203/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24177/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 448/2005 449/2005 και 2376/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated203/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 75/17-3-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι Α. 448/14-2-2005, Β. 449/14-2-2005 και Γ. 2376/2-8-2005 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 203 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 203/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, δημοσιογράφου, 2.Ψ2, δημοσιογράφου και 3.Ψ3, τέως εκδότη και ήδη προέδρου του Δ.Σ της εφημερίδος ..., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Δαρμάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24177/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 448/2005 449/2005 και 2376/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 75/17-3-2006 αιτήσεως για αναίρεση των Α. 448/14-2-2005, Β. 449/14-2-2005 και 2376/2-8-2005 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου των στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 75/17-3-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι Α 448/14-2-2005, Β. 449/14-2-2005 και Γ. 2376/2-8-2005 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την ακόλουθη πορεία της αναιρετικής διαδικασίας, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των υπαρχόντων στην διάθεση του Δικαστηρίου διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα η συζήτηση της υποθέσεως προσδιορίσθηκε αρχικά για την δικάσιμο της 17-9-2007, κατά την οποία και ματαιώθηκε λόγω της κατ' εκείνο τον χρόνο διενεργείας των βουλευτικών εκλογών και στη συνέχεια, κατόπιν της από 5-10-2007 αιτήσεως του αναιρεσείοντος, για εκείνη της 22-9-2008, οπότε και αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 2-2-2009 λόγω μη καταθέσεως εισηγητικής εκθέσεως.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (2-2-2009), ο ορισθείς εισηγητής Βασίλειος Φούκας, Αρεοπαγίτης, υπέβαλε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 16-1-2009 δήλωση αυτοεξαιρέσεώς του για λόγους που συνδέονται με το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 1096/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, και παράλληλα αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (16-11-2009).
Η παρουσία του αναιρεσείοντος μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Βασιλείου Δουβή κατά την αναβολή της υποθέσεως από την δικάσιμο της 2-2-2009 για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (16-11-2009) ισοδυναμεί με επίδοση προς αυτόν της εν λόγων αναβλητικής αποφάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 310 εδ. 2 ΚΠολΔ. Κατ' αυτήν, μετ' αναβολή δικάσιμο (16-11-2009), όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 75/17-3-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι Α. 448/14-2-2005, Β. 449/14-2-2005 και Γ. 2376/2-8-2005 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 2360/22-1-2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα από την προσβολή της προσωπικότητάς του, συνισταμένη στο ότι η πρώτη από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, δημοσιογράφος της εφημερίδας ..., της οποίας ο δεύτερος είναι διευθυντής συντάξεως και ο τρίτος τούτων εκδότης, δημοσίευσε το ιστορούμενο ψευδές κατά περιεχόμενο και προσβλητικό της τιμής και υπολήψεώς του δημοσίευμα, συνοδευόμενο από γελειογραφική αναπαράστασή του, τελούσα σε γνώση της αναληθείας του, παραλείποντας παράλληλα από πρόθεση και εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών να περιλάβουν στο εν λόγω δημοσίευμα τα αναφερόμενα αληθή πραγματικά περιστατικά.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 24177/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την 3403/29-9-2004 έφεση, η οποία και συζητήθηκε κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (17-1-2005), πλην ο μετέχων της συνθέσεως του δικαστηρίου εφέτης ..., που είχε ορισθεί και εισηγητής της υποθέσεως, υπέβαλε την 328/4-2-2005 δήλωση εξαιρέσεώς του, κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 448/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και με την επακολουθήσασα αυτής 449/2005 απόφασή του κήρυξε άκυρη τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την δικάσιμο της 17-1-2005, με παράλληλη αποχή του από την εκδίκασή της, ώστε να επαναληφθεί η συζήτησή της, η οποία και πραγματοποιήθηκε, χωρίς συμμετοχή του εξαιρεθέντος δικαστή, κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 30-5-2005, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 2376/2005 αποφάσεώς του, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " Ο ενάγων ήδη από το 1997 είναι συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός.
Μέσω του φίλου του Φ, που ήταν εξάδελφος του πολιτικού μηχανικού Ξ, επίσης φίλου αυτού (ενάγοντα) , μετά το θάνατο της συζύγου του γνώρισε και προσέλαβε, ήδη απ' το 1981, ως οικιακή βοηθό την Ζ, που προηγουμένως εργαζόταν στην οικία του Φ, για να φροντίζει για την περιποίηση του σπιτιού του, που βρισκόταν στη ..., καθώς και του ανηλίκου υιού του.
Όταν ο ενάγων, ως εφέτης, μετατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου και ο Ξ εγκαταστάθηκε κι αυτός με την οικογένεια του στη ..., οι σχέσεις των ανωτέρω έγιναν πιο στενές, αφού μάλιστα ο ενάγων και ο Ξ με την οικογένεια του διέμεναν στην ίδια πολυκατοικία. Ο ενάγων κράτησε το διαμέρισμα που είχε μισθώσει στην πολυκατοικία αυτή και μετά την αποχώρηση του απ' τη ...
και το καλοκαίρι του 1992, συνοδευόμενος απ' την προαναφερόμενη οικιακή βοηθό του, πήγε στη ... για διακοπές, με την παρότρυνση του δε η εν λόγω οικιακή βοηθός προσέφερε τις υπηρεσίες του και στην οικία του Ξ, που βρισκόταν στο κάτω διαμέρισμα απ' αυτό που μίσθωνε ο ενάγων. Στις 20.8.1992 η ανήλικη θυγατέρα του ζεύγους Ξ ανέφερε στη μητέρα της ότι αντιλήφθηκε την οικιακή βοηθό του ενάγοντα [την Ζ] ν' αποχωρεί απ' το διαμέρισμά τους παίρνοντας μαζί της και ένα δικό τους τραπεζομάντηλο.
Τότε η σύζυγος του Ξ άρχισε να ερευνά το ενδεχόμενο να έχουν αφαιρεθεί κι άλλα αντικείμενα απ' την οικία της και πράγματι διαπίστωσε ότι της έλειπαν κι άλλα πράγματα. Μετά ταύτα ο Ξ απευθύνθηκε στον ενάγοντα και στην από κοινού έρευνα που διενήργησαν στις 22.8.1992, αφού φρόντισαν να μην παρευρίσκεται η Ζ, βρήκαν διάφορα αντικείμενα που ανήκαν στο ζεύγος Ξ [κοσμήματα, υποδήματα, διακοσμητικά αυγά από όνυχα, ύφασμα επιπλώσεων κι ένα γυναικείο ρολόι], ευρισκόμενα στις αποσκευές της ανωτέρω, τα οποία διαχώρησαν και τοποθέτησαν σε τσάντες, συμφώνησαν δε να κληθεί η εν λόγω οικιακή βοηθός Ζ, χωρίς να παρευρίσκεται ο Ξ, για να δώσει διευκρινίσεις στον ενάγοντα σχετικά με τα αντικείμενα αυτά, που είχαν βρεθεί στις αποσκευές της.
Όταν όμως ο Ξ επανήλθε στο διαμέρισμα, όπου βρισκόταν ο ενάγων και η άνω οικιακή βοηθός του, διαπίστωσε ότι τα μισά τουλάχιστον απ' τα αντικείμενα, που είχαν διαχωρίσει προηγουμένως, είχαν επανατοποθετηθεί στις θέσεις τους στις αποσκευές και τα υπόλοιπα τα επεδείκνυε ο ενάγων στην οικιακή του βοηθό, η οποία, ευρισκόμενη σε έξαλλη κατάσταση, φώναζε και πετούσε τα αντικείμενα που βρίσκονταν εμπρός της.
Τότε ο Ξ άρπαξε όσα πράγματα είχαν απομείνει εμπρός του και τα μετέφερε στο διαμέρισμα του, όπου διαπίστωσε ότι αυτά ήταν κυρίως κοσμήματα που ανήκαν στη σύζυγο του. Το βράδυ της ίδιας ημέρας [22.8.1992] ο ενάγων και η οικιακή του βοηθός ανεχώρησαν από τη ... για τη ..., όπου συγχρόνως μετέβησαν και το ζεύγος Ξ προς ανεύρεση των πραγμάτων τους.
Οι τελευταίοι αυτοί απευθύνθηκαν μετά ταύτα στις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές αρχές, οι οποίες διενήργησαν έρευνα και βρήκαν αρκετά απ' τα αντικείμενα που τους ανήκαν. Στη συνέχεια ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος της Ζ για κλοπή κατ' εξακολούθηση αντικειμένων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ενώ και κατά του ενάγοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, υπόθαλψη εγκληματία, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση.
Με το 14/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ρόδου ανεστάλη η ως άνω ποινική δίωξη μέχρις αμετακλήτου περατώσεως της ποινικής δίκης για κλοπή κατά της Ζ, στην υπόθεση δε αυτή ο ενάγων έλαβε το μέρος της οικιακής του βοηθού κι αυτό είχε σαν συνέπεια τη διάλυση της φιλίας του με τον Ξ και την έναρξη μιας σειράς δικαστικών αγώνων μεταξύ τους, με εκατέρωθεν μηνύσεις και καταγγελίες, που μάλιστα κατέληξαν μέχρι τη διατύπωση κατηγορίας εκ μέρους του ενάγοντος προς το ζεύγος Ξ ότι ασχολούνται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
Η υπόθεση αυτή, όπως ήταν φυσικό, απασχόλησε έντονα τον τοπικό τύπο της ..., στον οποίο διατυπώθηκαν ποικίλα σχόλια και κριτικές για τη στάση του ενάγοντος, δηλαδή για το ότι αυτός θέλησε να υποστηρίξει και να καλύψει την οικιακή του βοηθό, κατά της οποίας ασκήθηκε η κατά τα ανωτέρω ποινική δίωξη. Με την 989/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου η Ζ τελικά καταδικάσθηκε για κλοπή κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας εις βάρος του Ξ και μελών της οικογενείας του, της επιβλήθηκε δε ποινή φυλάκισης 30 μηνών.
Μία βδομάδα μετά την έκδοση της άνω απόφασης και δη την 8.7.1995 δημοσιεύθηκε στην εκδιδόμενη στην ... ημερήσια πολιτική εφημερίδα με τον διακριτικό τίτλο "ΤΑ ΝΕΑ", εκδότης της οποίας είναι ο τρίτος εναγόμενος, ένα ενυπόγραφο ολοσέλιδο δημοσίευμα, το οποίο συντάχθηκε από την πρώτη εναγόμενη, δημοσιογράφο της άνω εφημερίδας και εγκρίθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο, διευθυντή σύνταξης της ίδιας εφημερίδας.
Το εν λόγω δημοσίευμα, συνοδευόμενο από ένα σκίτσο, που απεικόνιζε τον ενάγοντα και την οικιακή του βοηθό μπροστά σε μία ανοιγμένη βαλίτσα, είχε τίτλο με έντονα μαύρα γράμματα "Οικιακή βοηθός το "μακρύ χέρι" εφέτη", υπέρτιτλο με κεφαλαία γράμματα "ΤΟΥΣ ΠΡΟΔΩΣΕ Η ΑΚΡΗ ΕΝΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΜΑΝΤΗΛΟΥ" και διαλαμβάνονταν σ' αυτό επί λέξει τα εξής: "Οι ασήκωτες αποσκευές του υψηλόβαθμου δικαστικού ήταν έτοιμες για την αναχώρηση.
Η άκρη ενός τραπεζομάντηλου, όμως, εξείχε από το φερμουάρ που δεν είχε κλείσει καλά. Και το 9χρονο κοριτσάκι της οικογένειας Ξ το αναγνώρισε. Ήταν δικό τους. Ο δεσμός του προέδρου Εφετών Αθηνών με τον εγκατεστημένο στη ... πολιτικό μηχανικό Ξ είχε βαθιές ρίζες. Είχαν γνωριστεί πριν από 25 χρόνια στη ..., όπου ζούσαν τότε και οι δύο.
Έτσι, όταν ο δικαστής μετατέθηκε το 1989 στη ... ως εφέτης, οι δύο φίλοι ξανασυναντήθηκαν. Αντί 10.000 δραχμών ο εφέτης νοίκιασε το διαμέρισμα του φίλου του, το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από το σπίτι της οικογένειας Ξ και το διατήρησε ακόμη και όταν έπαψε να υπηρετεί στο Εφετείο του νησιού. Τον Αύγουστο του 1992, ως πρόεδρος Εφετών ακριτικής περιοχής πλέον, συνοδευόμενος από την οικιακή βοηθό του, πήγε στο σπίτι στη ...
για διακοπές. Με τη συναίνεση της κυρίας Ζ, την οποία είχε χρόνια στο σπίτι του, ο πρόεδρος πρότεινε στο φίλο του να προσφέρει η γυναίκα τις υπηρεσίες της και στο δικό του σπίτι. Έτσι κι αλλιώς ήταν πια σαν μια οικογένεια. Οι ωραίες μέρες των διακοπών όμως εξαντλήθηκαν και ο δικαστής με την οικιακή βοηθό έπρεπε να φύγουν για ....
Ο φίλος του προθυμοποιήθηκε να τους πάει, όπως πάντα, στο αεροδρόμιο, αλλά ο πρόεδρος δεν ήθελε να τον κουράσει. Δεν πρόλαβε να ακουμπήσει το ακουστικό ο πολιτικός μηχανικός και εμφανίστηκε στο γραφείο του λαχανιασμένη η κόρη του. "Μπαμπά, είχα ανέβει στην κυρία Ζ και είδα στη βαλίτσα της το δικό μας τραπεζομάντηλο.
Της το είπα και εκείνη απάντησε πως θα έπεσε μέσα κατά λάθος", έλεγε η μικρή τραβώντας τον να σηκωθεί. Ο Ξ βασανιζόταν μέρες τώρα από αυτές τις υποψίες. Η γυναίκα του παραπονιόταν πως έχανε συνεχώς κοσμήματα, πως δεν εύρισκε σκεύη της κουζίνας και άλλα αντικείμενα. Δεν ήθελε να πιστέψει πως τα έπαιρνε η κυρία Ζ.
Είχε φτάσει όμως η στιγμή. Έπρεπε να ενημερώσει το φίλο του. Τουλάχιστον να του ανοίξει τα μάτια. Μπαίνοντας στο σπίτι του προέδρου ο κ. Ξ διαπίστωσε πως η γυναίκα δεν ήταν εκεί. Ζήτησε λοιπόν από τον εργοδότη της να τον αφήσει να ψάξει τις βαλίτσες, δύο από τις οποίες, εντελώς· συμπτωματικά, ήταν δικές του.
Η έρευνα δεν διήρκεσε πολύ. Έκπληκτος ο άνθρωπος άκουσε από τον φίλο του να ισχυρίζεται ότι τα πανάκριβα κοσμήματα, που βρήκε στις βαλίτσες, ήταν της 65χρονης Ζ, η οποία, είχε, λέει, χόμπι να αγοράζει τιμαλφή. Η ίδια είχε πάει εκείνη την ώρα στη θάλασσα και, έξαλλος όπως ήταν, ο κ. Ξ πήγε με το αυτοκίνητό του να τη φέρει και να ειδοποιήσει στη συνέχεια την Αστυνομία.
Στο ένα τέταρτο που μεσολάβησε όμως, ο πρόεδρος είχε προλάβει να τακτοποιήσει τα πράγματα και να αφήσει στις αποσκευές μόνο κλοπιμαία ευτελούς αξίας. Εμβρόντητος ο κ. Ξ κάλεσε την Αστυνομία, αλλά μέχρι να έρθει, ο πρόεδρος με την οικιακή βοηθό πρόλαβαν να πάνε στο αεροδρόμιο και να πετάξουν για .... Διενεργήθηκε όμως έρευνα σε αποσκευές τους που επρόκειτο να σταλούν μέσω πρακτορείου, όπου βρέθηκαν πράγματα μάλλον ασήμαντα.
Στη ... η κυρία Ζ φρόντισε να κρύψει τα κοσμήματα στο σπίτι μιας φίλης του προέδρου, εκτελώντας τις τηλεφωνικές εντολές του, αφού ο ίδιος επέστρεψε πάλι στη ... για να υποβάλει μηνύσεις κατά των αστυνομικών, που έκαναν έρευνα στα πράγματά του. Οι αστυνομικοί του Ζ' Τμήματος ...· έκαναν έφοδο στο σπίτι και βρήκαν τα υπόλοιπα κοσμήματα.
Η Ζ κατηγορήθηκε για κλοπές και ο πρόεδρος για ηθική αυτουργία, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και υπόθαλψη εγκληματία. Η πρώτη καταδικάστηκε προ ημερών από δικαστήριο της ... σε φυλάκιση 2 1/2 ετών, ενώ ο πρόεδρος, που εξακολουθεί να υπηρετεί στο Εφετείο της ..., κατόρθωσε να ανασταλεί η δίωξή του με βούλευμα, έως ότου τελεσιδικήσει η υπόθεση της κυρίας Ζ.
Πάντως στο δικαστήριο στάθηκε στο πλευρό της χαρακτηρίζοντάς την αμνό του Θεού, που είχε ως χόμπι, με 20.000 δραχμές μισθό, να αγοράζει πανάκριβα κοσμήματα". Ο ενάγων απέστειλε τότε στον δεύτερο εναγόμενο, διευθυντή σύνταξης της άνω εφημερίδας, επιστολή μη δημοσιεύσιμη, με την οποία διαμαρτυρόταν για το άνω δημοσίευμα και ζητούσε τη διενέργεια ελέγχου και διερευνήσεως εις βάθος της όλης υποθέσεως.
Μετά πάροδο δύο και πλέον ετών και δη στις 2.2.1998, με αφορμή δίκη στην οποία ήταν κατηγορούμενος ο ενάγων για συκοφαντική δυσφήμηση των θυμάτων της άνω κλοπής, δημοσιεύθηκε στην ίδια ως άνω εφημερίδα παρόμοιο, ενυπόγραφο από την πρώτη εναγόμενη, ολοσέλιδο δημοσίευμα. Το εν λόγω δημοσίευμα, συνοδευόμενο και πάλι από το ίδιο ως άνω σκίτσο, είχε τίτλο με έντονα μαύρα γράμματα "Δικαστή που δίκαζες..", υπέρτιτλο με κεφαλαία γράμματα "ΣΤΟ ΕΔΩΛΙΟ ΣΗΜΕΡΑ ΕΦΕΤΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΛΟΠΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΒΟΗΘΟΥ ΤΟΥ" και διαλαμβάνονταν σ' αυτό επί λέξει τα εξής: "Πρόεδρος Εφετών, ο οποίος πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε, κάθεται σήμερα στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατηγορούμενος για σειρά αδικημάτων, που ο ίδιος ως δικαστής είναι βέβαιο πως δεν θα συγχωρούσε...
Η ιστορία χρονολογείται από το 1992, όταν οι ολιγοήμερες διακοπές του προέδρου στη Ρόδο - στο Εφετείο της οποίας είχε υπηρετήσει -εξελίχθηκαν σε θρίλερ, με πρωταγωνίστρια την οικιακή του βοηθό, που τον συνόδευε. Τότε ήταν που διαλύθηκε μια φιλία 25 χρόνων, μεταξύ του προέδρου και του εγκατεστημένου στη ... πολιτικού μηχανικού Ξ.
Η ρήξη προκλήθηκε με αφορμή τη διαπίστωση του τελευταίου ότι η ηλικιωμένη οικιακή βοηθός του φίλου του είχε κλέψει από το σπίτι του τιμαλφή και άλλα αντικείμενα αξίας. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ο κ. Ξ πως ο επιστήθιος φίλος του όχι μόνο θα άρχιζε από τη στιγμή της αποκάλυψης της κλοπής έναν αγώνα δρόμου, για να συγκαλύψει τις πράξεις της οικιακής βοηθού, αλλά θα έφτανε στο σημείο να κατηγορήσει - για αντιπερισπασμό -τον ίδιο και την οικογένειά του για διακίνηση ναρκωτικών.
ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΟΜΑΝΤΗΛΟ. Όλα άρχισαν όταν το κοριτσάκι της οικογένειας Ξ είδε στη βαλίτσα που ετοίμαζε η οικιακή βοηθός ενόψει της αναχώρησης της ίδιας και του προέδρου από τη ..., ένα τραπεζομάντηλο που ήξερε πως ήταν δικό τους. Έτρεξε αμέσως στον πατέρα της, του οποίου το γραφείο ήταν κάτω από το διαμέρισμα που νοίκιαζε ο πρόεδρος, ενώ το σπίτι της οικογένειας ήταν στον επάνω όροφο, και του το είπε.
Ο Ξ, που βασανιζόταν από τις υποψίες - καθώς τις τελευταίες ημέρες είχαν χαθεί πολλά πράγματα από το σπίτι του - ανέβηκε πάνω και ζήτησε από τον φίλο του να του επιτρέψει να ψάξει τις βαλίτσες. Γρήγορα οι υποψίες επιβεβαιώθηκαν. Καμιά στιγμή όμως δεν υποπτεύθηκε όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν: Ότι μόλις θα έφευγε από κει για να βρει τη δράστιδα και να ειδοποιήσει την αστυνομία, τα κλοπιμαία αξίας θα εξαφανίζονταν.
Ότι μέσα σε λίγα λεπτά, ο πρόεδρος και η οικιακή βοηθός θα προλάβαιναν να πάνε στο αεροδρόμιο και να αναχωρήσουν για Θεσσαλονίκη. Ότι ο πρόεδρος θα υπέβαλε στη συνέχεια μηνύσεις εναντίον όλων των αστυνομικών οργάνων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση. Ότι ο πρόεδρος θα κατήγγελε τον ίδιο και τη γυναίκα του - με αναφορά προς τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου- ως εμπόρους ναρκωτικών και, τέλος, ότι ο πρόεδρος θα κατέθετε ως μάρτυρας υπεράσπισης της οικιακής βοηθού για να υποστηρίξει πως ό,τι βρέθηκε στις αποσκευές της ήταν δικό της, καθώς η γυναίκα (με τον πενιχρό μισθό) είχε χόμπι να αγοράζει κοσμήματα.
Η ΕΞΕΛΙΞΗ. Η μέχρι στιγμής εξέλιξη της δαιδαλώδους αυτής υπόθεσης έχει ως εξής: Η οικιακή βοηθός καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε φυλάκιση 2,5 χρόνων, ενώ στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της σε 7 μήνες. Οι αστυνομικοί, που μηνύθηκαν από τον πρόεδρο, απηλλάγησαν με βούλευμα. Η καταγγελία σε βάρος της οικογένειας Ξ περί εμπορίας ναρκωτικών αποδείχθηκε, έπειτα από έρευνα, αβάσιμη.
Τώρα όμως ήρθε και η σειρά του προέδρου να δικαστεί για όσα αδικήματα απέμειναν, αφού η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κλοπή της οικιακής βοηθού "εξαφανίστηκε". Έτσι, σήμερα, κάθεται στο εδώλιο κατηγορούμενος για ψευδορκία μάρτυρα (αφορά τα όσα αναληθή κατέθεσε σχετικά με τις κλοπές της οικιακής βοηθού) , ψευδή καταμήνυση (για την αβάσιμη καταγγελία εις βάρος του ζεύγους Ξ) και συκοφαντική δυσφήμηση επίσης εις βάρος του ζεύγους Ξ".
Ακολούθως με την 142/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου η Ζ κηρύχθηκε ένοχη για κλοπή κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ξ και μελών της οικογενείας του κινητών πραγμάτων αξίας 1.047.000 δρχ. και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 μηνών, αφού της αναγνωρίσθηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 137/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Στις αρχές του έτους 1999 η άνω εφημερίδα ασχολήθηκε και πάλι με τον ενάγοντα, με αφορμή την εκδίκαση αίτησης εξαιρέσεως που είχε υποβάλει αυτός κατά των εφετών που υπηρετούσαν στο Εφετείο Δωδεκανήσου, ενόψει της εκδικάσεως των εις βάρος του κατηγοριών για ψευδορκία, συκοφαντική δυσφήμηση κλπ..., με δημοσίευμα της 9.1.1999, που έφερε τον τίτλο "Πρόεδρος Εφετών...στο εδώλιο του Εφετείου για τα κοσμήματα", στο οποίο δημοσίευμα αναφερόταν πάλι εν συντομία το ιστορικό της όλης υπόθεσης.
Για το δημοσίευμα αυτό ο ενάγων απέστειλε προς την άνω εφημερίδα επιστολές που δημοσιεύθηκαν στα φύλλα της στις 11.1.1999, στις 21.1.1999 και στις 3.2.1999, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τις απόψεις του για την εμπλοκή του στην όλη υπόθεση. Για το δημοσίευμα αυτό κατόπιν εγκλήσεώς του ενάγοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της δημοσιογράφου πρώτης εναγομένης για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, πλην όμως αυτή τελικά κηρύχθηκε αθώα της πράξεως που της αποδόθηκε, δυνάμει της 14101/2000 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι ο πυρήνας του άνω δημοσιεύματος ήταν αληθής και η πρώτη εναγομένη δεν κινήθηκε από δόλια προαίρεση και με σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, αλλά από δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για την ενημέρωση του κοινού.
Της αποφάσεως αυτής προηγήθηκε η έκδοση της 189/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία επιβλήθηκε στον ενάγοντα συνολική ποινή φυλακίσεως 33 μηνών για σωρεία αξιοποίνων πράξεων, όπως ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση κλπ...
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων και με την 1301/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση εις βάρος του Ξ, ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση που τέλεσε η Ζ εις βάρος του Ξ. Η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 138/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Στις 30.6.2000, μια εβδομάδα δηλαδή πριν τη συμπλήρωση πενταετίας από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος δημοσιεύματος της 8.7.1995, ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς· Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά των και τώρα εναγομένων την από 30.6.2000 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, αποσκοπώντας στη διαπόμπευση και στο διασυρμό του, προέβησαν στη δημοσίευση του άνω ψευδούς και συκοφαντικού δημοσιεύματος, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι με το άνω δημοσίευμα προκλήθηκε ηθική βλάβη του, για την αποκατάσταση της οποίας η ανάλογη χρηματική του ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των 200.000.000 δρχ, και ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό αυτό των 200.000.000 δρχ., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την 952/2002 απόφαση του άνω δικαστηρίου απορρίφθηκε η αγωγή αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού κρίθηκε ότι το άνω δημοσίευμα ήταν κατά το κύριο μέρος του αληθές, οι δε μικρές παρεκκλίσεις από την πραγματικότητα οφείλονταν στην ελλιπή ενημέρωση των εναγομένων κι όχι στην πρόθεσή τους να διαδώσουν εις βάρος του ενάγοντος γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ επίσης κρίθηκε ότι αυτοί κινήθηκαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με συνέπεια να αίρεται και ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης.
Τέλος, στις 22.1.2003, δέκα δηλαδή ημέρες πριν τη συμπλήρωση πενταετίας από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος δημοσιεύματος της 2.2.1998, ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά των ίδιων εναγομένων την ένδικη από 20.1.2003 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος και πάλι ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν εν γνώσει τους στη δημοσίευση του άνω ψευδούς και συκοφαντικού δημοσιεύματος, το οποίο και μόνο κατά ρητή αναφορά του αποτελεί αντικείμενο της προκείμενης δίκης, ζητεί, όπως προαναφέρθηκε, να αναγνωρισθεί ότι με το άνω δημοσίευμα προκλήθηκε ηθική βλάβη του, για την αποκατάσταση της οποίας η ανάλογη χρηματική του ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των 300.000 ευρώ, το οποίο ζητεί να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, ενώ ζητεί επίσης να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν από το άνω ποσό επί μέρους ποσό 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Από όλα όσα προαναφέρθηκαν ωστόσο συνάγεται ότι το επίδικο δημοσίευμα στηρίζεται κατά βάση σε αληθινά περιστατικά, δηλαδή στην κλοπή από την άνω οικιακή βοηθό του ενάγοντος διαφόρων πραγμάτων, όχι ευτελούς αξίας, από την οικία του Ξ και τη στοίχιση του ενάγοντος στο πλευρό της οικιακής βοηθού του αυτής με τη διαρκή αμφισβήτηση της αξιόποινης πράξης που η ανωτέρω τέλεσε, με συνέπεια τη διάλυση της φιλίας του με τον Ξ και την έκτοτε έντονη και σκληρή δικαστική τους αντιπαράθεση, που ως αποτέλεσμα είχε την απαγγελία κατηγοριών εις βάρος του ενάγοντος και την τελική αμετάκλητη καταδίκη του για τις άνω αξιόποινες πράξεις, περιστατικά που κρίθηκαν και απ' τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις και βουλεύματα [βλ.
πλην άλλων τις 142/1998 και 189/1999 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, τα 38/1997 και 51/1997 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το 53/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, την 952/2002 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών και τις 137/2002 και 138/2002 αποφάσεις του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου]. Όπως ήταν εύλογο, η όλη αυτή υπόθεση απασχόλησε έντονα την τοπική κοινωνία της ...
και προκάλεσε σειρά αρνητικών δημοσιευμάτων, του τοπικού τύπου και εν συνεχεία και του υπόλοιπου τύπου, πανελληνίως, το επίδικο δε δημοσίευμα οφείλεται στο δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τύπου προς πληροφόρηση των αναγνωστών του για τις δραστηριότητες προσώπων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα, όπως είναι και οι δικαστικοί λειτουργοί.
Το γεγονός ότι ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός ήταν κατηγορούμενος για σειρά αξιοποίνων πράξεων, σε διάφορες βαθμίδες της δικαιοσύνης, όπως συκοφαντική δυσφήμηση, ψευδορκία κλπ... εις βάρος πρώην φίλου του και μάλιστα με αφορμή τη διαπραχθείσα εις βάρος του τελευταίου κλοπή από την οικιακή βοηθό του και ότι παραπέμφθηκε να δικασθεί και δικάσθηκε από διάφορα δικαστήρια ή απορρίφθηκαν οι σχετικές ασκηθείσες αγωγές του, σύμφωνα μ' όσα πιο πάνω εκτίθενται, ήταν φυσικό να κινήσει το ενδιαφέρον του τύπου.
Το επίδικο δημοσίευμα έγινε με αφορμή τη δίκη του ενάγοντος για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και, πέραν της ειδήσεως αυτής, γίνεται αναφορά και στο όλο ιστορικό της υπόθεσης, που δεν αφίσταται κατά βάση της αληθείας. Οι μικρές παρεκκλίσεις· από την πραγματικότητα, όπως ότι μέσα σε λίγα λεπτά ο ενάγων και η οικιακή του βοηθός πρόλαβαν να πάνε στο αεροδρόμιο και να αναχωρήσουν για τη ..., ότι ο ενάγων υπέβαλε μηνύσεις εναντίον όλων των αστυνομικών οργάνων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση και ότι η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κλοπή της οικιακής βοηθού "εξαφανίστηκε", οφείλονται σε ελλιπή ενημέρωση των εναγομένων και όχι στην πρόθεση τους να διαδώσουν εις βάρος του ενάγοντος γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του.
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των άνω πτυχών της όλης υπόθεσης και ότι παρά ταύτα συμπεριέλαβαν και τις εν λόγω αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα, με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.
Συνεπώς δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί υποκειμενικά η άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του ενάγοντος από τους δύο πρώτους των εναγομένων. Περαιτέρω το επικριτικό και σκωπτικό εν μέρει ύφος του άνω δημοσιεύματος κινείται στα πλαίσια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που έχουν οι δημοσιογράφοι για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, αφού αυτοί μπορούν να δημοσιεύουν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Εξάλλου από όλα τα προεκτεθέντα δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή της κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνησή του, παρά γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες πράξεις, που κρίθηκαν και από δικαστήρια διαφόρων βαθμών και επίσης γίνονται σχόλια για τις πράξεις αυτές και τη συναφή συμπεριφορά του ενάγοντος, όπως λέχθηκε.
Συνεπώς, κι αν υποτεθεί ότι στο προαναφερόμενο κείμενο υπάρχουν επικριτικά και σκωπτικά στοιχεία, ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της· εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται, λόγω συνδρομής των στοιχείων του άρθρου 367 παρ 1 περ. δ' του ΠΚ, για όλους τους εναγομένους και ως προς τον ιδιοκτήτη του εντύπου, γιατί για την αντικειμενική ευθύνη αυτού προσθέτως προϋποτίθεται η συνδρομή υπαιτιότητας στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος. Έπρεπε, επομένως, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμου της σχετικής ενστάσεως, που νομίμως προέβαλαν οι εναγόμενοι, να κριθεί ότι δεν θεμελιώνεται εις· βάρος τους η αγωγική αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός ισχυρίζεται ότι του προκάλεσε το επίδικο δημοσίευμα και ν' απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Κατά των εν λόγω και με στοιχ. Α-Γ χαρακτηριζομένων αποφάσεων εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: (i) . Με στοιχ. Α και Β αποφάσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί. Εξαντιδιαστολής, αποκλείεται η αίτηση αναιρέσεως, όταν έγινε δεκτή η εξαίρεση του δικαστή, και μάλιστα κατ' αποδοχή περί εξαιρέσεώς του δηλώσεως του ιδίου, με έκπτωση στην περίπτωση αυτή του διαδίκου από το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση (Κ.Πολ.Δ. 57) , μη στοιχειοθετουμένου εντεύθεν του λόγου αυτού αναιρέσεως και όταν απορρίφθηκε η δήλωση αυτοεξαιρέσεώς του. Προφανές είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι επιτρεπτή η εναντίωση κατά της εν λόγω αποφάσεως και με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, δοθέντος ότι διαφορετικά δεν δικαιολογείται η αναγωγή της προβλεπόμενης από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικής αιτιάσεως σε αυτοτελή λόγο αναιρέσεως. Επομένως οι προβαλλόμενες με τους τέσσερις πρώτους κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 Α αρ. 19, 8 (1ος , 2ος, 3ος λόγοι) και Β αρ. 14 (4ος λόγος) κατά των με στοιχ. Α και Β αντίστοιχα, αποφάσεων, αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως απαράδεκτες.
(ii) Με στοιχ. Γ απόφαση.
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 2 περ. α' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν δεν μετέχει στη σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας ο δικαστής του οποίου έγινε δεκτή δήλωση του ιδίου για εξαίρεσή του. Επομένως η διατυπούμενη με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ερειδόμενη επί της αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως της παρά το νόμο αποδοχής της περί εξαιρέσεως δηλώσεως του εφέτη ..., ελέγχεται ως αβάσιμη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ως και όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται προεχόντως να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού, χωρίς η εντεύθεν αοριστία επιτρεπτώς να θεραπεύεται με παραπομπή σε εκτός του δικογράφου της αναιρέσεως διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω, ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει τον οικείο αναιρετικό λόγο, είναι εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και ειδικότερα το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής.
Εξάλλου, το άρθρου 14 του Συντάγματος, ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι ο καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει, προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, στην δε παράγραφο 2 ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται.
Ο τύπος αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία όμως του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 §1 του Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.
Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Το άρθρο 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και το ν.δ. 53/1974, καθιερώνει με την παράγραφο 1 αυτού την ελευθερία της γνώμης και της μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, όμως με την παράγραφο 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης εκφράσεως συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 § 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του
άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή
αμελείας,
αυτού που προσβάλλει (ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει
είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε υπάρχει για τους υπεύθυνους του εντύπου, έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, το οποίο, μετά την κατάργηση με το άρθρο μόνο του ν. 2243/1994 όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, εκτελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις, (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις, (§1).
Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (§2) . Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Με τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση (α) με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., (6ος και 7ος λόγος), ότι άφησε αδίκαστες (i) την αγωγή κατά τη θεμελίωσή της στις ιστορικές αυτής βάσεις, με προσήκουσα στην περίπτωση αυτή αναιρετική αιτίαση εκείνη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., (αα) στην ενσωμάτωση στο επίμαχο δημοσίευμα γελειογραφικής παραστάσεως του αναιρεσείοντος.
Από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη, με ρητή αναφορά στην εν λόγω γελοιογραφική αναπαράσταση, και αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη, με απορριπτική επί της αγωγής κατ' ουσίαν κρίση, διαλαμβάνουσα ειδικότερα στις αιτιολογίες της ότι το επικριτικό και σκεπτικό εν μέρει ύφος του άνω δημοσιεύματος κινείται στα πλαίσια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που έχουν οι δημοσιογράφοι για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Και (ββ) στην κατά παράβαση των χρηστών ηθών και παρά την δημοσιογραφική δεοντολογία παρασιώπηση των αληθών πραγματικών περιστατικών.
1) Ότι ποτέ ΔΕΝ κατατέθηκε μήνυση εναντίον της Δημούδη για την επίδικη ή "άλλη "κλοπή", ούτε ποτέ έγινε σχετική έγγραφη στο βιβλίο συμβάντων της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, αλλά η εναντίον της καταδίωξη άρχισε, χωρίς Εισαγγελική παραγγελία με την από 24/8/92 αστυνομική κατάθεση του φερομένου ως "μηνυτή" της.
2) Ότι αντίθετα η Ζ κατέθεσε εναντίον του μήνυση για κλοπή, ψευδή καταμήνυση κλπ., που δεν συσχετίσθηκε όμως ποτέ με την σε βάρος της δικογραφία "κλοπής" ούτε έγινε ποτέ κατ' αντιπαράσταση εξέταση της με τους "μηνυτές" της.
3) Ότι επί 60 χρόνια ο βίος της υπήρξε ανεπίληπτος και το ποινικό της μητρώο λευκό.
4) Ότι κανένα παράπονο, ποτέ, από κανένα εργοδότη της δεν διατυπώθηκε εναντίον της. Ούτε από τον πρώτο εξάδελφο και κουμπάρο του "μηνυτή", Φ στο σπίτι του οποίου εργάστηκε επί χρόνια. Ούτε ποτέ κατετέθηκε τι σε βάρος της εκ μέρους του κατά την ανακριτική εξέταση του ως μάρτυρα κατηγορίας.
5) Ότι τίποτα το ύποπτο ή επιβαρυντικό δεν αναφέρθηκε από την προσαχθείσα στο Δικαστήριο, ως παρούσα πάντοτε στις επισκέψεις της στο σπίτι τους, αυτόπτη μάρτυρα, μητέρα και πεθερά των φερομένων ως παθόντων, ..., που ρητώς κατέθεσε "Εγώ ΔΕΝ ξέρω ΑΝ έκλεψε η Ζ και τι έκλεψε".
6) Ότι κάνεις των εξετασθέντων μαρτύρων δεν είδε, δεν αντελήφθη, δεν κατέθεσε τι το συγκεκριμένο εναντίον της εξ ιδίας αντιλήψεως.
7) Ότι ποτέ τίποτε το επιμεμπτό δεν παρατηρήθηκε κατά την 20ετή απασχόληση της στο σπίτι του.
8) Ότι αντιθέτως οι ίδιοι οι "μηνυτές" με τρία άλλα άτομα επετέθησαν απροκλήτως εναντίον της και προέβησαν σε πρωτοφανούς αγριότητας ομαδική - μέχρις αιματώσεως, εκριζώσεως μαλλιών και λιποθυμίας - κακοποίηση της κατά την 27/8/92, για την οποία ήδη καταδικάσθηκαν (17626/96/Αποφ. Τριμ. Πλημ/κείου Θεσ/νίκης).
9) Ότι η "κλοπή" φέρεται τελεσθείσα παρουσία 4 ατόμων της οικογένειας των "παθόντων" δίχως κανένας να αντιληφθεί τίποτα.
10) Ότι ο φερόμενος ως "παθών" κατέθεσε προανακριτικώς (24/8/92) πως ο ΙΔΙΟΣ αφήρεσε μετά την έρευνα, που παρουσία του διενήργησα στις αποσκευές μας, 23 αντικείμενα από το διαμέρισμα μου, "Μου είπε (ο Χ) να πάω μέσα στο δωμάτιο που ήταν τα πράγματα και μαζί με την Ζ να ξεχωρίσω ποια είναι δικά μου... τότε εγώ εκνευρισθείς κατάφωρα...(γιατί) η Ζ άρχισε να εξαφανίζει κρύβοντας διάφορα από τα αντικείμενα που είχα ξεχωρίσει ΠΗΡΑ τα αντικείμενα που αναγράφονται παραπάνω από 1 έως 23 ".
11) Ότι ο αυτός "παθών" ομολόγησε εγγράφως προς τον Εισαγγελέα Ρόδου με την από 14/9/92 αναφορά του ότι αναγνώρισε "ΕΚ ΠΑΡΑΔΡΟΜΗΣ" ως κλοπιμαία και αφήρεσε από τα πράγματα της ξένα προς αυτόν αντικείμενα: "Κατά την παραλαβή των κλαπέντων αντικειμένων μου υπό της Ζ... ΠΑΡΕΛΑΒΑ και (16) αντικείμενα.... που ΔΕΝ ανήκαν σε μένα, αλλά λόγω της 10ΗΜΕΡΟΥ ταλαιπωρίας, κοπώσεως και κακής ψυχολογικής καταστάσεως ΔΕΝ ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω όλα τα αντικείμενα που μου εκλάπησαν".
12) Ότι ο ίδιος αναγνώρισε ψευδώς σε μεταγενέστερες καταθέσεις του ως ιδικά του, κλαπέντα δήθεν εκ της οικίας του, τα κατασχεθέντα α) την 25/8/92 στη Ρόδο "ένα παιδικό πιστολάκι και δύο ζεύγη μεταχειρισμένα γυναικεία παπούτσια" και β) την 27/8/92 στο διαμέρισμα της στη Θεσσαλονίκη "τέσσερα πλαστικά τάπερ και ένα τραπεζομάντηλο", που όμως ήταν άπαντα δικά της και γι' αυτό αθωώθηκε και της αποδόθηκαν αμετακλήτως.
13) Ότι η εναντίον της κατηγορία διαμορφώθηκε με ένδεκα (11) διαρκώς μεταβαλλόμενες καταθέσεις των φερομένων ως θυμάτων της "κλοπής" και διογκώθηκε ώστε να περιλάβει συνολικά 150 περίπου αντικείμενα + χρηματικό ποσό 5.000.000 δρχ. + επιταγή 6.800.000 δρχ. + οκτώ ρουμπίνια, συνολικής αξίας πλέον των 17.000.000 δρχ.
14) Ότι με το 65/94 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδ/νήσου κρίθηκε ΑΝΑΛΗΘΗΣ η καταγγελία για κλοπή 5.000.000 δρχ. + επιταγής 6.800.000 δρχ. + οκτώ ρουμπίνια + πορτοφολιού και αθωώθηκε γι' αυτά (αξίας ΑΝΩ των 13.000.000 δρχ.) .
15) Ότι με το 13/95 Βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου αναγνωρίστηκε ότι η Δημούδη ήταν κυρία των 751.000 δρχ., που είχαν αναφέρει ως κλοπιμαία και είχαν κατασχεθεί, αλλά αυτή αθωώθηκε και για το ποσό τούτο και διατάχτηκε η απόδοση του εις αυτήν.
16) Ότι με την 989/95 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου αθωώθηκε γα την κλοπή α) 65 αντικειμένων αξίας 1.478.000 δρχ., β) 20 πραγμάτων αξίας 830.000 δρχ. και γ) 9 άλλων ειδών, που όμως είχε αναγνωρίσει ως ιδικά του δήθεν ο "παθών" και τα οποία της αποδόθηκαν δικαστικώς.
17) Ότι η "μηνύτρια" παραδέχθηκε στο ακροατήριο ότι υπέσχετο στη Δημούδη πως θα της αγόραζε διαμέρισμα σ' ένα χρόνο (με τον μισθό που θα της έδινε) , αν έφευγε από το σπίτι του Χ και γινόταν δική τους οικιακή βοηθός. Δηλαδή θα της έδινε παραλόγως υψηλό για νόμιμη εργασία μισθό.
18) Ότι εκ του συνόλου των 150 ειδών και χρημάτων αξίας άνω των 16.000.000 δρχ., η Δημούδη αθωώθηκε για τα 120 αξίας άνω 16.000.000, δηλαδή για τα 16/17 της κατηγορίας και καταδικάσθηκε τελικώς μόνο για 27 (δικά της όμως) ευτελή, γελοία αντικείμενα. Δηλαδή για 10 προσωπικά είδη (ρούχα, παπούτσια, εσώρουχα, ρετάλια, σαμπουάν, μαντήλια, σέικο, μαγνητοφωνάκι, ταυτότητα) + 2 διακοσμητικά + 3 χρυσές αλυσιδίτσες με ένα σταυρό + 6 περιδέραια φο μπιζού + 6 ψευτοκοσμήματα, αξίας (δήθεν) 1.050.000 δρχ., για τα οποία όμως εξ αρχής αυτή αρνήθηκε την κατηγορία, διακήρυξε την αθωότητα της και κατήγγειλε την μεθόδευση και την σε βάρος της σκευωρία. 19)
Ότι εναντίον του προσώπου του εξαπολύθηκε πρωτοφανής δημοσιογραφική εκστρατεία ηθικής και υπηρεσιακής εξοντώσεως με ανήκουστα δημοσιεύματα, δι' εν των οποίων κατεδικάσθη ήδη η πρώτη εναγομένη με την 22656/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για συκοφαντική δυσφήμηση ενώ για την αναδημοσίευση τούτου κατεδικάσθησαν αμετακλήτως με την 1675/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου ο εκδότης και ο συντάκτης δημοσιογράφος της εφημερίδας ...".
20)Ότι περαιτέρω σε βάρος του μεθοδεύτηκε η υποβολή σειράς αναφορών προς τον Πρόεδρο και προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου και μηνύσεως προς τον Εισ/λέα Ρόδου υπό της αγνώστου του Φ.Γ. για ανήκουστα - προ οκταετίας δήθεν τελεσθέντα εκ μέρους του - ατιμωτικά για δικαστή αδικήματα πλαστογραφιών, δωροδοκιών, παραβάσεων καθήκοντος, καταχρήσεως εξουσίας κ.α., για τις οποίες, καταδικάστηκε πλέον αυτή (Φ.Γ.) με την 190/99 απόφαση του Εφετείου Δωδ/νήσου και την 62639/99 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
21)Ότι πάντα ταύτα εγένοντο μετά την, εκ μέρους του, υπό την τότε ιδιότητά του του Προέδρου Εφετών, υποβολή, καθ' υποχρέωση εκ του άρθρου 5 του Αντιτρομοκρατικού Ν. 1916/90, της από 11/9/92 "άκρως απόρρητης" αναφοράς του προς τον αρμόδιο Αντεισαγγελέα Α.Π. και 22)
Ότι κατά του Εισαγγελέως τότε Θεσ/νίκης ... που ετόλμησε να ασκήσει σχετικώς ποινική δίωξη κατ' ένστολων αναμειχθέντων στην παραπάνω υπόθεση, οργανώθηκε επιδρομή καταληστεύσεως του σπιτιού του με ζημιές 7 εκατομμυρίων δρχ". Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ιστορική βάση, αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, έννοια με την οποία λήφθηκαν υπόψη κατά την αξιολόγηση του επίμαχου δημοσιεύματος από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της οποίας "Το επίδικο δημοσίευμα έγινε με αφορμή τη δίκη του ενάγοντος για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και, πέραν της ειδήσεως αυτής, γίνεται αναφορά και στο όλο ιστορικό της υπόθεσης, που δεν αφίσταται κατά βάση της αληθείας.
Οι μικρές παρεκκλίσεις από την πραγματικότητα, όπως ότι μέσα σε λίγα λεπτά ο ενάγων και η οικιακή του βοηθός πρόλαβαν να πάνε στο αεροδρόμιο και να αναχωρήσουν για τη ..., ότι ο ενάγων υπέβαλε μηνύσεις εναντίον όλων των αστυνομικών οργάνων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση και ότι η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κλοπή της οικιακής βοηθού "εξαφανίστηκε", οφείλονται σε ελλιπή ενημέρωση των εναγομένων και όχι στην πρόθεση τους να διαδώσουν εις βάρος του ενάγοντος γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του.
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των άνω πτυχών της όλης υπόθεσης και ότι παρά ταύτα συμπεριέλαβαν και τις εν λόγω αναφορές στο επίδικο δημοσίευμα, με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος".
(ii) την έφεση του αναιρεσείοντος κατά τον διατυπούμενο δι' αυτής λόγο ότι η προσβαλλόμενη δι' αυτής πρωτοβάθμια απόφαση αγνόησε τα θεμελιωτικά της αγωγής αναληθή πραγματικά περιστατικά του δημοσιεύματος, στα οποία εμφανίζεται ο αναιρεσείων α) Ότι είχε παραπεμφθεί δήθεν και δικαζόταν κατά την 2/2/98 στο Εφετείο Ρόδου "για τις κλοπές της οικιακής βοηθού του", β) Ότι η ηλικιωμένη οικιακή βοηθός του "είχε κλέψει από το σπίτι του εγκατεστημένου στη Ρόδο πολιτικού μηχανικού Ξ τιμαλφή και άλλα αντικείμενα αξίας", γ) Ότι ο ίδιος επεδόθη σε "έναν αγώνα δρόμου για να συγκαλύψει τις πράξεις (κλοπής) της οικιακής βοηθού του", δ) Ότι "μόλις έφυγε (από το διαμέρισμα του ο Ξ) για να βρει τη δράστιδα και να ειδοποιήσει την αστυνομία "τα κλοπιμαία αξίας εξαφανίστηκαν", αποδίδοντες την "εξαφάνιση" τους σ' αυτόν, ε) Ότι "μέσα σε λίγα λεπτά ο Πρόεδρος και η οικιακή βοηθός του πρόλαβαν να πάνε στο αεροδρόμιο και να αναχωρήσουν για ..., υπαινισσόμενοι εσπευσμένη αναχώρηση προς μη αποκάλυψη της αλήθειας, στ) Ότι "υπέβαλε συνέχεια μηνύσεις εναντίον όλων των αστυνομικών οργάνων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση", ζ) Ότι "κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης της οικιακής βοηθός", η) Ότι δήθεν κατέθεσε, πως η οικιακή βοηθός "είχε χόμπι να αγοράζει κοσμήματα", θ) Ότι δήθεν "η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κλοπή της οικιακής βοηθού "εξαφανίστηκε", ΕΝΩ εγνώριζαν οι εναγόμενοι α') ότι δεν δικαζόταν "για τις κλοπές της οικιακής βοηθού", όπως προς εντυπωσιασμό σε βάρος του ανέγραψαν στον υπότιτλο, β') Ότι δεν συνεκάλυψε, κανένα αδίκημα και καμία πράξη κλοπής της έντιμης αλλά άτυχης αυτής γυναικούλας, γ') Ότι δεν υπήρξε ούτε κρύφια, ούτε εσπευσμένη αναχώρηση τους, αλλά φανερή, γνωστή σε πάντες και προγραμματισμένη, δ') Ότι δεν είχε υποβάλει μήνυση κατά αστυνομικών, αλλά η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατ' αυτών αυτεπαγγέλτως από τον Εισαγγελέα τότε Θεσσαλονίκης ..., προς αντεκδίκηση του οποίου κατεληστεύθη η οικία του με ζημία 7.000.000 δρχ., ε')Ότι δεν κατέθεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως, ούτε κατέθεσε ποτέ ότι είχε χόμπυ να αγοράζει κοσμήματα, στ') Ότι δεν υπήρξε ποτέ κατηγορία σε βάρος του για ηθική αυτουργία σε κλοπή και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να εξαφανισθεί".
Και στην περίπτωση αυτή πρόκυπτε για θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αξιολογήθηκαν αρνητικά, με την κατ' ουσίαν απόρριψή της, (β) με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ..Δ., ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα (αα) ότι:
1) "Με την ΠΑΡΟΤΡΥΝΣΗ του (ενάγοντα) η οικιακή βοηθός του προσέφερε τις υπηρεσίες της στην οικία του Ξ". (φ. 3α).
2) "Στις 20/8/1997 η ανήλικη θυγατέρα του ζεύγους Ξ (που τότε και πουθενά δεν εξετάστηκε ούτε κατέθεσε), ανέφερε στη μητέρα της ότι αντιλήφθηκε την οικιακή βοηθό του ενάγοντα ν' αποχωρεί από το διαμέρισμα τους ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ μαζί της και ένα δικό τους τραπεζομάνδηλο". (φ. 3α) 3) "Τότε η σύζυγος του Ξ άρχισε να ερευνά το ενδεχόμενο να έχουν αφαιρεθεί κι άλλα αντικείμενα απ' την οικία της και ΠΡΑΓΜΑΤΙ διεπίστωσε ότι της έλειπαν κι άλλα πράγματα" (ποια;) . (φ. 3α) 4) "Μετά ταύτα ο Ξ απευθύνθηκε στον ενάγοντα και στην ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ έρευνα που διενήργησαν στις 22/8/1992, αφού φρόντισαν να μην παρευρίσκεται η Ζ, βρήκαν διάφορα αντικείμενα που ανήκαν στο ζεύγος Ξ (κοσμήματα, υποδήματα, διακοσμητικά αυγά από όνυχα, ύφασμα επιπλώσεων κι ένα γυναικείο ρολόι ευρισκόμενα στις αποσκευές της ανωτέρω". (φ.3α-4) 5) "Τα οποία διεχώρισαν και τοποθέτησαν σε τσάντες συμφώνησαν δε να κληθεί η εν λόγω οικιακή βοηθός Ζ, χωρίς να παρευρίσκεται ο Ξ, για να δώσει διευκρινίσεις στον ενάγοντα σχετικά με τα αντικείμενα αυτά που είχαν βρεθεί στις αποσκευές της". (φ. 4) 6) "Όταν ΟΜΩΣ ο Ξ επανήλθε στο διαμέρισμα όπου βρισκόταν ο ενάγων και η άνω οικιακή βοηθός του ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕ ότι τα μισά τουλάχιστον απ' τα αντικείμενα που είχαν διαχωρίσει προηγουμένως, είχαν επανατοποθετηθεί στις θέσεις τους στις αποσκευές". (φ, 4) 7) "Και τα υπόλοιπα τα επεδείκνυε ο ενάγων στην οικιακή του βοηθό η οποία ευρισκόμενη σε έξαλλη κατάσταση φώναζε και πετούσε τα αντικείμενα που βρίσκονταν εμπρός της". (φ. 4) 8) "Τότε ο Ξ ΑΡΠΑΞΕ όσα πράγματα είχαν απομείνει εμπρός του και τα μετέφερε στο διαμέρισμα του, όπου ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕ ότι αυτά ήταν κυρίως κοσμήματα (πόσα, ποια;) που ανήκαν στη σύζυγο του". (φ. 4) 9)"Το βράδυ της ίδιας ημέρας (22/8/1992) ο ενάγων και η οικιακή βοηθός αναχώρησαν από τη ..., όπου συγχρόνως μετέβησαν και το ζεύγος Ξ προς ανεύρεση των πραγμάτων τους" (Ποιών;) . (φ.4α) 10)"Οι τελευταίοι απευθύνθηκαν μετά ταύτα στις αρμόδιες δικαστικές αρχές (άνευ υποβολής μηνύσεως!) , οι οποίες διενήργησαν έρευνα και βρήκαν αρκετά απ" τα αντικείμενα που τους ανήκαν" (4 πλαστικά τάπερ, σεμέν, 1 παιδικό πιστολάκι και 2 ζεύγη μεταχειρισμένα παπούτσια της) ". (φ. 4α) 11)"Αυτός (εκκαλών) θέλησε να υποστηρίξει και να ΚΑΛΥΨΕΙ την οικιακή του βοηθό κατά της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για κλοπή". (φ. 5) 12) "Οι μικρές παρεκκλίσεις από την πραγματικότητα του επίδικου δημοσιεύματος) ...
οφείλονται σε ελλιπή ενημέρωση των εναγομένων..." (όγδοος λόγος) . Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά για πραγματικά περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από την αξιολόγηση του υπάρχοντος στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικού υλικού κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής μετά την άρνηση των αναιρεσιβλήτων των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών και (ββ) την επί του άρθρου 367 § 1δ ΠΚ ερειδομένη ένσταση περί άρσεως του αδίκου της πράξεως (ενδέκατος λόγος).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων, που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι ως εφεσίβλητοι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι υποστήριζαν ότι προέβησαν στη δημοσίευση του κειμένου του επίμαχου δημοσιεύματος από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση των αναγνωστών, κατά την όμοια περί τούτου παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ένσταση η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ειδικά μνημονευόμενης περιπτώσεως του άρθρου 367 § 1γ ΠΚ αντί εκείνης της γενικής του ιδίου άρθρου 367 § 1 δ ΠΚ (ανάλογες περιπτώσεις), η οποία, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται στις αιτιολογίες της αποφάσεως.
Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ελέγχονται ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμες οι παράλληλα διατυπούμενες με τον δωδέκατο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και άφησε αδίκαστη την έφεσή του κατά τον διατυπούμενο δι' αυτής λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει κατ' άρθρο 415 Κ.Πολ.Δ., την εξέτασή του ως διαδίκου, αντ' αυτού δεν περιορίσθηκε στην παροχή διευκρινίσεων κατά την έννοια του άρθρου 234 Κ.Πολ.Δ.
Και τούτο προεχόντως για τον λόγο ότι η εξέταση του διαδίκου, κατά την έννοια του άρθρου 415 Κ.Πολ.Δ., εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και κατά συνέπεια η παράλειψη του να αποφανθεί επί του εν λόγω αιτήματος δεν ελέγχεται.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται να προσδιορίζονται προεχόντως τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση και το περιεχόμενο αυτών, αναγκαία στοιχεία για τον έλεγχο της ουσιαστικής αυτού βασιμότητας, χωρίς η εντεύθεν αοριστία επιτρεπτώς να θεραπεύεται με παραπομπή σε άλλα, εκτός του δικογράφου της αναιρέσεως, διαδικαστικά έγγραφα. Επομένως οι παράλληλα διατυπούμενες με τον δέκατο τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που διατύπωσε ο αναιρεσείων και τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε, με επίκλησή τους στην αγωγή (με στοιχ. Ι έως VII) , στην έφεση (υπό στοιχ. Ι έως XVIII) στις επ' αυτών προτάσεις (υπό στοιχ. VIII έως XIII) και στην επ' αυτών προσθήκη (υπό στοιχ. Γ έως Η) , αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως αόριστες και άρα απαράδεκτες.
IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου.
Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Επομένως ο δέκατος τρίτος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωση του περιεχομένου του επίμαχου δημοσιεύματος, το οποίο διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της κατ' ακριβή αντιγραφή του, ελέγχεται ως αβάσιμος, δοθέντος ότι οι επικαλούμενες προς τούτο παραδοχές της ότι (α) ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με μικρές παρεκκλίσεις, που οφείλονται σε έλλειψη ενημερώσεως των αναιρεσιβλήτων και (β) ότι η δημοσίευσή του οφείλεται στο δικαιολογημένο ενδιαφέρον του τύπου προς πληροφόρηση των αναγνωστών του για τη δραστηριότητα προσώπων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα, δεν στηρίζονται σε κατά λάθος ανάγνωση τούτου, αλλά σε εκτίμηση αυτού και συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό, ο αναιρεσείων και με την έννοια αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη με τον ένατο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δοθέντος ότι κατά τις αιτιολογίες της στο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ανώμοτη εξέταση του ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων ...
και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.
V. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες (α) ότι το επίμαχο δημοσίευμα στηρίζεται κατά βάση σε αληθινά περιστατικά, οι δε μικρές παρεκκλίσεις από την πραγματικότητα οφείλονται σε ελλειπή ενημέρωση των αναιρεσιβλήτων και όχι σε πρόθεση των τελευταίων να διαδώσουν σε βάρος του αναιρεσείοντος γεγονότα δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του, τελούντες σε γνώση κατά τούτο της αναληθείας τους, (β) ότι προέβησαν στην δημοσίευση του κειμένου του επίμαχου δημοσιεύματος στα πλαίσια του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά ανθρώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, στα πλαίσια του οποίου δικαιολογείται το επικριτικό και εν μέρει σκωπτικό ύφος του δημοσιεύματος και (γ) ότι δεν προέκυψε σκοπός εξυβρίσεως, με σκοπό που ειδικά κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής του αναιρεσείοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή της κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνησή του, παρά γίνεται αναφορά στις περιγραφόμενες πράξεις, που κρίθηκαν από δικαστήρια διαφόρων βαθμών, με σχόλια για τις πράξεις αυτές και τη συναφή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.
Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεων απόρριψη της απευθυνόμενης κατά των αναιρεσιβλήτων αγωγής του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια ο απομένων προς έρευνα δέκατος κατά σειρά λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά ομοίως να αξιολογείται, ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 75/17-3-2006 αίτηση για αναίρεση των Α. 448/14-2-2005, Β. 449/14-2-2005 και Γ. 2376/2-8-2005 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ