2041/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2041/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Full text
Απόφαση 2041 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2041/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρ, Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Μιχαήλ Γκιολέ και δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε την 6-11-2003 και κληρονομήθηκε από την Ψ, η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκε με τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-1993 αγωγή της Ψ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 594/1995 προδικαστική, 91/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 28-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-6-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της με αριθμό 107/2004 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η τέτοια ικανότητα, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξάλλου, κατ' άρθρο 313 παρ.1 εδ.δ΄ ΚΠολΔ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατ' ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και το αποβιώσαν, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), εάν μεν, ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικον, επέρχεται διακοπή της δίκης με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επαναλήψεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.
Εάν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της ως άνω αποφάσεως ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο, το θάνατο του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 21-6-2006 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στις 30-6-2006 κατά την 68/30-6-2006 πράξη καταθέσεως του οικείου γραμματέα, απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης Ψ1 ως αντιδίκου κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 107/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Κατά τη συζήτηση όμως αυτής (10-10-2007), αντί της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, παραστάθηκε, εκπροσωπούμενη από νομίμως διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο, η Ψ, η οποία και δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη στη θέση της ως άνω αναιρεσίβλητης, που πέθανε στις 6-11-2003, ήτοι μετά την συζήτηση στο Εφετείο Λάρισας στις 10-10-2003 της εφέσεως των αναιρεσειόντων, επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και πριν από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί την κληρονόμησε ως εκ διαθήκης κληρονόμος, δυνάμει της από .......
ιδιόγραφης διαθήκης της αναιρεσίβλητης. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός της παριστάμενης ήδη ως κληρονόμου της αποβιωσάσης ως άνω αναιρεσίβλητης για γνωστοποίηση στους αναιρεσείοντες του θανάτου αυτής κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προς της ασκήσεως της αναιρέσεως.
Επομένως είναι έγκυρη και ισχυρή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παρόλο που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με την εμφανιζόμενη ως άνω και υπερασπιζόμενη στην ουσία την υπόθεση κληρονόμο της, την ιδιότητα της οποίας δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες.
ΙΙ. Κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ "διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Κατά δε το άρθρο 1719 παρ.4 του αυτού Κώδικος, όπως αυτό ίσχυε προς της, με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, τροποποιήσεώς του "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας".
Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγονται τα εξής : Είναι άκυρη η διαθήκη, σύμφωνα με το πρώτο μέρος του εδαφίου α΄ του αριθ.4 του ως άνω άρθρου 1719, αν ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, εξαιτίας ειδικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται, δεν έχει συνείδηση των πράξεών του, δηλαδή αδυνατεί να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη, ή μπορεί μεν να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη, αδυνατεί όμως να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης.
Το σε τι συνίσταται η ειδική κατάσταση που αποτελεί την αιτία της έλλειψης συνείδησης των πράξεων εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τίποτε δε δεν αποκλείει να συνίσταται η εν λόγω ειδική κατάσταση σε πνευματική ασθένεια ή σε άλλο αίτιο, που μάλιστα μπορεί να επιφέρει ανωμαλία των αναστολών ή αυξημένη ετοιμότητα υποβολής.
Επίσης, είναι άκυρη η διαθήκη, σύμφωνα με το δεύτερο μέρος του ως άνω εδαφίου, αν ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, εξαιτίας πνευματικής ασθένειας δεν έχει τη χρήση του λογικού, δηλαδή αδυνατεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς. Αν συντρέχει τούτο (ήτοι η έλλειψη χρήσεως του λογικού κλπ.), σε περίπτωση μεν που ο διαθέτης επιπλέον δεν έχει συνείδηση των πράξεών του εξαιτίας της πνευματικής ασθένειας, η ακυρότητα της διαθήκης επέρχεται κατ' εφαρμογή του πρώτου μέρους ή του δεύτερου μέρους ή και των δύο αυτών μερών του ως άνω εδαφίου, σε περίπτωση δε που ο διαθέτης, παρά την πνευματική του νόσο, έχει συνείδηση των πράξεών του, η ακυρότητα της διαθήκης επέρχεται κατ' εφαρμογή αποκλειστικά του δεύτερου μέρους του ως άνω εδαφίου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, που έκανε δεκτή την από 27-3-1993 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η υπ' αριθ. ....... δημόσια διαθήκη του Γ1, αφενός έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1719 περ.4 ΑΚ και αφετέρου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή τις εξής παραδοχές και αιτιολογίες : Ότι ο Γ1, πρώτος εξάδελφος της ενάγουσας, ο οποίος απεβίωσε στις 24-10-1992 στο Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Η ΣΩΤΗΡΙΑ" από καρκίνο του πνεύμονα, συνέταξε στις 20-10-1992, ήτοι τέσσερις μόλις ημέρες πριν το θάνατό του, μέσα στο προαναφερόμενο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν, την υπ' αριθ. ..........
δημόσια διαθήκη του, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Καννά-Περράκη, με την οποία κατέλιπε όλη την περιουσία του στους αναιρεσείοντες. Ότι κατά το χρόνο σύνταξης της πιο πάνω διαθήκης του, ήταν ηλικίας 65 ετών, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και εστερείτο της χρήσεως του λογικού διότι έπασχε από ψυχονευρωτική νόσο, εξαιτίας της οποίας είχε συνταξιοδοτηθεί πρόωρα από ασφαλιστικό οργανισμό του Καναδά, όπου είχε εργαστεί επί εικοσαετία.
Ότι από την Άνοιξη του έτους 1992 είχε προσβληθεί από καρκίνο των πνευμόνων και λόγω της επιδεινώσεως της καταστάσεώς του νοσηλεύθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων και στη συνέχεια στο προαναφερόμενο νοσοκομείο των Αθηνών από 29-7-1992 έως 14-9-1992 και από 24-9-1992 μέχρι το θάνατό του. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-1992 έως 14-9-1992 παρουσίασε προβλήματα συνεργασίας με τους θεράποντες ιατρούς του, διότι ο λόγος του ήταν παραληρητικός, δηλαδή είχε χάλαση συνειρμού και χρησιμοποιούσε λέξεις άγνωστες στο Ελληνικό λεξιλόγιο, η όλη δε κατάστασή του με την πάροδο του χρόνου χειροτέρευε διότι ο οργανισμός του εξασθενούσε συνεχώς και ο ίδιος αδυνατούσε να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της καταστάσεώς του.
Ότι μετά την χειρουργική επέμβαση στους πνεύμονες στις 10-9-1992 εξύβριζε συνεχώς του θεράποντες ιατρούς του, τους οποίους αποκαλούσε "χασάπηδες" και απαίτησε να εξέλθει από το προαναφερόμενο νοσοκομείο, μολονότι επεβάλλετο η διενέργεια συντηρητικής θεραπείας (ακτινοβολίες ή χημειοθεραπεία), πράγματι δε αυτός εξήλθε στις 14-9-1992 και διέκοψε την μέχρι τότε παρεχόμενη σ' αυτόν θεραπεία.
Ότι η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία μετά την έξοδό του, γι' αυτό επανεισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο στις 24-9-1992 όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι το θάνατό του. Ότι κατά το τελευταίο ως άνω χρονικό διάστημα, δηλαδή επί ένα μήνα πριν το θάνατό του, παρουσίασε, πλην άλλων, και απώλεια μνήμης, ενώ τοποθετήθηκαν στο κρεβάτι του προστατευτικά κιγκλιδώματα προς αποτροπή του κινδύνου καταπτώσεώς του, προσέτι δε από της 18 Οκτωβρίου και ύστερα ήταν αδύνατη η οποιαδήποτε πνευματική επικοινωνία μαζί του.
Ότι η πιο πάνω διαθήκη είναι άκυρη διότι κατά το χρόνο της σύνταξής της εστερείτο της χρήσεως του λογικού λόγω της πιο πάνω πνευματικής νόσου, η οποία απέκλειε τη χρήση του λογικού, προσέτι δε αυτός εστερείτο της συνειδήσεως των πραττομένων, διότι έλλειπε η δύναμη προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου της ως άνω πράξεως και των απορρεουσών εξ αυτής συνεπειών.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν έσφαλε ούτε ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 1719 περιπτ. 4 ΑΚ, αφού προσέδωσε σ' αυτή την έννοια, που μνημονεύεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, αλλ' ούτε ως προς την υπαγωγή των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών στην εν λόγω διάταξη, ενώ εξάλλου διέλαβε στην προσβαλλομένη τις πιο πάνω πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατά συνέπεια οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ και με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ.8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που συνίσταται στο ότι α) η πραγματική βούληση του διαθέτη ήταν να αποστερήσει την αναιρεσίβλητη από την περιουσία του β) την ίδια ημέρα που συντάχθηκε η επίδικη δημόσια διαθήκη, ο διαθέτης υπέγραψε επιπλέον και τα αναφερόμενα τρία πληρεξούσια προς τους αναιρεσείοντες, από τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι αυτός εστερείτο της χρήσεως του λογικού και γ) δεν ελήφθη υπόψη ως αυτοτελής ισχυρισμός το σκεπτικό της 2123-2149/1998 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία απαλλάχθηκαν οι αναιρεσείοντες για τις κακουργηματικές πράξεις που τους αποδίδονταν. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2006 αίτηση αναιρέσεως της 107/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ