2040/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2040/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2040 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2040/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη - εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5. Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 6. Κ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 7. Π. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 8. Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., 9.Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 10. Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 11. Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 12.Ε. Ρ. του Π., χήρας Β. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγγελική Παπαδοπούλου.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 24/2016 Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 982, 983 και 1882 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, ότι η νομή, η οποία μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, τεκμαίρεται, όσο διατηρεί την κατοχή, ότι κατέχει στο όνομα του άλλου, ότι αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης και ότι έναντι του κληρονόμου, νομέας της κληρονομιάς θεωρείται επίσης και όποιος αποκτά με σύμβαση την κληρονομιά από το νομέα της.
Περαιτέρω, κατά μεν τα άρθρα 1045 και 1046 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία) και, εφόσον το έχει στη νομή του κατά την έναρξη και τη λήξη της χρονικής αυτής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, κατά δε τα άρθρα 1142, 1147 και 1162 του ίδιου Κώδικα, η προσωπική δουλεία της επικαρπίας η οποία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή, συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα τούτου να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα διατηρώντας ακέραιη την ουσία του, δικαιούμενος να το νέμεται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ7 ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Π. Γ. του Δ., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στις 16-5-1977. Αυτός κατέλιπε τη με αριθμό .../1976 δημόσια διαθήκη του, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αμαλιάδας Δ. Β. και δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό 41/23-6-1977 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, στην οποία όρισε τα εξής: "Την επικαρπίαν απάσης της κινητής και ακινήτου περιουσίας μου εξ οιουδήποτε συγκειμένης και οπουδήποτε κειμένης την αφήνω εις την σύζυγόν μου Β.
Γ. το γένος Χ. Ρ. και μετά τον θάνατο ταύτης η περιουσία μου αύτη να περιέρχεται εις το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών υπό τον όρον όπως εις τας δυο ενταύθα κειμένας ανωγείους οικίας μου θα στεγασθεί ο Υγιειονομικός Σταθμός ιδρυθησόμενος υπό του Υπουργείου τούτου εντός έτους από του θανάτου της συζύγου μου και όστις Υγιεινομικός Σταθμός εντός πενταετίας δέον να μετατραπή εις Κρατικόν Νοσοκομείον.
Εφ’ όσον δεν ιδρυθή το Νοσοκομείον το αρμόδιον Υπουργείον θα έχη το δικαίωμα προς συντήρησιν του Νοσοκομείου τούτου να εκποιή την υπόλοιπον περιουσιαν μου πλην των δύο ανωτέρω ανωγείων οικιών μου εις ας θα στεγάζεται το Νοσοκομείον ως προεκθέτω. Εις περίπτωσιν καθ’ ην το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών δεν ιδρύση και στέγαση εις τας άνω οικίας μου Υγιειονομικόν Σταθμόν εντός έτους από του θανάτου της συζύγου μου ή δεν μετατρέψη τον Υγιειονομικόν Σταθμόν εις Νοσοκομείον εντός πενταετίας από του θανάτου της συζύγου μου τότε άπασα η περιουσία μου κινητή και ακίνητος θα περιέρχεται εις τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους μου".
Τα ως άνω ακίνητα στα οποία αναφέρεται ο διαθέτης είναι τα επίδικα που βρίσκονται στο Δημοτικό ... και συγκεκριμένα: α) οικόπεδο εμβαδού 357,60 τ.μ., με παλιά λιθόκτιστη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο 75,18 τ.μ. και ανώγειο εμβαδού 75,18 τ.μ., καθώς και ισόγεια αποθήκη εμβαδού 14,74τ.μ., το οποίο συνορεύει...., και το οποίο περιήλθε στην κυριότητα....και β) οικόπεδο εμβαδού 405,84 τ.μ., με διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 216,31 τ.μ.
με ημιυπαίθριο χώρο εμβαδού 36,30 τ.μ., που έχει χωριστεί σε τέσσερα επί μέρους καταστήματα, καθώς και κατοικία πρώτου ορόφου εμβαδού 252,61 τ.μ., το οποίο συνορεύει
περιήλθε δε στο διαθέτη.... Με τη με αριθμό ...-1978 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αμαλιάδας Π. Τ. και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαλιάδας, στον τόμο ... με ..., η Β. χήρα Π. Γ., το γένος Χ. Ρ., ηλικίας τότε 77 ετών, αποδέχθηκε μέρος της κληρονομιάς του συζύγου της και συγκεκριμένα, όπως δήλωσε, αποδέχθηκε την επικαρπία επί του πρώτου εκ των δύο επίδικων ακινήτων, που περιγράφεται ως ανώγεια οικία με το πέριξ αυτής οικόπεδο, εμβαδού 150 τ.μ., ως περιελθόν στο σύζυγο της με το συμβόλαιο ανταλλαγής, ενώ σύμφωνα με τη δήλωση αποδοχής η ψυ\ή κυριότητα του ακινήτου περιήλθε με τη διαθήκη στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Με το με αριθμό ...5-1978 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου Π. Τ., Β. Γ. μονομερώς συμβαλλόμενη, δήλωσε ότι δωρίζει την άσκηση της επικαρπίας που περιήλθε σε αυτήν με την κληρονομιά του συζύγου της, επί του πρώτου των επιδίκων ακινήτων, στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, στο οποίο περιήλθε η ψιλή κυριότητα, υπό τους εξής όρους:
ότι η οικία θα χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του ιδρυθέντος στο ... Υγειονομικού Σταθμού, ότι η άσκηση της επικαρπίας θα γίνεται εφ’ όρου ζωής της επικαρπώτριας, μετά το θάνατο της οποίας θα γίνει το Υπουργείο κύριος του ακινήτου, ότι ο μικρός κήπος 25 τ.μ. που βρίσκεται στη δυτική γωνία του οικοπέδου θα καλλιεργείται από τη δωτήτρια, ότι το Υπουργείο θα μπορεί να κατασκευάζει οποιοδήποτε έργο στην οικία και στο οικόπεδο για να διευκολυνθεί η στέγαση του Υγειονομικού Σταθμού και ότι η αποδοχή της δωρεάς πρέπει να γίνει εντός έξι μηνών από τη σύνταξη του συμβολαίου.
Με τη με αριθμό .../4-11-1995 συμβολαιογραφική πράξη, που συνέταξε ο ίδιος συμβολαιογράφος, η Β. Γ., συμβαλλόμενη μονομερώς, προέβη σε ανάκληση της ανωτέρω δωρεάς ασκήσεως της επικαρπίας, διότι ο Υγειονομικός Σταθμός στεγαζόταν ήδη σε ιδιόκτητο κτίριο του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και δεν χρησιμοποιήθηκε το ακίνητο, ούτε ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθεί λόγω εγκαταλείψεως και φθορών.
Η δωρεά δεν αποδεικνύεται ότι έγινε αποδεκτή από το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο εντασσόταν το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, αφού το τελευταίο δεν είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Για το δεύτερο εκ των επιδίκων ακινήτων δεν αποδεικνύεται, ούτε γίνεται επίκληση σχετικού ισχυρισμού, ότι η Β. Γ. προέβη σε δήλωση αποδοχής της επικαρπίας που κατέλιπε με τη διαθήκη του ο σύζυγος της, καθώς και σε μεταγραφή τέτοιας δηλώσεως αποδοχής, ώστε να αποκτήσει το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας.
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε αποδοχή της ψιλής κυριότητας των δύο επιδίκων ακινήτων, που κατέλιπε σε αυτό ο διαθέτης Π. Γ. και σε μεταγραφή της αποδοχής, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ποτέ την ψιλή κυριότητα αυτών, η οποία τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση που αναφερόταν στη διαθήκη του θανόντος για ίδρυση και στέγαση Υγειονομικού Σταθμού εντός έτους από το θάνατο της συζύγου του και μετατροπή αυτού σε Νοσοκομείο εντός πενταετίας.
Οι ενάγοντες συνομολογούν με τις προτάσεις τους και με την έφεση τους ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε ρητή δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ισχυρίζονται όμως εσφαλμένως ότι εφόσον αυτό δεν προέβη ρητώς σε αποποίηση της κληρονομιάς, θεωρείται ότι την αποδέχθηκε σιωπηρώς, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι απέκτησε επ’ αυτών εμπράγματα δικαιώματα, τα οποία προστατεύονται έναντι τρίτων όπως και επί δημοσίων κτημάτων.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμω αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, διότι το Ελληνικό Δημόσιο εν προκειμένω θα αποκτούσε την ψιλή κυριότητα των επιδίκων μόνον εφόσον προέβαινε σε αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή αυτής, οπότε και τα επίδικα ακίνητα θα ήταν πλέον ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Η Β. Γ. απεβίωσε στις 16-2-1998, σε ηλικία 87 ετών και κατέλιπε τις με αριθμό ...1994 και .../1996 δημόσιες διαθήκες, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Π. Τ. και δημοσιεύθηκαν νομίμως από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Με την πρώτη κατέλιπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, στην οποία μνημόνευσε ειδικώς δύο αγροτεμάχια εμβαδού 15 και 1,250 στρεμμάτων στον εναγόμενο Χ.
Ρ., τέκνο του αποβιώσαντος αδελφού της Ε. Ρ., καθώς και στη σύζυγο του εναγομένου Ν. Ρ.. Με τη δεύτερη διαθήκη άφησε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της, καθώς και κάθε δικαίωμα της επί της πατρικής της οικίας στο ..., πρώην Δημοτικό Σχολείο (πρόκειται για το πρώτο εκ των επιδίκων ακινήτων), στον εναγόμενο ανηψιό της, διότι τη συντηρεί, την περιθάλπει και την περιποιείται και είναι ο πιο στενός συγγενής της.
Την ως άνω κληρονομιά αποδέχθηκε ο εναγόμενος με τη με αριθμό ...2008 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Μ. Χ., η οποία διορθώθηκε με τη με αριθμό .../2008 πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου ως προς την περιγραφή της οικίας, που μεταγράφηκαν νομίμως
Οι ενάγοντες, συγγενείς εξ αίματος του διαθέτη, πληροφορήθηκαν το περιεχόμενο της διαθήκης του Π. Γ. το έτος 2007 και, θεωρώντας ότι το Ελληνικό Δημόσιο εξέπεσε των δικαιωμάτων του επί των επιδίκων ακινήτων, λόγω πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, προέβησαν σε δηλώσεις αποδοχής της κληρονομιάς του απώτερου δικαιοπαρόχου τους, τις οποίες μετέγραψαν νομίμως.
Ειδικότερα εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Γ., κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν τα τέσσερα αδέλφια του Ι. Γ., Α. Γ. (Κ.), Π. Γ. και Σ. Γ. (Μ.) και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Γ., Δ. Γ. Ξ. Γ., Κ. Γ., Α. Γ., Π. Γ. και Β. Γ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά και υπεισήλθαν σε αυτήν κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου έκαστος εκ των αδελφών και 1/30 έκαστος εκ των ανηψιών.
Στις 18-1-2001 απεβίωσε στην Αμαλιάδα η Σ. Γ. σύζυγος Κ. Μ. (μητέρα των τεσσάρων πρώτων εναγουσών), χωρίς να αφήσει διαθήκη και χωρίς να έχει αποδεχθεί την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά, κατέλιπε δε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, που υπεισήλθαν στην κληρονομική της θέση επί του ως άνω ιδανικού μεριδίου της το σύζυγο της Κ.
Μ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του 1/5, δηλαδή σε ποσοστό 1/20 επί όλης της κληρονομιαίας περιουσίας και τις τέσσερις θυγατέρες της (τέσσερις πρώτες ενάγουσες κατά τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου του 1/5, δηλαδή σε ποσοστό 3/80 της κληρονομιάς εκάστη. Ακολούθως στις 22-2-2002 απεβίωσε στην Αθήνα ο Κ. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τις τέσσερις πρώτες ενάγουσες σε ποσοστό εκάστη, δηλαδή 1/80 εξ αδιαιρέτου εκάστη επί της κληρονομιάς.
Με τη με αριθμό .../4-6 2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι τέσσερις πρώτες ενάγουσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά, τόσο για λογαριασμό τους, όσο και για λογαριασμό των γονέων τους, το δε κληρονομικό δικαίωμα εκάστης ανέρχεται σε ποσοστό 4/80 ή 1/20 εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω, στις 20-3-1988 απεβίωσε στην Αθήνα ο αδελφός του διαθέτη, Ι. Γ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του από δεύτερο γάμο Δ. θυγατέρα Γ. Δ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του 1/5 ή 2/40 της κληρονομιάς και τα τέκνα του Δ. Γ. (πέμπτο ενάγοντα) ως νόμιμο τέκνο του από το δεύτερο γάμο του με την ανωτέρω Δ.
Δ. και Α. Γ., σύζυγο Κ. Λ., ως νόμιμο τέκνο του από τον πρώτο του γάμο με την Α. Β. κατά τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου του 1/5 ή 3/40 εξ αδιαιρέτου έκαστο τέκνο επί της ανωτέρω κληρονομιά. Ακολούθως, στις 2-12-1992 απεβίωσε στη ... η Δ. χήρα Ι. Γ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Δ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομική της θέση επί του ποσοστού της 1/20 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς Στις 15-7-2003 απεβίωσε στην Αθήνα χωρίς να αφήσει διαθήκη, η Α.
Γ. του Ι., σύζυγος Κ. Λ., χωρίς να έχει αποδεχθεί την επαχθείσα κληρονομιά και κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, στο ιδανικό της μερίδιο 3/40 του όλου, το σύζυγο της Κ. Λ. (6ο ενάγοντα) σε ποσοστό 1/4 και επί της κληρονομιάς κατά ποσοστό 6/320 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα της Π. Λ. και Α. Λ. (7ο και 8η των εναγόντων) κατά τα υπόλοιπα 3/4 και επί όλου κατά ποσοστό 9/320 εξ αδιαιρέτου έκαστο.
Με τη με ...4/10-6-2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Λ., που μεταγράφηκε νομίμως.... αποδέχθηκε ο πέμπτος ενάγων την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, τόσο για τον εαυτό του όσο και για λογαριασμό των ως άνω αποβιωσάντων κληρονόμων, των οποίων είναι καθολικός διάδοχος, κατά ποσοστό 5/40 εξ αδιαιρέτου της όλης κληρονομιάς.
Ομοίως, οι έκτος, έβδομος και όγδοη των εναγόντων, με τη με αριθμό .../23-12-2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα... , αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό των κληρονόμων δικαιοπαρόχων τους, κατά ποσοστό για τον έκτο ενάγοντα 6/320 εξ αδιαιρέτου, για τον έβδομο ενάγοντα 9/320 εξ αδιαιρέτου και για την όγδοη ενάγουσα 9/320 εξ αδιαιρέτου.
Στις 13-3-1992 απεβίωσε στην ... η Α. Γ. του Δ., σύζυγος Γ. Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της το σύζυγο της Γ. Κ. του Κ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ή 50/1000 της όλης κληρονομιάς και τα πέντε τέκνα της Ν. ( Ν.) Κ. σύζυγο Χ. Σ., Β. Κ., Θ. Κ. (ένατο ενάγοντα), Δ. Κ. (δέκατο ενάγοντα) και Δ. Κ. (ενδέκατη ενάγουσα) κατά τα υπόλοιπα 3/4 ή 30/1000 της κληρονομιάς.
Ακολούθως, στις 28-9-2005 απεβίωσε στην ... ο Γ. Κ. (σύζυγος της Α. Γ.) χωρίς να έχει αποδεχθεί την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά της συζύγου του και με τη με αριθμό .../9-3-2001 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νομίμως, με τα με αριθμό ... πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος κατέλιπε το άνω ιδανικό του μερίδιο στην κληρονομιά της συζύγου του στον υιό του Δ.
Κ. (δέκατο ενάγοντα), δηλαδή ποσοστό 50/1000 επί της κληρονομιάς. Στις 17-12-2005 απεβίωσε στην ... ο Β. Κ. του Γ., χωρίς διαθήκη και χωρίς να έχει αποδεχθεί την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά της μητέρας του Α. και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Ε. το γένος Π. Ρ. (δωδέκατη ενάγουσα) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή σε ποσοστό 15/1000 της κληρονομιάς και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου τα τέσσερα αδέλφια του Ν. ( Ν.) Κ., Θ.
Κ. (ένατο ενάγοντα) κατά ποσοστό 15/4000, Δ. Κ. (δέκατο ενάγοντα) κατά ποσοστό 15/4000 και Δ. Κ. (ενδέκατη ενάγουσα) κατά ποσοστό 15/4000. Με τη με αριθμό .../21-9-2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ένατος, δέκατος, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων, καθώς και η Ν. Κ. του Γ.
αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, τόσο για τον εαυτό τους, όσο και για λογαριασμό όλων των ανωτέρω αποβιωσάντων κληρονόμων-δικαιοπαρόχων τους και το ποσοστό τους ανέρχεται σε 33,75/1000 εξ αδιαιρέτου για το Θ. Κ. (ένατο ενάγοντα), σε ποσοστό 83,75/1000 εξ αδιαιρέτου για το Δ. Κ. (δέκατο ενάγοντα), σε ποσοστό 33,75/1000 για τη Δ.
Κ. (ενδέκατη ενάγουσα) και σε ποσοστό 15/1000 εξ αδιαιρέτου για την Ε. Ρ. χήρα Β. Κ. (δωδέκατη ενάγουσα). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1980 ο εναγόμενος ανέλαβε τη φροντίδα της 70 τότε ετών θείας του και έκτοτε άρχισε να νέμεται τα επίδικα ακίνητα, με την ανοχή της θείας του, η οποία έπαυσε να ασκεί οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις σε αυτά.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς το πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων η Β. Γ. είχε την πεποίθηση ότι είχε παραχωρήσει την άσκηση της επικαρπίας στο Ελληνικό Δημόσιο, με τη σχετική συμβολαιογραφική δήλωση, στην οποία είχε προβεί το έτος 1978, αλλά το Δημόσιο δεν προέβη σε άσκηση οποιαδήποτε διακατοχικής πράξεως, ενώ ως προς το δεύτερο ακίνητο αυτή δεν προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς και μεταγραφή της, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει την επικαρπία αυτού και το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε ομοίως διακατοχικές πράξεις.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί των εναγόντων, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και προβάλλονται με την υπό κρίση έφεση, ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε το έτος 1980 να επιληφθεί της νομής, διότι η νομή και η ψιλή κυριότητα των επιδίκων ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος του οποίου δεν μπορούσε να χρησιδεσπόσει και ότι η Β.
Γ. δεν μπορούσε να παραχωρήσει ή να μεταβιβάσει τη νομή των ακινήτων στον εναγόμενο, αφού αυτή είχε μόνον δικαίωμα επικαρπίας, είναι αβάσιμοι από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα ο εναγόμενος είχε τα κλειδιά των ακινήτων, στα οποία ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου. Συγκεκριμένα στο πρώτο από τα επίδικα ακίνητα ο εναγόμενος καλλιεργούσε οπωροκηπευτικά, φύτευσε δέντρα και χρησιμοποιούσε το προϋπάρχον κτίριο ως αποθήκη, για τα αγροτικά προϊόντα που παρήγαγε.
Μάλιστα το έτος 1988 έκτισε την ισόγεια αποθήκη εμβαδού 14 περίπου τ.μ., δίπλα στο υπάρχον κτίσμα και μετέφερε τη σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομα του, προσκομίζοντας υπεύθυνη δήλωση του αδειούχου εγκαταστάτη Χ. Χ., έκτοτε δε οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος εκδίδονταν στο όνομα του. Το έτος 2008 το κτίσμα υπέστη εκτεταμένες ζημίες από σεισμό και ο εναγόμενος αιτήθηκε στην αρμόδια Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων τη λήψη δανείου ως σεισμόπληκτος, προσκομίζοντας μάλιστα τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε με εντολή του ο πολιτικός μηχανικός Ε.
Μ.. Τελικώς δεν έλαβε το δάνειο λόγω της γραφειοκρατικής καθυστερήσεως και προέβη με δικές του δαπάνες στην κατεδάφιση του κτιρίου και στην ανέγερση ισόγειας αποθήκης εμβαδού 50 τ.μ., ενώ φύτευσε γκαζόν στον αύλειο χώρο και το χρησιμοποιεί έκτοτε για τις προσωπικές του ανάγκες. Στο δεύτερο ακίνητο, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει διώροφο κτίσμα, αποτελούμενο από ισόγειο, που έχει χωριστεί σε τέσσερα καταστήματα......
και πρώτο όροφο εμβαδού 252,61 τ.μ. Στο ακίνητο αυτό ο εναγόμενος παραχώρησε έναν αποθηκευτικό χώρο στην οικογένεια του Δ. Β., χωρίς μίσθωμα, τους επέτρεψε δε να τοποθετήσουν και διαφημιστική πινακίδα. Στο ίδιο κτίριο στεγάστηκαν τα γραφεία της Τοπικής Οργανώσεως του ..., κατόπιν παραχωρήσεως από τον εναγόμενο, που ήταν γραμματέας της, χωρίς μίσθωμα.
Επίσης στο ίδιο κτίριο στεγάστηκε από το έτος 1986 καφενείο της Α. Α., ενώ πριν από αυτήν το είχε μισθώσει κάποιος Σ. Κ.. Ο εναγόμενος επιμελήθηκε για την επισκευή του καταστήματος, ώστε να λειτουργήσει από την Α., ενώ από το έτος 1999 , που απεβίωσε ο σύζυγος της, ο εναγόμενος της παραχώρησε το κατάστημα χωρίς μίσθωμα, μέχρι το έτος 2006.
Ένα κατάστημα λειτούργησε ως εργαστήριο από τον υιό της μάρτυρος Ε. χήρας Η. Η.. Κατά καιρούς τα επιμέρους καταστήματα του ιδίου κτιρίου μισθώθηκαν από τον εναγόμενο σε τρίτους για να λειτουργήσουν ως πρακτορείο ΠΡΟΠΟ, σχολή καράτε, φροντιστήριο ξένων γλωσσών κλπ, κατόπιν σχετικών συμβάσεων μισθώσεως πού κατήρτισε ο εναγόμενος.
Επίσης ο εναγόμενος μεριμνούσε για την επισκευή των κτιρίων, καθώς και την καταβολή των φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Γενικώς όποιος ενδιαφερόταν για τα συγκεκριμένα κτίρια είτε για μίσθωση είτε για δωρεάν παραχώρηση απευθυνόταν στον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε ως κύριος αυτών και ουδέποτε υπήρξε ανάμιξη της Β.
Γ., η οποία το έτος 1980 ήταν ήδη μεγάλης ηλικίας και με τη "δωρεά" της επικαρπίας είχε αποξενωθεί από αυτά, ενώ στη συνέχεια, επειδή αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, εγκαταστάθηκε στην οικία του εναγομένου, ο οποίος την περιέθαλψε μέχρι το θάνατο της, με εξαίρεση το τελευταίο έτος πριν από το θάνατο της, που διέμενε στο Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων "...".
Η άσκηση διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου εκ μέρους του εναγόμενου διήρκησε τουλάχιστον είκοσι έτη, από το έτος 1980 έως το 2000, αλλά και μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2011. Το έτος 2005 δημοσιεύθηκαν στις τοπικές εφημερίδες διάφορα άρθρα που αναφέρονταν σε διαμάχη του Νοσοκομείου Αμαλιάδας και του εναγόμενου, σχετικά με τα επίδικα ακίνητα.
Το ζήτημα ήρθε στη δημοσιότητα με πρωτοβουλία πολιτικών προσώπων, αντιπάλου κόμματος από αυτό στο οποίο ανήκε ο εναγόμενος και έφθασε μέχρι τη Βουλή των Ελλήνων, για τις ευθύνες του Υπουργείου, που δεν αξιοποίησε το "κληροδότημα Γ.", στο .... Στα δημοσιεύματα υπήρξε εκτενής αναφορά ή και αυτούσια μεταφορά του περιεχομένου της διαθήκης του Π.
Γ. και η απάντηση του εναγομένου στους ισχυρισμούς του Νοσοκομείου ή των πολιτικών του αντιπάλων για την τύχη των επίδικων ακινήτων. Ειδικότερα ο εναγόμενος, ο οποίος σύμφωνα με τα δημοσιεύματα ήταν ένας εκ των κληρονόμων του (δεύτερου) επιδίκου ακινήτου, ως ανιψιός του ζεύγους Γ., δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η αξία του ακινήτου είναι μηδενική, ότι τα γραφεία της Τοπικής Οργανώσεως του ...
στεγάζονται εκεί τα τελευταία 20 έτη, ενώ ήταν εν ζωή η θεία του, ότι δεν υπάρχουν εισοδήματα από μισθώματα για να αποδοθούν στο Υπουργείο, αφού το γραφείο της Τ.Ο. δεν λειτουργεί παρά μόνον προεκλογικά και ότι εφόσον το κληροδότημα δεν χρησιμοποιήθηκε από το Υπουργείο εντός πενταετίας, όπως όριζε η διαθήκη, επανέρχεται στους κληρονόμους, το δε Υπουργείο δεν έχει πλέον καμία σχέση με αυτό και είναι ζήτημα των κληρονόμων τι θα γίνει με το κτίριο, οι οποίοι βρίσκονται μεταξύ τους σε διαδικασία διαχωρισμού.
Σε άλλο δημοσίευμα ο εναγόμενος ανέφερε ότι στο ένα ακίνητο στεγάστηκε προσωρινώς αγροτικό ιατρείο, ενώ ζούσε η θεία του, αλλά ουδέποτε μετατράπηκε σε νοσοκομείο και τελικώς το Κέντρο Υγείας στεγάστηκε σε νέο κτίριο που κατασκευάστηκε για το σκοπό αυτό, είναι δε πλέον αδύνατη η υλοποίηση των όρων της διαθήκης, αφού πρόκειται για ένα κτίριο κατασκευασμένο το έτος 1940, λιθόκτιστο, χωρίς τουαλέτα και αναγκαίες υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και εγκαταλήφθηκε νομικά και πραγματικά.
Επίσης ανέφερε ότι το γραφείο της τοπικής οργανώσεως του ... στεγάστηκε εκεί από την επικαρπώτρια θεία του και διατηρείται ακόμη με τη συναίνεση των εξ αδιαθέτου κληρονόμων Γ., μεταξύ των οποίων θεωρεί ότι περιλαμβάνεται και η θεία του, ως νόμιμη μεριδούχος και τα ακίνητα ανήκουν πλέον στους κληρονόμους, όποιος δε αμφισβητεί την εκδοχή αυτή μπορεί να καταφύγει στα δικαστήρια.
Περαιτέρω ο εναγόμενος επέδωσε στο ΝΠΔΔ "Γενικό Νοσοκομείο Αμαλιάδας" την από 27-9-2006 εξώδικη απάντηση, στην οποία ανέφερε τους όρους της διαθήκης του Π. Γ. και ότι η επικαρπώτρια δώρισε το δικαίωμα επικαρπίας στο Υπουργείο, αλλά αυτό δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την αξιοποίηση της περιουσίας μετά το θάνατο της Β.
Γ., με αποτέλεσμα να εκπέσει του δικαιώματος του και η περιουσία να περιέλθει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους. Όπως προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων και της εξώδικης απαντήσεως, η διαμάχη κατά το στάδιο εκείνο ήταν μεταξύ του Νοσοκομείου Αμαλιάδος και του εναγομένου, που εκμεταλλευόταν και διαχειριζόταν τα ακίνητα, καθώς και μεταξύ του τοπικού βουλευτή αντιπάλου κόμματος και του εναγομένου, που είχε συγκεκριμένη πολιτική ιδιότητα σε τοπικό επίπεδο.
Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος επιχειρούσε να αποδείξει ότι το Νοσοκομείο Αμαλιάδας και το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχαν κάποιο νόμιμο δικαίωμα επί των επιδίκων ακινήτων, διότι σε κάθε περίπτωση είχαν εκπέσει των δικαιωμάτων τους, που σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης θα περιέρχονταν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, οι οποίοι μάλιστα κατά το χρονικό εκείνο σημείο δεν είχαν αποδεχθεί την κληρονομιά και συνεπώς δεν είχαν αποκτήσει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα σ’ αυτήν.
Συνεπώς δεν είχε κάποιον λόγο να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι ο ίδιος εκμεταλλευόταν τα ακίνητα ως δικά του, αφού αυτό δεν ήταν αναγκαίο, ενώ θα γινόταν πιο έντονη η πολική αντιπαράθεση. Ούτε αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο κινήθηκε δικαστικώς σε βάρος του εναγομένου για την αναγνώριση εμπράγματος δικαιώματος και την απόδοση των ακινήτων, ώστε να προβάλει ο τελευταίος δικαίωμα ιδίας κυριότητας.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος κατά τα έτη 2005 και 2006, με τις ανωτέρω δηλώσεις του στον τύπο και με την εξώδικη απάντηση, προέβη σε εξώδικη ομολογία για την ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του ιδίου και αναγνώριση της συγκυριότητας αυτών είναι αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Άλλωστε, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, μεταξύ των στοιχείων της χρησικτησίας είναι η πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης αυτού, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα ότι έχει και την κυριότητα αυτού.
Από τις ένορκες δε βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι ενάγοντες των Α. Α. και Α. συζύγου Κ. Μ., οι οποίοι κατοικούν σε άλλους οικισμούς του ..., πλησίον του οικισμού ...υ, δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν ασκούσε πράξεις νομής στα επίδικα, επί είκοσι τουλάχιστον έτη, αφού οι μάρτυρες αυτοί περιορίζονται να αναφέρουν ότι υπήρχε πεποίθηση όλων των κατοίκων της περιοχής ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως παραδέχθηκε στον τοπικό τύπο ο εναγόμενος και μετά το έτος 2005 οι κληρονόμοι έμαθαν για τη διαθήκη και τους όρους της.
Ωστόσο η τελευταία μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος βοηθούσε τη θεία του στη διαχείριση των ακινήτων και σε διάφορες εργασίες, αλλά θεωρεί ότι το έκανε για να τη βοηθήσει και όχι για δικό του λογαριασμό. Τα ίδια κατέθεσε και η πρώτη ενάγουσα, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο εναγόμενος βοηθούσε τη θεία του στη διαχείριση των ακινήτων.
Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, η ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που προέβαλε ο εναγόμενος νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι καταλύθηκε η κυριότητα επί των επιδίκων, πριν οι ενάγοντες αποδεχθούν και μεταγράψουν την αποδοχή κληρονομιάς, επειδή αυτός νεμήθηκε τα επίδικα επί είκοσι τουλάχιστον έτη από το έτος 1980 έως το 2000, είναι βάσιμη από ουσιαστική άποψη".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και αναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και αφετέρου διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά τη νομότυπη αποδοχή της επικαρπίας του πρώτου εκ των δυο επιδίκων από την Β.
Γ., τη συμβολαιογραφικώς γενομένη από εκείνη προς το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών δωρεά, υπό όρους, ενάσκησης της επικαρπίας επί του, ως άνω, ακινήτου και την εν συνεχεία ανάκληση της δωρεάς, το ανάποδεικτο της νομότυπης αποδοχής της ψιλής κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο, την αδράνεια της Β.
Γ. να προβεί σε αποδοχή της επικαρπίας του δευτέρου επιδίκου ακινήτου, την από το έτος 1980 έναρξη της άσκησης νομής από τον αναιρεσίβλητο επί αμφοτέρων των επιδίκων ακινήτων, με την, προϋποθέτουσα γνώση, ανοχή της θείας του Β. Γ. και τη συμπλήρωση του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου για την από εκείνον απόκτηση της κυριότητας τούτων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ως εκ τούτου ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007) ή αν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 321/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 145/2014).
Με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, αιτιώνται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός δεν επαναφέρθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην κατ’ έφεση δίκη, αλλά με την ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων της στις προτάσεις της κατ’ έφεση δίκης, χωρίς ο αναιρεσίβλητος να επικαλεσθεί λόγο παραδεκτού της προβολής της το πρώτον ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ (ως ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο αν ο περί απαραδέκτου σχετικός, ως άνω, ισχυρισμός προτάθηκε νομοτύπως ενώπιον του Εφετείου, με την προσθήκη των προτάσεων των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 238 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ (ως ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα τους (άρθρα 176, 183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2016 αίτηση των 1) Κ. Μ. του Κ., 2) Α. Μ. του Κ., 3) Δ. Μ. του Κ., 4) Α. Μ. του Κ., 5) Δ. Γ. του Ι., 6) Κ. Λ. του Π., 7) Π. Λ. του Κ., 8) Α. Λ. του Κ., 9) Θ. Κ. του Γ., 10) Δ. Κ. του Γ., 11) Δ. Κ. του Γ. και 12) Ε. Ρ. του Π., χήρας Β. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 24/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ