203/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6318/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1448/2015 μη οριστική και 2792/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/2/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated203/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της, ερήμην του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκδοθείσης, πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία απερρίφθη η αγωγή αυτή, λόγω της ερημοδικίας του, δικάζοντας επ' αυτής, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, τα εξής: "Η Μ. Π. διατηρεί από μακρού χρόνου στην ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 203 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 203/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Γκινοσάτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Κοινούση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6318/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1448/2015 μη οριστική και 2792/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/2/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2792/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η επίδοση της οποίας δεν προκύπτει, με την οποία το Εφετείο αυτό δέχθηκε κατά τους τύπους και κατ' ουσίαν την από 1-6-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του τελευταίου (ενάγοντος - αναιρεσείοντος), εκδοθείσης, υπ' αριθμ. 6318/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, το τελευταίο αυτό δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11-4-2005 αγωγή αποδόσεως δανείου του ήδη αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη αυτή απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1449/2017, ΑΠ 1909/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9(γ) ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα (και η αναγνωριστική), καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (ΟλΑΠ 25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 11-4-2005 αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων εξέθετε ότι, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 1997 και στα πλαίσια των φιλικών και οικογενειακών σχέσεων, που διατηρούσε με τον αναιρεσίβλητο, κατήρτισε μετ' αυτού προφορική σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας, του μεταβίβασε κατά κυριότητα το συνολικό ποσό των 38.300.000 δραχμών (ήδη 112.399,12 ευρώ), το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει εντόκως στα τέλη Μαρτίου του ιδίου έτους, ότι, παρότι παρήλθε ο συμφωνημένος χρόνος αποδόσεως του δανείου, ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε να του αποδώσει, παρά τις προς τούτο οχλήσεις του, το ως άνω ποσό του δανείου, δεσμεύτηκε όμως να εξοφλήσει όλο το ποσό, στα τέλη Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, ότι ο τελευταίος, με το από 27-3-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγνώρισε την εν λόγω οφειλή του και προς εξασφάλιση της αποδόσεως του δανείου, εξέδωσε και του παρέδωσε (του αναιρεσείοντος), πέντε (5) επιταγές της Αγροτικής Τράπεζας, όπως τα στοιχεία αυτών ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, ότι στις 30-9-1997 κατήρτισε με τον αναιρεσίβλητο, νέα προφορική σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας, του δάνεισε το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 14.673,51 ευρώ), ότι ο αναιρεσίβλητος, με την από 16-10-1997 ιδιόχειρη επιστολή του, δεσμεύτηκε να του καταβάλει το 80% του δανείου μέχρι τις 30-11-1997, ενώ το υπόλοιπο 20% δεσμεύτηκε να του το αποδώσει στα τέλη Δεκεμβρίου του ιδίου έτους και ότι ο αναιρεσίβλητος σε ουδεμία καταβολή προέβη προς εξόφληση των ως άνω ποσών των δανείων.
Με το ιστορικό αυτό, ζήτησε, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει, ως ενεχόμενος από τις ως άνω συμβάσεις δανείου, άλλως και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθότι κατέστη πλουσιότερος κατά το κατωτέρω ποσό χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος και με ζημία της περιουσίας του, το ποσό των 127.072,63 ευρώ (43.300.000 δραχμές), που αντιστοιχεί στο σύνολο των δύο επίδικων δανείων, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της, ερήμην του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκδοθείσης, πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία απερρίφθη η αγωγή αυτή, λόγω της ερημοδικίας του, δικάζοντας επ' αυτής, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, τα εξής: "Η Μ. Π. διατηρεί από μακρού χρόνου στην ...
μεταποιητική επιχείρηση οινοποιίας, τη λειτουργία της οποίας έχει αναλάβει αποκλειστικά ο εναγόμενος σύζυγός της. Στις αρχές του έτους 1997 και λόγω του ότι η ως άνω επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ο εναγόμενος γνώρισε, μέσω τρίτων, τον ενάγοντα, ο οποίος προσφέρθηκε να δανείσει τον τελευταίο με διάφορα χρηματικά ποσά, έναντι ανταλλάγματος.
Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1994 έως και 1996, ο ενάγων δάνεισε επανειλημμένα στον εναγόμενο, εντόκως, σημαντικά χρηματικά ποσά (μέχρι και 5.000.000 δραχμές την εβδομάδα) με την ακόλουθη διαδικασία: Ως εγγύηση για την απόδοση των δανεισθέντων ποσών, ο εναγόμενος παρέδιδε στον ενάγοντα τραπεζικές επιταγές εκδόσεώς του ή συναλλαγματικές αποδοχής του με ημερομηνία λήξης ολίγων μηνών, ο δε τελευταίος απέδιδε στον εναγόμενο μέρος μόνο του χρηματικού ποσού που αντιπροσώπευαν τα ως άνω αξιόγραφα, παρακρατώντας ως αντάλλαγμα το υπόλοιπο ποσό που υπερέβαινε κατά πολύ τους νόμιμους δικαιοπρακτικούς τόκους, είτε για τον εαυτό του είτε για τους χρηματοδότες που κατά τους ισχυρισμούς του εξεύρισκε, οι οποίοι και προεξοφλούσαν τις επιταγές.
Η σχέση αυτή των διαδίκων, οι οποίοι μάλιστα είχαν αναπτύξει στο μεταξύ φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, λειτούργησε ομαλά μέχρι το τέλος του έτους 1996. Στις 21-3-1997 ο ενάγων συμφώνησε να δανείσει τον εναγόμενο με το ποσό των 25.000.000 δραχμών με χρόνο απόδοσης του δανείου στις 30-9-1997, ζήτησε όμως από τον τελευταίο να του παραδώσει πέντε (5) επιταγές εκδόσεώς του συνολικού ποσού 38.300.000 δραχμών τις οποίες θα προεξοφλούσε μέσω τρίτων προσώπων, καθώς και μια έγγραφη δήλωση.
Έτσι, ο εναγόμενος, αποδεχόμενος την πρόταση αυτή, στις 21-3-1997 μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στον ενάγοντα, τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή, πέντε (5) επιταγές εκδόσεώς του, πληρωτέες σε διαταγήν του, πλην της τέταρτης που ήταν πληρωτέα σε διαταγήν του ενάγοντος, με χρέωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος (κατ/μα Κορωπίου) και δη:
α) την με αριθμ. ... επιταγή ποσού 10.000.000 δραχμών, χωρίς ημερομηνία έκδοσης, β) τη με αριθμ. ... επιταγή ποσού 10.000.000 δραχμών, χωρίς ημερομηνία έκδοσης, γ) τη με αριθμ. ... επιταγή ποσού 8.000.000 δραχμών, χωρίς ημερομηνία έκδοσης, δ) τη με αριθμ. ... επιταγή ποσού 6.800.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης 30-9-1997 και ε) ακόμη μια επιταγή (της οποίας ο αριθμός δεν διευκρινίστηκε) ποσού 3.500.000 δραχμών.
Προσέτι, ο εναγόμενος υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα και την από 27-3-1997 έγγραφη δήλωσή του, με την οποία αναγνώριζε ότι, από τη μεταξύ τους συνεργασία, του οφείλει το ποσό των 38.300.000 δραχμών, δηλαδή το ποσό που αντιπροσώπευαν συνολικά οι προαναφερόμενες πέντε (5) επιταγές, τα στοιχεία των οποίων ανέγραφε στη δήλωση αυτή, ενώ παράλληλα στις 28-3-1997 και κατ' απαίτηση του ενάγοντος, του κατέβαλε και το ποσό των 850.000 δραχμών, για την εξόφληση δικής του (ενάγοντος) οφειλής, προς τα πρόσωπα που θα προεξοφλούσαν τις επιταγές.
Τον Απρίλιο του έτους 1997 και σε μερική εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, ο ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε στον εναγόμενο, μόνο το ποσό των 4.000.000 δραχμών, με συμφωνηθέντα χρόνο απόδοσης αυτού την 30η-9-1997, ενώ έκτοτε, ουδέν άλλο ποσό του κατέβαλε, ισχυριζόμενος ότι αδυνατούσε να εξεύρει χρηματοδότες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 28-3- 1997 έως και 17-10-1997, κατέβαλε στον ενάγοντα και προς μερική εξόφληση του, ως άνω δανεισθέντος ποσού (4.000.000 δραχμών) το συνολικό ποσό των 5.630.000 δραχμών και δη, στις 28-3-1997 ποσό 850.000 δραχμών, στις 20-5-1997 ποσό 500.000 δραχμών, στις 10-7-1997 ποσό 380.000 δραχμών, στις 19-9-1997 ποσό 200.000 δραχμών, στις 20-9-1997 ποσό 800.000 δραχμών, στις 24-9-1997 ποσό 1.000.000 δραχμών, στις 29-9-1997 ποσό 400.000 δραχμών, στις 1-10-1997 ποσό 600.000 δραχμών, στις 1-10-1997 ποσό 300.000 δραχμών, στις 12-10-1997 ποσό 100.000 δραχμών, στις 14-10-1997 ποσό 100.000 δραχμών και στις 17-10-1997 ποσό 400.000 δραχμών.
Ο ενάγων όμως, μολονότι είχε λάβει το ως άνω ποσό των 5.630.000 δραχμών το οποίο υπερκάλυπτε τόσο το ποσό του δανείου όσο και τους νόμιμους δικαιοπρακτικούς αυτού τόκους, προκειμένου να επιστρέψει στον εναγόμενο τις ως άνω πέντε (5) επιταγές που παρακρατούσε χωρίς νόμιμη αιτία, αξίωσε να του καταβάλει επιπλέον ο τελευταίος και το ποσό των 370.000 δραχμών.
Ενόψει της κατάστασης αυτής, ο εναγόμενος, κατ' απαίτηση του ενάγοντος, του παρέδωσε έγγραφη δήλωσή του με ημερομηνία 16-10-1997, με την οποία δήλωνε ότι μέχρι τις 30-11-1997 θα έχει καταβάλει προς αυτόν το 80% της οφειλής του, χωρίς να την προσδιορίζει ειδικότερα, στη συνέχεια δε και κατά το χρονικό διάστημα από 12-1-1998 έως και 7-11-2000, κατέβαλε επιπλέον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 350,000 δραχμών και δη, στις 12-1-1998 ποσό 100.000 δραχμών, στις 31-10-2000 ποσό 105.000 δραχμών, στις 5-11-2000 ποσό 75.000 δραχμών και στις 7-11-2000 ποσό 70.000 δραχμών.
Έκτοτε και μολονότι ο εναγόμενος κατέβαλε συνολικά στον ενάγοντα το ποσό των 5.980.000 δραχμών, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί και ο τελευταίος με το δικόγραφο της έφεσής του αλλά και με τις προτάσεις του που αφορούν την παρούσα δίκη, ζήτημα ως προς το οποίο υπάρχει πλήρης σε βάρος του απόδειξη (άρθρ. 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ), ο ενάγων αρνήθηκε και ουδέποτε του απέδωσε τα σώματα των ως άνω πέντε (5) επιταγών, τα οποία όμως σημειωτέον, δεν εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα. .....
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο, ο ενάγων στις 30-9-1997 μεταβίβασε κατά κυριότητα και παρέδωσε στον εναγόμενο και το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με τη συμφωνία να του αποδοθεί ατόκως στα τέλη Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, περί τα τέλη του έτους 1996 ο εναγόμενος είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον ενάγοντα τη με αριθμ. ...
μεταχρονολογημένη επιταγή της Αγροτικής τράπεζας που είχε εκδώσει ο ίδιος, ποσού 5.000.000 δραχμών, πληρωτέα σε διαταγήν του, προκειμένου ο ενάγων να την προεξοφλήσει και να του αποδώσει μέρος του εισπραχθέντος ποσού. Πλην όμως, ο ενάγων, ούτε προεξόφλησε για λογαριασμό του εναγομένου την ως άνω επιταγή, ούτε του παρέδωσε το σώμα αυτής.
Συνακόλουθα, αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι την ως άνω επιταγή του μεταβίβασε ο εναγόμενος ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου ύψους 5.000.000 δραχμών που του είχε χορηγήσει στις 30-9-1997, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του ότι, εάν πράγματι είχε συμβεί κάτι τέτοιο, τότε η επί της επιταγής αναγραφόμενη ως ημερομηνία έκδοσης αυτής, δεν θα συνέπιπτε με την ημερομηνία καταβολής του δανείου (30-9-1997) αλλά θα συνέπιπτε λογικά με τη συμφωνηθείσα ημερομηνία απόδοσής του, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ήταν η 31η-12-1997, σε κάθε δε περίπτωση, ο ενάγων, εφόσον η εν λόγω επιταγή δεν είχε καλυφθεί από τον εναγόμενο, θα φρόντιζε να την εμφανίσει προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και θα επεδίωκε τη σφράγισή της, ενέργεια όμως στην οποία δεν αποδείχθηκε ότι προέβη. .......Κατ' ακολουθίαν δε των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα, καθότι, για το δάνειο ύψους 4.000.000 δραχμών που έλαβε από τον τελευταίο τον Απρίλιο του έτους 1997 με συμφωνηθέντα χρόνο απόδοσης αυτού την 30η-9-1997, του κατέβαλε τμηματικά και μέχρι τις 7-11-2000 το συνολικό ποσό των 5.980.000 δραχμών, το οποίο υπερκάλυπτε τόσο το ποσό του δανείου όσο και τους νόμιμους δικαιοπρακτικούς αυτού τόκους, η υπό κρίση από 11-4-2005 αγωγή, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, και ειδικότερα, δεχόμενο, αφ' ενός μεν ότι υπό το ως άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής, καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου μόνον σύμβαση δανείου, την απόδοση του οποίου ο αναιρεσείων ζητούσε με την αγωγή αυτήν, κατά την κυρία βάση της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 806 ΑΚ και αφ' ετέρου ότι απεδείχθη, ότι μεταξύ των διαδίκων αυτών καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου και ότι το δανεισθέν ποσό ο αναιρεσίβλητος, ως εκ συμβάσεως δανείου ενεχόμενος, το απέδωσε και δεν όφειλε στον αναιρεσείοντα από την αιτία αυτή το υπ' αυτού αξιούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, ορθώς, αφ' ενός μεν εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, η οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα, την οποίαν και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και αφ' ετέρου (ορθώς) δεν εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε με την αγωγή, ως εκ του άνω περιεχομένου της προκύπτει, κατάρτιση μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου συμβατικής νέας αυτοτελούς ενοχής, ανεξάρτητης της αιτίας του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ.
Επομένως, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την κατάρτιση, και λειτουργία μεταξύ των διαδίκων της επιδίκου συμβάσεως δανείου, βάσει της οποίας ο αναιρεσείων αξίωσε την απόδοση του δανεισθέντος και έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 806 ΑΚ.
Η δε αναφορά του Εφετείου, ότι "ο εναγόμενος υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα και την από 27-3-1997 έγγραφη δήλωσή του, με την οποία αναγνώριζε ότι, από τη μεταξύ τους συνεργασία, του οφείλει το ποσό των 38.300.000 δραχμών", έχει απλώς την έννοια της απλής επιβεβαιώσεως της οφειλής από την επίδικη σύμβαση δανείου (ΑΠ 237/2009, ΑΠ 1458/2006) και δεν συνιστά παραδοχή και μάλιστα σιωπηρή, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, της υπάρξεως συμβάσεως αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, όπως ο ίδιος επίσης ισχυρίζεται.
Συνεπώς, εκ τούτου ουδεμία αντίφαση υφίσταται από τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου περί της υπάρξεως της επιδίκου ενοχής εκ δανείου και όχι από αφηρημένη αναγνώριση χρέους. Ως εκ τούτου, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Εξ άλλου, ενόψει των προαναφερομένων, ότι, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενό της η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν περιείχε βάση από την διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά μόνον από τα άρθρα 806 και 904 ΑΚ, όπως και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 9(γ) ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την βάση της επιδίκου αγωγής του από το άρθρο 873 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο, όπως από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ότι "μη νόμιμη και απορριπτέα, είναι η εκκληθείσα επικουρική βάση της αγωγής, που φέρεται στηριζόμενη στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, αφού σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σωρευόμενη με την κύρια βάση από τη σύμβαση δανείου, δεν στηρίζεται σε διαφορετικά η πρόσθετα πραγματικά περιστατικά αλλά στα ίδια με εκείνη, ενώ, δεν εκτιμάται ότι ασκείται υπό δικονομική επικουρική σώρευση, καθόσον δεν περιέχει επίκληση ακυρότητας της σύμβασης ή ανατροπής των αποτελεσμάτων της" και με την κρίση αυτή απορρίπτοντας την επικουρική αυτή βάση, εσφαλμένα εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ενώ έπρεπε να δεχθεί, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ότι η βάση αυτή (του αδικαιολογήτου πλουτισμού) αναγόταν στην αναγνώριση χρέους, που συνιστούσε άλλη αιτία, από εκείνη της συμβάσεως δανείου, στην οποία στηριζόταν η κυρία βάση αυτής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και δη εκείνη της υπάρξεως επικλήσεως στην αγωγή συμβάσεως αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους μεταξύ των διαδίκων και μάλιστα ακύρου ή ανατραπείσης και εντεύθεν αδικαιολογήτου πλουτισμού του αναιρεσιβλήτου, σύμβαση την οποίαν όμως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, όπως δεν επικαλείται και ακυρότητα ή ανατροπή της, όπως προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της ενδίκου αγωγής του.
Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά νόμω και ουσία βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2017 αίτηση του Ζ. Κ. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2792/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ