Legislator Case Law & Legislation
2040/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects supplementary claim as illegal.

Case Number 2040/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for twelve appellants due to their failure to appear or participate properly during the hearing. The court found the underlying civil action illegal under both its primary and supplementary legal bases. Consequently, the case was remanded to the appellate court for a final judgment on the merits, which was subsequently rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case sua sponte if a party fails to appear, and if the appeal is rejected on any ground, the case is remanded for trial unless further clarification is needed.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility failure to appear procedural defect illegal civil action remand for trial costs allocation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 item a of the Code of Civil Procedure
Article 179 final paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/2021
Supreme Court Case 328/2022
Supreme Court Case 1097/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2040 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2040/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Τ. του Σ., 2)Θ. Β. του Δ., 3)Κ. Ξ. του Δ., 4)Θ. Π. του Κ., 5)Γ. Α. του Χ., 6)Α. Κ. του Μ., 7)Ν. Μ. του Γ., 8)Α. Φ. του Κ., 9)Σ. Κ. του Σ., 10)Δ. Ζ. του Χ., 11)Γ. Μ. του Χ., 12)Σ. Τ. του Ε., 13)Χ. Π. του Σ. και 14)Χ. Ν. του Γ., όλων κατοίκων .... Οι 12ος και 13ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος και 14ος) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μπαλατσούκα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Γρεβενών, που εδρεύει στην πόλη των Γρεβενών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Νταλέτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-7-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Αν δε ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι, η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή .

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως .

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1374/2017, Α.Π. 526/2016, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 453/2011). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ.

β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1036/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 234/2017) .

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 13-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 11/13-07-2018 και του παρόντος Δικαστηρίου 503/2021 αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 113/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, δέκα τέσσερις (14) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου Δικηγόρου αυτών Σπύρου Δημ.

Μπαλατσούκα, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης, την οποία συνέταξε η αρμόδια δικαστική επιμελήτρια της Περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Μ. Χ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση, παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς την αναιρεσίβλητη, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-01-2022).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, οι δωδέκατος και δέκατος τρίτος των αναιρεσειόντων Σ. Τ. του Ε. και Χ. Π. του Σ., δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους .

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο Δικηγόρος Κοζάνης Σπύρος Δημ. Μπαλατσούκας, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπόμενους δωδέκατο και δέκατο τρίτο των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω Δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης .

Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων προκειμένου να παραστούν αυτοί, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο . Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι δωδέκατος και δέκατος τρίτος των αναιρεσειόντων, δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, κατά τη συζήτηση από την αντίδικό τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης .

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), με αριθμό 113/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 17-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36/24-11-2015 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 19/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 23-01-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/06-02-2014 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά την κύρια αυτής βάση και είχε υποχρεώσει την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την καταβολή των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31 Οκτωβρίου 2012 .

Στη συνέχεια, δε, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ένδικη αγωγή και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 14-06-2018, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από την αντίδικο των αναιρεσειόντων (άρθρο 261 εδ.

β του ΚΠολΔ), η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 13-07-2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς . Με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως "(ΦΕΚ Α' 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α' 107), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα, κατόπιν απόφασης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους, καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις (άρθρο 3 παρ. 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά γνώμη των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών Συμβουλίων, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού, κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ. 1 και 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρο 8 παρ. 1), δ) στους πόρους της επιχείρησης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται τα τέλη σύνδεσης με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, η αξία του καταναλισκομένου ύδατος κ.λ.π., ενώ οι ως άνω πόροι της επιχείρησης χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκταση ύδρευσης και αποχέτευσης ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων από δάνεια (άρθρο 10 παρ. 1 και 2), ε) οι διατάξεις περί προστασίας δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχείρησης (άρθρο 8 παρ. 3), στ) το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων συμβάλλει με δωρεάν επιχορήγηση μέχρι ποσοστού 35% στις δαπάνες μελετών και κατασκευών των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των δημοτικών επιχειρήσεων και μέχρι του ύψους των εγκρινομένων κατ' έτος για το σκοπό αυτό πιστώσεων (άρθρο 13 παρ. 1), ζ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής, σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ. 1), η) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές - εκτιμητές, που διορίζονται από το γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους (άρθρο 18, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 4483/2018), θ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης, του τεχνικού προγράμματος έργων και για κάθε τροποποίησή του, για την αγορά και εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνσή τους με εμπράγματα βάρη, για τη σύναψη δανείων, για τις μελέτες, έργα και προμήθειες και ελέγχει τον ισολογισμό, απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό και ταμειακό έλεγχο από ορκωτούς λογιστές (άρθρο 20), ι) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις, γενικής παραδοχής, λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς, που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21), ια) τα από την επιχείρηση εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε προς τούτο αναγκαία ακίνητα απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες της, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 34) και ιβ) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης (άρθρο 25 παρ. 1).

Εξάλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114), το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" ορίζονται τα εξής : "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις ... 4.

Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ... "(άρθρο 252 παρ. 1, 4 και 5). "1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο .

Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής.

Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας, που έχουν πείρα ή γνώσεις, σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία.

Σε κάθε περίπτωση, η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.

Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη.

Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης ... "(άρθρο 255 παρ. 1, 2, 3, 4). "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού, κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού β.

Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες. γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής "(άρθρο 257 παρ. 1). "Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του "(άρθρο 259 παρ. 1 εδ.

α', όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 4071/2012). "1. Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2. .... 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4. ... 5.

Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων "(άρθρο 260 παρ. 1, 3 και 5). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.

Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια, που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:

α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.

Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες, με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, κατά ποσοστό 35%, από τις πιστώσεις της επιχείρησης, που εγκρίνονται κατ' έτος, για τον σκοπό αυτό.

Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δ.Ε.Υ.Α., ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της, είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων, για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.

Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας, δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των Δ.Ε.Υ.Α. είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους, με επαρκή, για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες, ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων, που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους, όπως αρχικά συνέβη με τους Ν. 3833 και 3845/2010 (Ολ.

Α.Π. 5/2022). Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς, σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό, από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα, ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας, δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των Δ.Ε.Υ.Α.

με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των Δ.Ε.Υ.Α. στα δημοσιονομικά μέτρα, που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης .

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει", στη φράση "Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.", που διαλαμβάνουν οι ως άνω νόμοι, αναφορικά με το ρυθμιστικό τους πεδίο, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.

Είναι δε αδιάφορο για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 (με τις οποίες το πρώτον έλαβε χώρα μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005), εάν οι επιχειρήσεις αυτές, τόσο κατά το ενωσιακό, όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το Μητρώο φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής .

Περαιτέρω, με τον Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015 "(ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011), προβλέφθηκε ανώτατο όριο για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα .

Ειδικότερα, προβλέφθηκε μισθολόγιο για τους απασχολούμενους στο με στενή έννοια δημόσιο τομέα, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α' 31/232/2012) ορίζεται ότι : "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής :

α) ... β) ... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι, κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής : α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι, κατά τον τελευταίο μήνα, πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3. ... 4.

Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού τους ...

εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...] 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α, με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο, που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο [...] 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65% "(το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 268, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ως άνω Ν. 4047/2012) ... 7.

Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 [...] 9.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους "Και με το άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι : "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".

Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Π.Σ.Α.) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο, σε σχέση με τις ρυθμίσεις των Ν. 3833 και 3845/2010, αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν ", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβαλομένων και των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν .

Τέλος, κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας "(ΦΕΚ Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012), ο οποίος στο άρθρο πρώτο, παρ.

Γ υποπαρ. Γ. 1, υπό τον τίτλο: "Μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", ορίστηκαν τα εξής: "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.

και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013 [...] 12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.ΤΑ., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010. [...] .

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4042/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν.4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο, στο πλαίσιο αυτό, για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 01-01-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και τα αναφερόμενα στην περ. 12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα, λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 και ενόψει του διέποντος αυτές νομοθετικού πλαισίου (ν. 1069/1980 και 3463/2006) προκύπτει ότι, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2 του ν. 3833/2010, 3 παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, ως και εκείνων των άρθρων 31 παρ. 1α, 3 και 4 του ν. 4024/2011, καθώς και στην περίπτωση 12 της υποπαρ.

Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, η εφαρμογή των οποίων συνιστά και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. (εν προκειμένω Δήμο Γρεβενών), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και, ως εκ τούτου, η γενομένη, κατ' εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (Ολ.

Α.Π. 5/2022, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 626/2021, Α.Π. 738/2020, Α.Π. 1097/2018) . Περαιτέρω, οι διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5, 22 παρ. 1-2, 23 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.).

Και αυτό διότι, αυτή καθ' εαυτή, η υπαγωγή του προσωπικού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης στο μισθολόγιο των άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (άρθρο 2 του ν. 1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλεται από την Ελληνική Κυβέρνηση στην παρούσα δημοσιονομική συγκυρία, για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και, σε κάποιες περιπτώσεις, αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ.

αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011).

Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών - που έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και ανήκουν στους Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης του - στις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011 και, στη συνέχεια, στις ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 (όπως άλλωστε και στις ρυθμίσεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2010), με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα, είτε μισθωτών, είτε αυτοαπασχολούμενων, κατέστησαν άνεργοι, σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα).

Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω κι αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν, όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (Ολ.

Α.Π. 1/2021) . Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας του ως άνω προσωπικού πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις (Ολ.

ΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1283/2012). Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1α, 3 και 4 του Ν. 4024/2011, καθώς και η διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η εφαρμογή ή μη των οποίων στο, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, προσωπικό της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης συνιστά αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2-3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1, αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών τους, σε σχέση με αυτή, που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ.

και τους ΟΤΑ, ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει (Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 738/2020, Α.Π. 1097/2018) . Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και τα λοιπά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, στην από 23-01-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/06-02-2014 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, εξέθεταν ότι απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στο δικόγραφό τους, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Γρεβενών, που έχει ως σκοπό την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην περιφέρεια του Δήμου Γρεβενών και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρα, το οποίο διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Ότι με τους νόμους 4024/2011 και 4093/2012 προέβη σε περικοπή των καταβαλλομένων αποδοχών τους, κατά τρόπο παράνομο και αντισυνταγματικό, καθώς η εναγόμενη δημοτική επιχείρηση δεν υπάγεται ούτε άμεσα, ούτε έμμεσα στο εφαρμοστικό πεδίο των νόμων αυτών, επιπλέον δε η μείωση αυτή των αποδοχών τους αντίκειται στο άρθρο 22 παρ. 2-3 του Συντάγματος (δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων), στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) .

Στη συνέχεια οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι, στην περίπτωση που κριθεί ότι οι αποδοχές τους υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4093/2012, η εγκύκλιος με αριθμ. πρωτ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 της Διεύθυνσης Μισθολογίου της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής, καθώς θα οδηγήσει σε υπερβολική απομείωση των ήδη μειωμένων αποδοχών τους και συγκεκριμένα δύο μειώσεις μία έως τις 31-12-2012, κατά ποσοστό 25%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 παρ.7, σε συνδυασμό με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν.4024/2011 και μία από 01-01-2013 αναδρομικά από 25%, κατ' εφαρμογή της περ. 12 της υπό παρ.

Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με την καταβολή των αποδοχών τους, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με την ισχύουσα για τα έτη 2011-2013 Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της Χώρας", η οποία ευρίσκετο σε καθεστώς μετενέργειας, καθώς δεν είχε καταγγελθεί και επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις αποδοχές τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τον τελευταίο μήνα μισθοδοσίας τους του μηνός Οκτωβρίου 2012 .

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015, εκδόθηκε η με αριθμό 19/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση με το σκεπτικό ότι η εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των ν.4024/2011 και 4013/2012 και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων, με την καταβολή σε αυτούς των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-10-2012.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μόνο κατά την κύρια βάση της αγωγής, μετά την άσκηση της από 17-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 36/24-11-2015 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 113/2017 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη .

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε ότι η αξίωση των εναγόντων [ήδη αναιρεσειόντων] τυγχάνει μη νόμιμη και η αγωγή τους απορριπτέα, με την αιτιολογία ότι η υπαγωγή τους στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 4024/2011 και 4093/2012, είναι επιτρεπτή.

Επομένως, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, στην κρίση ότι οι αναιρεσείοντες υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των εν λόγω μνημονιακών νόμων και περί συμβατότητας των νόμων αυτών με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο, δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, για πλημμέλειες εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βασίμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (Α.Π. 959/2019, Α.Π.1026/2019).

Η παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει τις βάσεις αυτές, συνιστά την από το άρθρο 559 αριθμό 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 886/2020, Α.Π. 1315/2014) . Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε, ως προς άλλη (κύρια ή) επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της άλλης κύριας, αλλά και της επικουρικής βάσης.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο, στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (Α.Π. 2039/2014 Α.Π. 1315/2014). Παραδεκτά δε προτείνεται ο λόγος αυτός στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ.

α' του ιδίου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της απόφασης, δεν υπήρχε στον χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού τότε που δικαζόταν η έφεση της εναγομένης, δεν είχε ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες, που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και να εξετάσει αίτηση που νόμιμα είχε υποβάλει με την αγωγή του .

Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις επικουρικές βάσεις και δέχθηκε την αγωγή κατά κάποια από τις κύριες βάσεις της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει την έφεση της εναγομένης, η οποία παραπονείται, γιατί έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, δίχως έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (Α.Π. 1026/2019, Α.Π. 1781/2017, Α.Π. 834/2008, Α.Π. 124/2007) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε, ως όφειλε, την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής τους. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγραφα και ιδίως από την ένδικη αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά παραπάνω αναφέρθηκε, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στήριξαν την αξίωσή τους σε δύο βάσεις, κύρια και επικουρική.

Ειδικότερα, δε, η επικουρική βάση της αγωγής συνδεόταν με το αίτημα των εναγόντων περί καταβολής των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31-10-2012, χωρίς δηλαδή να λάβει χώρα διπλή μείωση των αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή της περ.12 της υποπ.Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, όπως αντιθέτως διαλαμβανόταν σε σχετική ερμηνευτική εγκύκλιο της διεύθυνσης μισθολογίου της γενικής διεύθυνσης μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, την οποία εφάρμοσε το αναιρεσίβλητο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη με αριθμό 19/2015 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, χωρίς συνακόλουθα να προβεί στην εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής κρίνοντας ότι παρείλκε η έρευνα αυτής. Το Εφετείο, ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, μετά από έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία παραπονέθηκε για την παραδοχή της αγωγής, κατά την κύρια αυτής βάση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, χωρίς περαιτέρω να προχωρήσει, όπως όφειλε, μετά την απόρριψη της αγωγής, κατά την κύρια βάση της, στην έρευνα της επικουρικής, η οποία δεν είχε εξεταστεί πρωτοδίκως .

Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της αναίρεσης. Με βάση όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα όσον αφορά την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, η οποία δεν ερευνήθηκε.

Ωστόσο, με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, απορριπτέα και κατά την επικουρική βάση της. Ειδικότερα, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 29 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4024/2011, της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της με αριθμ. πρωτ. οικ. 2/85127/0022-22-11-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου της Διεύθυνσης Μισθολογίου της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, [η οποία δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά εξαντλεί την δεσμευτική ισχύ της μέσα στα πλαίσια της Διοίκησης, παρέχοντας οδηγίες και διευκρινίσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες, σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, με σκοπό την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή τους, μη ιδρύοντας επομένως αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ], είναι νόμιμη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη, ήταν, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (πρβλ.

Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 328/2022, Α.Π. 1097/2018) . Με βάση τα παραπάνω, κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, όχι μόνο ως προς την κυρία βάση αυτής, αλλά και ως προς την μη πρωτοδίκως ερευνηθείσα επικουρική αυτής βάση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ : "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση "Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση της απόφασης, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως .

Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν έφεσης της εναγομένης - εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και κατά την επικουρική βάση αυτής, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας και, για το λόγο αυτό, επιβάλλεται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε, να δικαστεί η κρινόμενη αγωγή από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση αυτής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων, λόγω των πολλαπλών νομικών ζητημάτων που αντιμετωπίστηκαν και διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ.

τελ. και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους δωδέκατο και δέκατο τρίτο των αναιρεσειόντων Σ. Τ. του Ε. και Χ. Π. του Σ. .

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 11/13-07-2018 και του παρόντος Δικαστηρίου 503/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 113/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς τους άνω αναιρεσείοντες .

Αναιρεί τη με αριθμό 113/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό .

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 23-01-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/06-02-2014 αγωγής, κατά την επικουρική αυτής βάση .

Απορρίπτει την αγωγή αυτή, κατά την επικουρική βάση της.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ