203/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3101/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1201/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated203/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι παραπάνω προβλέψεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με τις οποίες ορίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης των εν λόγω επιδομάτων, συνάδουν προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του θεσμού των Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 §§ 4 και 5 του Συντάγματος, τις διατάξεις του Κωδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 203 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 203/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ.-Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριο Πάτρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3101/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1201/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920,1,2 παρ.,1, 5 του β.δ.
από 16.7.1920 και 5 του ν 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη το οποίο ασκείται με τη μορφή της μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, είτε στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη (άρθρο 281 ΑΚ).Περαιτέρω, στο άρθρο 3 της από 31.3.2000 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων της χώρας" (Πράξη κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 14/5.4.2000) ορίζεται ότι: "Ταμειακό Επίδομα:
Το ταμειακό επίδομα (επίδομα λαθών) ύψους 10% που χορηγείται με την προηγούμενη συλλογική σύμβαση (5.6.1996) δύναται να χορηγηθεί κατά την κρίση του Υποθηκοφύλακα μέχρι και σε τέσσερις υπαλλήλους που απασχολούνται είτε με εισπρακτικά καθήκοντα, είτε με άλλες λογιστικές εργασίες του υποθηκοφυλακείου". Στην ίδια ΣΣΕ και στο άρθρο 4 αυτής ορίζεται ότι: "Επίδομα ηλεκτρονικών υπολογιστών:
Kαθoρίζεται με την παρούσα σύμβαση επίδομα ηλεκτρονικών υπολογιστών σε ποσοστό 10%, το οποίο δύναται να χoρηγηθεί, κατά την κρίση του Υποθηκοφύλακος, ακόμα και σε όλους τους υπαλλήλους υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτοί γνωρίζουν να χρησιμοποιούν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του υποθηκοφυλακείου".
Ακόμη, στο άρθρο 4 της από 29.5.2006 Σ.Σ.Ε. (πράξη κατάθεσης Υπουργείου εργασίας 29/31.5.2006) ορίζεται ότι: "Το ταμειακό επίδομα το οποίο χορηγείται σήμερα μέχρι και σε τέσσερις υπαλλήλους δύναται να χoρηγηθεί σε δύο (2) ακόμη υπαλλήλους κατά την κρίση του Υποθηκοφύλακα και εφόσον στο Υποθηκοφυλακείο στο οποίο προΐσταται λειτουργεί Κτηματολόγιο".
Το υπό τους ως άνω όρους χορηγούμενο επίδομα ηλεκτρονικών Υπολογιστών αναπροσαρμόστηκε από 1.1.2002 σε ποσοστό 15% με την από 20.5.2002 Σ.Σ.Ε.(πράξη κατάθεσης Υπουργείου εργασίας 24/24.5. 2002). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι: α) τόσο το επίδομα ταμείου όσο και το επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή προβλέπονται ως δυνητικές παροχές και σε κάθε περίπτωση η επιλογή των υπαλλήλων στους οποίους θα χορηγηθούν επαφίεται στην κρίση του Υποθηκοφύλακα β) το μεν επίδομα ταμείου χορηγείται στον υπάλληλο, εφόσον πράγματι απασχολείται με εισπρακτικά καθήκοντα ή με άλλες λογιστικές εργασίες, το δε επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή χορηγείται στον υπάλληλο εφόσον πράγματι χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή και γ) ο αριθμός των υπαλλήλων του Υποθηκοφυλακείου, που δικαιούται, αντίστοιχα, τα δύο αυτά επιδόματα, δεν εκτείνεται κατ' ανάγκη στο σύνολο των απασχολουμένων με τα αντίστοιχα καθήκοντα, δεδομένου ότι ο μεν όρος περί ταμειακού επιδόματος προσδιορίζει έναν ανώτατο δυνατό αριθμό υπαλλήλων στους οποίους δύναται ο Υποθηκοφύλακας να χορηγήσει την παροχή αυτή (έως 4 και υπό όρους + 2 υπαλλήλους), ο δε όρος περί επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν επιβάλλει υποχρεωτικά την καταβολή της παροχής αυτής στο σύνολο των υπαλλήλων που χρησιμοποιούν υπολογιστή, καταλείποντας και πάλι στον Υποθηκοφύλακα τη διακριτική ευχέρεια να χορηγεί την παροχή αυτή σε ορισμένους μόνο υπαλλήλους, αρκεί, βεβαίως, η επιλογή αυτή να βασίζεται σε εύλογα κριτήρια και να μην γίνεται καταχρηστικά.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι παραπάνω προβλέψεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με τις οποίες ορίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης των εν λόγω επιδομάτων, συνάδουν προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του θεσμού των Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 §§ 4 και 5 του Συντάγματος, τις διατάξεις του Κωδ.
Δ/τος της 19/23.7.1941"Περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους", τις διατάξεις του άρθρου 23 § 5 του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", καθώς και αυτές του άρθρου μόνο της Κ.Υ.Α. 37480/4.5.2012 "Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του Ν.Δ. 811/1971, όπως ισχύει" (Φ.Ε.Κ 1532 /Β / 2012), τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς Δημόσιες Υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργικά υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ, ο άμισθος υποθηκοφύλακας "έχει την ιδιότητα δικαστικού υπαλλήλου".
Εξ αυτού συνάγεται ότι ο Υποθηκοφύλακας "προΐσταται" ή "διευθύνει" τα Υποθηκοφυλακεία ως εκπρόσωπος της δημόσιας αρχής και δεν έχει ιδιότητα απλού επιχειρηματία, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα για ίδιο λογαριασμό και για ίδιο κέρδος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις άρθρων 12 και 56 του Κωδ.
Δ/τος της 19/23.7.1941 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους", όπως το άρθρο 56 ισχύει μετά το άρθρο 1 Ν.Δ. 811/1971, το άρθρο 22 Ν. 1868/1989 και το άρθρο 108 § 5 Ν. 4055/2012, ο υποθηκοφύλακας δεν διαχειρίζεται ως ίδια "κέρδη" τα εισπραττόμενα για τις διενεργούμενες πράξεις δικαιώματα, ούτε δύναται να διαθέτει αυτά κατά βούληση δίδοντας, ελεύθερα, δυνάμει του διευθυντικού δικαιώματός του, στους υπαλλήλους του οποιεσδήποτε παροχές.
Αντιθέτως, τα εισπραττόμενα ως άνω δικαιώματα αποτελούν χρήματα του Δημοσίου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941, οφείλει να τα αποδώσει σ' αυτό, αφού παρακρατήσει τα ποσά που απαιτούνται: α) για την αμοιβή του, β) για την αντιμετώπιση των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, γ) για τις υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές και δ) για τις δαπάνες μισθοδοσίας των απασχολουμένων υπαλλήλων και τις αντίστοιχες κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές αυτών.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 § 3 Κωδ. Δ/τος της 19/23.7.1941, οι παρακρατούμενες δαπάνες μισθοδοσίας δεν δύνανται να υπερβαίνουν τα όρια που ορίζονται από τις οικείες σ.σ.ε. Επομένως, ο Υποθηκοφύλακας οφείλει να εφαρμόζει τους όρους των εν λόγω συλλογικών συμβάσεων με τρόπο που να μην διασπαθίζει τα εισπραχθέντα δικαιώματα, ζημιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, το ελληνικό Δημόσιο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, άμισθη υποθηκοφύλακα του Yποθ/κείου Καλλιθέας, στις 3/9/2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως λογιστής, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οκτάωρο (08.00 έως 16.00) ημερησίως, αντί ακαθαρίστων μηνιαίων αποδοχών, καθοριζομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ " Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων της χώρας".
Ο ενάγων απασχολήθηκε στο ως άνω Υποθηκοφυλακείο με λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες και από τον μήνα Ιανουάριο 2008 με ταμειακές εργασίες, ήτοι συνέτασσε τις μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις του προσωπικού του γραφείου, απέστελλε αυτές στο ΙΚΑ και προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που ασκεί τον έλεγχο των Υποθ/κείων, απέδιδε τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές στο ΙΚΑ και επιμελείτο για το ακριβές ύψος των μισθών των υπαλλήλων και των δικαιωμάτων και τελών του Υποθ/κείου και του Ελληνικού Δημοσίου.
Απασχολήθηκε μέχρι στις 24/3/2008, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή του σύμβαση, προσφέροντας του ως αποζημίωση, το ποσό των 1.799,61€. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η απόλυσή του υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας της εναγομένης προς το πρόσωπό του, επειδή αρνήθηκε να καταθέσει υπέρ της εναγομένης και εις βάρος των συναδέλφων του Κ.
Α., Δ. Κ. και Α. Κ.-Α., σε δίκες ασφαλιστικών μέτρων που είχαν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος και εφόσον, δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα λόγοι καταχρηστικής άσκησης (άρθρο 281 ΑΚ) του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει την εργασιακή του σύμβαση, δεν πάσχει από ακυρότητα.
Περαιτέρω, δέχθηκε και ότι ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με την εναγομένη στο Υποθηκοφυλακείο Καλλιθέας, άσκησε λογιστικά φοροτεχνικά και ταμειακά καθήκοντα, αφού εκτελούσε εισπρακτικές και ταμειακές εργασίες. Συμφωνήθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του θα καθορίζονται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων της Χώρας".
Σύμφωνα με την 29/5/2006 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των αμίσθων Υποθηκοφυλάκων της Χώρας" σε συνδυασμό με την από 8/6/1990 ΣΣΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 14/6/1993, 16/5/1994, 516/1996, 1517/1998, 31/5/2000,2015/2002 και 1616/2004 ΣΣΕ, οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, εγγάμου υπαλλήλου με δύο παιδιά, χωρίς προϋπηρεσία, κατόχου πτυχίου ανώτατης σχολής, που απασχολήθηκε με εισπρακτικά καθήκοντα και άλλες λογιστικές εργασίες και χειριζόταν ηλεκτρονικό υπολογιστή, ανέρχονται, από 1/9/2007, στο ποσό των 967,15€ (βασικός μισθός), πλέον 96,71 (10%) για επίδομα γάμου επί του βασικού μισθού, πλέον 96,71 € (10%) για επίδομα δύο τέκνων επί του βασικού μισθού, πλέον 241,78€ (25%) για επίδομα πτυχίου ανωτάτης σχολής επί του βασικού μισθού, πλέον 96,71€ (10%) για επίδομα ταμειακών λαθών επί του βασικού μισθού, πλέον 96,71 € (10%) για επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή, επί του βασικού μισθού, πλέον 159,55€ (επίδομα 10% αυξημένης ευθύνης επί του συνόλου των άνω αποδοχών), ήτοι συνολικά στο ποσό των 1755,12€ μηνιαίως.
Από την αρχή της εργασιακής του σύμβασης και μέχρι τον Φεβρουάριο 2008, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα μηνιαίες μικτές αποδοχές το ποσό των 2430,12€, λαμβάνοντας υπόψη 16ετή προϋπηρεσία, κατά δήλωσή του, και παρέχοντας του επίδομα πολυετίας για μια 5ετία σε υποθηκοφυλακεία. Κατά την απόλυσή του, η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου το ποσό των 1542,62€, ήτοι 967,15€ βασικός μισθός + 241,79€ (25% επιστημονικό επίδομα) + 96,72€ (10% επίδομα γάμου) + 96,72€ (10% επίδομα τέκνων) + 140,24€ (επίδομα αυξημένης ευθύνης), περικόπτοντάς του το ταμειακό επίδομα και το επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ δεν συνυπολόγισε 16ετή προϋπηρεσία και επίδομα πολυετίας για μια πενταετία σε Υποθ/κεία.
Ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύεται ότι απασχολήθηκε, προ της πρόσληψής του από την εναγομένη σε άλλο υποθηκοφυλακείο επί πενταετία, ώστε να δικαιούται επίδομα πολυετίας για μία πενταετία σε υποθ/κείο, σύμφωνα με το άρθρο 4 της άνω ΣΣΕ. Η εκ μέρους της εναγομένης καταβολή για χρονικό διάστημα πέντε μηνών (από την πρόσληψή του μέχρι την απόλυσή του) πλέον των νομίμων αποδοχών του, 675 (2430,12 - 1755,12)€ χωρίς νομική δέσμευση, αφού δεν πληρούσε τις προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, συνυπολογίζοντας 16ετή προϋπηρεσία σε ομότιμα και συναφή καθήκοντα και πενταετή σε Υποθηκοφυλακείο, καταβάλλοντάς του επίδομα πολυετίας εκ 5% επί του βασικού μισθού, αποτελούν οικειοθελείς παροχές αυτής προς τον ενάγοντα, οι οποίες, εφόσον χορηγήθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για "μακροχρόνια καταβολή οικειοθελούς παροχής" που κατέληξε σε σιωπηρά συμφωνία, βάσει της οποίας η εναγομένη είχε πλέον νομική δέσμευση για την χορήγησή της, ισχυρισμό, άλλωστε, που δεν επικαλείται ο ενάγων, και συνεπώς εγκύρως η εναγομένη προέβη κατά μήνα Μάρτιο 2008 στη μονομερή ανάκληση αυτών, μη συνυπολογίζοντας στις καταβληθείσες αποδοχές του ενάγοντος 16ετή προϋπηρεσία σε ισότιμα και συναφή καθήκοντα και μη καταβάλλοντάς του επίδομα (10%) για πενταετή προϋπηρεσία σε Υποθ/κεία.
Εξάλλου, ο ενάγων δεν επικαλείται σιωπηρά συμφωνία με την εναγομένη ως προς την διαμόρφωση του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του στο ως άνω καταβληθέν από Σεπτέμβριο 2007 έως Φεβρουάριο 2008 ποσό. Αντίθετα, η εναγομένη, μη νομίμως, προέβη στη μη καταβολή στον ενάγοντα των επιδομάτων του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ταμειακών λαθών, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν άσκησε πράγματι τέτοια καθήκοντα, αφού η μη άσκηση αυτών οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, η οποία τον περιθωριοποίησε, μη αναθέτοντάς του καμιά εργασία κατά το μήνα Μάρτιο 2008, μέχρι την απόλυσή του.
Συνεπώς, με βάση τις συνολικές τακτικές αποδοχές του ενάγοντος του τελευταίου μήνα πριν την απόλυσή του, ανερχόμενες στο ποσό των 1755,12€, η αποζημίωση που δικαιούται ανέρχεται στο ποσό των 2047,64 (1755,12€ + 1/6 για αναλογία επιδομάτων αδείας και δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα) e, έναντι του οποίου η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 1799,61 €, ήτοι μειωμένη κατά 248,03, συνεπώς, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος είναι άκυρη για τον ως άνω τυπικό λόγο ήτοι της καταβολής σ' αυτόν μειωμένης αποζημίωσης. (άρθρα 1, 3, 6 παρ. 2 ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 και 12 παρ. 1 του ν. 3198/1955).
Με βάση τα παραπάνω, δέχθηκε ότι, εφόσον είναι άκυρη η άνω καταγγελία, θεωρούμενη ως μη γενομένη (άρθρο 180ΑΚ), η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είναι ενεργός και η εναγοµένη, µη αποδεχόμενη τις προσφερόµενες προσηκόντως υπηρεσίες του, περιήλθε σε υπερηµερία, υποχρεούμενη να καταβάλει σ' αυτόν για µισθούς υπερηµερίας του χρονικού διαστήµατος από 1/4/2008 έως 31/3/2009 το συνολικό ποσό των 24.571,68 (1755,12ΧI4 µισθoύς) € και για διαφορές δεδουλευµένων αποδοχών µηνός Μαρτίου 2008 το ποσό των 212,50 (1755,12 - 1542,62)€, δηλαδή, συνολικά, το ποσό των 24.784,14€.
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, δέχεται ότι, η αναιρεσείουσα, με το να αφαιρέσει και να μη αναθέσει στον αναιρεσείοντα, κατά τον τελευταίο µήνα απασχόλησής του, καθήκοντα ταμειακά και χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή, άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα, και στέρησε, από υπαιτιότητα της, τον αναιρεσίβλητο από τις αντίστοιχες αποδοχές του, δίχως όμως να αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του αυτή, αναφερόμενη στην άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της και τούτο μάλιστα αν και αυτό δέχεται, ότι τόσο το επίδομα ταμείου, όσο και το επίδομα ηλεκτρονικού υπολογιστή, προβλέπονται ως δυνητικές παροχές και σε κάθε περίπτωση η επιλογή των υπαλλήλων στο οποίο θα χορηγηθούν επαφίεται στην κρίση του Υποθηκοφύλακα.
Η παραδοχή της απόφασης ότι η µη άσκηση των ως άνω έργων από τον αναιρεσίβλητο "οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης η οποία τον περιθωριοποίησε, μη αναθέτοντας του καμιά εργασία κατά το μήνα Μάρτιο 2008", δεν καθιστά, από μόνη της, καταχρηστική την άσκηση του παραπάνω διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και δεν δικαιολογεί τη σχετική κρίση του.
Εξάλλου, η περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκφραση "περιθωριοποίησε", δεν συνιστά, αφ' εαυτής, αιτιολογία και μάλιστα επαρκή, αφού δεν προσδιορίζονται, με σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τον περιθωριοποίησε, ώστε να μπορεί να κριθεί αν θεμελιώνεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της αναιρεσείουσας να μην αναθέσει στον αναιρεσίβλητο τα ως άνω καθήκοντα.
Ενδεχομένως, βέβαια, με τη λέξη "περιθωριοποίησε", που περιλαμβάνεται στην παραπάνω παραδοχή, εμμέσως πλην σαφώς, να αποδίδεται ανάρμοστη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσίβλητου, ωστόσο, ενόψει του ότι η παραδοχή αυτή είναι γενική και δεν αιτιολογείται ειδικά, ούτε αυτή αρκεί, για να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, αφού είναι και αντιφατική με τις παραδοχές της απόφασης, με τις οποίες αναγνωρίζεται, ότι α)η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου δεν ήταν καταχρηστική, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η απόλυσή του υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας της εναγομένης προς το πρόσωπό του και 2) η εν γένει συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, έναντι αυτού, δεν ενείχε κανένα στοιχείο προσβολής της προσωπικότητας του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών του αναιρεσίβλητου και κατά συνέπεια προσδιορισμού της οφειλόμενης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως αποζημιώσεως είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 1201/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέµπει κατά τούτο την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
Δηµοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δηµόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ