203/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated203/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 10-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 3623/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 203 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 203/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Χουρμούζη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Ζουγανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3623/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 10-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 3623/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ..
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στον δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως.
Επομένως, με βάση την διάταξη αυτή, η οποία είναι εφαρμοστέα και επί εμπορικών μισθώσεων, ενόψει του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 του Α.Κ. αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013).
Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 του Α.Κ., μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και άλλων όμορων και ομοειδών ακινήτων, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζητήσεως των ακινήτων και άλλοι λόγοι (ΑΠ 867/2013). Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.) ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 762/2015).
Ειδικότερα δε το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στην σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του "ελευθέρου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσεως του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής κατά τις αρχές της καλής πίστης υπάρχει όταν λόγω ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημιά στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημιά του με την μείωση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημιάς στον εκμισθωτή η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.
Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα οριστεί (αναπροσαρμοστεί) το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014).
Κατά συνέπεια, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ’ άρθρο 288 ΑΚ απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί: α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος και της αναπροσαρμογής του ή από το χρόνο της μεταγενέστερης (συμβατικής ή νόμιμης) αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ’ αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετ’ αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών (ΑΠ 867/2013).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθ. .../29-12-2009 διακήρυξη του Διοικητή της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού (στο εξής Α.Ε.Ν.) Ασπροπύργου προκηρύχθηκε ανοικτός δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός με αντικείμενο την εκμίσθωση του κυλικείου της ως άνω σχολής με μηνιαίο μίσθωμα εκκίνησης το ποσό των 8.000 ευρώ και για χρόνο μίσθωσης τα τρία έτη και υπό τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην παραπάνω διακήρυξη.
Ο ανωτέρω διαγωνισμός διενεργήθηκε στις 19-1-2010 και το αποτέλεσμα αυτό κατακυρώθηκε στην ενάγουσα εταιρεία, βάσει της υπ’ αριθ. .../01/18-2-2010 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Μετά την παραπάνω κατακύρωση καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 24-2-2010 σύμβαση μίσθωσης κυλικείου βάσει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την εκμετάλλευση του κυλικείου της Α.Ε.Ν/Ασπροπύργου, το οποίο έχει επιφάνεια 400,00 τ.μ.
περίπου, περιλαμβάνει εντευκτήριο, βοηθητικούς χώρους, αποθήκες και ψυγεία και βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου Α της ανωτέρω σχολής. Περαιτέρω, η διάρκεια της ανωτέρω μίσθωσης συμφωνήθηκε τριετής (από 24-2-2010 έως 24-2-2013) και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 9.700,00 ευρώ για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο σε ποσοστό ανάλογο με αυτό του δείκτη τιμών καταναλωτή για τα επόμενα έτη της μίσθωσης.
Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης μίσθωσης η ενάγουσα παρέλαβε το μίσθιο και χρησιμοποιεί τούτο για τη συμφωνηθείσα χρήση, πλην όμως, με τα από 5-10-2010, από 17-1-2011 και από 15-11-2011 έγγραφά της, που κοινοποίησε στο εναγόμενο ζήτησε τη μείωση του συμφωνηθέντος μισθώματος, επικαλούμενη ότι: α) μειώθηκε ο αριθμός των σπουδαστών που φοιτούσαν στην Α.Ε.Ν./Ασπροπύργου, β) το μίσθιο δεν λειτούργησε επί 19 ημέρες κατά τη διάρκεια του έτους 2010 επειδή είχαν διατυπωθεί απειλές για τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών στους χώρους της ανωτέρω σχολής, γ) το μίσθιο δεν λειτούργησε επί 6 ημέρες κατά τη διάρκεια του έτους 2010 επειδή η ανωτέρω σχολή παρέμεινε κλειστή λόγω των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, του εορτασμού της επετείου της 17ης Νοεμβρίου και της εορτής του Αγίου Νικολάου, δ) δημιουργήθηκαν προβλήματα κατά τη διαδικασία έκδοσης άδειας λειτουργίας του κυλικείου, για την οποία, κατά την ένδικη μισθωτική σύμβαση, όφειλε να μεριμνήσει η ενάγουσα.
Το εναγόμενο δεν αποδέχθηκε την παραπάνω πρόταση της ενάγουσας με συνέπεια η τελευταία να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή της με την οποία, επικαλούμενη τους παραπάνω λόγους, καθώς και τις ιδιαίτερες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, ζητεί τη μείωση του μισθώματος της ένδικης μίσθωσης.
Περαιτέρω, οι προαναφερόμενοι με στοιχ. α’ , β’ , γ’ και δ’ λόγοι θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι αφενός μεν επειδή ο αριθμός των σπουδαστών της παραπάνω σχολής (και κατ’ επέκταση τα κέρδη που προσδοκούσε να αποκομίσει η ενάγουσα από τη λειτουργία του μισθίου λόγω του μεγάλου αριθμού των σπουδαστών) δεν αποτελεί όρο της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης, υπό την έννοια ότι δεν προβλέπεται σε αυτήν ελάχιστος ή μέγιστος αριθμός σπουδαστών που θα φοιτούν στη σχολή ως υποχρέωση του εκμισθωτή, αφετέρου δε επειδή δεν υπήρξε σημαντική μείωση του αριθμού των σπουδαστών από το χρόνο έναρξης της ένδικης μισθωτικής σύμβασης.
Πιο συγκεκριμένα, στην ως άνω σχολή φοιτούσαν: α) 1143 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009 - 2010, β) 977 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010 - 2011, γ) 994 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011 - 2012 και δ) 1236 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2012 - 2013, με συνέπεια η μείωση του αριθμού των σπουδαστών να κυμαίνεται στο όχι ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό του 10% - 15% για τα πρώτα έτη της μίσθωσης, η οποία (μείωση) μπορεί να εξισορροπηθεί από την αύξηση κατά το ίδιο περίπου ποσοστό του αριθμού των σπουδαστών κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος, μέχρι τα μέσα του οποίου θα εξακολουθήσει να λειτουργεί η ένδικη σύμβαση μίσθωσης.
Εξάλλου, αν και δεν προβλέπεται στη σύμβαση μίσθωσης, το μίσθιο, εκτός από την Α.Ε.Ν./Ασπροπύργου, εξυπηρετεί και το ... όπου φοιτούσαν 941 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2009 - 2010, 805 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010 - 2011 και 864 σπουδαστές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2011 - 2012, καθώς επίσης και τη Δημόσια Σχολή Εμπορικού Ναυτικού/Σχολή Σωστικών και Πυροσβεστικών Μέσων, στην οποία εγγράφηκαν, για την παρακολούθηση κύκλων μαθημάτων, 13.103 σπουδαστές για το ακαδημαϊκό έτος 2009 - 2010, 16.586 σπουδαστές για το ακαδημαϊκό έτος 2010 - 2011 και 18.959 σπουδαστές για το ακαδημαϊκό έτος 2011 - 2012, αριθμοί που διευρύνουν σημαντικά την προσδοκώμενη πελατεία της ενάγουσας κατά την εκμετάλλευση του μισθίου και σε κάθε περίπτωση αντισταθμίζουν την προαναφερόμενη μικρή μείωση του αριθμού των σπουδαστών της Α.Ε.Ν./Ασπροπύργου.
Ακολούθως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί μη λειτουργίας του μισθίου επί 19 ημέρες κατά τη διάρκεια του έτους 2010, εξαιτίας απειλών για τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών στους χώρους της Α.Ε.Ν./Ασπροπύργου τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, αφενός μεν επειδή το πιο πάνω γεγονός είναι έκτακτο και απρόβλεπτο τόσο για το μισθωτή όσο και για τον εκμισθωτή, αφετέρου δε επειδή σε περίπτωση που υφίστανται οι παραπάνω απειλές δεν διακόπτεται η λειτουργία της σχολής, ούτε και η λειτουργία του μισθίου για ολόκληρη ημέρα, αλλά μόνον για το χρονικό διάστημα των 2-3 ωρών που απαιτείται για να διενεργηθεί ο σχετικός έλεγχος ασφαλείας.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το μίσθιο παρέμεινε κλειστό για 6 ημέρες κατά τη διάρκεια του έτους 2010, λόγω της διενέργειας των βουλευτικών και νομαρχιακών εκλογών και του εορτασμού της επετείου της 17ης Νοεμβρίου και της εορτής του Αγίου Νικολάου, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της κρινόμενης διαφοράς, καθόσον τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία σε κάθε περίπτωση είναι προβλεπτά, δεν συνιστούν ειδικές συνθήκες, ικανές να θεμελιώσουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ στην προκείμενη περίπτωση.
Ωσαύτως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν πέτυχε την έκδοση άδειας λειτουργίας του μισθωθέντος κυλικείου από την αρμόδια υπηρεσία, επειδή δεν υφίσταται οικοδομική άδεια του χώρου, όπου λειτουργεί το ανωτέρω μίσθιο, θα πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αλυσιτελής, επειδή η μη ύπαρξη της άδειας λειτουργίας του μισθίου δεν παρεμπόδισε την ενάγουσα από το να χρησιμοποιεί το μίσθιο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να αποκομίζει τα οφέλη που συνεπάγεται γι’ αυτήν η λειτουργία του και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης του μισθώματος για το λόγο αυτό, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει μείωση του μισθώματος, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.
Η εκκαλούμενη απόφαση, που αποφάνθηκε ομοίως και έκρινε ότι οι πιο πάνω λόγοι δεν είναι πρόσφοροι για τη μείωση του μισθώματος, κατ’ άρθρο 288 του ΑΚ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, αποβαίνει ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος εφέσεως. Περαιτέρω, όμως, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης επήλθε σημαντική μείωση των αποδοχών των μισθωτών, εγγίζουσα, κατά περίπτωση, ακόμη και το 30%, ενώ περαιτέρω, προκειμένου να ανταποκριθεί η χώρα στις τρέχουσες δημοσιονομικές ανάγκες κατέφυγε σε στήριξη από το μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λήφθηκαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, που οδήγησαν στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την ύφεση της Ελληνικής οικονομίας, μεταβάλλοντας προς το χειρότερο όλους τους δείκτες της.
Μετά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης και μέχρι την επίδοση της κρινομένης αγωγής στις 13-4-2011 λήφθηκαν τρία πακέτα οικονομικών μέτρων εντός του έτους 2010, με τα οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, μειώθηκαν οι αποδοχές στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα κατά ποσοστό 20% περίπου, αυξήθηκε ο Φ.Π.Α.
και οι φόροι κατανάλωσης σε καύσιμα, τσιγάρα και ποτά, κατά ποσοστό πλέον του 10% και επιβλήθηκε έκτατη εισφορά για όλους όσους δηλώνουν εισόδημα πάνω από 12.000 ευρώ, ενώ άλλαξε η φορολογική κλίμακα, επιβαρύνοντας όλους όσους δηλώνουν εισόδημα πάνω από 8.000 ευρώ. Η παραπάνω μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, που επήλθε μετά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης έως το χρόνο άσκησης της κρινομένης αγωγής, έχει προσλάβει τον χαρακτήρα της μόνιμης μεταβολής των συνθηκών και έχει επιφέρει ουσιώδη απόκλιση, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανάμεσα στο μίσθωμα που θα ήταν το επιβαλλόμενο με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και το συνομολογημένο κατά τον παραπάνω χρόνο και ήδη καταβαλλόμενο μίσθωμα, σε τρόπο ώστε η διατήρηση αυτού να επιφέρει ζημία στην ενάγουσα, που υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.
Η διαφορά δε μεταξύ του συμφωνηθέντος μισθώματος και του ελεύθερου υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που με τη σύμβαση ανέλαβε η τελευταία από τη λειτουργία του κυλικείου του εναγομένου, η δε εμμονή του τελευταίου στην πληρωμή του συμφωνηθέντος μισθώματος, ανερχομένου σε 9.700 ευρώ μηνιαίως, είναι αντίθετη με την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η περιστολή του συμφωνημένου μισθώματος, προκειμένου η παροχή της ενάγουσας μισθώτριας να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσης και να βρίσκεται σε αντιστοιχία με την αντιπαροχή του εναγομένου.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές επιβάλλεται η αναπροσαρμογή (μείωση) του οφειλόμενου κατά την άσκηση της αγωγής και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης (23-2-2013) μηνιαίου μισθώματος, κατά ποσοστό 20%, ώστε να ανέρχεται σε 7.760 ευρώ (9.700 επί 20% 1.940), το οποίο είναι δίκαιο, υπό τις διαμορφωθείσες ήδη συνθήκες, αίρει τη δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.
Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι: α) με το άρθρο 21 του Ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α’ 180/22-8-2011) η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το εναγόμενο και τους φορείς του δημόσιου τομέα τεκμαίρεται ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20% και από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου τα μισθώματα που καταβάλλουν το εναγόμενο και οι ανωτέρω φορείς για τη μίσθωση ακινήτων μειώνονται κατά ποσοστό 20% και μέχρι 30-6-2013 απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους, και β) Για τη μίσθωση του επίδικου κυλικείου προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την 7-2-2013 με μηνιαίο μίσθωμα εκκίνησης το ποσό των 7.500 ευρώ, πλην όμως ουδεμία προσφορά υποβλήθηκε, ενώ προκηρύχθηκε νέος διαγωνισμός για τη μίσθωση του κυλικείου, που θα γινόταν την 28-3-2013, με μηνιαίο μίσθωμα εκκίνησης το ποσό των 6.500 ευρώ.
Συνεπώς η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ’ ουσία, και να αναπροσαρμοστεί, ήτοι μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 7.760 ευρώ για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από την επίδοση της αγωγής μέχρι την λήξη της μίσθωσης). Η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ’ ουσία, κρίνοντας ότι οι προαναφερόμενες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες δεν δικαιολογούν την αναπροσαρμογή του μισθώματος σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα διατείνεται η ενάγουσα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους εφέσεως, γι’ αυτό πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών, ως βάσιμων κατ’ ουσία, να εξαφανισθεί και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και δικασθεί κατ’ ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, όπως έχει προαναφερθεί...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο: 1) απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον πέμπτο λόγο της από 12.2.2013 εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, που αφορούσε στην, κατ’ άρθρο 288 του Α.Κ., αναπροσαρμογή του μισθώματος, λόγω: α) της μειώσεως του αριθμού των σπουδαστών, β) της μη λειτουργίας του μισθίου, εξαιτίας απειλών για τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών, γ) της μη λειτουργίας του μισθίου, εξαιτίας της διενέργειας των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, του εορτασμού της επετείου της 17ης Νοεμβρίου και της εορτής του Αγίου Νικολάου και δ) της δημιουργίας προβλημάτων κατά την διαδικασία εκδόσεως άδειας λειτουργίας του κυλικείου, 2) δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βασίμους τους λοιπούς (πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο) λόγους της ως άνω εφέσεως, που αφορούσαν στην, κατ’ άρθρο 288 του Α.Κ., αναπροσαρμογή του μισθώματος, λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών, εξαφάνισε, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 91/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 5.4.2011 αγωγή της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και κατά την επί του άρθρου 288 του Α.Κ.
θεμελιούμενη βάση της περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών, 3) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την ως άνω επί του άρθρου 288 του Α.Κ. θεμελιούμενη βάση της (περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών) και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 9.700 ευρώ στο ποσό των 7.760 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την λήξη της μισθώσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 288 του Α.Κ.).
Η ειδικότερη αιτίαση που, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ότι το Εφετείο, εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στην προαναφερόμενη διάταξη, για τον λόγο ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο καταρτίστηκε η ένδικη μισθωτική σύμβαση είχε ήδη εκδηλωθεί σε μεγάλο βαθμό και ήταν γνωστή σε όλους η οικονομική κρίση που εξακολουθεί να πλήττει την χώρα μας, ότι η κατάσταση αυτή ήταν γνωστή στην ήδη αναιρεσίβλητη μισθώτρια, ήδη κατά τον χρόνο συνάψεως της ένδικης μισθωτικής συμβάσεως και, συνεπώς, η ζημία αυτής δεν υπερβαίνει τον αναληφθέντα, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, κίνδυνο, κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, για τον λόγο ότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ.
εφαρμόζεται ακόμα και όταν ο κίνδυνος και η μεταβολή των συνθηκών έχουν ήδη προβλεφθεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας παραβιάσεως της ως άνω διατάξεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση δε απαραδέκτως προβάλλεται, γιατί, υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως του προαναφερθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ., την οποία η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ότι το Εφετείο, ενώ προέβη στην διαπίστωση ότι η περιγραφόμενη στο σκεπτικό μεταβολή των οικονομικών συνθηκών "...που επήλθε μετά την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης έως το χρόνο άσκησης της κρινομένης αγωγής, έχει προσλάβει τον χαρακτήρα της μόνιμης μεταβολής των συνθηκών και έχει επιφέρει ουσιώδη απόκλιση, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανάμεσα στο μίσθωμα που θα ήταν το επιβαλλόμενο με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και το συνομολογημένο κατά τον παραπάνω χρόνο και ήδη καταβαλλόμενο μίσθωμα, σε τρόπο ώστε η διατήρηση αυτού να επιφέρει ζημία στην ενάγουσα, που υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ορισμό του μισθώματος κίνδυνο....", ακολούθως απεφάνθη ότι "....ότι η εξυπηρέτηση του ...
και της Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού/Σχολή Σωστικών και Πυροσβεστικών Μέσων από το μισθωμένο κυλικείο της ΑΕΝ/Ασπροπύργου διευρύνει σημαντικά, λόγω του μεγάλου αριθμού των σπουδαστών τους κατά τα ακαδημαϊκά έτη 2009-2010, 2010-2011 και 2011-2012, την προσδοκώμενη πελατεία της αντιδίκου μας κατά την εκμετάλλευση του ως άνω κυλικείου", αιτιολογίες που είναι αντιφατικές μεταξύ τους, κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ως άνω δεύτερη παραδοχή αφορά στην απόρριψη του λόγου της εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο παρεπονείτο για την απόρριψη του αιτήματός της περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, λόγω μειώσεως του αριθμού των σπουδαστών που φοιτούσαν στην ΑΕΝ/Ασπροπύργου και ουδεμία σχέση έχει με την ως άνω πρώτη αιτιολογία, που αφορά στην παραδοχή των συναφών αυτοτελών λόγων εφέσεως, στον οποίο στηρίχθηκε η κατάφαση περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών.
Κατ’ ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η ποιοτική δε αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 536/2011, ΑΠ 2049/2009).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (4.11.2013) "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)..., β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...", κατά δε την διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ’ του ιδίου Κώδικα, τα συντασσόμενα από τον γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως...
τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων... τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από τον συνδυασμό της πρώτης των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 649 και 650 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.
του Κ.Πολ.Δικ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ.), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δικ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1295/ 2010, ΑΠ 602/2010). Από την δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 776/2011).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, ο οποίος, ως εναγόμενος είχε νικήσει πρωτοδίκως ως προς το συγκεκριμένο απορριφθέν κεφάλαιο της αγωγής, πρέπει ο περί αοριστίας ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοδικείο, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώρηση στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, εφόσον η υπόθεση δικάστηκε σύμφωνα με ειδική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 254/2016,) ή έστω στο Εφετείο, αλλά μόνον εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δικ., με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 127/2016, ΑΠ 140/2016, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 254/2016, ΑΠ 110/2008, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015, ΑΠ 9/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, καθ’ όσον γίνεται σ’ αυτήν αναφορά "κατά τρόπο γενικό στις δυσμενείς συνέπειες της οικονομικής κρίσεως σε βάρος της (ενάγουσας), χωρίς όμως να αναφέρονται σχετικά στοιχεία (φορολογικές δηλώσεις κ.λπ.) από τα οποία να αποδεικνύεται, έστω και κατά προσέγγιση, η αρνητική επίδραση της κρίσης στην επιχείρησή της" και για τον λόγο αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως τοιαύτη, πράγμα που προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, πλην όμως το τελευταίο θεώρησε την αγωγή ορισμένη και ουδέν διέλαβε περί του σχετικού ισχυρισμού του στην προσβαλλομένη απόφασή του.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, προκειμένης διαφοράς εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο, δηλαδή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο ή προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο και έγινε επίκληση των λόγων που καθιστούν παραδεκτή την βραδεία προβολή του, ενώ, περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως από τα προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε παραδεκτά ο παραπάνω ισχυρισμός. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/ 1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3623/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ