Legislator Case Law & Legislation
203/2008 AI generated

203/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 203/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

203/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 296 παρ. 1 του ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 203/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Χ1, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 30-11-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται με την ιδιότητά του ως δικηγόρος. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετσούλα - Βικάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6445/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν, η μεν αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 6-9-2004 αίτησή της, ο δε ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 9-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε τις από 23-11-2007 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε, ως προς την αίτηση της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος, λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί, ως προς δε την αίτηση του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του, την απόρριψη της αιτήσεως της αντιδίκου και την καταδίκη της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 6-9-2004 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" κατά του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6445/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 22) και β) η από 9-12-2005 αντίθετη αίτηση του Χ1 κατά της Εμπορικής Τράπεζας ΑΕ, κατά της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Πιν. 21). Οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης, κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης είναι συναφείς γι' αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ,. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η συνεκδίκαση τους, διότι επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 345 παρ. 1 ΑΚ, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία, κατά δε το άρθρο 340 του ίδιου κώδικα ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης οφειλής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή.

Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό των εργαζομένων που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς Οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, Ο.Α.Ε.Δ. εργατική εστία, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λ.π., τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση.

Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Επομένως, επί του ποσού των ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων, που δεν είναι καταβλητέο στον εργαζόμενο μισθωτό, αλλά ανήκει σε τρίτους δικαιούχους, υπέρ των οποίων και παρακρατείται και έτσι δεν συνιστά την προς τον μισθωτό οφειλόμενη χρηματική οφειλή, επί της οποίας αυτός δικαιούται να ζητήσει τόκο υπερημερίας (ΑΚ 345), δεν οφείλονται στον τελευταίο τόκοι υπερημερίας, εκτός εάν ο εργοδότης, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε οικειοθελώς και από ελευθεριότητα και χωρίς να επιφυλάξει το δικαίωμα της εις το μέλλον διακοπής, καταβάλλει ο ίδιος τακτικώς τις εισφορές, χωρίς όπως δικαιούται, να τις παρακρατεί κατά την πληρωμή του μισθού, από τις αποδοχές του εργαζομένου, οπότε οι εισφορές καθίστανται τακτικές αποδοχές, οφειλόμενες στον τελευταίο, ο οποίος τότε δικαιούται να ζητήσει και επί του ποσού τούτων τόκους, σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 296 παρ. 1 του ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσίβλητος με την από 28-5-2002 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τόκους τόκων επί του ποσού των 6.450,12 ευρώ που αντιστοιχεί στους τόκους υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 7-11-2001 έως 16-12-2002, επί του επιδικασθέντος, με την υπ' αριθμ. 72/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία είχε καταστεί τελεσίδικη), ποσού των 16.682,22 ευρώ, το οποίο αφορούσε διαφορές των αποδοχών του, τις οποίες όφειλε σ' αυτόν η αναιρεσείουσα δυνάμει της αναφερόμενης συμβάσεως έμμισθης εντολής, για το χρονικό διάστημα από 1-11-1998 μέχρι 14-5-1999.

Τον ανατοκισμό των πιο πάνω τόκων υπερημερίας, υπολόγισε ο ενάγων, όπως προκύπτει από την αγωγή επί του συνόλου του επιδικασθέντος ποσού, χωρίς όμως να επικαλείται και συμφωνία του με την εναγομένη-αναιρεσείουσα, δυνάμει της οποίας η εναγομένη είχε υποχρέωση να καταβάλλει τις αποδοχές αυτές, χωρίς να παρακρατεί τις νόμιμες υπέρ τρίτων εισφορές, τις οποίες είχε αναλάβει να καταβάλει εξ ιδίων η ίδια, με σκοπό την αύξηση των αποδοχών του ενάγοντος, ή αν αυτό γινόταν συχνά από την εναγομένη για τον ίδιο σκοπό, οπότε και μόνο οι εν λόγω εισφορές, ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του θα αποτελούσαν μισθό, την καταβολή του οποίου μπορούσε να ζητήσει με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και συνακόλουθα και τόκους τόκων επί του ποσού αυτού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 58/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή ενόλω δεκτή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την αναιρεσείουσα με τους λόγους της οποίας ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση επεδίκασε τόκους τόκων υπερημερίας, υπολογίζοντας τους τόκους αυτούς (υπερημερίας) επί των μικτών αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή και επί του μέρους του μισθού που αποτελούσε τις νόμιμες κρατήσεις που η αναιρεσείουσα όφειλε να παρακρατήσει κατά την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και να αποδώσει αυτό στους τρίτους δικαιούχους (Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία κ.λ.π.).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε τους παραπάνω λόγους της έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Περαιτέρω, με την έφεση της η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, επεδίκασε στον εφεσίβλητο τόκους τόκων, χωρίς να προσδιορίσει ότι οι δεδουλευμένοι τόκοι θα υπολογιστούν επί των αποδοχών που θα προκύψουν μετά την αφαίρεση των νομίμων ασφαλιστικών εισφορών και του αναλογούντος φόρου.

Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος, αφού γίνεται δεκτό ότι τα ποσά τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζόμενου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, ενεχόμενος διαφορετικά έναντι αυτών ατομικά, όπως είναι οι εισφορές υπέρ του ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ΟΑΕΔ, εργατική εστία, φόρος μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξόφλησης μισθού κλπ, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο συνολικό (ακαθάριστο) μισθό του εργαζόμενου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της δίκης περί αποδοχών, δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 296, 341 παρ. 2 και 345 του ΑΚ, δεδομένου ότι στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον αντικείμενο της δίκης, δεν ήταν οι διαφορές αποδοχών του ενάγοντος, αλλά ο ανατοκισμός του τόκου των τόκων επί του επιδικασθέντος ήδη ποσού με την πιο πάνω απόφαση, που αντιστοιχούσαν στο επιδικασθέν κεφάλαιο μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, δεν τίθεται θέμα παρακρατήσεως κάποιου ποσού υπέρ τρίτων από την εργοδότρια, ώστε να ισχύουν όσα με την πιο πάνω σκέψη του δέχτηκε το Εφετείο.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Μετά από αυτά: α) πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, με τους λόγους της οποίας, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 του Κ.Πολ.Δ., ζητεί την αναίρεση της ίδιας απόφασης, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, λόγω εσφαλμένων αιτιολογιών που τον βλάπτουν, αφού σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της αίτησης της αντιδίκου της εκκαλούσας-εναγομένης, η προσβαλλόμενη αναιρείται στο σύνολο της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρείται και επομένως αναβιώνει η έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και β) πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές; εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, διατάσσεται με την αναιρετική απόφαση ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση παραδεκτώς υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί μέχρι την προηγουμένη της συζητήσεως, η δε ρύθμιση του άρθρου 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περί του χρόνου της κατ' εξαίρεση στην αναιρετική διαδικασία κατάθεσης προτάσεων (20 ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο), δεν καταλαμβάνει το αίτημα αυτό, αλλά ισχύει μόνο όταν σε αυτές περιέχονται ενστάσεις κατά του παραδεκτού και του εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, όπως ρητώς ορίζεται.

Επομένως, και στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση της αναιρεσείουσας "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΑΑΔΟΣ", που περιέχεται στις από 23-11-2007 προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε την αυτή χρονολογία, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση από αυτόν της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την πιο πάνω αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου, παραδεκτώς υποβλήθηκε και πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, διότι από την προσκομιζόμενη με επίκληση εξοφλητική απόδειξη (ένταλμα με αριθμό .........) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο:

α) 1) ποσό 802,29 ευρώ, για τόκους από 7-11-2002 επί του ποσού των 6.450,12 ευρώ, 2) ποσό 261,61 ευρώ για τόκους τόκων επί του ως άνω ποσού των τόκων που αφορούν διάστημα από 3-9-2003 έως 15-11-2006 και έκτοτε νομιμότοκα μέχρις εξοφλήσεως. Την ίδια ημέρα με το υπ' αριθμ. .... Γραμμάτιο Είσπραξης ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 225,55 ευρώ για φόρο και χαρτόσημο του πιο πάνω ποσού.

Επίσης από το υπ' αριθμ. ....... ένταλμα πληρωμής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε επιπλέον και το ποσό των 658,53 ευρώ, που αντιστοιχεί στα τέλη λήψεως απογράφου, δαπάνη για επίδοση επιταγής; επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και δαπάνη για σύνταξη επιταγής. Επομένως σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε το συνολικό ποσό των 1496,88 ευρώ (1.063,90+658,53=1.722,43-225,55=1.496,88) ευρώ, γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητεί, το οποίο και πρέπει να επιστρέψει αυτός στην αναιρεσείουσα, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο κατά παραδοχή του άνω αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, ως κατ' ουσίαν βάσιμης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την από 6-9-2004 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" κατά του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6445/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και β) την από 9-12-2005 αντίθετη αίτηση του Χ1 κατά της Εμπορικής Τράπεζας ΑΕ, κατά της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6445/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή.

Δέχεται το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα χίλια τετρακόσια ενενήντα έξι, ογδόντα οκτώ (1.496,88) ευρώ. Και

Καταδικάζει τον αναφεσίβλητο Χ1, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας Εμπορικής Τράπεζας ΑΕ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ