Legislator Case Law & Legislation
203/2019 AI generated

203/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 203/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

203/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 203/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Σπυρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο.

Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14, ΑΠ 111/2012).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του ΑΚ που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει, ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων, είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συνολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται, είτε σε ουσιώδη, είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί υπαναχωρήσεως ή μειώσεως της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαιτίως στις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο, που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.

Έτσι, ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει: α) την κατάρτιση της σύμβασης έργου, β) ότι το έργο εκτελέσθηκε, γ) ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, που πρέπει να προσδιορίζονται, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις και δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η ενάσκηση της εκ του άρθρου 690 ΑΚ αξίωσης του εργολάβου, προϋποθέτει, κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία και τη νομολογία, εκτελεσθέν και παραδοθέν ή προσφερθέν προς παράδοση έργο, έστω και ελαττωματικό (ΑΠ 1409/2010, ΑΠ 852/2003). Η δε αποζημίωση περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς, επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία (ΑΠ 1075/2017, ΑΠ 1273/2017).

Την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 1590/2017, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 360/2011).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, διαγράφεται με αυτές διαζευκτικά συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έχει έτσι το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, όταν δε κάνει την επιλογή του ασκώντας ένα από αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει το άλλο, με την έννοια ότι η επιλογή του ενός αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς (ΟλΑΠ 50/2005, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 774/2015).

Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 306 ΑΚ, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, που μπορεί να γίνει με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα.

Η επιλογή είναι ανεπίδεκτη αιρέσεως και προθεσμίας, των οποίων η προσθήκη καθιστά άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ την επιλογή, δηλαδή θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 985/2015). Περαιτέρω, ενόψει του ότι το δικαίωμα επιλογής του εργοδότη ασκείται ανάλογα με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, από την τελολογία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων και η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος συνδέονται με συγκεκριμένα ελαττώματα και ελλείψεις, που υπάρχουν σε ορισμένο χρόνο (πρβλ.

ΑΠ 411/2011) καθώς και με τη φύση και την έκταση αυτών, αφού είναι ενδεχόμενο σε ορισμένο χρονικό σημείο, ανάλογα με το ελάττωμα ή την έλλειψη, να υπάρχει μόνο δικαίωμα διόρθωσης ή μείωσης της αμοιβής, όχι όμως και δικαίωμα υπαναχώρησης ή αποζημίωσης. Επομένως, η επιλογή και άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος για διόρθωση του εμφανισθέντος σε ορισμένο χρονικό σημείο ελαττώματος, που συνιστά επί της ουσίας αξίωση μετεκπλήρωσης της σύμβασης (πρβλ.

ΑΠ 575/2013), η οποία παρέχει στον εργολάβο μία επιπλέον δυνατότητα να εκπληρώσει προσηκόντως τη σύμβαση διορθώνοντας το συγκεκριμένο ελάττωμα, δεν στερεί από αυτόν (εργοδότη) τη δυνατότητα, αν μεταγενέστερα εμφανιστεί άλλο ουσιώδες ελάττωμα, το οποίο επιφέρει διαφορετικές και δυσμενέστερες συνέπειες στο έργο, να ασκήσει κάποιο από τα λοιπά δικαιώματα που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 12-6-2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο ως προς τη ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα:

Ότι τον Οκτώβριο του έτους 2002 κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο άτυπη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στον εναγόμενο και αυτός, ως αρχιτέκτονας μηχανικός, ανέλαβε έναντι αμοιβής την έκδοση οικοδομικής άδειας, την εκπόνηση της σχετικής μελέτης και την επίβλεψη της κατασκευής οικοδομής στο αναφερόμενο στην αγωγή οικόπεδό της που βρίσκεται στην … και ότι η εν λόγω σύμβαση έργου περιελάμβανε και την επίβλεψη κατασκευής της κεραμοσκεπής της μονοκατοικίας της.

Ότι, μετά την παράδοση του έργου τον Ιούνιο 2003, διαπίστωσε κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009 ότι υπήρχε κάποια οπή στη σκεπή και γι' αυτό ειδοποίησε τον εναγόμενο, ο οποίος, αφού έκανε αυτοψία, κάλεσε τον ίδιο τεχνίτη που είχε χρησιμοποιήσει για την κατασκευή της στέγης και επιδιόρθωσε τη βλάβη, κατά το χρόνο δε αυτό ο εναγόμενος της γνωστοποίησε ότι δεν είχε γίνει μόνωση της σκεπής και έτσι επρόκειτο να αντιμετωπίσει πρόβλημα εισροής υδάτων στην στέγη.

Ότι τον Ιούνιο του έτους 2011 διαπίστωσε ότι από τη σκεπή έτρεχαν νερά στους τοίχους, ιδίως του κλιμακοστασίου, και γενικότερα ότι υπήρχε υγρασία περιμετρικά και στα ψηλότερα σημεία των τοίχων της οικοδομής, ενώ υπήρχαν εμφανή σημάδια της υγρασίας σε όλους τους τοίχους. Ότι, κατόπιν αυτού, κάλεσε τεχνίτη σκεπών, ο οποίος, αφού διαπίστωσε ότι η στέγη είχε υποστεί καθιζήσεις λόγω υγρασίας και τμήμα αυτής εμβαδού ενός τετραγωνικού μέτρου περίπου είχε υποχωρήσει, της γνωστοποίησε ότι υπάρχει έλλειψη μόνωσης της σκεπής που δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί και να επιδιορθωθεί παρά μόνο με την αποξήλωση και την ανακατασκευή της σκεπής.

Ότι όλες οι ανωτέρω βλάβες, που αναφέρονται λεπτομερώς και στην από Αυγούστου του έτους 2011 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ. Π., πολιτικού μηχανικού, που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας από το ΤΕΕ …, προκλήθηκαν λόγω της εισροής υδάτων, η οποία οφείλεται στο ότι κατά την κατασκευή της στέγης δεν εφαρμόστηκε πλήρως η αρχιτεκτονική μελέτη και στο ότι υπάρχει πρόβλημα στεγανοποίησης της στέγης κατά μήκος των σημείων εγκιβωτισμού της, εκεί δηλαδή που ενώνεται με τους κατακόρυφους τοίχους, με αποτέλεσμα από τα σημεία αυτά να γίνεται εισροή υδάτων, εξ αιτίας της οποίας έχουν υποστεί φθορές το πέτσωμα και οι τεγίδες και εμφανίζουν σημάδια διάβρωσης τα ζευκτά, με άμεση συνέπεια τη μείωση αντοχής των ξύλινων στοιχείων και τις καθιζήσεις σε τμήματα της στέγης και την κατάρρευση τμήματος αυτής.

Ότι ο εναγόμενος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις από αποκλειστικά δική του υπαιτιότητα, η αμέλειά του δε συνίσταται στην παραβίαση της αρχιτεκτονικής μελέτης της στέγης και στη μη στεγανοποίηση των σημείων επαφής αυτής με τους κατακόρυφους τοίχους. Και ότι εξ αιτίας της παραπάνω υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου η ίδια (ενάγουσα) υπέστη ζημία, συνισταμένη στο κόστος καθαίρεσης της υφιστάμενης και κατασκευής νέας στέγης, η οποία ανέρχεται, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, στο ποσό των 17.142,02 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει (και) το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως. Με την πληττόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη με τις εξής σκέψεις: "Από τα... εκτιθέμενα στην αγωγή είναι σαφές ότι η ενάγουσα εφεσίβλητη άσκησε μετά τη συνομολογούμενη εκτέλεση και παράδοση του έργου τον Ιούνιο του έτους 2003, που κατά τους ισχυρισμούς της έφερε τις προαναφερθείσες ελλείψεις και κακοτεχνίες ως προς την κεραμοσκεπή, το παρεχόμενο σ' αυτή από το νόμο ως εργοδότρια, σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στη παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, δικαίωμα της διόρθωσης μετά την παράδοση του έργου και δη τον Οκτώβριο του έτους 2009, όταν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, " ...διαπίστωσε ότι υπήρχε κάποια οπή στην σκεπή, ειδοποίησε τον εναγόμενο και αυτός έκανε αυτοψία, κάλεσε τον ίδιο τεχνίτη που είχε χρησιμοποιήσει για την κατασκευή της στέγης και επιδιόρθωσε τη βλάβη...".

Ήδη, όμως, με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα ζητά αποζημίωση που ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 690 ΑΚ, ενώ είχε ασκήσει το έτος 2009 την αξίωση διόρθωσης των ελαττωμάτων. Επομένως, σύμφωνα με όσα σχετικά αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αυτή δεν μπορεί να ασκήσει την εκ του άρθρου 690 ΑΚ επίδικη αξίωση αποζημίωσης, διότι τα δικαιώματα που ο νόμος παρέχει στον εργοδότη κατά τις διατάξεις των άρθρων 688- 690 ΑΚ τελούν μεταξύ τους σε διαζευκτική συρροή, και εφόσον η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα διόρθωσης των ελαττωμάτων, με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα στον εναγόμενο εργολάβο δήλωση (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο να διορθώσει τα ελαττώματα της στέγης τον Οκτώβριο του έτους 2009) δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει άλλο, εν προκειμένω το δικαίωμα αποζημίωσης κατά το άρθρο 690 ΑΚ.

Συνεπώς, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ως προς τη βάση της συμβατικής ευθύνης του εναγομένου - εργολάβου είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να εκτελέσει αυτή τη διόρθωση των ελαττωμάτων σε βάρος του εναγομένου εργολάβου επί αποδόσει λογαριασμού για τις γενόμενες δαπάνες και όχι να ζητήσει αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ".

Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, χωρίς την ύπαρξη ειδικού παραπόνου ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε κριθεί νόμιμη ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη και είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε αυτήν, όπως αναφέρθηκε, κατά την ανωτέρω βάση ως μη νόμιμη.

Όμως, έχοντας το περιεχόμενο που αναφέρθηκε, η αγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 και 690 ΑΚ. Και τούτο, διότι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με αυτήν όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, ήτοι την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, η οποία φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου (ΑΠ 1113/2017), ότι το ανωτέρω έργο εκτελέσθηκε και παραδόθηκε, αλλά εμφάνισε ελαττώματα, που οφείλονται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου, ότι το ελάττωμα αυτό καθιστούσε αναγκαία, κατά τα εκτιθέμενα, την αποξήλωση και ανακατασκευή της σκεπής και ότι αυτή συνεπεία των ελαττωμάτων αυτών υπέστη ζημία, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το αιτούμενο ποσό της αποζημιώσεως.

Εξάλλου, το ένδικο ουσιώδες ελάττωμα, το οποίο εμφανίστηκε τον Ιούνιο 2011, ήταν διαφορετικό του εμφανισθέντος τον Οκτώβριο 2009 επουσιώδους ελαττώματος ("κάποιας οπής" στην σκεπή της οικοδομής), για το οποίο διηγηματικώς αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα, είχε ασκήσει το παρεχόμενο σε αυτή δικαίωμα επιλογής, και ειδικότερα το δικαίωμα διόρθωσης αυτού, αφού η αναφερόμενη στην αγωγή επιλογή της να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα αφορούσε το προγενέστερο ελάττωμα, που είχε εμφανιστεί τον Οκτώβριο 2009 και όχι εκείνο που εμφανίστηκε τον Ιούνιο 2011.

Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με την άσκηση από την ενάγουσα του δικαιώματος επιλογής και το νόμιμο του αγωγικού αιτήματος περί αποζημιώσεως, συνεπεία του εμφανισθέντος τον Ιούνιο 2011 ελαττώματος στο παραδοθέν έργο, δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής.

Κατά συνέπεια, κρίνοντας έτσι το Εφετείο α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι έλαβε υπόψη τον μη περιεχόμενο στην αγωγή ισχυρισμό ότι η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επιλογής για το εμφανισθέν τον Ιούνιο 2011 ελάττωμα, και ειδικότερα το δικαίωμα διορθώσεως αυτού, και β) παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 306 ΑΚ, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε, και 688-690 ΑΚ, δεχόμενη ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Συνεπώς, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 8 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου αναιρέσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει δε, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 356/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ