Legislator Case Law & Legislation
203/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal grounds, ruling no legal interest exists.

Case Number 203/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his labor contract termination claim. The appellant argued that the appellate court erred by accepting the employer's appeal without addressing his specific defense regarding the motive for termination, claiming a lack of legal interest. The court rejected this, noting that the lower court had already examined and rejected the appellant's substantive arguments regarding the employer's motive, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568 and 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks a legal interest, particularly when the lower court has already examined and rejected the appellant's substantive arguments on the merits.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal lack of legal interest inadmissible appeal exhaustion of arguments substantive examination

Cited Legislation

AI generated
Article 83 paragraphs 2 and 3 of Law 4790/2021
Article 568 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 203/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντέλλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σακελλαρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσειόντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1600/2019 του ίδιου δικαστηρίου και 4703/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 29η Σεπτεμβρίου 2020 με αριθ. κατάθεσης 7250/854/29.9.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατόπιν της από 21ης Μαΐου 2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ και της εγγραφής της στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 13ης Απριλίου 2021, λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 22439/10.4.2021 (ΦΕΚ 1441/Β/10.4.2021). Με την κρινόμενη από 29η Σεπτεμβρίου 2020 με αριθ. κατάθεσης7250/854/29.9.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 4703/20.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1600/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την οριστική του απόφαση δικάζοντας την από 5.9.2016 και με αριθ. κατάθ. 52426/1596/2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια επιδίκασης απαιτήσεων από υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση ως αόριστα, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 7.6.2016 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας, για εργασία την έκτη ημέρα, για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας τα αναγραφόμενα σ' αυτή, για έκαστο κονδύλιο ποσά, συνολικού ύψους 9.687,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 14.10.2019 με αριθμ. καταθ. 88063/6914/14.10.2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και την από 7.11.2019 με αριθ. καταθ. 97061/7656/7.11.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, (κρίνοντας ως ορισμένα τα αγωγικά κονδύλια επιδίκασης απαιτήσεων από υπερεργασία και παράνομη υπερωρία) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 5.9.2016 αγωγή, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμα α) το αγωγικό αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και β) τα αγωγικά κονδύλια για μισθούς υπερημερίας, για υπερεργασία, για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, για εργασία την έκτη ημέρα της εβδομάδας και για επίδομα αδείας του έτους 2016 και δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμο το αγωγικό κονδύλιο για αποδοχές αδείας του ιδίου έτους επιδικάζοντας για την ως άνω αιτία το ποσό των 1.038,68 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Ακόμη, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τον επίδικο χρόνο και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 του ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο527 του ιδίου κώδικα προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018 ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 884/2017, ΑΠ 259/2016). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται καιόταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 19/2020).

Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι σ' αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 409/2016).

Το ως άνω αίτημα μπορεί να υποβληθεί με τις προτάσεις, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 409/2016, ΑΠ 168/2015). Η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στο αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης καθότι το αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν είναι "πράγμα", αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 94/2008) αλλά ιδρύει τον εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου λόγο αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 1536/2014).

Για να είναι ορισμένος ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός μεν ότι η αίτηση υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 687/2017, ΑΠ 1750/2013, ΑΠ 1479/2009) αφετέρου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση αυτή (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 873/2019, 1750/2013).

Τέλος, από την διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017).

Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ12/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το υπό στοιχείο Α σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και ειδικότερα τα φωτοτυπικά αντίγραφα των ταχογράφων του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΙΚΕ 6699 φορτηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, το οποίο οδηγούσε τα έτη 2013, 2014, 2015 και 2016,για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του για υπερεργασιακή και παράνομη υπερωριακή απασχόληση καθώς και για εργασία τα Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τις από 21.10.2021 προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 21.10.2021, οι οποίες επισκοπούνται κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προσκομίζει τα ως άνω φωτοτυπικά αντίγραφα των ταχογράφων μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης, και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό το στοιχείο Β σκέλος αυτού προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αιτίαση εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς όμως εκ του αριθμού 9 του ιδίου άρθρου) γιατί δεν έλαβε υπόψη της το αίτημά του για επίδειξη εγγράφων που είχε υποβάλλει με τις προτάσεις του στο πρωτόδικο Δικαστήριο και συγκεκριμένα α) όλων των ταχογράφων του με αριθμ.

κυκλοφορίας ΙΚΕ 6699 φορτηγού οχήματος, καθότι αυτός είχε προσκομίσει με επίκληση μόνο τους ταχογράφους που αφορούσαν τις ημέρες που εκτέλεσε υπερωριακή απασχόληση, β) του αρχείου του δορυφορικού συστήματος εντοπισμού του ως άνω οχήματος στο οποίο καταγράφονται τα ακριβή δρομολόγια του και γ) του ημερήσιου βιβλίου δρομολογίων του ανωτέρω οχήματος για το χρονικό διάστημα από 1.6.2013 έως 7.6.2016 στο οποίο καταγράφεται το ακριβές δρομολόγιο κάθε φορτηγού και ως εκ τούτου το ακριβές ωράριο εργασίας αυτού (αναιρεσείοντος) ως οδηγού του ως άνω οχήματος, έγγραφα που κατέχει η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του για την εργασία του τα Σάββατα ως έκτη ημέρα της εβδομάδας και για την υπερεργασιακή και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος καθότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι ο αναιρεσείων είχε επανυποβάλλει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης ή με τις προτάσεις του, το αίτημά του περί επίδειξης εγγράφων που είχε υποβάλλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ώστε να δημιουργείται, από την παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 1479/2009).

Σε κάθε, δε, περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της από 7.11.2019 έφεσης του αναιρεσείοντος και των από 3.3.2020 προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι στο μεν δικόγραφο της έφεσής του δεν προσέβαλε με λόγο έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει αίτημά του για επίδειξη εγγράφων, ούτε υπέβαλε με το δικόγραφο αυτής (έφεσης) αίτημα επίδειξης, στις δε από 3.3.2020 προτάσεις του εκθέτει ότι είχε καλέσει την αντίδικό του με τις προτάσεις του και είχε ζητήσει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τους ταχογράφους του φορτηγού οχήματος που οδηγούσε, το δορυφορικό σύστημα εντοπισμού αυτού και το ημερήσιο βιβλίο δρομολογίων του (σελίδες 12, 13 και 40 των προτάσεων) και ότι η αντίδικός του δεν τα προσκόμισε, αναφερόμενος προφανώς στο αίτημα που είχε υποβάλλει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, χωρίς όμως να υποβάλει εκ νέου με τις από 3.3.2020 προτάσεις του αίτημα για επίδειξη των ως άνω εγγράφων ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Συνακόλουθα εφόσον δεν υποβλήθηκε προς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αίτημα για επίδειξη των ως άνω εγγράφων, ούτε μεταβιβάσθηκε σ' αυτό με λόγο έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος το ως άνω αίτημα που είχε υποβάλλει πρωτοδίκως, αυτό δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται καιόταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση(ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019,ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018,ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1193/2008) και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 877/2020, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 1793/2013, ΑΠ 435/2009).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ.

του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 237/2016).Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020,ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων με τη συλλογή από καταστήματα εστίασης χρησιμοποιημένων μαγειρικών ελαίων και με την αποθήκευσή τους, στις 11-6-2012 προσέλαβε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), κάτοχο επαγγελματικής άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχολεί αυτόν ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου Γ' κατηγορίας για τη συλλογή των ως άνω ελαίων.

Ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι και την 7-6-2016, οπότε αυτή, προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, ο ενάγων θα παρείχε την εργασία του στην εναγομένη από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 09:00 έως ώρα 17:00, αντί μηνιαίου μισθού 1.068 ευρώ, ο οποίος, κατόπιν νεότερης συμφωνίας των διαδίκων, από τον Απρίλιο του 2014 διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.038,68 ευρώ.

Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα πραγματοποιούσε υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση δεν αποδείχθηκε από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Κι αυτό διότι όπως αποδείχθηκε το ημερήσιο δρομολόγιο του ενάγοντα στα καταστήματα εστίασης των πελατών της εναγόμενης για τη συλλογή των ελαίων ήταν αυστηρά καθορισμένο, δεν υπερέβαινε ποτέ τα 15 έως 18 σημεία επίσκεψης, τα οποία ήταν ομαδοποιημένα ανά περιοχές, έτσι ώστε ο ενάγων, αλλά και οι υπόλοιποι οδηγοί που απασχολούσε η εναγόμενη, να μπορούν να καλύψουν όλες τις περιοχές μέσα στο ημερήσιο ωράριο εργασίας τους.

Η δε διαδικασία παραλαβής των λαδιών διαρκούσε το πολύ 10 λεπτά ανά κατάστημα. Ως εκ τούτου δεν υπήρχε ανάγκη ο ενάγων να παρέχει την εργασία του πέραν του συμφωνημένου ημερήσιου ωραρίου του, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η παραλαβή των ελαίων από τους πελάτες κυρίως πραγματοποιείτο από τις 10 το πρωί και μετά.

Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα ανωτέρω στηρίζεται στη σαφή, λεπτομερή και εμπεριστατωμένη κατάθεση τόσο του μάρτυρα ανταποδείξεως, Π. Σ., υπεύθυνου για την έκδοση και οργάνωση των ημερήσιων δρομολογίων των οδηγών της εναγόμενης και για τον συντονισμό και έλεγχο των παραδόσεων, όσο και των μαρτύρων της εναγόμενης, Γ.

Ν. και Ε. Μ., οι οποίοι εργάζονταν στην εταιρία επίσης ως οδηγός και βοηθός οδηγού αντίστοιχα κι ως εκ τούτου έχουν ιδία αντίληψη αναφορικά με τις συνθήκες και τα ημερήσια ωράρια εργασίας των οδηγών της εναγόμενης. Οι ανωτέρω καταθέσεις δεν αντικρούονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως του ενάγοντος, Ε.

Π., ο οποίος στην ένορκη κατάθεσή του εντελώς αόριστα και χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση κατέθεσε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης είχε πραγματοποιήσει συνολικά 940 ώρες επιπλέον εργασίας, ενώ είχε εργαστεί και 14 Σάββατα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη, από την πρόσληψη του ενάγοντος και εντεύθεν, είχε επιτρέψει σε αυτόν να μεταβαίνει στην οικία του με το φορτηγό της εταιρίας και να ξεκινάει από εκεί τη βάρδια, και όχι από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας στον Ασπρόπυργο, προκειμένου να τον διευκολύνει στις μετακινήσεις, μια και αυτός δεν διέθετε δικό του επιβατικό όχημα για τη μετάβαση στην εργασία του και την επιστροφή στην οικία του, μετά το πέρας αυτής.

Επίσης η εναγόμενη του διέθετε το φορτηγό και ορισμένα Σαββατοκύριακα για προσωπική του χρήση, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο ενάγων κατά την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανωμοτί εξέτασή του. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων απασχολήθηκε και τις αναφερόμενες στην αγωγή ημέρες του Σαββάτου, χωρίς να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή για την εργασία του αυτή.

Επομένως το σχετικό αγωγικό κονδύλι κρίνεται απορριπτέο, στο σύνολό του, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκανε εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το αγωγικό κονδύλι αμοιβής για εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα εναγόμενη με τον 2° λόγο της έφεσής της.

Περαιτέρω ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας του έτους 2016, κατά το οποίο λύθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ο ενάγων δικαιούται να λάβει αυτές, όπως εάν του είχε χορηγηθεί κανονικά η άδεια (άρθρο 5 παρ. 5 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/1983). Έτσι στον ενάγοντα οφείλονταν κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του πλήρεις αποδοχές και επίδομα αδείας, οι οποίες ανέρχονταν στα ποσά των 1.038,68 ευρώ και 519,34 ευρώ αντίστοιχα.

Από την πιο πάνω οφειλή η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα την 26- 6-2016 το ποσό των 519,34 ευρώ για επίδομα αδείας, πλην όμως δεν του κατέβαλε το ποσό που αφορά στην αποζημίωση αδείας (βλ. το από 29-6-2016 έγγραφο της ... μεταφοράς κεφαλαίου σε λογαριασμό του ενάγοντος). Ως εκ τούτου η προβληθείσα παραδεκτώς ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως της εναγόμενης, την οποία επαναφέρει με τον 3° λόγο της έφεσής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε, σιγή, τη σχετική ένσταση, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα-εναγόμενη με τον πιο πάνω λόγο έφεσης. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος οφειλόταν σε αισθήματα εκδίκησης και εμπάθειας της εναγόμενης προς το πρόσωπό του.

Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή προέβη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του επειδή αυτός διεκδίκησε την καταβολή της αμοιβής του για την πρόσθετη εργασία που της προσέφερε (υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου). Με βάση, επομένως, τα εκτιθέμενα στη πιο πάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή καταχρηστική, δεν αρκεί ότι δεν υπάρχει εμφανής για αυτήν αιτία, αλλά απαιτείται να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων-εργαζόμενος, οι οποίοι την καθιστούν καταχρηστική κατ' άρθρο 281 του ΑΚ.

Ενόψει δε του ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για την ένδικη αιτία της καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του, ως καταχρηστικής, όπως ο ίδιος είχε το σχετικό βάρος αποδείξεως, παρέλκει η ουσιαστική έρευνα από το Δικαστήριο των εκτιθέμενων από την εναγόμενη ως πραγματικών λόγων της επίδικης καταγγελίας, τους οποίους επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και επιδίκασε στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός 1ος λόγος της έφεσης της εναγόμενης...". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δικάζοντας κατ' ουσία την υπόθεση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έκανε δεκτό ως κατ' ουσία βάσιμο το κονδύλιο επιδίκασης αποδοχών μη ληφθείσας αδείας ανάπαυσης του έτους 2016 και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμα τα λοιπά αγωγικά κονδύλια.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα έκρινε ότι "η εναγόμενη από την πρόσληψη του ενάγοντος και εντεύθεν, είχε επιτρέψει σ' αυτόν να μεταβαίνει στην οικία του με το φορτηγό της εταιρείας και να ξεκινάει από εκεί τη βάρδια και όχι από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας στον Ασπρόπυργο, προκειμένου να τον διευκολύνει στις μετακινήσεις, μια και αυτός δεν διέθετε δικό του επιβατικό όχημα για τη μετάβαση στην εργασία του και την επιστροφή στην οικία του, μετά το πέρας αυτής.

Επίσης η εναγόμενη του διέθετε το φορτηγό και ορισμένα Σαββατοκύριακα προσωπική του χρήση, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την ανωμοτί εξέτασή του", ενώ το αληθές ήταν ότι από το Δεκέμβριο του έτους 2015 η αναιρεσίβλητη του είχε πωλήσει το με αριθμ.

κυκλοφορίας ΙΖΟ 1776 ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας OPEL, όπως προέκυπτε από τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτός διέθετε από το Σεπτέμβριο του έτους 2012 το με αριθμ. κυκλοφορίας ΖΧΑ 9562 ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας SMART, ότι στην ανωμοτί του εξέταση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απαντήσει ότι η μόνη περίπτωση που έπαιρνε το φορτηγό αυτοκίνητο της εναγομένης το Σαββατοκύριακο στο σπίτι του ήταν για την περίπτωση που υπήρχε προγραμματισμένο δρομολόγιο για την επαρχία και ότι οι ως άνω παραδοχές της προβαλλόμενης απόφασης έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης γιατί υιοθετούν τους ισχυρισμούς της αντιδίκου ότι αυτός χρησιμοποιούσε το φορτηγό αυτοκίνητό της και εκτός των ωρών εργασίας του, που μειώνουν την αξιοπιστία του αποδεικτικού μέσου των ταχογράφων του φορτηγού οχήματος που είχε αυτός προσκομίσει.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης α) κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι η μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων δεν διέθετε δικό του επιβατικό όχημα για τη μετακίνησή του στην εργασία του και για την επιστροφή του στην οικία του και ότι η εναγόμενη του είχε επιτρέψει να μεταβαίνει στην οικία του με το φορτηγό της και να ξεκινά από εκεί τη βάρδια του δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά συμπέρασμα του Δικαστηρίου της ουσίας, συναγόμενο από τις αποδείξεις, β) κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του στην εναγόμενη υπερεργασία ή υπερωριακή απασχόληση και ότι εργάσθηκε την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο), έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα (3ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης) και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, ενώ δεν απαιτείτο η ιδιαίτερη μνεία των αποδεικτικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, γ) κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι, δηλαδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν διέθετε δικό του επιβατικό όχημα αν και αυτός ήταν και ιδιοκτήτης από το έτος 2012 του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΖΧΑ 9562 ΙΧΕ αυτοκινήτου και από το Δεκέμβριο του έτους 2015 και του υπ' αριθμ. ΙΖΟ 1776 ΙΧΕ αυτοκινήτου του οποίου την κυριότητα του είχε μεταβιβάσει η εναγόμενη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι, από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των από 3.3.2020 προτάσεων και της από 6.3.2020 προσθήκης επί των προτάσεων του αναιρεσείοντος, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτός ως εκκαλών-εφεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε αντίγραφα των αδειών κυκλοφορίας των προαναφερθέντων οχημάτων ιδιοκτησίας του ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να αποδεικνύει την κυριότητά του επί των ως άνω αυτοκινήτων (σελ. 41 και 42 των προτάσεων όπου αναγράφονται τα προσκομιζόμενα έγγραφα), και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση.

Σε κάθε δε περίπτωση και κατά το μέρος που ο αναιρεσείων με το ως άνω λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η αντίδικός του συνομολογούσε με τις προτάσεις της τη μεταβίβαση προς αυτόν της κυριότητας του προαναφερθέντος αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της το Δεκέμβριο του έτους 2015, πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω μεταβίβαση έγινε μερικούς μήνες πριν από τη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος (7.6.2016) και συνεπώς ο αναιρεσείων ήταν κύριος αυτού για μικρό μόνο μέρος (από Δεκέμβριο του έτους 2015 έως 7.6.2016) του συνολικού χρονικού διαστήματος της εργασιακής του σχέσης με την αναιρεσίβλητη (από 11.6.2012 έως 7.6.2016) για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δε διέθετε επιβατικό όχημα.

Περαιτέρω, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα α) με τον τρίτο λόγο αυτής ότι με ανεπαρκή αλλά και αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτός πραγματοποίησε υπερεργασιακή και υπερωριακή εργασία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να λάβει υπόψη της τους ταχογράφους του φορτηγού οχήματος που οδηγούσε και τους οποίους είχε αυτός προσκομίσει προς απόδειξη της υπερεργασιακής και παράνομης υπερωριακής του απασχόλησης και β) με τον τέταρτο λόγο αυτής, ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμους τους ισχυρισμούς του για υπερεργασιακή παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του δεχόμενο συλλήβδην τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτής ότι το ημερήσιο ημερολόγιό του δεν υπερέβαινε τα 15 με 18 σημεία επίσκεψης που ήταν ομαδοποιημένα ανά περιοχές, που μπορούσαν να καλύψουν οι οδηγοί στο ωράριο εργασίας τους και ότι η διαδικασία παραλαβής των λαδιών διαρκούσε δέκα (10) λεπτά το πολύ ανά κατάστημα που κυρίως πραγματοποιείτο από τις 10 το πρωί και μετά, ενώ η πραγματικότητα ήταν, όπως κατέθεσε και ο ίδιος στην ανωμοτί κατάθεσή του, ότι κάθε οδηγός εξυπηρετούσε ακόμα και σαράντα (40) καταστήματα την ημέρα και ότι πολλά εκ των οποίων απαιτούσαν οι παραλαβές των χρησιμοποιημένων λαδιών να γινόταν πρωινές ώρες και επιπρόσθετα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αυτολεξεί τις καταθέσεις των υπαλλήλων της αντιδίκου εταιρείας και δεν δέχθηκε την κατάθεση του μάρτυρά του Ε.

Π., που είχε εργασθεί στην αναιρεσίβλητη εταιρεία το διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2012 έως Σεπτέμβριο του έτους 2012 ως βοηθός οδηγών αυτής που επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του για υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (τρίτος και τέταρτος), είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι σ' αυτούς δεν διαλαμβάνονται, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, προκειμένου να ερευνηθούν από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης υπερεργασιακή ή και υπερωριακή απασχόληση καθώς και εργασία τα Σάββατα ως έκτη ημέρα υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της αναιρετικής εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας.

Κατά το μέρος δε που με τους λόγους αυτούς και υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί εξέταση του αναιρεσείοντος, κατάθεση μάρτυρος αναιρεσίβλητης, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ταχογράφοι οχήματος) πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Τέλος με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ των αριθμών 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα υπό το στοιχείο Α πρώτο σκέλος αυτού ισχυρίζεται ότι ήταν αναληθείς οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προέβαλε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη για τους λόγους που οδήγησαν αυτή στην απόλυσή του και που αφορούσαν α) ότι αυτός είχε επιδείξει ανάρμοστη συμπεριφορά προς τον εκπρόσωπό της Ι.

Γ. και προς τον προϊστάμενο αυτού Π. Σ. κατά τη συνάντησή τους στις 6.6.2012, β) ότι με τη συμπεριφορά του αυτή επιχειρούσε να εκβιάσει την απόλυσή του για να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης καθότι είχε βρει αλλού εργασία και γ) ότι είχε πρωταγωνιστήσει σε σοβαρά περιστατικά με πελάτες της και με το προσωπικό της, ενώ η αλήθεια είναι ότι το μόνο που αυτός ζητούσε από την εναγόμενη ήταν να του καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές του που αφορούσαν τις υπερωρίες που πραγματοποιούσε που ήταν και ο λόγος για τον οποίο η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και υπό το στοιχείο Β δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν διερεύνησε, ως όφειλε α) τον πρώτο λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης με τον οποίο προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση που δέχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού για λόγους εκδίκησης γιατί αυτός ζήτησε αύξηση των αποδοχών του κατά τη συνάντησή του στις 6.6.2016 με το νόμιμο εκπρόσωπο της και β) τον πρώτο λόγο έφεσης του ιδίου (αναιρεσείοντος) με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενώ αποφάνθηκε ορθά ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη ως καταχρηστική, δεν διερεύνησε τον αγωγικό ισχυρισμό αυτού ότι ο λόγος που θεμελίωνε την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης ήταν πρωτίστως γιατί αυτός διαμαρτυρήθηκε στην ως άνω συνάντηση με το νόμιμο εκπρόσωπό της για την μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μη εξετάζοντας τους ως άνω λόγους έφεσης, άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημα αυτών.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος με το υπό στοιχείο Α πρώτο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων προσάπτει πλημμέλειες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, προκειμένου να ερευνηθούν από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή ελλείψεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη ως καταχρηστική, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας.

Περαιτέρω και κατά το μέρος που με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είναι ψευδείς οι λόγοι που επικαλέσθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, αυτός είναι απορριπτέος, κατά το μέρος αυτό, ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εξέτασε κατ' ουσία τους λόγους που επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ότι "ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για την ένδικη αιτία της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ως καταχρηστικής, όπως ο ίδιος είχε το σχετικό βάρος αποδείξεως, παρέλκει η ουσιαστική έρευνα από το Δικαστήριο των εκτιθέμενων από την εναγόμενη ως λόγων της επίδικης καταγγελίας..".

Κατά το μέρος δε που με τον πέμπτο λόγο, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα (ανωμοτί εξέταση ενάγοντος, ένορκη κατάθεση του μάρτυρος εναγόμενης, από 21.6.2016 εξώδικη δήλωση ενάγοντος, από 30.6.2016 εξώδικη απάντηση εναγομένης) πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Κατά το μέρος, δε, που ο αναιρεσείων με τον ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης και κατά το υπό στοιχείο Β δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστους λόγους έφεσης αυτού και της αντιδίκου του, που αφορούσαν ισχυρισμούς αμφοτέρων των διαδίκων σε σχέση με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, κατά παράβαση του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς όμως εκ του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου) από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με το δικόγραφο της από 5.9.2016 αγωγής του επικαλείτο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη έγινε καταχρηστικά για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του γιατί αυτός ζήτησε την εξόφληση των οφειλομένων διαφορών αποδοχών από την υπερωριακή απασχόληση του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβη σε απόλυση του ενάγοντος επειδή στις 6.6.2016 ο ενάγων κατά τη συνάντησή του με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ζήτησε αύξηση των αποδοχών του και ότι την επομένη η εναγόμενη προέβη στην απόλυσή του για λόγους εκδίκησης.

Την ως άνω παραδοχή της πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς το κεφάλαιο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος προσέβαλαν με λόγους έφεσης τόσο η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία με τον πρώτο λόγο της από 14-9-2019 έφεσής της ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη ως καταχρηστική για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όσο και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της από 7.11.2019 έφεσής του ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ορθό διατακτικό αλλά εσφαλμένη αιτιολογία καθότι το ζήτημα αύξησης των αποδοχών του είχε τεθεί δευτερευόντως, ενώ ο λόγος της απόλυσής του ήταν γιατί ζήτησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης να του καταβληθούν τα δεδουλευμένα του και να του καταβάλλονται κανονικά οι υπερωρίες που εκτελούσε.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξετάζοντας τους ως άνω λόγους έφεσης των διαδίκων, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του οφειλόταν σε αισθήματα εκδίκησης και εμπάθειας της εναγομένης προς το πρόσωπό του και ότι ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή προέβη στην καταγγελία επειδή ο ενάγων διεκδίκησε την καταβολή των αμοιβών του για πρόσθετες εργασίες που είχε πραγματοποιήσει (υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου), ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό απέρριψε σιωπηρά το σχετικό λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την πλέον παραδοχή (σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης) ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του δεν πραγματοποίησε υπερεργασία ή υπερωριακή απασχόληση ή εργασία κατά τα Σάββατα, έκανε δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσία το σχετικό λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε ως προς το κεφάλαιο αυτό την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας κατ' ουσία την αγωγή απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Επομένως καθό μέρος με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) την αιτίαση ότι παρότι έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, παρέλειψε να αποφανθεί κατά το μέρος που, με το λόγο αυτό, η αντίδικός του προσέβαλε την παραδοχή της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι ο λόγος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτού ήταν γιατί αυτός ζήτησε αύξηση των αποδοχών του, ο ως άνω λόγος είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι τον ως άνω λόγο έφεσης είχε προβάλλει η αντίδικός του, επιπρόσθετα δε είναι απορριπτέος και διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε τον ως άνω λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, τον οποίο έκανε δεκτό ως κατ' ουσία βάσιμο με την παραδοχή ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την κρίση του ότι η ένδικη καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και β) την αιτίαση ότι δεν απάντησε στον πρώτο λόγο της έφεσής του με τον οποίο αυτός προσέβαλε την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που δεν είχε εξετάσει τον ισχυρισμό του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε για λόγους εκδίκησης επειδή αυτός είχε ζητήσει την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών από υπερεργασία, υπερωρία και εργασία την έκτη ημέρα, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξέτασε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος που περιεχόταν στον ως άνω λόγο έφεσης και τον απέρριψε σιωπηρά κατ' ουσία, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του επειδή αυτός διεκδίκησε την καταβολή των ως άνω αμοιβών του.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ),.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29η Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 7250/854/29.9.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 4703/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ