Legislator Case Law & Legislation
2040/2010 AI generated

2040/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2040/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2040/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Να συνταχθεί έκθεση εφέσεως στην οποία να αναφέρονται οι παραπάνω λόγοι και να επισυναφθεί το παρόν τηλεγράφημα". Υπό το άνω περιεχόμενο της έφεσης του Εισαγγελέα, προβάλλεται ως λόγος εφέσεως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που ετέθησαν υπόψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δια αυτής ζητείται η καταδίκη του αναιρεσείοντος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας του βιασμού, για την πράξη της κατάχρησης σε ασέλγεια.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2040 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2040/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση

του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 153,156 και 157/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 751/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση, που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικά, προκειμένου για έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν.2408/ 1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων συνιστά μεν λόγο εφέσεως, πρέπει όμως να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση αυτών των αποδείξεων.

Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και ειδικότερα εγγράφων, που δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν, ώστε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΠ 2378/ 2007). Όταν η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει αιτιολογημένη και τη δέχεται τυπικά και στη συνέχεια προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης ενώ έπρεπε ως αναιτιολόγητη να την απορρίψει ως απαράδεκτη, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και έτσι ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με την 234- 235/ 2004 απόφαση του ΜΟΔ Θηβών ο αναιρεσείων αθωώθηκε της πράξεως του βιασμού κατά πλειοψηφία. Κατά της απόφασης αυτής, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών άσκησε την υπ' αριθ. 21/ 2004 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 153, 156,157/ 2010 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της πράξεως της κατάχρησης σε ασέλγεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική.

Το περιεχόμενο της εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "δηλώνουμε ότι ασκούμε έφεση ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 2 και 486 ΚΠΔ κατά της με αριθ. 234 /1-6-2004 αποφάσεως του ΜΟΔ Θηβών, γιατί το δίκασαν δικαστήριο από εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κακή εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, κήρυξε τον κατηγορούμενο Χ αθώο κατά πλειοψηφία, της πράξεως του βιασμού, ενώ έπρεπε, συνεκτιμώντας ορθά τα ανωτέρω να μεταβάλλει επιτρεπτώς την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία σε κατάχρηση σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ. 1 ΠΚ) και να τον κηρύξει ένοχο ταύτης.

Ειδικότερα από τα στοιχεία της δικογραφίας και δη από τις καταθέσεις της παθούσης Ψ σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου καθώς και την από 15-9-2000 ιατροδικαστική έκθεση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος την 20-8-2000 οδήγησε την παθούσα στην οικία του όπου ήλθε μετ' αυτής σε εξώγαμη συνουσία. Και ναι μεν δεν άσκησε για την επίτευξη του σκοπού αυτού σωματική βία, πλην όμως εκμεταλλεύτηκε την ανικανότητα της παθούσας προς αντίσταση, αφού η τελευταία έπασχε από ψυχωσική διαταραχή και ελάμβανε ειδική φαρμακευτική αγωγή (βλ.

το από 31-3-2003 ιατρικό σημείωμα του ΓΝ ... και ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού Γ) συνεπεία της οποίας πάθησης η ικανότητά της να αντισταθεί ήταν μηδενική, γεγονός το οποία ο κατηγορούμενος εγνώριζε λόγω της φιλικής σχέσης που είχε με την παθούσα και την οικογένεια της. Η προπεριγραφείσα ως εκ τούτου συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετεί πλήρως υποκειμενικά και αντικειμενικά το κακούργημα της κατάχρησης σε ασέλγεια (άρθρο 338 παρ. 1 ΠΚ) και ως εκ τούτου έδει το δίκασαν δικαστήριο να μεταβάλει επιτρεπτά την κατηγορία του και να τον κηρύξει ένοχο ταύτης.

Να συνταχθεί έκθεση εφέσεως στην οποία να αναφέρονται οι παραπάνω λόγοι και να επισυναφθεί το παρόν τηλεγράφημα". Υπό το άνω περιεχόμενο της έφεσης του Εισαγγελέα, προβάλλεται ως λόγος εφέσεως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που ετέθησαν υπόψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δια αυτής ζητείται η καταδίκη του αναιρεσείοντος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας του βιασμού, για την πράξη της κατάχρησης σε ασέλγεια.

Προκειμένου όμως ο εκκαλών Εισαγγελέας να σχηματίσει τη γνώμη ότι συντρέχει λόγος άσκησης έφεσης κατά της άνω αθωωτικής απόφασης του ΜΟΔ Θηβών έλαβε υπόψη του, εκτός των αναφερομένων αποδείξεων που είχαν τεθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και έγγραφα τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου εκείνου και δεν είχαν αναγνωσθεί.

Συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του, προκειμένου να σχηματίσει τη γνώμη του ότι η πολιτικώς ενάγουσα Ψ έπασχε από ψυχωσική διαταραχή και ελάμβανε ειδική θεραπευτική αγωγή, και ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού Γ συνεπεία της οποίας (πάθησης) η ικανότητα της να αντισταθεί στην εξώγαμη συνουσία με τον αναιρεσείοντα κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν μηδενική κατά την έφεση.

Από την επισκόπηση όμως των πρακτικών της πρωτόδικης απόφασης δεν προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού Γ. Έτσι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και ειδικότερα εγγράφων, αφού τέτοιας ιατρικές γνωματεύσεις ούτε προσκομίστηκαν ούτε αναγνώστηκαν πρωτοδίκως.

Η μνεία των ιατρικών τούτων γνωματεύσεων ασφαλώς υποδηλώνει τη διαμόρφωση της γνώμης του εκκαλούντος Εισαγγελέως περί της άνω μηδενικής ικανότητος της Ψ αφού και από τις γνωματεύσεις αυτές προκύπτει κατά την έφεση ότι αυτή έπασχε από την άνω νόσο. Κατά συνέπεια, οι ιατρικές αυτές γνωματεύσεις, εφόσον δεν αναγνώσθηκαν πρωτοδίκως, αποκλείουν τη δημιουργία λόγου εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και παρεπόμενος καθιστούν την έφεση του Εισαγγελέως μη ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτεί το άρθρο 386 παρ. 3 ΚΠΔ.

Έτσι, με το να δεχθεί τυπικά την έφεση αυτή το άνω Δικαστήριο ουσίας (ΜΟΕ Αθηνών) και να προχωρήσει στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ, λόγω του αναιτιολόγητου της εφέσεως, έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, την οποία δεν είχε και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Η' ΚΠΔ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο, λόγω του αναιτιολόγητου έπρεπε να απορριφθεί η έφεση του Εισαγγελέως ως απαράδεκτη δια τον άνω λόγο, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση λόγω του ότι, ελλείψει εγκύρου εφέσεως, δεν υφίσταται στάδιο ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης και παραμένει πλέον σε ισχύ η πρωτόδικη αθωωτική απόφαση (ΑΠ 1329/2006, 2378/2007 βλ.

ανωτ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 153, 156, 157/ 2010 απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ