Legislator Case Law & Legislation
2041/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property damage compensation claims.

Case Number 2041/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by two women against a final judgment from the Ioannina Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in admitting evidence and assigning it undue weight regarding property defects. The court ruled that the appellate court correctly evaluated the evidence and that the appellants' complaints constituted inadmissible or unfounded grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that the appellate court gave undue weight to evidence or admitted inadmissible documents is inadmissible if the lower court properly considered the evidence or if the document was lawfully submitted for the first time.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence weight property damage appellate review civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 166 and 369 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Law 4055/2012
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2041 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2041/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1.Α. Π. του Χ. και 2Δ. Α. του Θ., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Βουκελάτο και Αναστασία Γιογλή.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα 2.Κ. Ι. του Χ. και 3Ε. Ι. του Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Γερασίμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2010 μη οριστική, 25/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 122/2012 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12 Ιουλίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 122/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που έκανε δεκτές τις από 15-4-2011 και 2-6-2011 εφέσεις των διαδίκων, κατά των υπ' αριθ. 3/2010 προδικαστικής και 25/2011 οριστικής αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την δεύτερη των οποίων είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η από 9-12-2008 αγωγή των εκκαλουσών, με αίτημα την επιδίκαση σ' αυτές αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεων των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του παραδοθέντος σ' αυτές διαμερίσματος που θα ελάμβαναν ως αντιπαροχή βάσει της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης έργου, την καταπεσούσα ποινική ρήτρα, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής εκ μέρους των εναγομένων αναιρεσίβλητων και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας των τελευταίων, ακολούθως δε αφού κράτησε την αγωγή και ερεύνησε αυτή κατ' ουσίαν απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλους τους εναγόμενους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Kατά τα άρθρα 166 και 369 του ΑΚ, συμβάσεις, καθώς και προσύμφωνα που έχουν ως αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, σε περίπτωση δε που δεν ήθελε καταρτισθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δικαιοπραξία είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 158, 159 παρ. 1 και 180 του ΑΚ.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 164 ΑΚ, ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της, ώστε στην περίπτωση μη τήρησής του η τροποποίησης να είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, ως τροποποιήσεις όμως της τυπικής δικαιοπραξίας δεν νοούνται παρεπόμενες ή πρόσθετες συμβάσεις ή δικαιοπραξίες που έχουν αυτοτελή νομική ύπαρξη και καταρτίζονται είτε προ της κύριας σύμβασης, είτε μετ' αυτήν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από της περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε, η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Και ναι μεν για την σύμβαση μισθώσεως έργου, δεν απαιτείται να τηρηθεί ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά αυτή μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως, η συμφωνία όμως μεταξύ του οικοπεδούχου και του εργολάβου να κατασκευάσει επί του οικοπέδου του οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα, διαμερίσματα), με το σύστημα της αντιπαροχής, κατά το οποίο θέση τιμήματος ή ανταλλάγματος για τα ποσοστά πάνω στο οικόπεδο τα οποία παραχωρούνται στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα υποδείξει, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, τόσον για την οριστική σύμβαση, όσον και για το προσύμφωνο, αφού πρόκειται για μετάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο.

Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο εργοδότης - οικοπεδούχος προβαίνει σε συμφωνία μετά του εργολάβου για την τροποποίηση της κατασκευής των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων της οριζόντιας ιδιοκτησίας που συμφωνήθηκε να λάβει, δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι αφορά έργο που ο εργολάβος ανέλαβε να εκτελέσει, χωρίς να μεταβάλλονται τα εμπράγματα δικαιώματα που συμφωνήθηκαν τόσον με το οριστικό συμβόλαιο, όσον και το προσύμφωνο που υποβλήθηκαν στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Συνεπώς, η, εκτός του συμβολαιογραφικού εργολαβικού προσυμφώνου, υπόσχεση κατασκευής από τον εργολάβο, μετά από συμφωνία με τον οικοπεδούχο διαφοροποιημένου του χώρου (οριζόντιας ιδιοκτησίας) που δικαιούται να λάβει, είναι καθαρή σύμβαση έργου, που έχει ως αντικείμενο παροχής ορισμένου αποτελέσματος, συγκείμενου από υλικά και εργασία, και όχι εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο και επομένως δεν απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 15 και 17 του ν. 1337/1983, 22 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), 4 του α.ν. 410/1908, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε ως το άρθρο 2 του ν. 651/1977 και 3 του ίδιου ως άνω νόμου 651/1977, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι κάθε εργασία δομήσεως που επιτρέπεται να γίνει υπό τις ισχύουσες διατάξεις εντός οιουδήποτε οικισμού ή εκτός αυτού, πρέπει να μην εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής, ότι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται άνευ αδείας της αρμόδιας Αρχής θεωρείται αυθαίρετη, ότι ο χαρακτηρισμός κατασκευής τινός ως αυθαίρετης, η επιβολή προστίμου και η κατεδάφιση αυτής γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου της κατά τόπον αρμοδίας Πολεοδομικής Αρχής και ότι πλέον τούτων, ήτοι της επιβολής προστίμου και της κατεδαφίσεως της αυθαίρετης κατασκευής, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις εις βάρος του ιδιοκτήτη και του εργολάβου οικοδομών που ανέλαβε την εκτέλεση της αυθαιρέτου κατασκευής.

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται, ότι σύμβαση έργου με αντικείμενο την κατασκευή οικοδομής, για την οποία, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως, δεν υπάρχει η κατά νόμο απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, η έκδοση όμως της άδειας αυτής είναι δυνατή, έστω και εκ των υστέρων, τηρουμένων των νομίμων διατυπώσεων, είναι έγκυρη.

Διότι ο νόμος, αν και προβλέπει αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αποδοκιμάζει και συνεπώς δεν απαγορεύει τη σύμβαση, ώστε να επέρχεται ακυρότητα αυτής σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, ενώ απαγορεύει μεν την παροχή, ήτοι την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, όχι όμως καθεαυτή, αλλά μόνον αν δεν πληρούται ορισμένη διατύπωση, δηλαδή μόνον αν δεν έχει χορηγηθεί η σχετική οικοδομική άδεια.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 365 ΑΚ και οι διατάξεις των άρθρων 362-364 ΑΚ, στις οποίες αυτή παραπέμπει. Αιρομένης δε της απαγορεύσεως με την εκ των υστέρων έκδοση της σχετικής άδειας, γεννάται υποχρέωση για την επιτρεπόμενη πλέον από το νόμο παροχή, για την εκπλήρωση της οποίας ο οφειλέτης ευθύνεται κανονικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 επ.

ΑΚ (ΑΠ 1033/2009). Περαιτέρω, από τα άρθρα 298, 330, 681, 688 και 690 ΑΚ προκύπτει ότι αν το έργο που εκτελέσθηκε έχει ελαττώματα ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, αντί για υπαναχώρηση ή μείωση της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι εν λόγω ελλείψεις οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια αυτού.

Η ύπαρξη ελαττωμάτων και η έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων κρίνεται αφενός με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης που περιγράφει το αντικείμενο του έργου και απεικονίζει τα ηθελημένα από τα μέρη και αφετέρου με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που προσδιορίζουν τις συνηθισμένες ιδιότητες του έργου.

Η φύση και η μορφή του έργου προσδιορίζεται από τη σύμβαση των μερών, η οποία μπορεί με βάση μεταγενέστερη συμφωνία των μερών να τροποποιηθεί, κατά το άρθρο 361 ΑΚ. Την υπαιτιότητα του εργολάβου δεν υποχρεούται να την αποδείξει ο ενάγων εργοδότης αλλά ο εργολάβος απαλλάσσεται, αν αποδείξει ότι οι ελλείψεις δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1779/2005, ΑΠ 930/2004).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.

Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Ο δανειστής μπορεί, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 407 ΑΚ, που είναι ενδοτικού δικαίου, να ζητήσει σωρευτικώς με την ποινή και τη ζημία που αποδεικνύει ότι υπέστη - όταν η τελευταία καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτρα - μόνον αν παρέχεται σ` αυτόν τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της συμβάσεως (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά, με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.

Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, ενώ ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλαδή παντελής παράλειψη, ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, δεν δημιουργεί το λόγο αυτό αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 122/2012 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Σε εκτέλεση συμβάσεων μεταξύ αφενός μεν των εναγουσών (ήδη αναιρεσειουσών), επικαρπώτρια η πρώτη και ψιλή κυρία η δεύτερη, του αδελφού της πρώτης Ν.

Χ. Π., της Γ. Σ. Π. και της Α. Η. Μ., ως οικοπεδούχων και αφετέρου της πρώτης εναγομένης, ως εργολάβου, με ομόρρυθμα μέλη τους δύο άλλους εναγόμενους (ήδη αναιρεσίβλητους), η πρώτη εναγομένη ανήγειρε, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή από τέσσερις πάνω από το ισόγειο ορόφους, σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας των οικοπεδούχων στη συμβολή των οδών ...

και ... της …Από την οικοδομή αυτή, σύμφωνα με τις παραπάνω συμβάσεις, περιήλθαν στις Γ. Π. και Α. Μ. που προαναφέρθηκαν, τα Α-1 και Α-2 αντίστοιχα, διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, στις ενάγουσες το Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, κατ' επικαρπία στην πρώτη και ψιλή κυριότητα στη δεύτερη, στον ανωτέρω Ν. Π. το Β-2 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και στην πρώτη εναγομένη όλες οι άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι το Α-3 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, τα Β-3 και Β-4 διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου, τα Γ-1, Γ-2, Γ-3 και Γ-4 διαμερίσματα του τρίτου ορόφου και τα Δ-1, Δ-2 και Δ-3 διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου.

Το Δ-1 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου είχε πουλήσει η πρώτη εναγομένη, πριν την κατασκευή του, στο Ν. Ρ. που, σύμφωνα με τα παραπάνω, βεβαιώνει ένορκα. Κατά τα οικεία συμβόλαια, το εμβαδόν του ανωτέρω διαμερίσματος των εναγουσών είναι 65 τ.μ., ενώ, κατά τις μετρήσεις βάσει των αρχιτεκτονικών του κατόψεων και ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω, το εμβαδόν του ποικίλλει από 63,70 έως και 64,40 τετραγωνικά μέτρα.

Σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια ανέγερσης της οικοδομής και τις οικείες μελέτες, ο τοίχος της δυτικής εξωτερικής πλευράς της οικοδομής αυτής είχε σ' όλους τους ορόφους σχήμα τεθλασμένης γραμμής, πλην, όμως, κατά την κατασκευή, ευθυγραμμίστηκε και, μετά την ολοκλήρωσή της, αποτελεί σ' όλους πλέον τους ορόφους ευθεία γραμμή, με συνέπεια το διαμέρισμα των εναγουσών, όπως και όλα τα αντίστοιχα διαμερίσματα των άλλων ορόφων, αλλά και ολόκληρη η οικοδομή, από παράγωνα, να τετραγωνιστούν και να καταστούν έτσι περισσότερο λειτουργικά.

Η διαφορετική αυτή, ως προς τα σχέδια, κατασκευή, λόγω της φύσης της, του ότι δηλαδή εκτεινόταν και αφορούσε όλους τους ορόφους και γενικά όλη την οικοδομή, άρχισε αμέσως μετά την έναρξη των εργασιών ανέγερσής της. Για την τροποποίηση αυτή των σχεδίων, κατά την υλοποίησή τους, οι εναγόμενοι ενημέρωσαν, πριν την έναρξη των εργασιών, τις ενάγουσες, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αλλά και τους άλλους οικοπεδούχους, όπως και τον παραπάνω αγοραστή του Δ-1 διαμερίσματος, οι οποίοι, ως επωφελή για όλους και κυρίως για τα διαμερίσματά τους που προαναφέρθηκαν, αποδέχτηκαν την εν λόγω τροποποίηση και συμφώνησαν σ' αυτήν.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις μελέτες και τα σχέδια που προαναφέρθηκαν, η νότια όψη του διαμερίσματος των εναγουσών, όπως και των αντίστοιχων διαμερισμάτων των τρίτου και τετάρτου ορόφων, αποτελούνταν από εξωτερικό τοίχο μήκους 3,50 μέτρων και στη συνέχεια, από νότια προς τα δυτικά, από βεράντα μήκους 3,00 μέτρων.

Η έκταση που περίκλειε ο ανωτέρω εξωτερικό τοίχος αποτελούσε, φυσικά, κύριο χώρο του διαμερίσματος. Κατά την ανέγερση της οικοδομής, οι εναγόμενοι τροποποίησαν και στο σημείο αυτό για όλους τους ορόφους, τα παραπάνω σχέδια. Συγκεκριμένα, κατασκεύασαν τον ανωτέρω εξωτερικό τοίχο σε απόσταση 2,20 μέτρων προς το εσωτερικό, από το σημείο που προβλεπόταν η κατασκευή του και την έκταση που ελευθερώθηκε την ενοποίησαν με την υπόλοιπη έκταση της βεράντας που προαναφέρθηκε και έτσι στη νότια πλευρά του διαμερίσματος κατασκεύασαν ενιαία, σ' όλη δηλαδή την έκτασή της, βεράντα μήκους έξι (6) και πλάτους 2,20 μέτρων.

Τούτο, φυσικά, είχε ως συνέπεια να μειωθεί το εμβαδόν του κυρίως χώρου του διαμερίσματος κατά την έκταση που περίκλειε ο ανωτέρω τοίχος. Η μείωση αυτή ανέρχεται, κατ' ανώτατο όριο, σύμφωνα με τις παραδοχές των εναγουσών σε 10 τ.μ., ενώ, σύμφωνα με τις τεχνικές εκθέσεις που προαναφέρθηκαν, ποικίλλει από 6,5 περίπου τ.μ.

μέχρι και 9,12 περίπου τ.μ., ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης και, συγκεκριμένα, αν περιλαμβάνεται στη μέτρηση και το πάχος των εξωτερικών τοίχων. Κατά το αντίστοιχο, όμως, μέρος αυξήθηκε το εμβαδόν της ανωτέρω βεράντας και έτσι με την τροποποίηση αυτή ουσιαστικά δεν μειώθηκε η έκταση της ιδιοκτησίας των εναγουσών, αφού εκείνο που συνέβη είναι ένα μέρος της έκτασης αυτής και, συγκεκριμένα, εκείνο που προαναφέρθηκε, μετατράπηκε από χώρος κύριας χρήσης, από τμήμα δηλαδή του διαμερίσματος, σε τμήμα της βεράντας του.

Σύμφωνα με τα σχέδια, επειδή δεν υπήρχε βεράντα, στον παραπάνω εξωτερικό τοίχο, προβλεπόταν η κατασκευή σ' αυτόν μόνο παραθύρου. Μετά την τροποποίηση, κατασκευάστηκε στον εν λόγω τοίχο μπαλκονόπορτα, αφού, λόγω της βεράντας που προέκυψε, τούτο κατέστη πλέον δυνατόν. Άλλωστε, αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έλαβε χώρα η παραπάνω τροποποίηση, να αποκτήσουν δηλαδή τα διαμερίσματα μεγαλύτερη βεράντα προς την ανωτέρω πλευρά.

Η τροποποίηση αυτή είχε σαν συνέπεια να επιβαρυνθούν οι εναγόμενοι με μεγαλύτερο κόστος κατασκευής, αφού και τον τοίχο κατασκεύασαν, αλλά και την μπαλκονόπορτα δημιούργησαν σ' αυτόν. Η τροποποίηση αυτή των παραπάνω αρχικών σχεδίων έγινε, πριν την έναρξη των εργασιών κατασκευής της τοιχοποιίας του διαμερίσματος των εναγουσών και των εναγομένων, όπως και των λοιπών προσώπων που προαναφέρθηκαν.

Επίσης, μετά από όμοια συμφωνία των διαδίκων, άλλαξε ριζικά και στο σύνολό της η εσωτερική διαρρύθμιση των χώρων του διαμερίσματος των εναγουσών που προβλεπόταν από τα αρχικά σχέδια και τις μελέτες. Έτσι, το υπνοδωμάτιο μεταφέρθηκε από το νοτιοανατολικό στο βορειοδυτικό άκρο του διαμερίσματος, κάτι που του εξασφάλισε μεγαλύτερη ησυχία.

Το λουτρό, που προβλεπόταν δίπλα από την αρχική θέση του υπνοδωματίου και προς τα βόρεια αυτού, μεταφέρθηκε, δίπλα πάλι από τη νέα θέση του υπνοδωματίου προς τα νότιά του και απέκτησε παράθυρο, από τυφλό που ήταν πρώτα. Το σαλόνι έγινε ορθογώνιο και μεταφέρθηκε από την αρχική δυτική πλευρά, στις παραπάνω αρχικές θέσεις του υπνοδωματίου και του λουτρού.

Τέλος, η κουζίνα μεταφέρθηκε από την αρχική της θέση βόρεια της παραπάνω αρχικής θέσης του σαλονιού, στη νοτιοδυτική πλευρά του διαμερίσματος, δίπλα από το λουτρό και στη συνέχεια του σαλονιού, η οποία θέση είναι καλύτερη της αρχικής. Οι ενάγουσες, οι οποίες κατοικούσαν μόνιμα στην .., επισκέπτονταν συχνά την οικοδομή κατά τη διάρκεια της ανέγερσής της και παρακολουθούσαν την πορεία των εργασιών.

Κατά τις επισκέψεις τους αυτές, έβλεπαν τον τρόπο κατασκευής της πολυκατοικίας και του διαμερίσματός τους και, συνεχώς και τις ανωτέρω τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων, χωρίς ποτέ να εναντιωθούν ή να αντιδράσουν σ' αυτές. Άλλωστε, δεν είχαν λόγο να πράξουν τούτο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, είχαν συμφωνήσει στις εν λόγω αλλαγές.

Επρόκειτο, εξάλλου, για οφθαλμοφανείς αλλαγές, αφού, ενώ γνώριζαν ότι το διαμέρισμά τους στο νοτιοανατολικό άκρο είχε τοίχο και παράθυρο, έβλεπαν ότι τούτο αποκτούσε σ' όλη την έκταση του τοίχου αυτού μπαλκόνι και, μάλιστα, με μπαλκονόπορτα. Επίσης, έβλεπαν ότι η εσωτερική διαρρύθμιση του διαμερίσματός τους είχε αλλάξει ριζικά.

Την αλλαγή αυτή, ενόψει της φύσης της, ούτε λόγο είχαν να αποφασίσουν και να επιχειρήσουν μόνοι τους οι εναγόμενοι, ούτε τούτο ήταν δυνατόν χωρίς την παρουσία των εναγουσών στο χώρο του διαμερίσματος, τουλάχιστον για να δουν και να συναινέσουν ή όχι στις εν λόγω εσωτερικές αλλαγές. Περαιτέρω, με βάση τις αλλαγές αυτές, οι ενάγουσες, προχώρησαν στην αγορά του απαραίτητου εξοπλισμού των παραπάνω χώρων του διαμερίσματός τους, επειδή ήθελαν καλλίτερο εξοπλισμό από εκείνο της αντιπαροχής και συνεννοούνταν γι' αυτό, όπως και για τον τρόπο τοποθέτησης του εξοπλισμού, απευθείας με τα συνεργεία των κατασκευαστών στο χώρο του διαμερίσματος, αφού, διαφορετικά, τούτο ήταν αδύνατο και συνεπώς και αν ακόμη δεν ήθελαν, αναγκαστικά έβλεπαν τις αλλαγές, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω.

Οι ενάγουσες επικαλούνται για τη θεμελίωση των δικαιωμάτων που ασκούν με την παραπάνω αγωγή τους, τις αλλαγές που προαναφέρθηκαν στη δυτική και στη νότια πλευρά του διαμερίσματός τους, όχι, όμως και τις ανωτέρω αλλαγές στην εσωτερική διαρρύθμιση του εν λόγω διαμερίσματος. Κυρίως, επικαλούνται τη μείωση, για την αιτία που προαναφέρθηκε, της έκτασης του κυρίως χώρου του διαμερίσματός τους κατά τα ανωτέρω δέκα, κατ' ανώτατο όριο τετραγωνικά μέτρα.

Μετά την ολοκλήρωση του διαμερίσματός τους και πριν την άσκηση της αγωγής, οι ενάγουσες, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω αλλαγές στη νότια πλευρά του διαμερίσματος ενδέχεται να δημιουργήσουν προβλήματα στη μεταβίβασή του, άρχισαν, παρά τη συμφωνία τους για τις αλλαγές αυτές, να διατυπώνουν ενδοιασμούς προς τους εναγόμενους.

Οι τελευταίοι προσφέρθηκαν, να επαναφέρουν τον τοίχο στην αρχική θέση, σ' εκείνη δηλαδή που πρόβλεπαν τα σχέδια και, μάλιστα, καίτοι, λόγω της συμφωνίας των εναγουσών, δεν είχαν σχετική υποχρέωση, με δική τους, προκειμένου να τελειώσει το θέμα, δαπάνη, δεδομένου ότι η μεταφορά αυτή, εκτός από ολιγοδάπανη και τεχνικά δυνατή ήταν, και πολεοδομικό πρόβλημα δεν θα ανέκυπτε, αφού, με την εν λόγω μεταφορά, το διαμέρισμα θα αποκτούσε τη μορφή που πρόβλεπαν τα εγκεκριμένα από την Πολεοδομία γι' αυτό σχέδια και θα ήταν πλέον σύμφωνο με τα σχέδια αυτά.

Οι ενάγουσες αρνήθηκαν την προσφορά αυτή των εναγομένων, όπως εξακολουθούν να την αρνούνται μέχρι και σήμερα, παρά το ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να την προτείνουν σε κάθε φάση του δικαστικού αγώνα και με κάθε ευκαιρία. Μέχρι σήμερα έχει ρυθμιστεί πολεοδομικά, τουλάχιστον, η αλλαγή των αρχικών σχεδίων στη δυτική πλευρά της οικοδομής, για την οποία αλλαγή έγινε λόγος παραπάνω.

Συνεπώς, και με την εκδοχή ότι δεν έχει νομιμοποιηθεί η αλλαγή στη νότια πλευρά του διαμερίσματος των εναγουσών ή ότι, ανεξάρτητα από αυτό, οι ενάγουσες επιθυμούν το διαμέρισμά τους σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια, αν αυτές είχαν δεχτεί την παραπάνω προσφορά των αντιδίκων τους, το διαμέρισμά τους θα είχε αποκτήσει την αρχική του μορφή και, παράλληλα, δεν θα είχε κάποιο πολεοδομικό πρόβλημα.

Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για την πραγματοποίηση των ανωτέρω αλλαγών μετά από σχετική συμφωνία των διαδίκων, στηρίζεται, πρωτίστως, στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα των εναγομένων, η οποία, χωρίς να αναιρείται, ως προς το σημείο αυτό, από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγουσών, αφού αυτή, κατά τις παραδοχές της, όπως και των εναγουσών, αναμείχθηκε μετά την ολοκλήρωση του διαμερίσματος και συνεπώς, δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει γνώση του ανωτέρω θέματος, ενισχύεται:

α) από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι ίδιες οι ενάγουσες, αφού οι βεβαιούντες αναφέρουν σ' αυτές, ο μεν Χ. Π. ότι "...ο εκπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρείας με δική του πρωτοβουλία είπε στη Δ. και την θεία μου ότι το αρχικό σχέδιο του διαμερίσματος θα αλλάξει για να γίνει καλύτερο το διαμέρισμα, χωρίς όμως να αλλάξει η επιφάνειά του...", αναφερόμενος, έτσι, στις εσωτερικές αλλαγές, αφού άλλη αλλαγή, χωρίς αλλαγή της επιφάνειας, δεν είναι δυνατή και ο Γ.

Φ. ότι "...είχε πει στη Δ., ότι θα κάνει κάποιες εσωτερικές αλλαγές, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις και ότι έτσι θα γινόταν καλύτερο το διαμέρισμά τους και μεγαλύτερο το μπαλκόνι -για να λιάζονται σαν γάτες-....", αναφερόμενος συνεχώς, όχι μόνο στις εσωτερικές, αλλά και στην αλλαγή στη νότια πλευρά του διαμερίσματος των εναγουσών.

Πλην, όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και για τους λόγους που προεκτέθηκαν, οι εναγόμενοι, όχι μόνο συμφέρον, αλλά ούτε καν λόγο είχαν να προχωρήσουν μόνοι τους, με απλή, γενική και αόριστη μόνο ενημέρωση των εναγουσών και χωρίς προηγούμενη συμφωνία μαζί τους στις παραπάνω εσωτερικές αλλαγές του διαμερίσματός τους, όπως και στην αλλαγή της νότιας πλευράς του.

Σε κάθε περίπτωση, από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε, κάτι, βέβαια, που ούτε οι ενάγουσες ισχυρίζονται, αφού αυτές δεν επικαλούνται καν τις ανωτέρω εσωτερικές αλλαγές, ότι οι εναγόμενοι είχαν λόγο να προβούν μονομερώς ή, έστω, μετά από γενική και αόριστη ενημέρωση των ίδιων στις παραπάνω εσωτερικές αλλαγές του διαμερίσματός τους, όπως και σε εκείνη της νότιας πλευράς του.

Επίσης, οι ενάγουσες και αν ακόμη είναι τόσο απλοϊκές, όσο οι ίδιες θέλουν να παρουσιάζονται μέσα από τα δικόγραφά τους, οπωσδήποτε θα διερωτήθηκαν, πως είναι δυνατόν να αυξηθεί το εμβαδόν του μπαλκονιού τους, όπως, κατά τη βεβαίωση, τους παρέστησαν οι εναγόμενοι, χωρίς αντίστοιχη μείωση του κυρίως χώρου του διαμερίσματός τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω παραστάσεις των εναγομένων, οπωσδήποτε, θα αποτελούσαν το ερέθισμα, για να ζητήσουν οι ενάγουσες περαιτέρω διευκρινίσεις για την τελική μορφή του διαμερίσματός τους, τουλάχιστον από απλή περιέργεια.

Συνεπώς και από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι ενάγουσες, συνάγεται εμμέσως η συμφωνία τους για τη διενέργεια των ανωτέρω αλλαγών που πραγματοποίησαν οι εναγόμενοι. β) Ενισχύεται, περαιτέρω, η παραπάνω μαρτυρική κατάθεση από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι εναγόμενοι και οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, αφού από τους βεβαιούντες ο μεν ένας είναι ο ανωτέρω αγοραστής του Δ-1 διαμερίσματος, ο οποίος πιστοποιεί τις παραπάνω συμφωνίες και για τον οποίο, όχι μόνο δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, ότι είχε λόγο παραποίησης της αλήθειας, κάτι που ούτε και οι ενάγουσες ισχυρίζονται, αλλά αντίθετα, αφού το διαμέρισμά του είναι το αντίστοιχο εκείνου των εναγουσών, θα είχε και αυτό τα ίδια με το διαμέρισμα των εναγουσών προβλήματα, οπότε το συμφέρον του θα ήταν να ταυτιστεί με τις ενάγουσες.

Επίσης, οι άλλοι βεβαιούντες είναι μέλη των συνεργείων που εργάστηκαν στο εσωτερικό του διαμερίσματος των εναγουσών και οι οποίοι πιστοποιούν, εκτός από τις παραπάνω συμφωνίες και την απευθείας συνεννόησή τους με τη δεύτερη ενάγουσα στο χώρο του διαμερίσματός της για την επιτόπου διευθέτηση των διαφόρων θεμάτων.

Προσερχόμενη, συνεχώς, η δεύτερη ενάγουσα στο διαμέρισμά της, αναγκαστικά έβλεπε τόσο τις εσωτερικές αλλαγές του, όσο και την ύπαρξη μπαλκονιού και μάλιστα με μπαλκονόπορτα σ' ολόκληρη τη νότια πλευρά του και, επομένως και την αλλαγή αυτή. γ) Ενισχύεται, εξάλλου, η παραπάνω κρίση από το ότι, πλην των εναγουσών, κανείς από τους άλλους συνιδιοκτήτες δεν επικαλέστηκε τις ανωτέρω τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων, όχι μόνο για τη νότια πλευρά, αλλά ούτε καν για τη δυτική, αν και οι αλλαγές αυτές, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν, αφορούν το σύνολο της οικοδομής και όπως οι συνιδιοκτήτες αυτοί θα έπρατταν, αν δεν είχαν συμφωνήσει για τις εν λόγω τροποποιήσεις.

δ) Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό ότι στις παραπάνω αλλαγές δεν αντέδρασε ούτε ο προαναφερθείς Ν. Π., ο οποίος, αν δεν είχαν λάβει χώρα οι συμφωνίες, οπωσδήποτε θα είχε αντιδράσει, όχι μόνο ως άμεσα θιγόμενος, πρωτίστως, ως ιδιοκτήτης του ομόρου προ το διαμέρισμα των εναγουσών Β-2 διαμερίσματος, αλλά, κυρίως, λόγω της παραπάνω συγγενικής σχέσης με τις ενάγουσες.

Και όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά ούτε καν τη μαρτυρία του ή απλή, έστω, ένορκη βεβαίωσή του δεν επικαλούνται οι ενάγουσες. ε) Περαιτέρω, αν οι ενάγουσες δεν είχαν συμφωνήσει στις παραπάνω αλλαγές, οπωσδήποτε θα επικαλούνταν, όχι μόνο εκείνες στη δυτική και στη νότια πλευρά, αλλά και εκείνες στο εσωτερικό του διαμερίσματός τους, για τις οποίες δεν κάνουν καν λόγο, όχι μόνο οι ίδιες, αλλά ούτε και η ανωτέρω Β.

Σ. στην ανωτέρω έκθεσή της, ούτε και ο παραπάνω τεχνικός τους σύμβουλος στη δική του έκθεση. στ) Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι δεν είχαν λόγο να προβούν στις παραπάνω αλλαγές στη νότια πλευρά του διαμερίσματος των εναγουσών. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι έπραξαν τούτο, για να καρπωθούν τα δέκα τετραγωνικά μέτρα του διαμερίσματός τους και να αυξήσουν μ' αυτά το εμβαδόν δικού τους διαμερίσματος, είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, κατά τα δέκα αυτά τετραγωνικά μέτρα αυξήθηκε το εμβαδόν του εξώστη διαμερίσματός τους.

Εξάλλου, τούτο προκύπτει και από όλες τις άλλες παραπάνω τεχνικές εκθέσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, θα το ανέφεραν στις εκθέσεις τους τόσο η ανωτέρω Β. Σ., η οποία, όμως, αναφέρει ακριβώς το αντίθετο και, σε κάθε περίπτωση, θα το ανέφερε ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος των εναγουσών. Αναφορικά με τον άλλο διαφοροποιημένο ισχυρισμό των εναγουσών με τις προτάσεις τους της δίκης αυτής, ότι οι εναγόμενοι επεδίωξαν με την παραπάνω αλλαγή τη μείωση του κόστους κατασκευής, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά, αντίθετα, με την εν λόγω αλλαγή οι εναγόμενοι αύξησαν το κόστος κατασκευής, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πλην της δαπάνης κατασκευής του τοίχου, επιβαρύνθηκαν και με την δαπάνη κατασκευής της μπαλκονόπορτάς του.

ζ) Εξάλλου, αν ήταν αληθινοί οι αγωγικοί ισχυρισμοί για μονομερή ενέργεια των εναγομένων, οι τελευταίοι δεν θα πρότειναν συνεχώς μέχρι και σήμερα στις ενάγουσες να μεταφέρουν τον τοίχο στην αρχική θέση με δικές τους δαπάνες και, πολύ περισσότερο, δε θα αρνούνταν τούτο οι ενάγουσες. Περαιτέρω, η κρίση για τη δυνατότητα της μεταφοράς αυτής χωρίς κινδύνους και ζημίες για το διαμέρισμα των εναγουσών, στηρίζεται και στις εκθέσεις των παραπάνω Τ.

και Γ. και του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων, οι οποίες κρίνονται πειστικότερες από τις αντίθετες ως προς το σημείο αυτό εκθέσεις της Β. Σ. και του τεχνικού συμβούλου των εναγουσών, διότι, σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές εκθέσεις, ο κίνδυνος από τη μεταφορά εντοπίζεται γενικά αόριστα στο ενδεχόμενο μελλοντικής υγρασίας στο διαμέρισμα των εναγουσών.

η) Επίσης, αν οι ενάγουσες δεν είχαν συμφωνήσει στις παραπάνω αλλαγές, οπωσδήποτε θα είχαν αντιδράσει, είτε γραπτά είτε προφορικά, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του διαμερίσματός τους, τουλάχιστον για τη νότια αλλαγή του, δεδομένου ότι, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αναγκαστικά έβλεπε την αλλαγή αυτή η δεύτερη ενάγουσα κατά τις ανωτέρω επισκέψεις της εκεί.

Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της όλης στάσης των εναγουσών είναι το ότι, ενώ, επικαλούμενες κατασκευή διαμερίσματος μορφολογικά διαφορετικού από εκείνο που συμφωνήθηκε, αξιώνουν αγοραία αξία του συμφωνηθέντος διαμερίσματος, την οποία προσδιορίζουν σε 168.624 ευρώ, δεν προσφέρουν, παράλληλα, το διαμέρισμα που κατασκευάστηκε στους εναγόμενους.

Τέλος, η κρίση για την πολεοδομική τακτοποίηση της αλλαγής στη δυτική όψη της παραπάνω οικοδομής, στηρίζεται, πρωτίστως, στα έγγραφα της Πολεοδομίας του Δήμου Πρέβεζας 1452/17-9-2010 και 160/1-3-2012, καθώς επίσης και στην από 4-12-2010 θεώρηση των κατόψεων των ορόφων της ανωτέρω οικοδομής με την ένδειξη "ελέγχθηκε" της ίδιας Υπηρεσίας.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν δέχτηκε τα παραπάνω, αλλά, αντίθετα, έκρινε, ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στις παραπάνω αλλαγές στη δυτική και στη νότια όψη της οικοδομής χωρίς προηγούμενη συμφωνία των εναγουσών και, στη συνέχεια, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την παραπάνω αγωγή αυτών, επιδικάζοντάς τους την ποινική ρήτρα που κατέπεσε, τη μείωση της αξίας του διαμερίσματός τους και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης τους, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, καθ' ό μέρος απέρριψε με την προδικαστική απόφασή του την ανωτέρω αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο κατά το κεφάλαιο των ποινικών ρητρών, επειδή έκρινε ότι ενάγεται μόνο ως επιβλέπων μηχανικός, παραβλέποντας την εναγωγή του και ως ομορρύθμου μέλους της πρώτης εναγομένης εταιρίας, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και το δικόγραφο της αγωγής αυτής εκτίμησε.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της δεύτερης έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και στην ουσία και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τη σχετική διάταξή της, κρατηθεί και εκδικαστεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό και στην ουσία από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τα παρακάτω. Κατά τα λοιπά, οι λόγοι της δεύτερης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία.

Αντίθετα, οι σχετικοί λόγοι της πρώτης έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και στην ουσία. Στη συνέχεια, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί και εκδικαστεί η υπόθεση στην ουσία από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά τα παραπάνω και, συγκεκριμένα, της επιχείρησης των ανωτέρω αλλαγών μετά από συμφωνία των εναγουσών, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και ως προς τον τρίτο εναγόμενο, η ανωτέρω αγωγή καταβολής, ως αποζημίωσης για την αιτία που προαναφέρθηκε, της αγοραίας αξίας του παραπάνω διαμερίσματος, κατάπτωσης των ποινικών ρητρών, λόγω μη εκπλήρωσης της παροχής των εναγομένων, λόγω του ότι το διαμέρισμα που κατασκεύασαν και προσέφεραν δεν ήταν εκείνο που συμφωνήθηκε και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από την αξιόποινη παράβαση με την κατασκευή του ανωτέρω διαμερίσματος των διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας, λόγω της συγκλίνουσας παρανομίας των διαδίκων".

Έτσι που έκρινε και μ'αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 330, 404, 405, 407, 681, 688 και 690 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Ειδικότερα, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, μεταξύ αφενός των εναγουσών (όπως άλλωστε και των λοιπών οικοπεδούχων και του ήδη συνιδιοκτήτη της επίδικης πολυκατοικίας) και αφετέρου των εναγομένων εργολάβων, καταρτίσθηκε προφορική συμφωνία, με την οποία συμφωνήθηκαν, κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στην συγγραφή υποχρεώσεων και το προσύμφωνο συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και τα αρχικά σχέδια βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η άδεια οικοδομής, τροποποιήσεις και αλλαγές στους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους της πολυκατοικίας, καθώς και οι αλλαγές διαρρύθμισης στο διαμέρισμα των εναγουσών (όπως άλλωστε και των λοιπών οικοπεδούχων) και οι εναγόμενοι εργολάβοι κατασκεύασαν και παρέδωσαν στις ενάγουσες το διαμέρισμά τους, βάσει των όσων συμφωνήθηκαν με την προφορική αυτή συμφωνία, δεν βαρύνει τους τελευταίους κανένα πταίσμα, επειδή το διαμέρισμα δεν έχει τις προδιαγραφές που προβλέπονταν στα αρχικά σχέδια της οικοδομής, ούτε οι διαφοροποιήσεις από τα τελευταία που υπάρχουν στο διαμέρισμα των εναγουσών συνιστούν ελαττώματα και έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, αφού το τελευταίο κατασκευάστηκε βάσει της νεώτερης συμφωνίας των διαδίκων, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης των εναγουσών κατ' άρθρων 690 ΑΚ, ούτε να έχει καταπέσει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, αφού οι εναγόμενοι εκπλήρωσαν την παροχή προς τις τελευταίες, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί με τη νεώτερη αυτή συμφωνία τους.

Ούτε όμως και τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 160, 164, 166 και 369 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο με το να μην απαιτήσει την τήρηση του εγγράφου συμβολαιογραφικού τύπου κατά την κατάρτιση της άνω συμφωνίας στην οποία προβλέπονταν οι ανωτέρω κατασκευαστικές τροποποιήσεις και μεταβολές στο διαμέρισμα των εναγουσών, αλλά γενικώς και στην όλη οικοδομή και τα λοιπά διαμερίσματα, καθόσον με τη νεώτερη αυτή συμφωνία δεν γινόταν μετάθεση, αλλοίωση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφοροποίηση εμπραγμάτου δικαιώματος, αλλά συνιστούσε αυτή καθαρή σύμβαση έργου, για την οποία δεν ήταν αναγκαία η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου.

Εξάλλου, για την κατάρτιση της σύμβασης έργου δεν απαιτείται ο έγγραφος τύπος, αλλά αρκεί η σύναψή της και προφορικά, στην περίπτωση δε που έχει προβλεφθεί έγγραφος τύπος για την κατάρτιση της συμβάσεως με προηγούμενη συμφωνία, ο σχετικός όρος μπορεί να καταργηθεί ατύπως με προφορική συμφωνία των συμβαλλομένων, και να καταρτισθεί εν συνεχεία πρόσθετη σύμβαση με αυτοτελή νομική ύπαρξη, χωρίς να τηρηθεί έγγραφος τύπος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, με την καταρτισθείσα νεώτερη σύμβαση έργου μεταξύ των εναγουσών οικοπεδούχων και των εναγομένων εργολάβων.

Επίσης, δεν παραβίασε το Εφετείο, ούτε τη διάταξη του άρθρου 174 του ΑΚ, ενόψει του ότι με την καταρτισθείσα και εκτελεσθείσα μεταξύ των διαδίκων νεώτερη συμφωνία, κατά παρέκκλιση των προαναφερόμενων πολεοδομικών διατάξεων, βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η αρχική άδεια ανοικοδόμησης της επίδικης πολυκατοικίας, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις αυτές, αν και προβλέπουν αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αποδοκιμάζουν και συνεπώς δεν απαγορεύουν τη σύμβαση, ώστε να επέρχεται ακυρότητα αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, πέραν του ότι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, όλες οι παραπάνω παρεκκλίσεις από την αρχική οικοδομική άδεια, νομιμοποιήθηκαν εκ των υστέρων.

Τέλος, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβίασε το Εφετείο, καθόσον δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην κατάρτιση της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας ως προς τις τροποποιήσεις και μεταβολές που συμφωνήθηκαν από την αρχική εργολαβική σύμβαση, αλλ' αντιθέτως καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής, αποδεικνύεται πλήρως από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, ώστε να μην συντρέχει λόγος να προσφύγει στις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι πριν από την έναρξη των εργασιών της επίδικης πολυκατοικίας, καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός των εναγουσών και των λοιπών οικοπεδούχων, καθώς και του αγοραστή διαμερίσματος της αντιπαροχής, και αφετέρου των εναγομένων εργολάβων, συμφωνία, κατά παρέκκλιση των όσων προβλέπονταν στο εργολαβικό προσύμφωνο και τα σχέδια βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια ανοικοδόμησης από την αρμόδια πολεοδομία, σύμφωνα με την οποία συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν οι συμβαλλόμενοι τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις και μεταβολές στους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους της πολυκατοικίας, και τις αλλαγές ως προς την διαμόρφωση και διαρρύθμιση των διαμερισμάτων των οικοπεδούχων, μεταξύ των οποίων και οι ενάγουσες, και ότι όλοι, καθώς και οι τελευταίες (ενάγουσες) συναποδέχθηκαν και συναίνεσαν στις μεταβολές αυτές, ως ευνοϊκότερες για την όλη οικοδομή και τα διαμερίσματά τους, από τις προβλέψεις που υπήρχαν στο εργολαβικό προσύμφωνο και τα αρχικά σχέδια ανοικοδόμησης, οι δε εναγόμενοι κατασκευαστές, με βάση αυτή τη συμφωνία εκτέλεσαν το όλο έργο της οικοδομής, καθώς και το διαμέρισμα των εναγουσών με τις αλλαγές που είχε συμφωνηθεί να γίνουν σ' αυτό.

Σύμφωνα δε με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση, ως προς την κατάρτιση της παραπάνω συμφωνίας, αφού, εκτός των άλλων, κανένας από τους υπόλοιπους οικοπεδούχους, ούτε ο αγοραστής του άνω διαμερίσματος, δεν διαμαρτυρήθηκαν για την εκτέλεση του έργου, όπως συμφωνήθηκε και τη διαμόρφωση των διαμερισμάτων τους, βάσει της συμφωνίας αυτής, αλλά ούτε και οι ίδιες οι ενάγουσες προβάλλουν αξιώσεις για το σύνολο των παραπάνω μεταβολών, παρά μόνο για τις μεταβολές στη νότια πλευρά του διαμερίσματός τους, που είχε ως επακόλουθο να μειωθεί το εμβαδό του εσωτερικού χώρου του διαμερίσματος αυτού, με αντίστοιχη όμως αύξηση της βεράντας τους, όπως άλλωστε και του αντίστοιχου διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, χωρίς καμιά διαμαρτυρία του ιδιοκτήτη τελευταίου για το γεγονός αυτό, ενόψει της συμφωνίας που είχε γίνει με τους εναγόμενους και ήταν φυσικό επακόλουθο των όσων συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν.

Δέχεται δε επίσης το Εφετείο, προς αιτιολόγηση της άνω παραδοχής του, ότι οι ενάγουσες, ενώ μετάνιωσαν ως προς το τελικό αποτέλεσμα που είχαν συμφωνήσει, αρνούνται την πρόταση των εναγομένων που τους έγινε κατ' επανάληψη, να επαναφέρουν με δικές τους δαπάνες τα πράγματα όπως προβλέπονται στο εργολαβικό και τα αρχικά σχέδια, δεδομένου ότι αυτό είναι τεχνικά εφικτό και δεν δημιουργεί κανένα πολεοδομικό πρόβλημα, αφού η τροποποίηση αυτή είναι εκείνη που έχει εγκριθεί από την πολεοδομία, σύμφωνα με την άδεια ανέγερσης της οικοδομής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, της συμφωνίας δηλαδή των διαδίκων ως προς τις τροποποιήσεις και αλλαγές, εκτός των άλλων, και του διαμερίσματος που θα ελάμβαναν ως αντιπαροχή οι ενάγουσες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β` Ολ.ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίου αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά δεν έλαβε υπόψη (α) το υπ' αριθ. ...12-12-2000 προσύμφωνο συμβάσεως εργολαβίας της συμβολαιογράφου Πρεβέζης Μαγδαλινής Παππά-Αυδίκου, (β) το υπ' αριθ. .../2005 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και (γ) την υπ' αριθ.

…/2004 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Πρέβεζας. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται νόμιμα από τους διαδίκους και όλα, εκτός των ρητώς μνημονευομένων, τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, με ειδική αναφορά στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργολαβίας και προσύμφονο μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου και τους συνομολογηθέντες δι`αυτών ειδικότερους όρους, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ` αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση ην πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ.

α`, κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως εκείνες των διατάξεων του άρθρου 393 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς των οποίων συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το αναφερόμενο στην εν λόγω διάταξη χρηματικό ποσό, καθώς και εκείνη του άρθρου 394 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία, όταν ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι για την δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός τύπος, μόνον αν απολεσθεί το έγγραφο είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες, σε τρόπον ώστε να μην είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες στις περιπτώσεις αυτές, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 394 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας την αντίθετη προς το περιεχόμενο των εγγράφως συνομολογηθεισών μεταξύ των διαδίκων προσυμφώνου συμβάσεως εργολαβίας της συμβολαιογράφου Πρεβέζης Μαγδαληνής Παππά-Αυδίκου και προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, περί πραγμάτων κρίση του στήριξε και στο μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου του εμμαρτύρου μέσου, στον οποίο στηρίζεται προβλήθηκε ως λόγος εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας 25/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, ούτε προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσειουσών ή τις προτάσεις των τελευταίων προς αντίκρουση της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός.

Στα άρθρα 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται .... αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου, όταν δηλαδή από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο ανέγνωσε το έγγραφο λανθασμένα, δεχόμενο έτσι ότι έχει κείμενο διαφορετικό από το πραγματικό. Αντίθετα δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ορθότητα ή μη της έννοιας που το δικαστήριο απέδωσε στο έγγραφο ή της ερμηνείας της περιεχομένης σ` αυτό δήλωσης βουλήσεως, εκτός αν υπάρχει παράβαση ερμηνευτικών κανόνων δικαίου, οπότε όμως θεμελιώνεται ο λόγος του αριθ. 1 και όχι του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, όπως εκτιμάται, υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το υπ' αριθ. ...12-12-2000 προσύμφωνο συμβάσεως εργολαβίας της συμβολαιογράφου Πρεβέζης Μαγδαληνής Παππά-Αυδίκου, καθώς και το υπ' αριθ. .../2005 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στα οποία ορίζεται ότι "η μεταβίβαση ή τροποποίηση των όρων και συμφωνιών του παρόντος θα αποδεικνύεται μόνο εγγράφως αποκλειομένου παντός ετέρου αποδεικτικού μέσου έτι δε και μαρτύρων", με το να δεχτεί ότι ήταν δυνατή η κατάρτιση με προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η εκτέλεση με διαφορετικό τρόπο του συμφωνηθέντος με τα συμβόλαια αυτά έργου, από τα οριζόμενα στα τελευταία.

Τα επικαλούμενα όμως για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως περιστατικά δεν συνιστούν διαγνωστικό σφάλμα, αφού οι αναιρεσείουσες δεν ισχυρίζονται ότι το εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο, αλλά αντίθετα ισχυρίζονται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου δέχθηκε (το Εφετείο) ότι ήταν επιτρεπτή η κατάρτιση με προφορική συμφωνία του συμφωνηθέντος να εκτελεστεί έργου, κατά διαφορετικό τρόπο από τον οριζόμενο στα συμβόλαια αυτά, εκδοχή όμως που κρίνεται ως αβάσιμη, αφού κατά τα προαναφερθέντα το Εφετείο δεν ερμήνευσε τα ίδια έγγραφα ενώ παράλληλα ορθά επίσης έκρινε ότι ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η προφορική τροποποίηση όσων όρων τους δεν υπέκειντο υποχρεωτικά στον έγγραφο τύπο.

Πρέπει συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990).

Επομένως δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, καθώς και όταν λαμβάνει υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα και τον απορρίπτει είτε ευθέως είτε με την παραδοχή αντιθέτων κατά το περιεχόμενο των ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς που απαραδέκτως προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους το πρώτον ενώπιον του εφετείου με το δικόγραφο της από 15-4-2011 εφέσεώς τους, καθώς και τις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου προς αντίκρουση της δικής τους εφέσεως, χωρίς να επικαλούνται ούτε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα:

α) ότι "...καμία παρανομία δεν υφίσταται και δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να θεωρηθεί αυθαίρετο το διαμέρισμα (των εναγουσών), προέβημεν δε σε αναθεώρηση των κατόψεων στην πολεοδομία ώστε πλέον να μην υπάρχει ούτε καν υποψία πολεοδομικής παραβάσεως. Έτσι πλέον και η πολεοδομία θεωρεί νόμιμες τις υφιστάμενες τροποποιήσεις και δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της δικής της αναθεώρησης ή να θεωρήσει αυθαίρετο το διαμέρισμα...", 2) "ότι δήθεν δεν συμφωνήθηκε μεταξύ τους πέραν της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας και η καταβολή αποζημίωσης, δεδομένου ότι δήθεν εν προκειμένω η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε ως αποζημίωση", γ) ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί και δ) ότι η παραβίαση (των πολεοδομικών διατάξεων) έγινε κατόπιν εντολών και οδηγιών τους και εν γνώσει τους ότι οι αλλαγές αυτές ήταν αντίθετες με την πολεοδομική νομοθεσία και τους κινδύνους που συνεπάγονταν.

Ενόψει, των όσων προεκτέθηκαν, ο πρώτος των παραπάνω "ισχυρισμών" είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον τα συγκροτούντα αυτόν περιστατικά αποτελούν επιχείρημα των αναιρεσίβλητων το οποίο συνάγεται από τις αποδείξεις που αυτοί προσκόμισαν, βάσει των οποίων νομιμοποιήθηκαν από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία οι όποιες παρεκλίσεις έγιναν από την οικοδομική άδεια, ώστε το όλο έργο (πολυκατοικία) και το διαμέρισμα των αναιρεσειουσών να μη θεωρείται αυθαίρετο.

Ομοίως, απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος των άνω ισχυρισμών, καθόσον αυτός συνιστά άρνηση των αγωγικών αξιώσεων, σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης του διαμερίσματος των αναιρεσειουσών, είχε συμφωνηθεί εκτός της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας να δικαιούνται οι ενάγουσες και αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία τους.

Ο τρίτος των ισχυρισμών αυτών είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κανένα ισχυρισμό περί μειώσεως της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, ούτε κατέστη άλλωστε αναγκαίο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο, ενόψει του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος.

Τέλος, όσον αφορά τον τέταρτο των άνω ισχυρισμών, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσίβλητων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που νομίμως επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι τελευταίοι ως εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν, ότι πριν την έναρξη των εργασιών του ανατεθέντος σ' αυτούς έργου, συμφώνησαν με τις ενάγουσες, όπως άλλωστε και με τους υπόλοιπους οικοπεδούχους, την τροποποίηση κατά την εκτέλεση του έργου των εξωτερικών και εσωτερικών χώρων της υπό ανέγερση πολυκατοικίας, καθώς και την ανάλογη μεταρρύθμιση των διαμερισμάτων τους, κατά παρέκκλιση της εκδοθείσης οικοδομικής άδειας και του εργολαβικού προσυμφώνου και επομένως οι τελευταίοι γνώριζαν ότι οι τροποποιήσεις αυτές ήταν αντίθετες προς την πολεοδομική νομοθεσία, εφόσον δεν προβλέπονταν στην οικοδομική άδεια και στα σχέδια βάσει των οποίων εκδόθηκε αυτή, παράβαση που εξακολούθησε να ισχύει μέχρι την νομιμοποίηση των εν λόγω τροποποιήσεων, τον ισχυρισμό δε αυτό επανέφεραν νομίμως με την έφεσή τους και ενώπιον του Εφετείου, μετά την απόρριψη αυτού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, παραδεκτά προτάθηκε ο άνω ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου και νομίμως λήφθηκε υπόψη από το τελευταίο, ο αντίθετος δε υπό στοιχ. δ' λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 α', είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν λήφθηκαν υπόψη στην κατ' έφεση δίκη νέα αποδεικτικά έγγραφα που συντάχθηκαν μετά την συζήτηση της αγωγής, των οποίων επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή ενώπιον του εφετείου (άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α'ΚΠολΔ). Επίσης, ο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν από ορθή ανάγνωση του εγγράφου, το δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του, διαφορετική από εκείνη του αναιρεσείοντος ή συνεκτιμά αυτό με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 828/2010, ΑΠ 371/2011).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο Ιωαννίνων με το να κρίνει ότι "η πολεοδομική τακτοποίηση της αλλαγής στη δυτική όψη της παραπάνω οικοδομής, στηρίζεται, πρωτίστως, στα έγγραφα της Πολεοδομίας του Δήμου Πρέβεζας 1452/17-9-2012 και 160/1-3-2012, καθώς επίσης και στην από 4-12-2009 θεώρηση των κατόψεων των ορόφων της ανωτέρω οικοδομής με την ένδειξη "ελέγχθηκε" της ίδιας υπηρεσίας", υπέπεσε, εκτός των άλλων, στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 11α, 11γ, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα:

α) Ότι παραμόρφωσε το υπ' αριθ. 1454/17-9-2010 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Πρεβέζης με το να δεχθεί ότι σύμφωνα με αυτό έγινε πολεοδομική τακτοποίηση του διαμερίσματος των αναιρεσειουσών, ενώ σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου υποβλήθηκε αίτηση με την οποία κατατέθηκαν τροποποιητικά σχέδια για ενημέρωση του σχετικού φακέλου, μεταξύ των οποίων και για το διαμέρισμα στον 2ο όροφο υπέρ της πυλωτής για αλλαγή στον δυτικό τοίχο πληρώσεως.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι την κρίση του το δικαστήριο ως προς το παραπάνω πόρισμά του σχημάτισε όχι μόνο από το έγγραφο αυτό, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε και τα οποία αναφέρει. β) Ότι για το σχηματισμό της παραπάνω κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα νομίμως μετ' επικλήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα α) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αρχιτέκτονας μηχανικού που διόρισε το πρωτόδικο δικαστήριο και β) την από 17-9-2010 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β.

Λ. και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύονται σ' αυτήν, για το σχηματισμό, εκτός των άλλων, και του παραπάνω πορίσματος του Εφετείου, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του.

γ) ότι έδωσε στο παραπάνω έγγραφο της πολεοδομίας αυξημένη αποδεικτική δύναμη απ' αυτή που ορίζει ο νόμος ενώ τέτοια δεν είχε, με συνέπεια να υποπέσει στην από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον και το ανωτέρω έγγραφο της πολεοδομίας συνεκτιμήθηκε ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, απλώς και μόνο δόθηκε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στο έγγραφο αυτό.

δ) Ότι έλαβε υπόψη το υπ' ριθ. πρωτ. 160/1-3-2012 έγγραφο της Πολεοδομίας του Δήμου Πρεβέζης, μολονότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αφού το ανωτέρω έγγραφο προέκυψε μετά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως, ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, νομίμως προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και παραδεκτώς λήφθηκε υπόψη από το τελευταίο.

ε) Ότι και στο έγγραφο αυτό δόθηκε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' αυτή που ορίζει ο νόμος, ενώ δεν λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα υπό στοιχείο β' έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων είναι διαφορετικό, ως προς την πολεοδομική τακτοποίηση του διαμερίσματος των εναγουσών, και έτσι το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 12 και 11 γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς το πρώτο σκέλος του και αβάσιμος ως προς το δεύτερο, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχεία β'και γ'. Τέλος, ο ως άνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος), κατά τις αιτιάσεις εκείνες (κατά τα οικεία μέρη), υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, και είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 122/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-07-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 122/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος απο τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ