Legislator Case Law & Legislation
203/2009 AI generated

203/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 203/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

203/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένοι άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Keywords

AI generated
waiver of wage claims termination of benefits reintegration into employment abandonment of employment eligibility for unemployment benefits redundancy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 203/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΙΓΝΟΣ Α.Τ.Ε.Ε.", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1837/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4097/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένοι άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη του νομίμως προταθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, περί οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου από την εργασία και περί καταρτίσεως στη συνέχεια νέας συμβάσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του Α προέβη σε αυθαίρετη αξιολόγηση του προσκομισθέντος από την ίδια προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της αποσπάσματος του θεωρημένου βιβλίου νεοπροσλαμβανομένων από το ΙΚΑ στο οποίο είχε προσυπογράψει ο αναιρεσίβλητος με ημερομηνία 8-11-2004, δεχθέν ότι ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε πλάνη, ενώ ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε υπέγραψε στο εν λόγω βιβλίο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι ως άνω αιτιάσεις δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ, 8 του Κ.Πολ.Δ. πλήττεται δε με αυτές στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, το δικαίωμα του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι όμως ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία, την οποία αυτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε.

Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, η αναιρεσείουσα προέβαλε επικουρικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία επανέφερε με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, ισχυριζόμενη ότι η άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης μισθών υπερημερίας είναι καταχρηστική διότι η εκ μέρους του ματαίωση της πρόσληψης του στον Α ήταν παντελώς αδικαιολόγητη, ενόψει του ότι ήδη επί τέσσερα έτη απασχολούνταν αποκλειστικά σ' αυτόν, ο οποίος αποδέχτηκε τις υπηρεσίες του στις 8-11-2004 και τον ενέταξε με τη σύμφωνη γνώμη του στο προσωπικό του όπου εργάστηκε επί δεκαήμερο.

Η απαίτηση του για καταβολή μισθών υπερημερίας κατά της αναιρεσείουσας προς την οποία ουδέποτε παρείχε υπηρεσίες, αφού εξαρχής αποσπάσθηκε στην επιχείρηση του Α, είναι άκρως επαχθής για αυτήν, δεδομένου ότι είχε προβεί στην πρόσληψη άλλου βοηθού τεχνίτη για την κάλυψη των παγίων αναγκών της μετά την απόσπαση του αναιρεσείοντος, η αξίωση του δε αυτή αντίκειται στην καλή πίστη αφού ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε να συνάψει απ' ευθείας σύμβαση με τον πραγματικό επί τετραετία εργοδότη, αν και αρχικά το είχε αποδεχθεί, με τους ίδιους όρους.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 19-6-2000 από τον Α προκειμένου να εργαστεί στην ατομική επιχείρηση κατεργασίας αλουμινίου και τοποθέτησης κατασκευών ως τεχνίτης. Από της προσλήψεως του παρείχε τις υπηρεσίες του στον Α δυνάμει συμβάσεως δανεισμού.

Στη συνέχεια η ατομική επιχείρηση του Α μετατράπηκε από 4-9-2001 στην αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία ως διάδοχος αυτού εξακολούθησε την επιχειρηματική της δραστηριότητα στις ίδιες εγκαταστάσεις. Η σύμβαση των διαδίκων συνεχίστηκε κανονικά μέχρι 4-10-2004, όταν ο αναιρεσίβλητος εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο "Αττικόν" πάσχων από ομφαλοκήλη και στις 6-10-2004 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση.

Στις 7-10-2004 έλαβε εξιτήριο και του συνεστήθη 15νθήμερη αναρρωτική άδεια η οποία εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή του ΙΚΑ, η οποία παρατάθηκε μέχρι 5-11-2004. Στις 27-10-2004 προσήλθε στα γραφεία της εργοδότριας του, προκειμένου να λάβει σχετική βεβαίωση για να πληρωθεί από το ΙΚΑ για τις ημέρες της αναρρωτικής του άδειας, πλην όμως του δηλώθηκε ότι δεν είναι πλέον εργαζόμενος της επιχείρησης, λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεως του και την 1-11-2004 η αναιρεσείουσα υπέβαλε στον Ο.Α.Ε.Δ.

την από 29-10-2004 αναγγελία περί οικειοθελούς αποχώρησης του, η οποία όμως δεν έφερε την υπογραφή του. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος μετά τη λήξη της άδειας του προσήλθε στην εργασία του στις 8-11-2004 και προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στον Α μέχρι 18-11-2004, οπότε η αναιρεσείουσα του δήλωσε ότι λόγω της οικειοθελούς αποχώρησης του, η σύμβαση του έχει λυθεί και εάν επιθυμεί να εργάζεται, έπρεπε να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας με τον Α, στον οποίο μέχρι τότε προσέφερε τις υπηρεσίες του, δυνάμει της συμβάσεως δανεισμού.

Ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε και έκτοτε η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ... . Ότι η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί την εργασία του αναιρεσιβλήτου μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας ήταν παράνομη δεδομένου ότι ουδέποτε έλαβε χώρα οικειοθελής αποχώρηση του (κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα) και ως εκ τούτου η σύμβαση του ήταν σε λειτουργία και δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι αυτός δέχτηκε να προσληφθεί στις 8-11-2004 από τον Α, αφού η μόνη σχέση που τον συνέδεε με αυτόν ήταν αυτή του δανεισμού ... .

Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου ασκείται καταχρηστικά, καθόσον αυτός εντελώς αδικαιολόγητα δεν αποδέχτηκε τη σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας με τον Α, στον οποίο παρείχε επί 4 έτη τις υπηρεσίες του δυνάμει συμβάσεως δανεισμού επιδιώκοντας κακόβουλα να εισπράξει μισθούς υπερημερίας, η πληρωμή των οποίων θα είναι ιδιαίτερα επαχθής για την ίδια, διότι εξαιτίας του δανεισμού του είχε προσλάβει και μισθοδοτεί στη θέση του άλλον τεχνίτη είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι τα άνω περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, η επικαλούμενη οικονομική επιβάρυνση της ανεξάρτητα του ότι προβάλλεται αορίστως, δεν προκλήθηκε λόγω της άρνησης του ενάγοντος να συνάψει νέα σύμβαση εργασίας με τον Α, αλλά υφίστατο ήδη από τη σύναψη της συμβάσεως δανεισμού, δυνάμει της οποίας τις αποδοχές του δανειζόμενου εργαζομένου κατέβαλε η αρχική εργοδότρια του.

Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητη άρνηση του ενάγοντος να συνάψει νέα σύμβαση εργασίας καθόν χρόνο η σύμβαση του ήταν ενεργής και δεν είχε καταγγελθεί νομότυπα από την αναιρεσείουσα ώστε να αρθεί η υπερημερία της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης απορρίψεως της ενστάσεως από το άρθρο 281 του ΑΚ από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας "ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΙΓΝΟΣ Α.Τ.Ε.Ε." για αναίρεση της 4097/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ