Legislator Case Law & Legislation
203/2018 AI generated

203/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 203/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

203/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Keywords

AI generated
road safety concerns dangerous overtaking dangerous interference with traffic hit-and-run offences against public transport road traffic accidents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 203/2018

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χας Κ. Λ., το γένος Σ., 2) Ε. Α. του Κ., 3) Ι. θυγ. Κ. Α., 4) Α. Α. του Ε. και 5) Ι. Α. του Ε., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 4ος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παναγιώτη Βρεττό και Ευριπίδη Κουκιαδάκη (ο 2ος δεν κατέθεσε προτάσεις), η 1η εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Βρεττό και Ευριπίδη Κουκιαδάκη (ο 2ος δεν κατέθεσε προτάσεις) και οι 2ος, 3η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης βιομηχανικής και εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ για τη 2η παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ε. Δ. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Κ. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 4-6-2008 (αρ. εκθ. καταθ. ...2008 και .../2008) αγωγές των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, τις αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις παρεμπίπτουσες αγωγές και τις ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4584/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3679/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν α) ο Ε. Ρ. του Μ. με την από 25-10-2011 αίτησή του και β) η "..." με την από 25-10-2011 αίτησή της. Εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι 1706/2012 και 1707/2012 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψαν τις υποθέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5314/ 2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 26¬10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των, πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων, της από 22-7-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 741/2015) αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 5314/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., συνάγεται, ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τον βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του κοινού δικαίου.

Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), "αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...".

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Κατά την παρ. 2 "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Κατά την παρ. 3 "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές...

κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται

μετριασμός ταχύτητας". Κατά την παρ. 7 "Ο οδηγός οχήματος, το οποίο

κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Κατά την παρ. 4 "Για τα φορτηγά αυτοκίνητα και τους συνδυασμούς αυτών, που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία, με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, καθορίζονται ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητας, χαμηλότερα των πιο πάνω οριζομένων, αναλόγως της επικινδυνότητας του μεταφερόμενου φορτίου και των τεχνικών προδιαγραφών του μεταφορικού μέσου".

Εξάλλου κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ως κατοικημένη περιοχή θεωρείται: "Η περιοχή που έχει σημανθεί με πινακίδες ως κατοικημένη στις εισόδους και εξόδους της". Επίσης στο άρθρο 4 παρ. 3 ορίζεται ότι: "1. Οι για τη σήμανση των οδών τοποθετούμενες πινακίδες είναι κατά κατηγορίες οι εξής: α) Αναγγελίας κινδύνου (Κ), δηλωτικές:

αα) Επικίνδυνων θέσεων... 2. Οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-42) τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν.

Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: Κ-1α Επικίνδυνη αριστερή στροφή. 4. Οι πληροφοριακές πινακίδες (Π-1 μέχρι Π-95) τοποθετούνται για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις οδούς, για τη διευκόλυνση των χρηστών των οδών (κατευθύνσεις, αρίθμηση, χιλιομέτρηση, τοπωνυμίες, εγκαταστάσεις κ.λπ.). Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: ...Π-17 Αρχή κατοικημένης περιοχής".

Κατά το άρθρο 34 παρ. 1 "Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις". Κατά το άρθρο 42 παρ. 1 "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./Ι) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζόμενων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου 7".

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

II. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε τροχαίο (πολύνεκρο) δυστύχημα που έλαβε χώρα στις 26-6-2006 στη Ν.Ε.Ο. Χανίων - Ηρακλείου, στο οποίο ενεπλάκησαν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ρ., που οδηγούσε το με αριθμό ...

Ι.Χ. Λεωφορείο, ιδιοκτησίας, κατοχής και εκμεταλλεύσεως της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων "...", και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην λειτουργούσα ακόμα τότε ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", της οποίας, όμως, η άδεια λειτουργίας μεταγενέστερα ανακλήθηκε και υπεισήλθε, έτσι, στη θέση της ως ειδικός διάδοχός της το τρίτο των αναιρεσιβλήτων, "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", καθώς και ο Κ.

Λ. του Ε., συγγενής των αναιρεσειόντων, οδηγός του με αριθμό ... ΔΧΦ βυτιοφόρου, ιδιοκτησίας του (αρχικώς συνενάγοντος - συνεναγόμενου και ήδη αποβιώσαντος) Ε. Λ., πατέρα του, εκμισθωμένο από τον τελευταίο στην ανώνυμη εταιρεία "...", η οποία είχε προστήσει τον παραπάνω οδηγό στην οδήγησή του, και η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην λειτουργούσα ακόμα τότε ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...) Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας, όμως, η άδεια λειτουργίας μεταγενέστερα ανακλήθηκε και υπεισήλθε, έτσι, στη θέση της ως ειδικός διάδοχός της το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".

Συνέπεια της συγκρούσεως αυτής, ήταν μεταξύ των άλλων, να αναφλεγεί και να καταστραφεί ολοσχερώς το με αριθμό ... ΔΧΦ βυτιοφόρο, που οδηγούσε ο προαναφερόμενος συγγενής των αναιρεσειόντων Κ. Λ. του Ε. και αυτός να τραυματιστεί θανάσιμα και ακόμα, αφενός μεν να τραυματισθούν θανάσιμα και οι: α) Σ. Σ. του Γ., β) Ε.

Σ. του Ι., γ) Σ. Χ. του Γ., που επέβαιναν στο πιο πάνω λεωφορείο, αφετέρου δε να τραυματιστούν οι: 1) Α. Μ. του Ν. και 2) Μ. Α. του Ι., που επίσης επέβαιναν στο πιο πάνω λεωφορείο, καθώς και ο ίδιος ο οδηγός του λεωφορείου αυτού, πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ρ..

III. Για το δυστύχημα αυτό, ασκήθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκτός των άλλων, και τα αμέσως πιο κάτω δικόγραφα, τα οποία έχουν σχέση με τους αναιρεσείοντες (ως ενάγοντες κατά των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων: 1) Για το θάνατο του Κ. Λ. του Ε. και τη καταστροφή του με αριθμό ... ΔΧΦ βυτιοφόρου που αυτός οδηγούσε, ασκήθηκε από μέρους: α. της πρώτης από τους αναιρεσείοντες Μ. χήρας Κ. Α., ενεργούσας, αφενός μεν ατομικά για τον εαυτό της, αφετέρου δε και για λογαριασμό των δύο ανηλίκων ακόμα τότε δύο τέκνων της, Ε. Λ. (δεύτερου από τους αναιρεσείοντες) και Ι. Λ. (τρίτης από τους αναιρεσείοντες), β. του (ζώντος τότε) Ε. Λ. του Κ., του Α. Λ. του Ε. και δ. της Ι. Α. του Ε., η από 08/01/2007 με αύξοντα αριθμό καταθέσεως .../2007 αγωγή, που στρεφόταν εναντίον του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και της λειτουργούσας ακόμα τότε ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "....", της οποίας όμως η άδεια λειτουργίας μεταγενέστερα ανακλήθηκε (μετά την άσκηση της αμέσως πιο πάνω αγωγής) και υπεισήλθε έτσι στη θέση της ως ειδικός διάδοχός της το τρίτο των αναιρεσιβλήτων, "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΑΑΙΟ".

2)Για τον τραυματισμό του πρώτου των αναιρεσιβλήτων οδηγού του με αριθμό ... Ι.Χ. Αεωφορείου, Ε. Ρ. του Μ., ασκήθηκε από μέρους του, η από 04/06/2008 με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 116679/...2008 αγωγή του.

3)Για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο ζημιογόνο με αριθμό ... Ι.Χ. Λεωφορείο, ασκήθηκε από μέρους της ιδιοκτήτριας αυτού, δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η από 04/06/2008 με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 116704/.../2008 αγωγή της.

Επίσης ασκήθηκαν τρείς (3) αγωγές από τους συγγενείς των θανόντων, που επέβαιναν στο λεωφορείο, ήτοι: α) Για το θάνατο του Σ. Σ. του Γ., β) Για το θάνατο του Ι. Σ. του Ι., και γ) Για το θάνατο του Σ. Χ. του Γ., και δύο (2) αγωγές από τις τραυματισθείσες επιβαίνουσες του Αεωφορείου, ήτοι: α) της Α. Μ. και β) της Μ. Α..

Όλα τα αμέσως πιο πάνω δικόγραφα (μαζί με παρεμπίπτουσες αγωγές, ασκηθέντα δικόγραφα ανακοινώσεως δίκης - προσεπικλήσεως σε παρέμβαση), συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η με αριθμό 4584/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απόφαση, εκτός των άλλων, κρίθηκε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ρ., ως ο κυρίως υπαίτιος για το προκληθέν ατύχημα, καθορισθείσας της ευθύνης του σε ποσοστό 80%, ενώ κρίθηκε συνυπαίτιος και ο προαναφερόμενος θανατωθείς, συγγενής των αναιρεσειόντων Κ. Λ., σε ποσοστό, 20%, έγιναν εν μέρει δεκτές οι εκατέρωθεν ασκηθείσες (αντίθετες) κύριες αγωγές, καθώς και οι αντίστοιχα προς αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές και επιδικάσθηκαν τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή επί μέρους ποσά. Κατά της προαναφερόμενης με αριθμό 4584/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες εφέσεις: 1) η από 31.12.2010 με αυξ. αριθμό κατάθεσης 374/2011 έφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων που στρεφόταν εναντίον των αναιρεσιβλήτων, 2) η από 20/4/2010 με αύξ. αριθμό κατάθεσης 3398/2010 έφεση της εναγόμενης - ενάγουσας (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) "...", και 3) επίσης ασκήθηκαν εφέσεις από τους συγγενείς των θανόντων που επέβαιναν στο λεωφορείο και από τις τραυματισθείσες που επίσης επέβαιναν στο λεωφορείο.

Κατά την εκδίκαση των πιο πάνω εφέσεων: α) η Τρίτη αναιρεσείουσα, Ι. Λ. του Κ., θυγατέρα του θανατωθέντος στο πιο πάνω δυστύχημα, Κ. Λ., είχε ενηλικιωθεί και έτσι με σχετική δήλωσή της συνέχισε την ανοιγείσα δίκη η ίδια ατομικά, συνασκούσα έτσι και την πιο πάνω έφεση, η ίδια ατομικά, στο όνομά της και για δικό της λογαριασμό και β) ο εκ των αρχικών διαδίκων, προαναφερόμενος Ε.

Λ. του Κ., στις 13/03/2010, απεβίωσε και τον θάνατό του γνωστοποίησαν οι αναιρεσείοντες με το πιο πάνω δικόγραφο της εφέσεώς τους. Οι πιο πάνω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν (μαζί με τις ασκηθείσες αντεφέσεις και εκδόθηκε επ' αυτών η με αριθμό 3679/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία: 1) θεωρήθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τον εφεσίβλητο Ε.

Λ., λόγω της νομότυπης παραίτησης των εκκαλούντων από τα δικόγραφα των αντίστοιχων εφέσεων ως προς αυτόν, 2) συνεκδικάσθηκαν οι ως άνω εφέσεις και οι παραδεκτώς ασκηθείσες με τις προτάσεις αντεφέσεις, και αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο Ε.

Ρ. (πρώτος των αναιρεσιβλήτων), έγιναν μερικά δεκτές οι υπόλοιπες εφέσεις και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση. Κατά της προαναφερόμενης με αριθμό 3679/2011 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν οι ακόλουθες δύο αναιρέσεις, οι οποίες στρέφονταν, εκτός των άλλων, και εναντίον των αναιρεσιβλήτων, ήτοι:

α) η από 25.10.2011 αίτηση αναίρεσης του Ε. Ρ. του Μ., οδηγού του Λεωφορείου και β) η από 24.10.2011 αίτηση αναίρεσης της "...", ιδιοκτήτριας του Λεωφορείου. Κατά την εκδίκαση των πιο πάνω αναιρέσεων ο διάδικος Ε. Α. του Κ. και Μ., ο γιός δηλαδή του θανατωθέντος στο πιο πάνω δυστύχημα Κ. Α., είχε ήδη ενηλικιωθεί και αυτός και έτσι με σχετική δήλωσή του συνέχισε την ανοιγείσα δίκη, ο ίδιος ατομικά, στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό.

Επί των παραπάνω αιτήσεων αναιρέσεως εκδόθηκαν οι με αριθμούς 1706/2012 και 1707/2012 αντίστοιχες αποφάσεις του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι ανωτέρω αναιρέσεις, ως προς το λόγο από το άρθρο 559 αρ. 19, σε σχέση με την περί αποκλειστικής υπαιτιότητας κρίση του Εφετείου και δη, επειδή κρίθηκε ανεπαρκής η σχετική αιτιολογία της εφετειακής αποφάσεως, για το ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, αναιρέθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη με αριθμό 3679/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτουμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που μετείχαν στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα με αριθμό 3679/2011 απόφαση.

Η υπόθεση συζητήθηκε εκ νέου, μετ' αναίρεση στο Εφετείο Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 31-10-2013, και εκδόθηκε η με αριθμό 5314/2014 απόφασή του, με την οποία: α) θεωρήθηκε και πάλι καταργημένη η δίκη ως προς τον εφεσίβλητο Ε. Λ., λόγω νομότυπης παραίτησης των εκκαλούντων από τα δικόγραφα των αντίστοιχων εφέσεων ως προς αυτόν, β) συνεκδικάσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ως άνω εφέσεις και οι παραδεκτώς ασκηθείσες με τις εκ νέου κατατεθείσες προτάσεις των εφεσιβλήτων αντεφέσεις, και γ) αφού κρίθηκε, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ...

ΔΧΦ ρυμουλκού-επικαθήμενου, Κ. Λ. κατά ποσοστό 80% και του οδηγού του ... IX λεωφορείου, Ε. Ρ., κατά ποσοστό 20%, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 4584/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έκανε εν μέρει δεκτές τις συνεκδικαζόμενες αγωγές, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

IV. Το Εφετείο, σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 26-6-2006 και περί ώρα 15.00' περίπου ο Ε. Ρ. οδηγώντας το ... IX λεωφορείο, ιδιοκτησίας... εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο. Χανίων - Ηρακλείου, με κατεύθυνση από Ηράκλειο προς Χανιά...

Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο Κ. Λ., οδηγώντας το ... ΔΧΦ ρυμουλκό - επικαθήμενο, έμφορτο υγρών καυσίμων (κηροζίνης)... εκινείτο επί της αυτής ως άνω οδού, με την ίδια κατεύθυνση και όπισθεν του προαναφερόμενου λεωφορείου, και σε απόσταση 200 μ. περίπου απ' αυτό.... Η Ν.Ε.Ο. Χανίων - Ηρακλείου είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο ύψος του 64,700 χιλιομέτρου διαχωρίζεται κατά μήκος με διπλή συνεχή λευκή γραμμή.

Στο σημείο αυτό η οδός έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων, ήτοι 4 μέτρων για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας της, παρουσιάζει προοδευτική αριστερή καμπύλη στην πορεία των οχημάτων προς Χανιά, που εκτείνεται σε μήκος 300 μέτρων περίπου και πλέον και παραπλεύρως των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της υπάρχουν οριοθετημένα ερείσματα, τα οποία διαχωρίζονται από το οδόστρωμα με κατά μήκος συνεχή λευκή γραμμή.

Στο ρεύμα κυκλοφορίας της προς Ηράκλειο, το έρεισμα έχει πλάτος 5,20 μέτρων, ενώ στο ρεύμα κυκλοφορίας της προς Χανιά το έρεισμα έχει πλάτος 2,10 μέτρων, είναι ασφάλτινο και επεκτείνεται 0,80 μέτρα με χώμα. Επί του χωμάτινου αυτού τμήματος έχουν τοποθετηθεί μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, ύψους 0,80 μ., τα οποία εκτείνονται Καθ' όλο το μήκος της οδού και στη συνέχεια εκτός της οδού υπάρχει διαμορφωμένο δενδροφυτευμένο χωμάτινο πρανές με κατωφέρεια που καταλήγει σε άλλο παράπλευρο δρόμο κάτω από τη Ν.Ε.

Ο. Χανίων - Ηρακλείου. Στο ίδιο ως άνω σημείο η Ν.Ε. Ο. Χανίων - Ηρακλείου δεν πληρεί τις προδιαγραφές χαρακτηρισμού οδού ταχείας κυκλοφορίας, ανήκει στην κατηγορία "άλλο οδικό δίκτυο", όπου σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 2696/1999 το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τα φορτηγά μέγιστου βάρους μεγαλύτερου των 3.500 χλγ.

με ελαφρό ρυμουλκό είναι 70χιλ/ώρα, ενώ για τα λεωφορεία είναι 80χιλ/ώρα. Όμως, στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού από Ηράκλειο προς Χανιά έχουν τοποθετηθεί ρυθμιστική πινακίδα Ρ-27 (απαγορεύεται η στροφή αριστερά), πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-1α (επικίνδυνη αριστερή στροφή) και στο ύψος του 66ου χιλιομέτρου πληροφοριακή πινακίδα Π-17 (αρχή κατοικημένης περιοχής), αναγράφουσα "...", η οποία ισχύει για όλο το μήκος της οδού και πέρα από το σημείο της τελικής θέσης που ανευρέθη το ως άνω λεωφορείο και θα εκτεθεί κατωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλη κάθετη σήμανση ως προς το όριο ταχύτητας.

Η τελευταία πινακίδα Π-17, εκτός της πληροφοριακής της σημασίας, προειδοποιεί τους χρήστες της οδού για τους εφαρμοζόμενους σε κατοικημένες περιοχές κανονισμούς κυκλοφορίας, όπως ο περιορισμός της ταχύτητας στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ/ώρα για όλα τα οχήματα που ορίζεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999.

Στο προαναφερόμενο σημείο της οδού, η ορατότητα δεν περιορίζεται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, και κατά τον, ως άνω χρόνο, επικρατούσαν συνθήκες καλοκαιρίας, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε άπλετο φως ημέρας και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική (βλ. έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του Τ.Τ. Ρεθύμνου).

Όταν ο οδηγός του ως άνω λεωφορείου, Ε. Ρ., πλησίασε στο παραπάνω χιλιόμετρο της οδού, όπου εκινείτο, προτιθέμενος να πραγματοποιήσει στάση, ενεργοποίησε εγκαίρως τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσης του οχήματος που οδηγούσε, προκειμένου να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή στους λοιπούς χρήστες της οδού και μειώνοντας σταδιακά την ταχύτητά του σταμάτησε το λεωφορείο στο άκρο δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του προς Χανιά, απέναντι ακριβώς από το νυκτερινό κέντρο "...", και σε απόσταση ενός (1) μέτρου περίπου από τα υπάρχοντα, κατά μήκος της οδού, ως άνω μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα προκειμένου να αποβιβάσει τον αλλοδαπό (Ινδό) επιβάτη S. C.

του L. G. S.. Κατά τη στάση του το λεωφορείο κατελάμβανε 0,90 μ. από το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του βρισκόταν εντός του ασφάλτινου ερείσματος, δεξιά και έξω του οδοστρώματος, η στάση του δε αυτή ήταν ορατή και αντιληπτή από τους λοιπούς χρήστες της οδού και ιδίως εκείνων που εκινούντο όπισθέν του, λόγω του ότι ήταν ημέρα και δεν εμποδιζόταν η ορατότητα.

Στο συγκεκριμένο σημείο της στάσης του δεν υπάρχει σημασμένη στάση, ούτε απαγορευτικές της στάσης πινακίδες, όμως η στάση και η στάθμευση στο εν λόγω σημείο, ενόψει της προαναφερόμενης επικίνδυνης αριστερής στροφής στο ρεύμα της οδού προς Χανιά, του πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος προς Χανιά και του πλάτους του λεωφορείου (2,50 μ.), δημιουργεί κίνδυνο και παρακώλυση των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την οδό.

Τη στάση του λεωφορείου ακολούθησε το άμεσο άνοιγμα της οπίσθιας πόρτας αυτού, από την οποία αποβιβάστηκε ο ως άνω επιβάτης, το άμεσο κλείσιμο της πόρτας και η άμεση εκκίνηση του λεωφορείου, ο συνολικός χρόνος των οποίων εκτιμάται στα 3-4 δευτερόλεπτα περίπου. Κατά την εκκίνηση του λεωφορείου, ο οδηγός του ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης αυτού και ξεκινώντας με μηδενική ταχύτητα δεν ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εξέλθει τελείως από τη θέση που είχε κατά την προσωρινή στάση και να εισέλθει κανονικά στο ρεύμα πορείας της οδού προς Χανιά, αλλά κινήθηκε παράλληλα προς τα δεξιά του υπάρχοντα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού, με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπροσθίου τμήματος του οχήματός του, υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μοιρών και διήνυσε απόσταση 15 μ.

περίπου, που αν ληφθεί υπόψη το μήκος του, των 11,85 μ. η απόσταση ήταν πολύ μικρότερη με ταχύτητα 5-15 χιλ/ώρα, προκειμένου στη συνέχεια να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εξέλθει από τη θέση όπου βρισκόταν, κατά την οποία το μεγαλύτερο τμήμα του πλάτους του οχήματός του βρισκόταν στο ασφάλτινο έρεισμα της οδού και καταλάμβανε ακόμη 0,90 cm από το κυρίως οδόστρωμα της οδού και να ευθυγραμμιστεί στο ρεύμα πορείας του.

Κατά την παραπάνω διάρκεια της διαδικασίας της προσωρινής στάσης του λεωφορείου, ο οδηγός του ... ΔΧΦ ρυμουλκού-επικαθήμενου Κ. Λ., ο οποίος εκινείτο στο μέσον περίπου του ρεύματος, πορείας του και όπισθεν του λεωφορείου, οδηγώντας χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε και με ιδιαίτερα αυξημένη για τις ανωτέρω περιστάσεις και υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50χιλ/ώρα ταχύτητα, τουλάχιστον 70χιλ/ώρα, άλλα και υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,62%ο και αιθανόλης σε ποσοστό 1,1% δεν μείωσε την ταχύτητά του, ενόψει της υπάρχουσας στην πορεία του επικίνδυνης αριστερής στροφής, για την οποία υπάρχει προειδοποίηση, με ειδική πινακίδα Κ1-δ', ούτε ρύθμισε αυτή, ενόψει του πολύ επικίνδυνου (εύφλεκτου) φορτίου που μετέφερε με το όχημα που οδηγούσε (28.127,04 κιλά κηροζίνης), κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, όπως όφειλε.

Αντίθετα συνέχισε την πορεία του με την ίδια αυξημένη ταχύτητα και μολονότι αντελήφθη την έμπροσθέν του κίνηση του λεωφορείου επί της οδού, την προσωρινή στάση αυτού στο προαναφερόμενο σημείο και την αποβίβαση του επιβάτη, και ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε να προβλέψει την επανεκκίνηση του λεωφορείου, καθόσον κατά τη στιγμή της στάσης του λεωφορείου βρισκόταν σε απόσταση 100 μ.

τουλάχιστον όπισθεν αυτού, η οποία (απόσταση) του επέτρεπε χρονικά να προβεί σε μείωση και κατάλληλη ρύθμιση της ταχύτητάς του σε τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει ακόμη και την πορεία του, προσέτι δεν τήρησε και την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού λεωφορείο, αλλά πλησίασε αυτό στην κοντινή απόσταση των 19 μ.

περίπου, με αποτέλεσμα όταν αντελήφθη την κατά τον ως άνω τρόπο εκκίνηση αυτού, να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει πλήρως το όχημά του με άμεση τροχοπέδηση, ούτε να προβεί στον ενδεικνυόμενο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και να διέλθει αριστερά του λεωφορείου όπως θα μπορούσε αν εκινείτο με μικρή ταχύτητα και με μεγάλη σύνεση και αν δεν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού το εναπομένον πλάτος του ρεύματος πορείας του από την αριστερή πλευρά του λεωφορείου ήταν 3,10 μ.

και το τελευταίο εκινείτο με μηδαμινή ταχύτητα, ακόμη και σε κάθε περίπτωση να καταλάβει και μέρος του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη στιγμή εκείνη εκινούντο οχήματα επ' αυτού, αλλά τροχοπεδώντας καθυστερημένα και διαγράφοντας ίχνη του οπισθίου δεξιού ελαστικού του δεξιού τροχού του μήκους 2,50 μ.

επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα και την πίσω πλάγια αριστερή πλευρά του λεωφορείου (γωνία), το οποίο εξέτρεψε προς τα δεξιά της πορείας του και συνεχίζοντας την τροχοπέδηση σε επαφή με αυτό το έσυρε πάνω στα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα με τη δεξιά πλευρά του σε μήκος 24,90μ.

Συγχρόνως δε από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, η δεξιά πλευρά της καμπίνας του ΔΧΦ μετακινήθηκε προς τα πίσω κατά 1,00 μ. περίπου και προσέκρουσε στο άνω τμήμα του εμπροσθίου μέρους της πρώτης δεξαμενής του, στην οποία δημιουργήθηκαν ρωγμές, καθώς και σύνθλιψη της δεξαμενής καυσίμων κίνησης του φορτηγού, από τις οποίες εξήλθε το εύφλεκτο υγρό της κηροζίνης, το οποίο επεκτάθηκε στην καμπίνα του βυτιοφόρου αλλά και στις επιφάνειες και το εσωτερικό του λεωφορείου και εξαιτίας της ανάφλεξης των καυσίμων λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύχθηκαν στους κινητήρες προκλήθηκε πυρκαγιά και στα δύο οχήματα.

Ακολούθως τα δύο οχήματα εκτράπηκαν προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκαν το μεν βυτιοφόρο, φλεγόμενο, σε απόσταση 46,40 μ. από το σημείο της σύγκρουσης και επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής, καταλαμβάνοντας τμήμα του ρεύματος πορείας της οδού προς Ηράκλειο, το δε λεωφορείο, επίσης φλεγόμενο, σε απόσταση 122 μ.

από το ίδιο ως άνω σημείο σύγκρουσης και επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής καταλαμβάνοντας και αυτό τμήμα του ρεύματος πορείας προς Ηράκλειο. Αποτέλεσμα της ανωτέρω σφοδρής σύγκρουσης και των συνεπειών της ήταν να επέλθει ο θάνατος των επιβατών του λεωφορείου Σ. Σ., Ε. Σ. και Σ. Χ., οι οποίοι κάθονταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου, καθώς και του οδηγού του ΔΧΦ Κ.

Α., οι οποίοι απανθρακώθηκαν, εξαιτίας δε της απανθράκωσης ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός τους (βλ. υπ• αριθμ. .../30-6-2006 ιατροδικαστικές εκθέσεις του Ιατροδικαστή του Πανεπιστημίου Κρήτης Μ. Μ.), ενώ τραυματίσθηκαν οι επιβάτες του λεωφορείου Μ. Α. και Α. Μ., ως και ο οδηγός του λεωφορείου Ε. Ρ., υποστάντες εγκαύματα, ως επίσης καταστράφηκαν ολοσχερώς και τα δύο εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το ένδικο ατύχημα προανάκρισης και πρωτοδίκως, καθώς και από τα αντικειμενικά ευρήματα των επιληφθέντων του ατυχήματος αξιωματικών του Τ.Τ. Ρεθύμνου, όπως αυτά αποτυπώνονται στο συνταχθέν υπ' αυτών πρόχειρο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των συγκρουσθέντων οχημάτων ως και την από μηνός Ιουλίου 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Β.

Κ. και Χ. Σ., οι οποίοι διορίσθηκαν από το Τ. Τ. Ρεθύμνου στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης. Οι καταθέσεις των μαρτύρων, αναφορικά με το γεγονός του αν ο οδηγός του λεωφορείου ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του λεωφορείου, μερικοί εκ των οποίων κατέθεσαν αρνητικά ως προς τούτο και άλλοι ότι δεν θυμούνται, δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε κρίση ότι ο οδηγός του λεωφορείου παρέλειψε να προβεί σ' αυτή την ενέργεια, καθόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κάτω από τις συνθήκες πού έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα σε χρόνο που δεν ξεπερνούσε τα 5-6 δευτερόλεπτα, είναι λογικά αδύνατο οι μάρτυρες αυτοί να είχαν την προσοχή τους στην συγκεκριμένη ενέργεια του οδηγού του λεωφορείου και να μπορούν να καταθέσουν με βεβαιότητα περί τούτου.

Περαιτέρω, το κρίσιμο περιστατικό, ότι ο οδηγός του ΔΧΦ ρυμουλκού - επικαθήμενου, Κ. Λ. τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατά το χρόνο του ατυχήματος προκύπτει, εκτός των άλλων, από την υπ' αριθμ. πρωτ. ...21-7-2006 Τοξικολογική έκθεση της Μονάδας Τοξικολογίας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, σύμφωνα με την οποία στο αίμα αυτού ανιχνεύτηκε ποσότητα αιθανόλης 1,1 γρ.

ανά λίτρο αίματος, και την υπ' αριθμ. ...-12-2006 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, σύμφωνα με την οποία στο αίμα αυτού ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,62%ο στο ένα φιαλίδιο, 0,32%ο στο τρίτο φιαλίδιο, ενώ δεν ανιχνεύτηκε οινόπνευμα στο δεύτερο φιαλίδιο.

Η μη ανίχνευση όμως οινοπνεύματος στο τελευταίο αυτό φιαλίδιο αίματος του θανόντος Κ. Λ., καθώς και η μη ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του, που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. .../19-8-2006 έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ, δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, ενόψει και των άλλων αποδεικτικών στοιχείων.

Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ... ΔΧΦ ρυμουλκού-επικαθήμενου, Κ. Λ. και του οδηγού του ... IX λεωφορείου, Ε. Ρ., και δη κατά ποσοστό 80% του πρώτου και 20% του δεύτερου. Και τούτο διότι ο οδηγός του IX λεωφορείου, Ε.

Ρ., από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός που θα βρισκόταν στην ίδια θέση με αυτόν, προτιθέμενος να ενεργήσει προσωρινή στάση προς αποβίβαση επιβάτη, σταμάτησε μεν, μετά από έγκαιρη προειδοποίηση το λεωφορείο, σε σημείο όμως της οδού, όπου η στάση και η στάθμευση, ενόψει της προαναφερόμενης επικίνδυνης αριστερής στροφής στην πορεία του, του πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος προς Χανιά και του πλάτους του λεωφορείου δημιουργεί κίνδυνο και παρακώλυση των λοιπών οχημάτων, που χρησιμοποιούσαν την οδό, αφού κατά τη στάση του κατελάμβανε τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος προς Χανιά, πλάτους 0,90, αφήνοντας από αριστερά τον χώρο πλάτους 3,10 μ., ενώ την ίδια αυτή θέση είχε και κατά την εκκίνησή του με μηδαμινή ταχύτητα, και με την στάση του αυτή δυσχέραινε την κυκλοφορία των οχημάτων και περιόριζε το πλάτος του οδοστρώματος, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 34 παρ. 1 του ΚΟΚ.

Είσοδος του εμπροσθίου αριστερού τμήματος του λεωφορείου κατά την εκκίνησή του, σε μεγαλύτερο του ως άνω τμήματος του ρεύματος πορείας του και παρεμβολή του με αυτό τον τρόπο στην κίνηση του φορτηγού δεν αποδείχθηκε, γιατί τότε το λεωφορείο θα έπρεπε να κτυπηθεί στην αριστερή πλευρά του, και όχι στην οπίσθια αριστερή γωνία του.

Επίσης ο οδηγός του ... ΔΧΦ, Κ. Λ., ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε από τις εκτεθείσες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προσέτι δε οδηγούσε τούτος με υπερβολική για τις ανωτέρω περιστάσεις (επικίνδυνη αριστερή στροφή, μεταφορά πολύ επικίνδυνου φορτίου με το όχημά του) ταχύτητα, τουλάχιστον 70χιλ/ώρα και (μολονότι κατά τη στιγμή της προσωρινής στάσης του λεωφορείου βρισκόταν 100 μ.

περίπου όπισθέν του και αντελήφθη λόγω της απεριόριστης ορατότητας που είχε, τη στάση αυτή και την αποβίβαση επιβάτη, δυνάμενος να προβλέψει την εκκίνηση του λεωφορείου, δεν μείωσε, ούτε ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητά του, ούτε τήρησε αρκετή απόσταση ασφαλείας απ' αυτό, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια αυξημένη ταχύτητα και απρόσεκτα, πλησιάζοντας το λεωφορείο στην κοντινή απόσταση των 19 μ.

περίπου, με αποτέλεσμα όταν αντελήφθη την εκκίνησή του να μην μπορέσει να προβεί σε καμμία αποφευκτική ενέργεια και να επιπέσει με σφοδρότητα επ' αυτού, παραβαίνοντας και τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 7, 20 παρ. 1 του. Κ.Ο.Κ). Η αμελής αυτή συμπεριφορά του οφείλεται και στο γεγονός ότι βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, κατάσταση εξαιτίας της οποίας αναμφίβολα δεν μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τις εν γένει επικρατούσες συνθήκες και την επί του οδοστρώματος κατάσταση και κατά συνέπεια τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η προαναφερθείσα αμελής οδηγική συμπεριφορά του.

Ειδικότερα στο αίμα αυτού ανιχνεύτηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,62%ο κατά την εξέταση του πρώτου φιαλιδίου και 0,32%ο κατά την εξέταση του τρίτου φιαλιδίου, καθώς και αιθανόλη σε ποσοστό 1,1 %ο, ποσοστά που υπερβαίνουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 0,20 gr/Ι που έχει καθοριστεί με την 43500/5691/12-8-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας Τάξης για τους οδηγούς τέτοιων φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μεγαλύτερο των 3,5 τόνων που μεταφέρουν επικίνδυνα εμπορεύματα.

Οι παραπάνω παραβάσεις των οδηγών των εμπλακέντων στη σύγκρουση οχημάτων τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, με πολύ σοβαρότερες εκείνες του οδηγού του ΔΧΦ ρυμουλκού - επικαθημένου Κ. Λ., κατά μερική παραδοχή και της σχετικής νόμιμης ένστασης των εναγομένων στην από 8-1-2007 αγωγή των εναγόντων Μ.

Α. κ.λ.π. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας, συνυπαίτιους τους οδηγούς και των δύο οχημάτων, με διαφορετική αιτιολογία, κατά ποσοστό 80% τον Ε. Ρ. και 20% τον Κ. Λ., έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βασίμων των σχετικών και αλληλοσυμπληρούμενων λόγων της από 20-4-2010 αντέφεσης της δεύτερης των εφεσιβλήτων στην από 31-12-2010 έφεση και των ασκηθεισών με τις προτάσεις αντεφέσεων των εφεσιβλήτων στην ίδια έφεση και απορριπτομένων των αντιστοίχων σχετικών λόγων της από 31-12-2010 έφεσης των εναγόντων Μ.

χήρας Κ. Λ. κ.λπ., που υποστηρίζουν τα αντίθετα...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του ΑΚ, που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 7, 20 παρ. 1, 42 % παρ. 1 του Ν. 2696/1999 των οποίων αναλύει επαρκώς το πραγματικό τους που πληρούται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι αποδείχθηκαν και τα οποία δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του.

Ειδικότερα, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών), οι οποίοι επαρκούσαν για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, ενώ διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ' όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την συνυπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος, διαλαμβάνονται με σαφήνεια και λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά και των δύο οδηγών, η οποία συνίσταται για μεν τον οδηγό του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου στο ότι δεν επέδειξε, κατ' αντικειμενική κρίση, τη σύνεση και προσοχή του μέσου επιμελούς οδηγού (άρθρ. 12 παρ. 1 ΚΟΚ), προσέτι δε, κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα ενόψει της υπάρχουσας στην πορεία του επικίνδυνης αριστερής στροφής, για την οποία υπήρχε προειδοποίηση με ειδική πινακίδα, και του πολύ επικίνδυνου (εύφλεκτου) φορτίου που μετέφερε, αλλά και υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσότητα 0,62/‰ που επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά (άρθρ. 42 παρ. 1 ΚΟΚ), δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το Λεωφορείο που ήταν σταματημένο στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, και δεν προέβη έγκαιρα στις κατάλληλες αποφευκτικές ενέργειες, για δε τον οδηγό του λεωφορείου στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, σταμάτησε σε σημείο της οδού όπου η στάση και η στάθμευση απαγορεύεται ενόψει της επικίνδυνης αριστερής στροφής στην πορεία του, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 34 παρ. 1 του ΚΟΚ.

Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο τμήμα του οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ως προς τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, που επιδρούν στο ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλογίσει υπαιτιότητα σε βάρος του θανατωθέντος συγγενούς τους, οδηγού του με αριθμό ... ΔΧΦ βυτιοφόρου, εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διότι για να εφαρμοστεί αυτή πρέπει το όχημα να κινείται και όχι να είναι σταματημένο. Ο παραπάνω λόγος, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η παραπάνω διάταξη έχει σκοπό να παρεμποδίσει τη διακινδύνευση του ακολουθούντος οχήματος είτε το προπορευόμενο όχημα επιβραδύνει την πορεία του είτε την διακόψει εντελώς. Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω λόγος, )

επίσης κατά την άποψη της πλειοψηφίας, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθίσταται αναιρετέα εκ μόνου του λόγου αυτού, της παραβίασης δηλαδή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 19 παρ. 7 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθόσον το Εφετείο, δεν οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση αποκλειστικά και μόνο την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη, που αφορά την απόσταση ασφαλείας του ακολουθούντος οχήματος, αλλά αντίθετα το αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε και στις λοιπές ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε, το πραγματικό των οποίων αρκούσε από μόνο του για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του παραπάνω οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος.

Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Ναυσικάς Φράγκου ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 7 ΚΟΚ είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός, διότι με τις παραδοχές κατά τις οποίες ειδικότερα, ότι αφενός ο οδηγός του φ/γ αυτοκινήτου "...δεν τήρησε και την απαιτούμενη, απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού λεωφορείο" και αφετέρου "...κατά τη στιγμή κατά την οποία ο οδηγός του φ/γ προσήγγίζε το σημείο συγκρούσεως, το λεωφορείο, δεν εκινείτο, αλλά ήταν προσωρινά σταματημένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του εκτός του οδοστρώματος στο παρακείμενο έρεισμα σε απόσταση ενός (1) μέτρου από τα μεταλλικά κιγκλιδώματα και κατελάμβανε κατά τη στάση του 0,90 μ.

από το οδόστρωμα, η στάση του αυτή ήταν ορατή από τους λοιπούς χρήστες της οδού" δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος περί υποχρεώσεως τηρήσεως αποστάσεως ασφαλείας από τον οδηγό του φ/γ αυτοκινήτου, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 7 ΚΟΚ.

Συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, από την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), παραλείποντας να την εφαρμόσει ως προς τον οδηγό του με αριθμό ...

Ι.Χ. Λεωφορείου, πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ρ., μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής της, αφού με βάση τις παραδοχές του, ο οδηγός αυτός κατά τη χρονική στιγμή του δυστυχήματος, πράγματι ενεργούσε ελιγμό, το γεγονός δε αυτό συνδέεται με το βαθμό της υπαιτιότητάς του. Ο λόγος αυτός, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου "ο οδηγός του λεωφορείου ξεκινώντας με μηδενική ταχύτητα δεν ενήργησε ελιγμό προς αριστερά, προτιθέμενος να εξέλθει από τη θέση που είχε κατά την προσωρινή στάση αλλά κινήθηκε με την ελαχίστη δυνατή ταχύτητα παράλληλα προς τα προς τα δεξιά του, υπάρχοντα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού, με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπροσθίου τμήματος του οχήματός του, υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μοιρών...

προκειμένου στη συνέχεια να ενεργήσει ελιγμό προς αριστερά", συνεπώς κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο παραπάνω δεν ενήργησε ελιγμό, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες, επομένως δεν ευρίσκει έρεισμα η παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη την οποία επικαλούνται.

Σε κάθε περίπτωση, επίσης κατά την άποψη της πλειοψηφίας, η αναφερόμενη στον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτη, διότι με αυτή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς της στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου. Ναυσικάς Φράγκου, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 1 ΚΟΚ, είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός, διότι με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τις οποίες: "Τη στάση του λεωφορείου ακολούθησε το άμεσο άνοιγμα της οπίσθιας πόρτας αυτού, από την οποία αποβιβάστηκε ο ως άνω επιβάτης, το άμεσο κλείσιμο της πόρτας και η άμεση εκκίνηση του λεωφορείου.

Κατά την εκκίνηση του λεωφορείου ο οδηγός ξεκινώντας με μηδενική ταχύτητα δεν ενήργησε προς τα αριστερά προκειμένου να εξέλθει τελείως από τη θέση που είχε κατά την προσωρινή στάση και να εισέλθει κανονικά στο ρεύμα πορείας της οδού προς Χανιά, αλλά κινήθηκε παράλληλα προς τα δεξιά του υπάρχοντα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού, με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπροσθίου τμήματος του οχήματός του, υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μοιρών και διήνυσε απόσταση 15 μ.

περίπου, που αν ληφθεί υπόψη το μήκος του, των 11,85 μ., η απόσταση ήταν πολύ μικρότερη με ταχύτητα 5-15 χιλ/ώρα, προκειμένου στη συνέχεια να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εξέλθει από τη θέση όπου βρισκόταν, κατά την οποία το μεγαλύτερο τμήμα του πλάτους του οχήματός του βρισκόταν στο ασφάλτινο έρεισμα της οδού και καταλάμβανε ακόμη 0,90 cm από το κυρίως οδόστρωμα της οδού και να ευθυγραμμιστεί στο ρεύμα πορείας του", περιγράφεται η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του λεωφορείου ως περιέχουσα πρόθεση ελιγμού και πραγματοποίηση ελιγμού με την πρόταξη του αυτοκινήτου, δηλαδή, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι πράγματι ο οδηγός του λεωφορείου (πλάτους 2,50 μέτρων, μήκους 11,85 μ.) κατά την παραδοχή του κατά την οποία πράγματι ενεργούσε ελιγμό κινούμενο παράλληλα προς τα δεξιά του υπάρχοντα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα της οδού, με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπροσθίου τμήματος του οχήματος υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μέτρων και διήνυσε απόσταση 15 μ.

από τη θέση του όπου βρισκόταν κατά την οποία, καταλάμβανε 0,90 cm από το κυρίως οδόστρωμα, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 ΚΟΚ, η οποία ορίζει την υποχρέωση του οδηγού ο οποίος (και μόνο) προτίθεται να ενεργήσει ελιγμό. Η εν λόγω δε μικρή προς τα αριστερά μεταβολή της θέσεως του λεωφορείου και η κατάληψη υπό του λεωφορείου μέρους του οδοστρώματος δημιούργησε κίνδυνο της κυκλοφορίας επιπρόσθετο από εκείνον στον οποίο αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 ΚΟΚ, την παράβαση της οποίας το Εφετείο και μόνο απέδωσε στον οδηγό του λεωφορείου.

Με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το τρίτο τμήμα του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αυτού ως άνω άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αναφορικά με τα θέματα της ύπαρξης κατοικημένης περιοχής και του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας στο σημείο του δυστυχήματος, αντίστοιχα, στο 64,700 χιλ.

της Ν.Ε.Ο. Ηρακλείου - Χανίων, αφού προκειμένου να καταλογίσει υπαιτιότητα σε βάρος του θανατωθέντος συγγενούς τους οδηγού του με αριθμό ... ΔΧΦ βυτιοφόρου, εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις αν και σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το σημείο της ύπαρξης της πληροφοριακής πινακίδας Π-17 "περί κατοικημένης περιοχής", που ορίζει το όριο ταχύτητας σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, φέρεται μετά το σημείο του δυστυχήματος, και έτσι δεν το επηρεάζει ως προς το ισχύον όριο ταχύτητας, αφού αυτό δεν φέρεται να βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή.

Ο παραπάνω λόγος, ομόφωνα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι "στο ρεύμα κυκλοφορίας από Ηράκλειο προς Χανιά και στο ύψος του 66ου χιλιομέτρου έχει τοποθετηθεί πληροφοριακή πινακίδα Π-17 (αρχή κατοικημένης περιοχής) αναγράφουσα "..." η οποία ισχύει για όλο το μήκος της οδού και πέρα από το σημείο της τελικής θέσης που ανευρέθη το ως άνω λεωφορείο, αφού δεν υπάρχει άλλη κάθετη σήμανση ως προς το όριο ταχύτητας...

το Λεωφορείο εκτινάχθηκε 122 μ. από το σημείο σύγκρουσης", ήτοι δέχεται ανέλεγκτα, ότι η παραπάνω πινακίδα ισχύει, και πέρα από το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, επομένως και στο σημείο σύγκρουσης αυτών. Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω λόγος, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθίσταται αναιρετέα εκ μόνου του λόγου αυτού, της παραβίασης δηλαδή των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 2 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), αναφορικά με τα θέματα της ύπαρξης κατοικημένης περιοχής και του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας στο σημείο του δυστυχήματος, καθόσον το Εφετείο δεν οδηγήθηκε στην κρίση του σε σχέση με την ταχύτητα που έπρεπε να κινείται ο παραπάνω οδηγός, με βάση αποκλειστικά και μόνο την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που αφορά το όριο ταχύτητας σε κατοικημένη περιοχή, αλλά αντίθετα η κρίση του, ως προς το όριο ταχύτητας στηρίχθηκε και στις λοιπές ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε, ήτοι το άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ που προβλέπει μείωση της ταχύτητας ενόψει των ειδικών συνθηκών, και δη επικίνδυνης στροφής αριστερά, και 20 παρ. 4 του ΚΟΚ που προβλέπει μείωση ταχύτητας λόγω μεταφοράς επικίνδυνου φορτίου, το πραγματικό των οποίων αρκούσε από μόνο του για να στηρίξει την κρίση του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του επιβαλλόμενου ορίου ταχύτητας με την οποία έπρεπε να βαίνει ο παραπάνω οδηγός και η οποία συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος.

V. Με τον συναφή τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ. β' και 914 Α.Κ. καθώς και των άρθρων 5 και 10 του Ν. Γ.Π.Ν./1911, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών στην πρόκληση του ατυχήματος.

Οι αναιρεσείοντες ειδικότερα, αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες διότι: Α) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του Λεωφορείου, δεν ενήργησε ελιγμό προς αριστερά αλλά κινήθηκε παράλληλα προς τα προς τα δεξιά του, υπάρχοντα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπροσθίου τμήματος του οχήματός του, υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μοιρών κινήθηκε....

Β) ενώ δέχεται ότι διήνυσε απόσταση 15 μ. περίπου, στη συνέχεια δέχεται ότι αν ληφθεί υπόψη το μήκος του, των 11,85 μ. η απόσταση ήταν πολύ μικρότερη με ταχύτητα 5-15 χιλ./ώρα. Γ) ενώ δέχεται ότι το σημείο στο οποίο επέπεσε το φορτηγό επί του Λεωφορείου είναι "στο οπίσθιο αριστερό τμήμα και την πίσω πλάγια αριστερή γωνία" στη συνέχεια δέχεται ότι "...είσοδος του εμπρόσθιου τμήματος του λεωφορείου, κατά την εκκίνησή του, σε μεγαλύτερο του ως άνω τμήματος του ρεύματος πορείας του και παρεμβολή του με τον τρόπο αυτό στην κίνηση του φορτηγού δεν αποδείχθηκε γιατί τότε το λεωφορείο θα έπρεπε να κτυπηθεί στην αριστερή πλευρά του, και όχι στην αριστερή οπίσθια γωνία του".

Δ) ενώ δέχεται ότι η στάση του λεωφορείου ήταν παράνομη, εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι ο οδηγός του Βυτιοφόρου όφειλε να προβλέψει την επανεκκίνηση του λεωφορείου, καθόσον κατά τη στιγμή στάσης του Λεωφορείου βρισκόταν σε απόσταση 100 μ. όπισθεν αυτού, Ε) ενώ δέχεται ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο 64,700 χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο.

Χανίων - Ηρακλείου στη συνέχεια δέχεται ότι η πινακίδα Π-17 που περιορίζει το όριο ταχύτητας στα 50 χιλ./ώρα έχει τοποθετηθεί στο ύψος του 66ου χιλιομέτρου του ρεύματος κατεύθυνσης από Ηράκλειο προς Χανιά, ήτοι μετά το σημείο του ατυχήματος. Επίσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση και για ανεπάρκεια αιτιολογίας καθόσον όπως ισχυρίζονται στο αναιρετήριο, δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί:

1) γιατί κατέληξε στην κρίση ότι ο οδηγός του Λεωφορείου έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη πορείας (φλάς) κατά την εκκίνηση παρά τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων επί του θέματος αυτού, 2)

γιατί, σε σχέση με το ζήτημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος από τον οδηγό του βυτιοφόρου, δέχεται ότι τελούσε υπό την επήρεια αυτού, καίτοι υπήρχαν αντιφατικές εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης επί του θέματος αυτού, 3) ποια ήταν η απόσταση ασφαλείας που έπρεπε να τηρεί ο οδηγός του Φορτηγού από το Λεωφορείο.

Όμως όλες οι παραπάνω αιτιάσεις είναι, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο με σαφείς και χωρίς κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα σε σημείο που υπήρχε πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-1α (επικίνδυνη στροφή αριστερά) και στο ύψος του 66ου χιλιομέτρου υπάρχει Πληροφοριακή πινακίδα Π-17 (αρχή κατοικημένης περιοχής), η οποία επιβάλλει περιορισμό ταχύτητας στα 50 χιλ./ώρα, η οποία (πινακίδα) ισχύει για όλο το μήκος της οδού και πέρα από το σημείο της τελικής θέσης που ανευρέθη το Λεωφορείο, το οποίο εκτράπηκε προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε φλεγόμενο σε 122 μ.

από το σημείο σύγκρουσης. Περαιτέρω, σε σχέση με την εκκίνηση του λεωφορείου, από το σημείο στάσης που παράνομα είχε σταθμεύσει προκειμένου ν' αποβιβάσει επιβάτη, το Εφετείο δέχεται ότι ο οδηγός του Λεωφορείου προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: α) Ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του Λεωφορείου, β) Ξεκίνησε με μηδενική ταχύτητα, γ) δεν ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να εξέλθει τελείως από τη θέση που είχε κατά την προσωρινή στάση, δ) κινήθηκε παράλληλα προς το προς τα δεξιά του, υπάρχοντος μεταλλικού κιγκλιδώματος με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπρόσθιου τμήματος του Λεωφορείου, υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μοιρών, ε) διήνυσε απόσταση 15 μ.

που αν ληφθεί υπόψη το μήκος του, των 11,85 μ. η απόσταση ήταν πολύ μικρότερη με ταχύτητα 5-15 χιλ/ώρα, προκειμένου στη συνέχεια να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να εξέλθει από τη θέση που βρισκόταν στο ασφάλτινο έρεισμα της οδού και καταλάμβανε 0,90μ. από το κυρίως οδόστρωμα της οδού και να ευθυγραμμισθεί στο ρεύμα πορείας του.

Για τον οδηγό του Φορτηγού με ειδική επίσης αιτιολογία δέχεται ότι δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ενόψει των ειδικών συνθηκών, αφού κινείτο σε σημείο που υπήρχαν οι προαναφερόμενες πινακίδες και ιδία ενόψει του ότι μετέφερε πολύ επικίνδυνο (εύφλεκτο) φορτίο (28.127,04 κιλά κηροζίνης) αλλά έβαινεμε υπερβολική τοιαύτη τουλάχιστον 70 χιλ./ώρα αντί της επιτρεπομένης των 50 χιλ./ώρα.

Προσέτι τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,62/‰ και αιθανόλης σε ποσοστό 1,1/‰, που υπερβαίνουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 0,20 gr/Ι που έχει καθοριστεί με την διαλαμβανόμενη κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας Πρόνοιας - Δημόσιας Τάξης, και δεν προέβλεψε την επανεκκίνηση του λεωφορείου αν και κατά τη στιγμή της στάσης του βρισκόταν σε απόσταση 100 μ.

τουλάχιστον όπισθεν αυτού αλλά πλησίασε αυτό στα 19 μ. με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημά του με τροχοπέδηση, ούτε να πραγματοποιήσει ελιγμό αριστερά όπως θα μπορούσε να πράξει αν κινείτο με μικρότερη ταχύτητα και δεν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού το εναπομένον πλάτος του ρεύματος πορείας του από την αριστερή πλευρά του λεωφορείου ήταν 3,10 μ.

αλλά τροχοπέδησε καθυστερημένα και επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα και την πίσω πλάγια αριστερή πλευρά του λεωφορείου (γωνία). Ειδικότερα, η παραδοχή ότι κατά τη διαδικασία επανεκκίνησης του λεωφορείου δεν ενήργησε ελιγμό προς αριστερά, αλλά κινήθηκε παράλληλα προς τα προς τα δεξιά του, υπάρχοντα μεταλλικά προστατευτικά κιγκλιδώματα, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι με ελαφρά αριστερή πρόταξη του εμπροσθίου τμήματος του οχήματός του, υπό μικρή γωνία της τάξεως των 5-10 μοιρών διήνυσε απόσταση 15 μ.

περίπου προκειμένου στη συνέχεια να ενεργήσει ελιγμό προς αριστερά και τούτο γιατί η δεύτερη παραδοχή αφορά την αμέσως επόμενη ενέργεια της πρώτης και συνεπώς η παραπάνω Α' αιτίαση είναι αβάσιμη. Ούτε η παραδοχή ότι διήνυσε απόσταση 15 μ. περίπου έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι αν ληφθεί υπόψη το μήκος του, των 11,85 μ.

η απόσταση ήταν πολύ μικρότερη με ταχύτητα 5-15 χιλ./ώρα και συνεπώς η παραπάνω Β' αιτίαση είναι αβάσιμη. Επίσης και η παραδοχή σχετικά με το σημείο στο οποίο επέπεσε το φορτηγό στο Αεωφορείο (οπίσθιο αριστερό τμήμα και την πίσω πλάγια αριστερή γωνία) δεν δημιουργεί ασάφεια με την παραδοχή ότι "είσοδος του εμπρόσθιου τμήματος του λεωφορείου, κατά την εκκίνησή του, σε μεγαλύτερο του ως άνω τμήματος του ρεύματος πορείας του και παρεμβολή του με τον τρόπο αυτό στην κίνηση του φορτηγού δεν αποδείχθηκε γιατί τότε το λεωφορείο θα έπρεπε να κτυπηθεί στην αριστερή πλευρά του, και όχι στην αριστερή οπίσθια γωνία του" αφού η δεύτερη αιτιολογία αποτελεί επιχείρημα για το ότι το λεωφορείο δεν είχε καταλάβει κατά την εκκίνησή του μεγαλύτερο από 0,90 μ.

τμήμα του οδοστρώματος και συνεπώς η παραπάνω Γ' αιτίαση είναι αβάσιμη. Εξάλλου, η παραδοχή ότι η στάση του λεωφορείου ήταν παράνομη, δεν αίρει την υποχρέωση του οδηγού του Βυτιοφόρου να προβλέψει την επανεκκίνησή του, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, τη στιγμή στάσης του Λεωφορείου ο οδηγός του Βυτιοφόρου, βρισκόταν σε απόσταση 100 μ.

όπισθεν αυτού και όφειλε να προβλέψει ως πιθανή, την επανεκκίνησή του και συνεπώς η παραπάνω Δ' αιτίαση είναι αβάσιμη. Η αιτίαση ότι ενώ δέχεται ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο 64.700 χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο Χανίων - Ηρακλείου στη συνέχεια δέχεται ότι η πινακίδα Π-17 που περιορίζει το όριο ταχύτητας στα 50 χιλ./ώρα έχει τοποθετηθεί στο ύψος του 66ου χιλιομέτρου του ρεύματος κατεύθυνσης από Ηράκλειο προς Χανιά, ήτοι μετά το σημείο του ατυχήματος (Ε' αιτίαση) είναι αβάσιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν κατά την ανάλυση του τρίτου μέρους του 2ου λόγου αναίρεσης.

Η παραδοχή ότι ο οδηγός του Λεωφορείου έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη πορείας (φλάς) κατά την εκκίνηση, παρά τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων επί του θέματος αυτού, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και η σχετική (1η αιτίαση) είναι απαράδεκτη, γιατί υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

επιχειρείται να πληγεί η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Σε σχέση με την αιτίαση ότι δεν αναφέρεται ποια ήταν η απόσταση ασφαλείας που έπρεπε να τηρεί ο οδηγός του Φορτηγού από το Λεωφορείο, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας καθόσον η σχετική διάταξη δεν ορίζει ποια είναι η απόσταση αυτή καθόσον αυτή δεν αποτελεί σταθερό μέγεθος αφού ο οδηγός του ακολουθούντος οχήματος οφείλει να προσαρμόσει τον τρόπο οδήγησής του σε ενδεχόμενη κατάσταση κινδύνου προκύπτουσα από το προπορευόμενο όχημα και συνεπώς η 3η αιτίαση είναι αβάσιμη.

Σε σχέση με την αιτίαση ως προς το θέμα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος από τον οδηγό του βυτιοφόρου η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη αφού η προσβαλλομένη απόφαση εμπεριστατωμένα κάνει αναφορά, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της που παρατέθηκαν παραπάνω, στην Τοξικολογική έκθεση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου, την εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, στις οποίες ανιχνεύθηκε αλκοόλη καθώς και στο έγγραφο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ.

από το οποίο προέκυπτε η μη ανίχνευση αλκοόλης, για το οποίο αναφέρει ότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση. Πέραν συνεπώς της αβασιμότητας της παραπάνω 2ης αιτίασης, αυτή είναι και απαράδεκτη γιατί υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. επιχειρείται να πληγεί η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Σε κάθε περίπτωση, πλην των αναφερόμενων κατά τα άνω ως απαραδέκτων αιτιάσεων, και οι λοιπές αναφερόμενες στον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Αεροπαγίτου Ναυσικάς Φράγκου ο λόγος είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός λόγω των αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης σε ζητήματα τα οποία αφορούν την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ειδικότερα: 1) η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές παραδοχές ως προς το ζήτημα της πραγματοποιήσεως ελιγμού ή όχι εκ μέρους του οδηγού του λεωφορείου κατά την εκκίνηση αυτού, 2) η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει εάν ο οδηγός του λεωφορείου κατά την εκκίνησή του όφειλε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, 3) δεν εξηγεί το Εφετείο πως ο οδηγός του φ/γ με δεδομένο την παραδοχή ότι κατά τη στιγμή της στάσης του λεωφορείου βρισκόταν σε απόσταση 100 μ.

θα ήταν δυνατόν να αντιληφθεί και αντελήφθη το λόγο της προσωρινής στάσεως του λεωφορείου, την αποβίβαση του επιβάτη και όφειλε να προβλέψει την επανεκκίνηση του λεωφορείου και 4) ενώ δέχεται το Εφετείο ότι το λεωφορείο κατά την επανεκκίνησή του λόγω της μηδενικής του ταχύτητας εξακολούθησε να καταλαμβάνει από το οδόστρωμα πλάτος 0,90 μ.

και το εναπομένον πλάτος του ρεύματος πορείας του από την αριστερή πλευρά ήταν 3,10 μ. δεν αναφέρει το πλάτος του φ/γ αυτοκινήτου και δεν εξηγεί την παραδοχή: γιατί ο οδηγός του φ/γ, πλησιάζοντας σε απόσταση 19 μ. από το λεωφορείο οπότε και αντελήφθη την επανεκκίνησή του, θα απέφευγε τη σύγκρουση, εάν μπορούσε να ακινητοποιήσει πλήρως το όχημά του με άμεση τροχοπέδηση και με δεδομένη την παραδοχή ότι το φ/γ εκινείτο στο μέσον του οδοστρώματος πλάτους 4 μ.

Κατά συνέπεια των ανωτέρω το δικάσαν Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 εδ. β' ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης επειδή διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και του βαθμού του πταίσματος εκάστου εξ αυτών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής από αυτό των διατάξεων αυτών.

VI. Κατά άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξ άλλου όταν πρόκειται για απόφαση ποινικού δικαστηρίου το δικάζον την πολιτική υπόθεση αστικό δικαστήριο, και εν προκειμένω το Εφετείο, δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο της ποινικής δίκης και δύναται να καταλήξει ακόμη και σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, ύστερα όμως από αντίκρουση των αντίστοιχων παραδοχών του ποινικού δικαστηρίου, από τα τεθέντα ενώπιον του Εφετείου αποδεικτικά μέσα, η οποία αντίκρουση όταν γίνει με τον παραπάνω τρόπο, αναπληρώνει την έλλειψη μνείας της ποινικής απόφασης, γιατί έτσι προκύπτει ότι το Εφετείο την αξιολογεί και καταλήγει σε διαφορετικό με αυτήν αποτέλεσμα.

Εν προκειμένω, με τον 1ο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ποινικές αποφάσεις με αριθμούς 963/15-6-2012 του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης και 744/2013 του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης, τις οποίες οι αναιρεσείοντες, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, με τις κατ' έφεση προτάσεις τους και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τις οποίες το Εφετείο εάν ελάμβανε υπόψη του, θα έκρινε διαφορετικά ως προς την υπαιτιότητα και θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το θέμα αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 30-10- 2013 προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου (για τις ανάγκες του προκείμενου αναιρετικού λόγου) προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί ότι προσκομίζουν ως σχετικά με αριθμό ια και ιβ την με αριθμό 963/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης και με αριθμό 744/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης. Καθόσον αφορά τη με αριθμό 744/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω: Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε, όπως προκύπτει από την από 20-12-2013 βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως επί του σώματος αυτής στο Ειδικό βιβλίο, στις 20-12-2013. Η συζήτηση όμως της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε στις 31-10-2013, όπως από την ίδια την απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει.

Επομένως, ήταν ανέφικτη και αποκλειόταν η δυνατότητα προσκόμισης της εν λόγω ποινικής απόφασης ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με τα πλήρη πρακτικά αυτής και με το σκεπτικό της.

Συνεπώς ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να τεθεί υπόψη του δικάσαντος Εφετείου η εν λόγω απόφαση προκειμένου να συνεκτιμηθεί κατά το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης του. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, και επειδή η αντίκρουση από την προσβαλλομένη απόφαση, στα πλαίσια του παρόντος αναιρετικού λόγου, αφορά τις σκέψεις και το πόρισμα αυτής, ο παραπάνω 1ος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του, καθόσον αφορά τη με αριθμό 744/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ομόφωνα.

Καθόσον αφορά τη με αριθμό 963/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης, πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω: Το δικάσαν Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, Γ. Α., Η. Κ., Ε. Π., Γ. Δ., Ν. Δ., Π. Κ., Π. Μ., Η. Γ., Ε. Η., Β. Κ., Ε.

Τ. και την ανώμοτη κατάθεση της ενάγουσας Μ. Α., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνα από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα συγκρουσθέντα οχήματα, των οποίων (φωτογραφιών) δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο παρά τη μνεία ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα μεταξύ των οποίων και εκείνα από τη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία δεν μνημονεύει ειδικά την παραπάνω 963/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης, στην κατ' είδος κατά τα άνω, αναφορά των ως άνω αποδεικτικών μέσων. Όμως, δεν είχε υποχρέωση να τη μνημονεύσει και να τη λάβει υπόψη του, καθόσον από τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου, προέκυπτε, όπως συνομολογείται με το αναιρετήριο, ότι η τελευταία απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου είχε προσβληθεί με έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των και μάλιστα είχε εκδοθεί επ' αυτής η με αριθμό 744/2013 απόφασή του, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο, κατά τα εκτεθέντα, συνεπώς η παραπάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε εξαφανιστεί από τη απόφαση του Εφετείου, είχε παύσει να ισχύει και δεν υφίστατο, συνεπώς δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να κάνει ιδιαίτερη μνεία αυτής και να την λάβει υπόψη του.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η μη αναφορά της ρητά, δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν την αξιολόγησε, καίτοι δεν είχε υποχρέωση προς τούτο όπως προαναφέρθηκε. Από την απόφαση αυτή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι το παραπάνω Τριμελές Πλημ/κείο, δέχθηκε για το ζήτημα της υπαιτιότητας και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών τα ακόλουθα: "Στις 26-06-2006 και περί ώρα 15:00 μ.μ., ο κατηγορούμενος Ε.

Ρ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. λεωφορείο μεταφοράς προσωπικού, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και φθάνοντας στο ύψος του 64,700 χιλιομέτρου της Νέας Εθνικής Οδού ..., από αμέλεια, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, με συνέπεια να επιφέρει το θάνατο άλλων, και συγκεκριμένα κινούμενος στον ανωτέρω τόπο, με κατεύθυνση από Ηράκλειο προς Ρέθυμνο, πραγματοποίησε στάση του οχήματός του στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας, όπου κινούνταν, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλο το ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 2,10 μέτρων και τμήμα του οδοστρώματος, και αφού αποβιβάστηκε από το όχημά του ο επιβάτης, C.

S., εκκίνησε το όχημά του από την ανωτέρω θέση στάθμευσης στρίβοντας το τιμόνι λοξά, αριστερά, διαγώνια, χωρίς να ανάψει το προειδοποιητικό της προθέσεώς του για την επανείσοδό του στο ρεύμα κυκλοφορίας, φλάς, χωρίς να ελέγξει την κίνηση του οδοστρώματος στο οποίο έπρεπε να επανέλθει για να συνεχίσει την πορεία του και να βεβαιωθεί, όπως όφειλε, ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού.

Την ίδια στιγμή κατά την οποία ο οδηγός του λεωφορείου πραγματοποιούσε τον άνω ελιγμό προς τα αριστερά και είχε εισέλθει και καταλάβει διαγωνίως με τον αριστερό πίσω τροχό του 60 περίπου εκατοστά του οδοστρώματος, ενώ το εμπρόσθιο τμήμα είχε καταλάβει μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος και πριν προλάβει να ευθυγραμμιστεί και να ολοκληρώσει την επαναφορά του οχήματος στο οδόστρωμα, ο Κ.

Λ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. Φ. Ρυμουλκό-επικαθήμενο και ευρισκόμενος εκείνη τη στιγμή πολύ κοντά στο λεωφορείο, αιφνιδιασθείς από την άνω απρόβλεπτη κίνηση του λεωφορείου και μη δυνάμενος, λόγω της μικρής μεσολαβούσας απόστασης, να ενεργήσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, καθόσον κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου υπήρχε κίνηση, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα και την πίσω αριστερή πλάγια πλευρά του ως άνω λεωφορείου.

Κατά τη σύγκρουση διαγράφηκαν ίχνη σύρσης του ελαστικού του δεξιού τροχού του βυτιοφόρου, το οποίο (βυτιοφόρο) ωθώντας το λεωφορείο και ευρισκόμενο σε επαφή με αυτό διέγραψε ίχνη 24,90 μ. επί του οδοστρώματος. Ευθύς μετά την σύγκρουση εξερράγη πυρκαγιά στο εύφλεκτο φορτίο (κηροζίνη) του βυτιοφόρου, η οποία επεκτάθηκε στα δύο οχήματα με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος των επιβατών του λεωφορείου...

και του οδηγού του βυτιοφόρου Κ. Λ., καθώς και ο τραυματισμός των επιβατών του λεωφορείου.... Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου (ποσοστό 90%), ο οποίος από αμέλεια, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή του ατυχήματος χειρισμούς, ενώ προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό μετά από πραγματοποιηθείσα μη επιτρεπόμενη στάση, προκειμένου να επανέλθει στο κυρίως οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, όπως όφειλε (ΚΟΚ άρθρο 21) ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως και χωρίς παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Η μικρή συνυπαιτιότητα, ποσοστού 10%, που το δικαστήριο κρίνει ότι έφερε ο οδηγός του βυτιοφόρου Κ. Λ., ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, αν και είχε αναπτύξει κανονική για την περιοχή ταχύτητα (68,4 χλμ/ώρα με όριο ταχύτητας 70 χλμ/ώρα - βλ. την από Ιούλιο 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Β. Κ. και Χ. Σ.), δεν ρύθμισε, ως όφειλε, την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσε συνθήκες, ιδιαίτερα δε την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του και τις συνθήκες κυκλοφορίας, ώστε να είναι, σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρο 19 παρ. 2 ΚΟΚ), εν προκειμένω, το προσωρινά σταθμευμένο λεωφορείο, δεν αναιρεί την προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, θα ληφθεί όμως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής".

Από την αντιπαραβολή των παραδοχών των δύο αποφάσεων, ήτοι της προσβαλλομένης απόφασης και της απόφασης του Ποινικού δικαστηρίου προκύπτει ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, την έλαβε υπόψη και την αξιολόγησε εν τοις πράγμασι, αφού με τις αιτιολογίες και τις παραδοχές του αντικρούει ειδικά, μια προς μία, όλες τις αιτιολογίες της σχετικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, δεχόμενο ως προς τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών, εν πολλοίς ακριβώς αντίθετα πραγματικά περιστατικά από αυτά που δέχεται το ποινικό Δικαστήριο.

Ειδικότερα ενώ το Ποινικό δικαστήριο δέχεται ότι εκκίνησε το Λεωφορείο από τη θέση στάθμευσης στρίβοντας το τιμόνι λοξά αριστερά διαγώνια, χωρίς να ανάψει φλάς, και ενώ το εμπρόσθιο τμήμα είχε καταλάβει μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος και πριν προλάβει να ευθυγραμμιστεί, ο Κ. Λ. (οδηγός του φορτηγού), ευρισκόμενος εκείνη τη στιγμή πολύ κοντά στο λεωφορείο, αιφνιδιασθείς από την άνω απρόβλεπτη κίνηση του λεωφορείου και μη δυνάμενος, λόγω της μικρής μεσολαβούσας απόστασης, να ενεργήσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα και την πίσω αριστερή πλάγια πλευρά του ως άνω λεωφορείου, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση αντικρούει τις παραπάνω αιτιολογίες, εν τοις πράγμασι, δεχθέν αντίθετα από τα παραπάνω κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατά την παράθεση των παραδοχών της (προσβαλλομένης).

Ειδικότερα με το επιχείρημα που παραθέτει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ότι δεν αποδείχθηκε παρεμβολή του Λεωφορείου σε μεγαλύτερο των 0.90 μ. του ρεύματος πορείας του και παρεμβολή του στην κίνηση του φορτηγού γιατί σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε το Λεωφορείο να κτυπηθεί στην αριστερή πλευρά του και όχι στην οπίσθια αριστερή γωνία του, αντικρούει τις παραπάνω παραδοχές της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

Περαιτέρω και η παραδοχή του ποινικού δικαστηρίου ότι ο οδηγός του βυτιοφόρου είχε αναπτύξει κανονική για την περιοχή ταχύτητα (68,4 χιλ/ώρα με όριο ταχύτητας 70 χιλ/ώρα) αντικρούεται από την προσβαλλομένη απόφαση με τις αιτιολογίες που ήδη έχουν αναπτυχθεί. Εξάλλου η παραδοχή του ποινικού δικαστηρίου ότι ο παραπάνω οδηγός δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, ιδιαίτερα την κατάσταση της οδού και το φορτίο του οχήματός του συμπίπτει με σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία και κατά το σημείο αυτό, έχει πληρέστερη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα σχετικά με την επήρεια του οινοπνεύματος στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού, θέμα για το οποίο δεν ασχολήθηκε παντάπασιν το Ποινικό δικαστήριο.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι το δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, την αξιολόγησε και την αντέκρουσε με τις παραδοχές του ως προς όλες τις αιτιολογίες της, και ο σχετικός 1ος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του, καθόσον αφορά τη με αριθμό 963/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά πλειοψηφία.

Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Ναυσικάς Φράγκου ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά την υπ' αριθμ. 963/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης, είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός, αφού δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε την άνω προσκομισθείσα απόφαση, διότι ούτε τη μνημονεύει ειδικά κατά την παράθεση από αυτό των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ' όψη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ούτε την αναφέρει σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του αιτιολογικού της, προσέτι δε, διότι δεν φαίνεται ότι την συνεκτίμησε στον σχηματισμό της κρίσεώς του, διότι αν και αποφαίνεται εντελώς αντίθετα από τις βασικές θεμελιωτικές της υπαιτιότητας κρίσεις της ποινικής αυτής αποφάσεως, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αντίκρουση αυτής και σε οποιαδήποτε αιτιολόγηση της αποκλίσεως της δικής του κρίσεως, η οποία το οδήγησε τελικά στο ουσιωδώς διαφοροποιημένο αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας πόρισμά του.

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και της περί υπαιτιότητας κρίσεώς του και ειδικότερα για το ισχύον στην περιοχή του ενδίκου ατυχήματος ανώτατου ορίου ταχύτητας, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους και συγκεκριμένα:

α) το από 01.07.2002 έγγραφο με αριθμό πρωτ. ... της Δ/νσεως Μελετών Έργων Οδοποιίας της αρμόδιας Δ/νσης της Περιφέρειας Κρήτης, και β) φωτογραφία που εμφαίνεται η θέση της πινακίδας Π-17. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του κατέληξε στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και εκείνων της ποινικής δικογραφίας, των φωτογραφιών και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Από τη βεβαίωση αυτή, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τα ανωτέρω έγγραφα, έστω και αν δεν μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν αξιολογεί ειδικότερα τα έγγραφα αυτά. Επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως παραπάνω αποδεικτικών μέσων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ομόφωνα.

VII. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, κατά πλειοψηφία, ως προς τους διαλαμβανόμενους παραπάνω λόγους και ομόφωνα ως προς τους λοιπούς. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο οι δύο πρώτοι και με χωριστό το τρίτο, και κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2015 (αρ. κατ. 741/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 5314/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά πλειοψηφία, ως προς τους διαλαμβανόμενους στο σκεπτικό λόγους και ομόφωνα ως προς τους λοιπούς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει επίσης σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 29 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ