Legislator Case Law & Legislation
2040/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on personal injury damages, upholding five-year statute of limitations for future lost earnings.

Case Number 2040/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding personal injury compensation. The appellant argued that the claim for future lost earnings was barred by the five-year statute of limitations, while the lower court found the injury's consequences predictable and the claim substantively unfounded. The Court rejected the appeal, ruling that the statute of limitations applies to future lost earnings and that the lower court's reasoning regarding the predictability of the injury's progression was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 929, 298 of the Civil Code; Article 937 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The five-year statute of limitations for personal injury claims applies to future lost earnings, and an appeal challenging the application of this limitation based on the predictability of the injury's progression is inadmissible if the lower court's factual findings are supported by evidence.

Keywords

AI generated
statute of limitations future lost earnings personal injury damages predictability of injury Civil Code provisions appeal dismissal medical prognosis

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 929 and 298 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Articles 250(17), 251 and 253 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2040 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2040/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE AAE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NORDSTERN COLLONIA HELLAS", που έδρευε στην Αθήνα και 3. ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε." που εδρεύει στη ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19 Απριλίου 1999, 23 Ιουνίου 1999, 19 Νοεμβρίου 1999, 18 Φεβρουαρίου 2000, 21 Φεβρουαρίου 2000, 9 Απριλίου 2002 και 9 Ιουλίου 2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3882/2001 μη οριστική και 837/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6177/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουλίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 298 του Α.Κ. προκύπτει, ότι αυτός, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), διότι, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 937 εδ. α΄ του Α.Κ., η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Επομένως, και η απαίτηση για το διαφυγόν κέρδος εκείνου, ο οποίος υπέστη βλάβη του σώματος ή της υγείας του, υπόκειται στην ως άνω πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε, που ο παθών έμαθε τη ζημία του αυτή και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Οι διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 251 και 253 του Α.Κ. σύμφωνα με τις οποίες οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών και κάθε άλλης παροχής, που επαναλαμβάνεται περιοδικά, παραγράφονται σε πέντε χρόνια, η παραγραφή δε αυτή αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δεν έχουν εφαρμογή στην απαίτηση του υποστάντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του για μελλοντική απώλεια εισοδήματος, αφού δεν πρόκειται για αξίωση μισθών ή επαναλαμβανομένης περιοδικά παροχής, αλλά για απαίτηση αποζημιώσεως, η οποία δεν έχει εκ των προτέρων ορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου κι έτσι δεν αποτελεί επαναλαμβανόμενη παροχή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 250 αρ. 17 του Α.Κ.

Περαιτέρω, παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα έννοιας διαφορετικής από την αληθινή ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με τη μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα, που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του.

Εξάλλου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως κι έτσι ιδρύεται η εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και όταν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Ενόψει των προεκτεθέντων, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι η ασκηθείσα με την από 9.7.2003 αγωγή της αναιρεσείουσας απαίτηση για τη μελλοντική αποθετική της ζημία, που υπέστη εξαιτίας των βλαβών του σώματός της, που προκλήθηκαν από τον τραυματισμό της στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και η οποία συνίσταται στην απώλεια του εισοδήματός της κατά το χρονικό διάστημα από 1.1 έως 11.4.2005 από την εργασία της, την οποία κατά τη συνήθη πορεία θα παρείχε, εάν δεν είχε υποστεί τις σωματικές αυτές βλάβες, υπόκειται στην κατά το άρθρο 937 εδ.

α΄ του Α.Κ. πενταετή παραγραφή, που αρχίζει αφότου η παθούσα αναιρεσείουσα έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση και όχι από το τέλος του έτους, που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη κατά τα άρθρα 251 και 253 του Α.Κ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 εδ. α΄ του Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώνεται το ζημιογόνο γεγονός, με οποιαδήποτε μορφή ζημίας, θετικής ή αποθετικής, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, παρούσα και μέλλουσα, εάν αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Αρχίζει δε η παραγραφή της αξιώσεως αυτής, η οποία είναι πενταετής, από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό, που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή. Από τότε τρέχει ο χρόνος της παραγραφής για όλες, επελθούσες και μέλλουσες, ζημίες, εκτός από εκείνες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Για τις τελευταίες αυτές ζημίες, που οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, συνδέοντας όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξελίξεως της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα, αναφορικά με τον τραυματισμό της αναιρεσειούσης κατά το αυτοκινητικό ατύχημα και τις συνεπείας αυτού ένδικες αξιώσεις αποζημιώσεώς της, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον μέρος, πραγματικά περιστατικά: "...αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο ..... , όπου διαπιστώθηκε, ότι είχε υποστεί κάταγμα 4ης πλευράς αρ., κάταγμα κοτύλης αρ.

με εξάρθρημα του ισχίου. Της έγινε ανάταξη του ισχίου και την επομένη μέρα μεταφέρθηκε, με δική της βούληση, στο Νοσοκομείο .... όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί και ενδοαρθρικό κάταγμα λεκάνης αρ., το οποίο ήταν συντριπτικό και επεκτεινόταν εντός του ισχίου. Αντιμετωπίσθηκε με οστεοσύνθεση του οπισθίου τοιχώματος της κοτύλης και της λεκάνης και νοσηλεύθηκε εκεί μέχρι τις 25.8.1998, οπότε εξήλθε με βακτηρίες μασχάλης και οδηγίες για επανεξέταση μετά από δύο μήνες και τη σύσταση για παρακολούθηση, αναγκαίως, επί τρία χρόνια για το ενδεχόμενο νέκρωσης της κεφαλής του μηριαίου αριστερά.

Κατά την επανεξέταση της στις 8.10.1998 και 4.12.1998 κρίθηκε ανίκανη για εργασία για τρείς (3) μήνες κάθε φορά. Στις 22.3.1999, που εξετάστηκε από τον ιατρό .... της υγειονομικής υπηρεσίας του ΙΚΑ, διαπιστώθηκε ότι βάδιζε με πόνο και δυσχέρεια, με χωλότητα του αρ. σκέλους. Στις 14.10.1999, που εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου ....

διαπιστώθηκε ότι είχε μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα του ισχίου αριστερά, επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του ισχίου και ιδίως της απαγωγής και βάδιζε με χωλότητα. Διεγνώσθη δε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα περαιτέρω βελτίωσης, αντιθέτως η οστεοαρθρίτιδα με το χρόνο θα επιδεινωθεί και θα χρειαστεί αρθροπλαστική του ισχίου, η οποία (αρθροπλαστική) έχει περιορισμένο χρόνο ζωής και πιθανόν να χρειαστεί και άλλη επέμβαση μετά από 10-15 χρόνια.

Στις 12.1.2001 εξετασθείσα στο ίδιο νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι είχε αναπτυχθεί στο ενδοαρθρικό κάταγμα του αριστερού ισχίου μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα, συνεπεία της οποίας στις 20.3.2001 υποβλήθηκε στο άνω νοσοκομείο σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής για την αντιμετώπισή της, νοσηλευθείσα μέχρι τις 6.4.2001, οπότε εξήλθε και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια, για αποχή από την εργασία της 4 μήνες.

Στη συνέχεια αυτή μετά την ολική αρθροπλαστική παρουσίαζε άλγος κατά τη βάδιση και στήριξη με εύκολη κόπωση, γιαυτό της συστήθηκε να κάνει χρήση βακτηρίας. Από ακτινολογικό έλεγχο δε, στον οποίο υποβλήθηκε, διαπιστώθηκαν εξοστώσεις περί την άρθρωση, πώρωση του κατάγματος της κοτύλης, ανάπτυξη πέραν των εξοστώσεων και αρθρίτιδος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 133/2002 απόφαση της Α΄/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ αυτή κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 55% για το από 28.2.2002 μέχρι 27.2.2004 χρονικό διάστημα. Στις 11.6.2002, λόγω πόνων στο αριστερό της γόνατο υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και διαγνώσθηκε ότι έπασχε από στένωση μεσαρθρίου διαστήματος έσω του αριστερού γόνατος.

Ακολούθως λόγω πόνων στη σπονδυλική στήλη υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία Ο.Μ.Σ.Σ. και διαγνώσθηκε, στο 02-03 μεσοσπονδύλιο διάστημα μικρό "bulging του μεσοσπονδυλίου δίσκου, στο 03-04 μεσοσπονδύλιο διάστημα ευμεγέθης κεντρική πλάγια κήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου με πίεση ενδοκαναλικά, στις 04-05 μεσοσπονδύλιο διάστημα κεντρική προβολή του δίσκου με σχετική πίεση επί του σάκκου και μικρού βαθμού σκλήρυνση της δεξιάς ιερολαγονίου άρθρωσης.

Τελικά με την 113/2003 απόφαση της Α΄/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε ανίκανη σε ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 12.4.2002 μέχρι 11.4.2005 λόγω όλων των παραπάνω παθήσεων της, συνεπεία των οποίων αυτή έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία (δυσχέρεια βάδισης). Περαιτέρω όσον αφορά την από 19.4.1999 αγωγή αποδεικνύεται ότι: ....Η ενάγουσα με την ίδια....αγωγή της ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας της ανικανότητάς της προς άσκηση της ίδιας εργασίας, που έκανε πριν από τον τραυματισμό της, απώλεσε το ποσό των 28.125 δρχ.

το μήνα από 20.10.1998, που αφορούσε αμοιβή για υπερεργασία, που πραγματοποιούσε κάθε μήνα, πριν από τον τραυματισμό της. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό αυτό τη δεύτερη μέρα κάθε μήνα από 20.10.1998, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για το μέχρι την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα και από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής για τις υπόλοιπες μηνιαίες δόσεις χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο.

Το κονδύλιο αυτό της αγωγής για το μέχρι την άσκηση αυτής χρονικό διάστημα είναι επαρκώς ορισμένο, ενώ για τον υπόλοιπο μη προσδιοριζόμενο συγκεκριμένα χρόνο είναι αόριστο. Η εκκαλούμενη απόφαση που το απέρριψε το κονδύλιο αυτό ως εξ ολοκλήρου αόριστο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της ενάγουσας ως βασίμου, εν μέρει, και από ουσιαστική άποψη να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τούτο και να ερευνηθεί στην ουσία του το εν λόγω κονδύλιο. Από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα αποδεικτικά στοιχεία και ιδία από την από 21.3.2002 βεβαίωση του εργοδότη της "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε." δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα πραγματοποιούσε υπερεργασία πριν το ατύχημα, για την οποία αμειβόταν με το παραπάνω ποσό μηνιαίως. Άλλο αποδεικτικό στοιχείο (όπως φορολογική δήλωση, αναλυτική βεβαίωση αποδοχών, αποδείξεις πληρωμής κ.λ.π.) δεν προσκομίζει η ενάγουσα.

Συνεπώς το κονδύλιο αυτό της αγωγής πρέπει ν΄ απορριφθεί, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένο, ως ουσιαστικό αβάσιμο...Όσον αφορά τις αξιώσεις, που περιλαμβάνονται στην από 9.4.2002 αγωγή της ίδιας ενάγουσας αποδεικνύονται τα εξής:....Επίσης το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 90.000 ευρώ για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της και δη από την επικαλούμενη επέμβαση της ολικής αρθροπλαστικής του ισχίου της στις 20.3.2001, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Διότι η παραπάνω εξέλιξη της υγείας της δεν ήταν απρόβλεπτη και αιφνιδία, αλλά αναμενόμενη εξέλιξη και προβλεπτή από την αρχή του τραυματισμού της (βλ. υπ΄αριθ. Β/50328/14.10.1999 και Β/5/5687/19.5.2000 βεβαιώσεις του νοσοκομείου........) και η οποία λήφθηκε υπόψη κατά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της, στην πρώτη από 19.4.1999 αγωγή της...Τέλος, όσον αφορά την από 9.7.2003 αγωγή της ίδιας παραπάνω ενάγουσας:

Με την αγωγή αυτή, η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ζητεί να επιδικαστεί σ΄ αυτήν α) το ποσό των 60.000 ευρώ, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση και β) το ποσό των 60.000 ευρώ επίσης, για πρόσθετη αυτοτελή, με βάση το άρθρο 931 Α.Κ, αποζημίωση πέραν και επί πλέον των ποσών που ζήτησε για τις ίδιες αιτίες με τις προηγούμενες, πιο πάνω, αγωγές της, επικαλούμενη απρόβλεπτη δυσμενή επιδείνωση της υγείας της και αύξηση της εξ αυτής αναπηρίας της.

Τα αιτήματα αυτά, όμως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ΄ ουσίαν, δεδομένου ότι οι συνέπειες και η εξέλιξη της υγείας των ήταν προβλεπτές και είχαν πράγματι προβλεφθεί από τους θεράποντες ιατρούς της, από την αρχή του τραυματισμού της ή τουλάχιστον από τις 14.10.1999, όπως και πιο πάνω αναφέρεται και όχι απρόβλεπτες και αιφνίδιες, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση επί πλέον ποσού από αυτό που ζήτησε με τις προηγούμενες αγωγές της, αφού από την παραπάνω ημερομηνία τουλάχιστον (14.10.1999) είχε προβλεφθεί από τους θεράποντες ιατρούς, ότι δεν υπήρχε πιθανότητα βελτίωσης της υγείας της, μετά την πρώτη επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, αλλ΄ αντιθέτως η οστεοαρθρίτιδα με το χρόνο θα επιδεινωνόταν και θα χρειαζόταν ολική αρθροπλαστική του ισχίου.

Εξάλλου όσον αφορά την εμφάνιση αρθρίτιδας στο αριστερό γόνατο και την οσφυαλγία που επικαλείται και αυτές οι παθήσεις είναι μετατραυματικές, προβλεπτές και αναμενόμενες κατά τους κοινούς κανόνες, συνέπειες του αρχικού τραυματισμού της και όχι απρόβλεπτη αιφνίδια επιπλοκή της υγείας της, μη αναμενόμενη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων...

Στην προκειμένη περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη από 9.7.2003 αγωγή αξιώσεις της ενάγουσας στηρίζονται σε αδικοπραξία και συγκεκριμένα σε σωματική βλάβη από αμέλεια των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, που υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, κατ΄ άρθρο 937 Α.Κ. και 111 παρ. 3 Π.Κ. Το ένδικο ατύχημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα ο τραυματισμός της ενάγουσας, η οποία υπέστη τις παραπάνω περιγραφόμενες σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων υποβλήθηκε σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις, με τις περιγραφόμενες εξελίξεις και με μετατραυματικές συνέπειες, οι οποίες ήταν προβλεπτές και αναμενόμενες από την αρχή, λόγω του είδους και της έκτασης του τραυματισμού της και συνεπώς οι ζημίες της, που διαλαμβάνονται στην αγωγή δεν οφείλονται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη δυσμενή εξέλιξη της σωματικής της βλάβης, συνέβη στις 24.6.1998.

Συνεπώς, οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας γεννήθηκαν από τότε που έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης για όλη τη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννιέται εξακολουθητικώς, εφόσον η αγωγή αυτή κοινοποιήθηκε στους πρώτο, δεύτερο και πέμπτη από τους εναγομένους στις 15.9.2003 και 23.7.2003 υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή έναντι των εναγομένων αυτών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι και η διαλαμβανόμενη στην ως άνω από 9.7.2003 αγωγή απαίτηση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη κατά το χρονικό διάστημα από 1.1. έως 31.4.2005, λόγω της εκ των βλαβών του σώματος και της υγείας αδυναμίας της να ασκήσει την προ του ατυχήματος εργασία της, υπέκυψε σε παραγραφή και απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που στρεφόταν και κατά των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο παραπονείτο για την όμοια αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του προβλεπτού της ζημίας από το χρόνο του ατυχήματος και την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της ένδικης απαιτήσεως αποζημιώσεως για μελλοντική αποθετική ζημία από το χρόνο αυτόν, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αφενός μεν του αποδεικτικού πορίσματος, ότι οι περιγραφόμενες σωματικές βλάβες και μετατραυματικές εξελίξεις της υγείας της αναιρεσείουσας ήταν προβλεπτές και αναμενόμενες από το χρόνο του αυτοκινητικού ατυχήματος, ήτοι από τις 24.6.1998 και ότι η ως άνω ένδικη ζημία της δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη δυσμενή εξέλιξη των αρχικών σωματικών βλαβών της, αφετέρου δε των παραδοχών α) ότι οι θεράποντες γιατροί, μετά την υποβολή της αναιρεσείουσας σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής, της χορήγησαν άδεια αποχής για ορισμένα χρονικά διαστήματα και δη από 6.4.2001 έως 5.8.2001, από 28.2.2002 έως 27.2.2004 και από 12.4.2002 έως 11.4.2005, β) ότι η απαίτηση αποζημιώσεως για απώλεια, εξαιτίας του τραυματισμού της, αμοιβής από υπερεργασία, που άσκησε η αναιρεσείουσα με προηγούμενη αγωγή, ήταν νόμιμη αλλά κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, γ) ότι στις 11.6.2002 διαγνώστηκαν οι περιγραφόμενες βλάβες στο αριστερό γόνατο και στη σπονδυλική της στήλη και δ) ότι τελικά με την 113/2003 απόφαση της Α΄/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε η αναιρεσείουσα ανίκανη προς εργασία σε ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 12.4.2002 έως 11.4.2005.

Επίσης δεν υπάρχει ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης όσον αφορά το αυτό ως άνω ουσιώδες ζήτημα, αφού παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού. Κατά συνέπεια, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινομένης αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τις αυτές ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες, ψέγεται το Εφετείο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 937 εδ. α΄ του Κ.Πολ.Δ., διότι, καίτοι δέχθηκε ότι οι συνέπειες και η εξέλιξη της υγείας της αναιρεσείουσας ήταν προβλεπτές και είχαν προβλεφθεί από τους θεράποντες γιατρούς της τουλάχιστον από τις 14.10.1999 και ότι η άσκηση της αγωγής έλαβε χώρα στις 15.9.και 23.7.2003, εντούτοις έκρινε ότι η ως άνω επίμαχη αγωγική απαίτηση αποζημιώσεως για μέλλουσα αποθετική ζημία υπέκυψε στην οριζόμενη από την πιο πάνω διάταξη πενταετή παραγραφή.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν΄ απορριφθεί ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παραπάνω παραδοχή περί του προβλεπτού και αναμενομένου της εξελίξεως της υγείας της αναιρεσείουσας τουλάχιστον από 14.10.1999 εκτίθεται κατά την εξέταση άλλων απαιτήσεων της αγωγής και δη για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αυτοτελή παροχή λόγω αναπηρίας, που τελικώς απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ΄ ουσίαν, και όχι για τη θεμελίωση της κρίσεώς της περί παραγραφής της επίμαχης απαιτήσεως αποζημιώσεως, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην παραδοχή περί του προβλεπτού και αναμενομένου της εξελίξεως της υγείας της αναιρεσείουσας και του προβλεπτού, εντεύθεν, της ζημίας της από το χρόνο του ατυχήματος.

Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2005 αίτηση της .... για αναίρεση της 6177/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ