Legislator Case Law & Legislation
203/2007 AI generated

203/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 203/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 203 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 203/2007

Legislator headnote

AI generated

203/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 203 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 203/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 203/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας :..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Λωλίδου-Παγίδα.

Του αναιρεσιβλήτου : ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραδημήτρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1460/1999 προδικαστική, 3495/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 44/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Μαρτίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 4 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339, 423 και επόμ. του ίδιου Κώδικα, ως αποδεικτικά μέσα. ΄Ετσι, δεν είναι έγγραφα, με την έννοια αυτήν, η έκθεση του εισηγητή δικαστή, που περιέχει τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο και με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 245/2002 εισηγητικής έκθεσης, στην οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), η οποία μπορεί να συντελεστεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΚΠολΔ 578, Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 27/98). Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 20/2005, 32/96, 27/98). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, που έκρινε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη, ως προϊόν απειλής που άσκησε εις βάρος της ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος πρώην σύζυγός της, η μεταβίβαση εκ μέρους της προς αυτόν του αναφερόμενου ακινήτου της, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, ενώ αρχικώς δέχτηκε ότι "..... ότι τα περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς του εναγομένου.... διατρέχουν το σύνολο της έγγαμης ζωής των διαδίκων και δεν εντοπίζονται στην περίοδο της μεταβίβασης....", στη συνέχεια, αντιφατικώς προς αυτά, δέχτηκε ότι "τα περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς του αντιδίκου, που προηγήθηκαν της επίδικης μεταβίβασης,..... δεν αξιολογούνται ως σημαντικά για την κρίση της παρούσας δίκης", ενώ επιπλέον δεν συμπεριέλαβε στην απόφασή του "περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς του αντιδίκου, που προηγήθηκαν της ένδικης μεταβίβασης, καθώς και περιστατικά που διέτρεχαν το σύνολο της έγγαμης ζωής" τους, "ώστε να δύναται, με σύγκριση μεταξύ τούτων, να διαπιστωθεί γιατί τα πρώτα δεν αξιολογήθηκαν ως σημαντικά για την κρίση της προκείμενης δίκης". Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να αναγάγει σε μείζον θέμα και να θέσει ως βάση του δικανικού του συλλογισμού την έλλειψη εκ μέρους της επαρκών εξηγήσεων, για την παράλειψη της ίδιας ή των μελών της οικογένειάς της, να προσφύγουν στις αστυνομικές αρχές, έτσι ώστε να μην υποκύψει στις απειλές του αναιρεσιβλήτου και να μην προβεί στην προς αυτόν μεταβίβαση, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 150 ΑΚ, διότι σκοπός της διάταξης αυτής δεν είναι κατά κύριο λόγο η αποδοκιμασία ή τιμωρία του απειλήσαντος, αλλά προπάντων η προστασία του ελεύθερου σχηματισμού της δικαιοπρακτικής βούλησης του απειληθέντος και ούτε προβλέπει η εν λόγω διάταξη, ως προαπαιτούμενο της εφαρμογής της την εξάντληση εκ μέρους του απειληθέντος, αλλά και των οικείων του, όλων των δυνατοτήτων για την αποφυγή τής υπό το κράτος απειλής ενεργούμενης πράξης. Όμως η αναιρεσείουσα, ενώ εκθέτει στο αναιρετήριο το ιστορικό της υπόθεσης και τις σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων της, δεν παραθέτει σ΄ αυτό με πληρότητα, παρά μόνο εντελώς αποσπασματικά και αόριστα, τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε τούτο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το ουσιαστικά αβάσιμο της αγωγής, με τις οποίες (παραδοχές), συντελέστηκε η προβαλλόμενη από αυτήν παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, της πιο πάνω ουσιαστικής διάταξης. Επομένως και οι τρεις αυτοί λόγοι της αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστοι.

ΙΙΙ. Με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς, αντιστοίχως, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, α) "μολονότι απαίτησε για την απόδειξη εκ μέρους της των πραγματικών περιστατικών των συνιστώντων την έννοια της απειλής, την ύπαρξη αυτοπτών και αυτηκόων των απειλών μαρτύρων, αρκέστηκε, απαραδέκτως, για την ανταπόδειξη από μέρους του αντιδίκου τού ισχυρισμού του, ότι η ένδικη μεταβίβαση έγινε από αυτήν εκουσίως, στην κατάθεση μαρτύρων μη αυτηκόων και μη αυτοπτών, οι οποίοι περιορίστηκαν στη διατύπωση συμπερασμάτων και κρίσεων", παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και β) για τη δικαιολόγηση της απόψεώς του, ότι η ένδικη μεταβίβαση έγινε εκουσίως εκ μέρους της, αρκέστηκε στην όλως αόριστη έκφραση "αντιθέτως οι μάρτυρες του εναγομένου κατέθεσαν ότι η πράξη της μεταβίβασης έγινε εκουσίως από την ενάγουσα", χωρίς να περιλάβει τα τμήματα και τις περικοπές των σχετικών ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, από τις οποίες οδηγήθηκε στην παραπάνω κρίση του, με αποτέλεσμα να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας για το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, υπό την επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και έτσι, δοθέντος και του ότι, κατά τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως (ΑΠ 1046/99), χωρίς όμως στους δύο πιο πάνω λόγους αναίρεσης να περιέχεται τέτοια αντίστοιχη αιτίαση, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι.

IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Μαρτίου 2005 αίτηση της ..., για αναίρεση της 44/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ