Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for traffic accident victim's death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's finding of liability for the death of a pedestrian. The court held that the lower court properly evaluated evidence regarding the driver's fault and the victim's contributory negligence without violating procedural rules. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate factual findings or evidence assessment unless the lower court's reasoning is clearly flawed or contradictory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 203 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 203/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ-GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α." της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Α. Κ., 2. Χ. Κ. του Α., 3.Χ. Κ. του Α., 4.Α. Κ. του Α., 5. Ν. Κ. του Α. και 6. Λ. Ν. συζ. Ν. Κ., εκ των οποίων οι 5ος και 6η για τους εαυτούς τους ατομικά και ως ασκούντες την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους Α. και Μ., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιου Αγγελομάτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4592/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4277/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 3-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς οπό το αιτιολογική της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε, (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠοΛΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δίκαιου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, Η παράνομη, συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη οπό το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράληψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και ην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911. ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθο κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "...Την 21.11.2007 και περί ώρα 14.40 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "GENERAL UNION", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε με τη μ' αριθμ. 156/21.9.2009 απόφαση της Ε.ΠΕ.Ι.Α. (ΦΕΚ 2028 τεύχος Β'/21.9.2009), μετά την άσκηση της ενδίκου έφεσης και υποκαταστάθηκε από το Επικουρικό Κεφάλαιο το οποίο υπεισήλθε στη δικονομική θέση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (αρ. 19 παρ. 1δ και 25 παρ. 4 Ν. 489/76) και εκινείτο (α' εναγόμενος) επί της λεωφόρου Ποσειδώνος στη Γλυφάδα με κατεύθυνση προς Βούλα στη μεσαία λωρίδα του εν λόγω ρεύματος με ταχύτητα μη επακριβώς προσδιορισμένη, ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης, ανερχόταν όμως περίπου στα 80-90 χιλιόμετρα ωριαίως, όπως προκύπτει από τις συνθήκες του ατυχήματος που περιγράφονται πιο κάτω και πλησίαζε στο ύψος του κέντρου διασκέδασης "Αστέρια".
Η λεωφόρος Ποσειδώνος είναι διπλής κατεύθυνσης, με δενδροφυτευμένη νησίδα ασφαλείας στο μέσο της η οποία χωρίζει τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας. Στο προεκτιθέμενο σημείο το ως άνω ρεύμα πορείας (δηλ. προς Βούλα) έχει πλάτος 10,50 μέτρα και χωρίζεται με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, εμφανίζει δεξιά κατά την πορεία του ά εναγομένου καμπύλη και η ορατότητα ,δεν περιορίζεται από σταθερά αντικείμενα.
Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο Α. Κ. ηλικίας 78 ετών ευρισκόμενος στη διαχωριστική νησίδα της ως άνω οδού και αφού προηγούμενα είχε διασχίσει το αντίθετο ρεύμα πορείας της προεκτιθέμενης οδού, άρχισε να διασχίζει το προς Βούλα ρεύμα πορείας, προκειμένου να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτ/τας εκτός διαβάσεων πεζών οι οποίες ευρίσκονται σ' απόσταση 135-140 μέτρα μετά το σημείο παράσυρσης του (πεζού).
Είχε δε διανύσει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού δηλ. περίπου 7 μέτρα. Ευρισκόμενος στο σημείο αυτό, παρασύρθηκε από το ως άνω αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού, ο οδηγός του οποίου πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά πλην όμως δεν κατόρθωσε ν' αποφύγει τον ως άνω πεζό, αλλά τον παρέσυρε και τον εκτίναξε σ' απόσταση περίπου 30 μέτρα (βλ.
υπό στοιχείο Γ' κηλίδα αίματος πεζού στο προσαγόμενο σχεδιάγραμμα τροχαίας), το δε αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε σ' απόσταση 36,50 μέτρων από το σημείο παράσυρσης του πεζού. Από την παράσυρση και την εντεύθεν εκτίναξη ο πεζός τραυματίσθηκε βαρύτατα και συνεπεία των τραυμάτων του κατέληξε. Το ότι οι συνθήκες του ατυχήματος έγιναν όπως περιγράφονται ως άνω προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδίως από το σχεδιάγραμμα της τροχαία και την έκθεση αυτοψίας.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσας πεζός εισήλθε αιφνίδια από τις φυλλωσιές της διαχωριστικής νησίδας στο οδόστρωμα του προαναφερόμενου ρεύματος πορείας και επεχείρησε να διασχίσει αυτό (ρεύμα πορείας), εκτός διαβάσεων πεζών σε σημείο όπου υπήρχε δεξιά κατά την πορεία του οχήματος στροφή, μ' αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στη πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ά εναγόμενος ο οποίος λόγω των προεκτιθέμενων συνθηκών τον αντιλήφθηκε όταν η μεταξύ τους απόσταση ήταν περίπου (6 έως 7 μέτρα) και αν και εκινείτο με κανονική ταχύτητα δεν είχε περιθώρια διενέργειας αποτελεσματικού ελιγμού, Ο ως άνω ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το ως άνω σχεδιάγραμμα ο αποβιώσας είχε διανύσει 7 μέτρα περίπου από το προεκτιθέμενο ρεύμα πορείας όταν παρασύρθηκε, λαμβανομένου δε υπόψη και του χρόνου που μεσολάβησε για να διανύσει την ως άνω απόσταση ο αποβιώσας συνυπολογιζομένης και της ηλικίας του, αλλά και της ορατότητας την οποία είχε ο πρώτος εναγόμενος προς τον κινούμενο πεζό, (βλ.
σχετικά φωτογραφίες του τόπου ατυχήματος, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται), προκύπτει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί την κίνηση του πεζού τουλάχιστον 100 μέτρα πριν από το σημείο που έλαβε χώρα η παράσυρση αυτού (πεζού), παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγομένους, ότι δηλ.
ο πεζός εμφανίσθηκε στην πορεία του πρώτου εναγομένου όταν η μεσολαβούσα μεταξύ τους απόσταση ήταν 6-7 μέτρα. Επίσης, ούτε η ταχύτητα την οποία είχε αναπτύξει ο πρώτος εναγόμενος ήταν η προβλεπόμενη για την περιοχή δηλ. των 60 χιλιομέτρων ωριαίως (βλ. έκθεση αυτοψίας), αλλά μεγαλύτερη και δη αυτής των 80- 90 χιλιομέτρων όπως συνάγεται από τις προεκτιθέμενες συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα από την προαναφερόμενη απόσταση εκτίναξης του πεζού, την μεγάλη έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (βλ.
προσκομιζόμενες φωτογραφίες) και τη σοβαρότητα των σωματικών βλαβών του αποβιώσαντος.
Από τα ως άνω προκύπτει, ότι το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα τόσο του α' εναγομένου όσο και του αποβιώσαντος πεζού Α. Κ.. Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος δεν επέδειξε την επιμέλεια τον μέσου συνετού οδηγού που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει και ειδικότερα, ενώ υπό μεγάλη απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί το πεζό κινούμενο, επιχειρούντα να διασχίσει το ρεύμα πορείας του, δεν μείωσε την ταχύτητα του, αλλά συνέχισε να κινείται με την ίδια αυξημένη ταχύτητα χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, μ' αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να προβεί σε επιτυχή ελιγμό προκειμένου να αποφύγει το πεζό.
Θα επιτύγχανε δε το τελευταίο ως άνω αποτέλεσμα, εάν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και είχε ρυθμίσει την ταχύτητα ανάλογα με τις προεκτιθέμενες συνθήκες, οπότε θα μπορούσε εγκαίρως να προβεί σ' επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, υπήρχε δε η δυνατότητα αυτή για ένα μέσο συνετό οδηγό ενόψει του ότι όπως προεκτέθηκε είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί το πεζό που προσπαθούσε να διασχίσει το ρεύμα στο οποίο εκινείτο αυτός (πρώτος εναγόμενος) τουλάχιστον από απόσταση 100 μέτρων.
Δεν επέδειξε, όμως, την προεκτιθέμενη επιμέλεια μ' αποτέλεσμα να παρασύρει τον πεζό και να τραυματισθεί θανάσιμα, στην επέλευση δε του αποτελέσματος αυτού συνετέλεσε ο πρώτος εναγόμενος κατά ποσοστό 60%. Όμως, και ο πεζός Α. Κ. επιχείρησε να διασχίσει την πιο πάνω οδό εκτός διαβάσεων κινούμενος χωρίς να ελέγχει την κίνηση των οχημάτων, που ήδη χρησιμοποιούσαν την οδό αυτή, μ' αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω οχήματος από το οποίο παρασύρθηκε και τραυματίσθηκε θανάσιμα και έτσι με τη συμπεριφορά του αυτή συνετέλεσε κατά ποσοστό 40% στο επελθόν αποτέλεσμα, κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως του πρώτου εναγομένου την οποία προέβαλλε παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανατωθέντος πεζού και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του πεζού.
Το Εφετείο περιέχει λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που θεμελιώνουν την ύπαρξη συνυπαιτιότητας τόσον στον οδηγό του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, όσον και στον πεζό που επιχείρησε να διασχίσει κάθετα, εκτός διάβασης πεζών, την ως άνω Λεωφόρο Ποσειδώνος. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338-340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, καθώς και το σχεδιάγραμμα αυτής από την οποία προκύπτει ότι ο θανατωθείς πεζός επιχείρησε να διασχίσει τη Λεωφόρο Ποσειδώνος σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και κατήλθε στο οδόστρωμα διερχόμενος μέσα από δενδροφυτεμένη νησίδα ασφαλείας.
Όμως, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, καθώς και το συνοδεύον αυτή σχετικό σχεδιάγραμμα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 932 εδ. 1,2 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει προηγουμένως τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά από τα διάδικα μέρη, δηλαδή το βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε κατά τρόπο ευθύ, είτε πλάγιο, ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 1670/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού δέχθηκε τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και έκρινε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τον θάνατο του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 60% ενώ το θύμα κατά ποσοστό 40%.
Ακολούθως δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για τη ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι "... οι ως άνω ενάγοντες συνταράχθηκαν ψυχικά και συναισθηματικά και πρέπει να επιδικαστεί σε αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, το βαθμό του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το βαθμό του πταίσματος του θανόντος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, το βαθμό της οικογενειακής σχέσεως ... .
Εξ άλλου έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου που υπεισήλθε στη θέση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που δεν επανέφερε την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ... λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, του βαθμό του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων ...".
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 και 932 ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον με τα αναφερόμενα σε αυτόν πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και του απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ(ολ) 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ(ολ) 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμόν του ότι ο θανατωθείς πεζός είναι συνυπαίτιος για το ατύχημα κατά ποσοστό 95%. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα εις ότι αφορά την συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος πεζού. Επομένως, ο ως άνω, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον (ΕΚ), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ( άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4277/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον (ΕΚ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ