίο από έλλειψη της προσοχής δεν πρόβλεψαν ως δυνατό, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων που επισυνέβησαν, εξ αφορμής της πορείας, άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου να θραύσουν την τζαμαρία του ισογείου του κτιρίου επί της οδού ..., όπου στεγάζεται το υποκατάστημα της τράπεζας "...
Α.Ε." και να πυρπολήσουν το εσωτερικό του καταστήματος, να εκσφενδονίσουν εντός αυτού ενεργοποιημένους αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (βόμβες μολότοφ) με αποτέλεσμα να προκληθεί καπνός και ακολούθως πυρκαγιά, οι δε ευρισκόμενοι εντός του καταστήματος υπάλληλοι να εγκλωβισθούν εντός του καταστήματος, καθώς δεν υπήρχαν δίοδοι διαφυγής, ούτε έξοδοι κινδύνου, η δε μοναδική θύρα που ευρίσκετο πλησίον της κεντρικής θύρας ασφαλείας και η οποία εξυπηρετούσε την είσοδο ατόμων με ειδικές ανάγκες και την μεταφορά εντός του καταστήματος ογκωδών αντικειμένων (εξοπλισμού, αναλωσίμων κ.λ.π.), δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική έξοδος κινδύνου διότι η απελευθέρωσή της ήταν δυνατή μόνο με την ταυτόχρονη ώθησή της, επί της θύρας, μπάρας και ηλεκτρονική εντολή μέσω τηλεχειριστηρίου, το οποίο φυλασσόταν στο γραφείο της τρίτης κατηγορουμένης, και εν προκειμένω είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά, επιπλέον δε όλοι οι εξώστες που βρίσκονταν στους ορόφους του καταστήματος, ήταν κλειδωμένοι και οι είκοσι ένας (21) από τους είκοσι επτά (27) υπαλλήλους του καταστήματος να υποστούν ένεκα της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων αλλά και της υπερπροσπάθειάς τους να εκκενώσουν το κτίριο μέσω εξωστών, χρησιμοποιώντας τα διακοσμητικά πρεβάζια του κτιρίου, σωματικές βλάβες και ειδικότερα να υποστούν:
Ο Γ. Γ. του Κ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, καθώς και κάκωση δεξιού ημιθωρακίου και μικρού πνευμονοθώρακα σύστοιχα και κάκωση πλευρών δεξιά, προκληθεισών εκ της πτώσης του από τον εξώστη του κτιρίου στην παρακείμενη οροφή από πλαστικό του όμορου κτιρίου, η οποία έσπασε, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο δάπεδο του χώρου αυτού, ο Μ.
Η. του Δ., αναπνευστικά προβλήματα και ακολούθως λοίμωξη του αναπνευστικού εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, η Φ. Ε. του Π., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και ψυχικό στρες, η Μ. Μ. του Π., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, καρδιολογικά προβλήματα και ψυχικό στρες, ο Π.
Σ. του Θ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, ήπιο ισχαιμικό επεισόδιο, τραύματα και εκδορές σε όλο του το σώμα προκληθεισών εκ της πτώσης του στον εξώστη διπλανού κτιρίου και ψυχικό στρες, η Κ. Μ. του Ι., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και σοβαρές ψυχικές διαταραχές, η Π.
Α. του Η. αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, ο Μ. Ε. του Σ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, η Ι. Α. του Δ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκδορές και μώλωπες σε όλο το σώμα και ψυχικό στρες, η Ζ. Α. του Ε., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκδορές στην πλάτη και ψυχολογικό σοκ, η Μ.
Κ. του Σ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, η Λ. Χ. του Σ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, εκδορές και μώλωπες σε όλο το σώμα, κάκωση δεξιού ώμου και μετατραυματικό στρες, η Α. Ε. του Σ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων καθώς και εκδορές και μώλωπες στα χέρια και στα πόδια, η Τ.
Α. του Σ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και διάστρεμμα δεξιού ποδός, ο Λ. Ε. του Σ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και ψυχολογικό σοκ, η Χ. Α. του Α., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, μυοκαρδιοπάθεια και ψυχικό στρες, υψηλή πίεση, λόγω των οποίων νοσηλεύθηκε στην μονάδα ειδικής θεραπείας του νοσοκομείου "Υγεία" για 5 ημέρες, ο Κ.
Δ. του Κ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και ψυχικό στρες, ο Σ. Γ. του Μ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων, η Β.1 Π. του Κ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού κα τοξικών αερίων και μετατραυματική κατάθλιψη, ο Ν. Α. του Γ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και η Π.
Φ. του Κ., αναπνευστικά προβλήματα εκ της εισπνοής καπνού και τοξικών αερίων και μώλωπες στα πόδια". Με αυτά που, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που αναγνώσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, πρακτικά και απόφαση της αναβλητικής δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και που αναφέρονται (όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω στα πρακτικά), απολογίες των κατηγορουμένων και όλη η αποδεικτική διαδικασία), καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 79, 84 παρ. 2 περ.
α', 94, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1, 315 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ., 32, 18, 19, 6, 7 του Νόμου 1568/1985, 10 Παράρτημα
ΙΙ, 4.1.1., 4.2.1., 4.2.4., 4.2.6., 4.2.7. του Π.Δ/τος 16/1996, 1, 2, 4, 5 παρ. 6, 9, 7 παρ. 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8 παρ. 1, 9 παρ. 1, 2, 3 εδ. α', γ' του Π.Δ/τος 17/1996, 1, 2, 4, 5, 6, 7, 12, 13 και 14 της 3/1981 Πυροσβεστικής Διάταξης, όπως ίσχυε την 5-5-2010, 2 παρ. 1 εδ. ε' της 3015/30/6/2009 (Φ.Ε.Κ. 536/23-3-2009) απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, άρθρου 3 της 3046/304 της 30.1/3.2. 1989 (Φ.Ε.Κ. Δ59), 2 παρ. 2, 8 του Π.Δ/τος 95/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, με κάθε λεπτομέρεια περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά εκάστου αναιρεσείοντος, το εξ αυτής επελθόν αποτέλεσμα, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς και επελθόντος αποτελέσματος, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, όπως παρεμποδίσουν την επέλευση τούτου, καθώς και το είδος της αμέλειας των τελευταίων, που είναι η μη συνειδητή, ήτοι η μη πρόβλεψη του αποτελέσματος που επήλθε.
Ειδικότερα: Α) Παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Αιτιολογείται επαρκώς αφενός μεν η αμελής συμπεριφορά, που οι εν λόγω κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της τράπεζας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", δηλαδή εργοδότη, ο πρώτος και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε.", ο δεύτερος, επέδειξαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων-αρμοδιοτήτων που τους είχαν ανατεθεί, συνισταμένη, ως αναλυτικά εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση, στο ότι δεν μερίμνησαν και δεν φρόντισαν ώστε το επί της οδού ... υποκατάστημα της ως άνω Τράπεζας και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων Κ.
Β.: 1) να διαθέτει μελέτη πυροπροστασίας, λαμβάνοντας τα προβλεπόμενα εξ αυτής μέτρα, 2) να λάβει τα απαιτούμενα εκ του νόμου μέτρα πυρασφάλειας και ασφαλούς εκκένωσης χώρων σε περίπτωση πυρκαγιάς, 3) να υπάρχουν δύο έξοδοι κινδύνου καθώς και ελεύθερες οδοί διαφυγής των εργαζομένων, 4) να υπάρχουν πυροσβεστικά ερμάρια με εύκαμπτο σωλήνα ύδατος και ακροφύσιο και κυρίως στο ότι δεν φρόντισαν να εγκαταστήσουν σε κατάλληλη θέση θύρες-εξόδους κινδύνου, 5) να μεριμνήσει για την κατάρτιση σχεδίου διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, 6) να μεριμνήσει για την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης χώρων καθώς και για την πραγματοποίηση τακτικών ασκήσεων για δοκιμή του σχεδίου διάσωσης και διαφυγής, 7) για την τοποθέτηση στους εξωτερικούς χώρους του καταστήματος άθραυστων υαλοπινάκων ή ρολών από ειδικό συμπαγές υλικό για την θωράκιση αυτού (καταστήματος) και 8) παρά το γεγονός ότι γνώριζε για την πορεία που θα πραγματοποιείτο έμπροσθεν του καταστήματος, της επικινδυνότητας που παρουσίαζε αυτό λόγω της χωροταξικής του θέσεως και των πολλαπλών επιθέσεων που δέχθηκε κατά τις προηγούμενες πορείες ατόμων του αντιεξουσιαστικού χώρου, δεν μερίμνησε για την μη λειτουργία του καταστήματος, κατά την ημέρα των επεισοδίων, ούτε για την αποχώρηση των υπαλλήλων πριν την λήξη του ωραρίου τους, παρά τις έγκαιρες υποδείξεις που έλαβαν χώρα.
Αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Ε. Β.: Εκτίθεται ότι η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία την οποίαν αυτός εκπροσωπούσε υπό την προαναφερομένη ιδιότητά του, κατάρτισε με την Τράπεζα, στις 31-12-2008 έγγραφη συμφωνία, με βάση την οποίαν αυτή είχε αναλάβει την υποχρέωση 1) να παρέχει προφορικώς και εγγράφως στους εργαζομένους της Τράπεζας υποδείξεις και συμβουλές σχετικά με την εργασιακή υγεία και ασφάλειά τους, 2) να ενημερώνει τους νομίμους εκπροσώπους της Τράπεζας για τυχόν υφισταμένους κινδύνους στους χώρους εργασίας των εργαζομένων και 3) να ελέγχει, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τις εγκαταστάσεις, τα μέσα και τα μέτρα ασφαλείας, υγείας και προστασίας των εργαζομένων.
Αιτιολογείται επαρκώς ότι ενώ ο Ε. Β. επισκέφθηκε το εν λόγω υποκατάστημα στις 25-5-2009, 25-6-2009, 28-9-2009, 29-9-2009, 9-10-2009, 26-10-2009, 1-12-2009 και 22-3-2010, δεν επεσήμανε ούτε προφορικώς ούτε εγγράφως τους αρμοδίους της Τράπεζας για τις παραλείψεις που αφορούσαν α) την έλλειψη εξόδου κινδύνου, β) την έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας, γ) την έλλειψη σχεδίου εκκένωσης και διαφυγής των εργαζομένων σε περίπτωση πυρκαγιάς και δ) την έλλειψη ερμαρίου πυρασφάλειας ή του εύκαμπτου σωλήνα ύδρευσης με ακροφύσιο.
Επίσης αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη του αιτιώδους σύνδεσμος μεταξύ του συνόλου των ανωτέρω παραλείψεων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι αν τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας είχαν ληφθεί, οι εργαζόμενοι θα είχαν την δυνατότητα να απεγκλωβισθούν από το φλεγόμενο υποκατάστημα της τράπεζας και θα είχε αποφευχθεί, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις, ο θάνατος και ο τραυματισμός των εξ αυτών παθόντων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από ενέργεια ατόμων του αντιεξουσιαστικού χώρου, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν αποτελεί γεγονός απρόβλεπτο και ασυνήθιστο, που να διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο, ως αναφερομένη ρητά υπό στοιχείο 10.4 στο αναγνωσθέν εγχειρίδιο ασφαλείας προσωπικού-πελατείας και περιουσίας της ..., ενώ τέλος αναφέρονται και οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου από τους οποίους απέρρεε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων προς λήψη των ως άνω απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας.
Ωσαύτως, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, σαφώς προκύπτει η ποινική ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, είχε την προαναφερομένη ιδιότητα στην εν λόγω Τράπεζα, καθώς και η ιδία ευθύνη του δευτέρου εξ αυτών η οποία πήγαζε από την από 31-12-2008 σύμβαση παροχής υπηρεσιών τεχνικού ασφαλείας, της παροχής υποδείξεων και συμβουλών για μέτρα σχετικά με την εργασιακή υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων που καταρτίσθηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της Τράπεζας και αυτών της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α.Ε.", της οποίας ο τελευταίος κατά το αυτό χρονικό διάστημα, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. β) Όλοι οι προταθέντες από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρισμοί περί του ότι δεν τους είχαν ανατεθεί τα ανωτέρω καθήκοντα-αρμοδιότητες, τα οποία, κατά τις αναφερόμενες από αυτούς διακρίσεις, βάρυναν άλλους, τους οποίους και κατονομάζουν και όχι τους ιδίους, ήταν αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και όχι αυτοτελείς, δεδομένου ότι η κατάδειξη της βασιμότητάς τους οδηγεί στην αθώωση των κατηγορουμένων και όχι στην εξάλειψη του αξιοποίνου των αποδιδομένων σ' αυτούς πράξεων και επομένως η απόρριψή τους δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας.
Συνεπώς οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., σχετικοί λόγοι αναιρέσεων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Οι δε λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες και συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεων, στο σύνολό τους, ως αβάσιμες στην ουσία τους και καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), καθώς και ο καθένας τους σε ολόκληρο στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις επιδοθείσες την 16-3-2018 και την 19-3-2018 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπ' αριθμ. πρωτ: .../16-3-2018 και .../19-3-2018 από 16-3-2018 και 19-3-2018 αιτήσεις (ορθώς δηλώσεις) των: 1) Κ. Β. του Ι. και της Π., κατοίκου ...) και 2) Ε. Β. του Γ. και Κ., κατοίκου ... (οδός ...), αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7196/2017-7816α/2017-3806/2017-3898/2017-4357α/2017-1/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον καθένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και εις ολόκληρο τον καθένα εξ αυτών στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ