Legislator Case Law & Legislation
203/2006 AI generated

203/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 203/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-10-1998 και 16-11-1998 αγωγές και τις από 18-11-1998, 20-11-1998, 28-11-1998 και 29-11-1998 πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4072/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4829/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Μαρτίου 2003 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

203/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την αποδοχή των ορισμών των άρθρων 22 § 3 και 25 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο παραπομπής και σύστασης (έτος 1973) του αναιρεσίβλητου Ταμείου, τα μέλη του τελευταίου επέλεξαν τότε, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τρόπο ψηφοφορίας για τους απόντες και κωλυόμενους, ώστε να αποφεύγονται οποιεσδήποτε μεθοδευμένες παράνομες ενέργειες για νόθευση ή αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
civil aviation law external action by the Union European passport transport law transitional provisions in maritime matters tourism development
AI generated
681/2017
Με το άρθρο 36 παρ.
596/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου-Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
816/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
586/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
220/2022
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να αποφανθεί επί της με αριθμό πρωτοκόλλου 288/14-2-2022 δήλωσης αυτοεξαίρεσης του Αρεοπαγίτη Κυριάκου Μπαμπαλίδη με το εξής περιεχόμενο: "ΠΡΟΣ τον κ. Πρόεδρο του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 203 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 203/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ... και 2. Ν. Δ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΟΧΩΝ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" (Pension Fund of Olympic Airways and Flight Engineers) και τον διακριτικό τίτλο "FOAPE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κεραμέα και Ιωάννη Νικολακόπουλο, 2. επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε και 3. επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (ΕΧΠΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάρμη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-10-1998 και 16-11-1998 αγωγές και τις από 18-11-1998, 20-11-1998, 28-11-1998 και 29-11-1998 πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4072/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4829/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Μαρτίου 2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 2ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανάγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 4221ΣΤ/29-6-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Ν. Τ. αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 4-2-2005 κλήσης για συζήτηση, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο επαγγελματικό σωματείο, με την επωνυμία "Ένωση ιπτάμενων μηχανικών". Όμως αυτό, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν παραστάθηκε.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ.).

ΙΙ.- Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο θα διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στην ερμηνευόμενη μονομερή δικαιοπραξία ή τη σύμβαση, αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία, έστω και εμμέσως εκφερόμενη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Το δικαστήριο της ουσίας όμως, εφόσον διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης και εάν παραλείψει να το πράξει υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασής του για παράβαση των παραπάνω διατάξεων 173, 200 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο (πρώτο αναιρεσίβλητο), αν και έχει οργανωθεί και λειτουργεί ως σωματείο, δεν έχει τυπικά την ιδιότητα αυτή, γιατί δεν τηρήθηκαν για τη σύστασή του οι νόμιμες διατυπώσεις για να αποκτήσει νομική προσωπικότητα.

Όμως ως ένωση προσώπων προς επιδίωξη σκοπού, έχει την ικανότητα να παρίσταται ως διάδικος (άρθρο 62 Κ.Πολ.Δικ.) και τα αναγόμενα στις σχέσεις των μελών του ρυθμίζονται κατά πρώτο λόγο από το καταστατικό του και συμπληρωματικά από τις περί σωματείων και εταιρείας διατάξεις του ΑΚ. Στο καταστατικό δεν περιέχονται διατάξεις για τον τρόπο σύγκλησης της γενικής συνέλευσης, απαρτίας και λήψης αποφάσεων, αλλά το άρθρο 18 αυτού ορίζει, ότι η γενική συνέλευση στις περιπτώσεις αφορώσες θέματα απαρτίας, λήψεως αποφάσεων και άλλων στοιχείων τρόπου διεξαγωγής της διέπεται υπό των σχετικών περί τροποποιήσεως διατάξεων του καταστατικού της Ένωσης χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΧΠΑ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 παρ. 3 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, "απόντα ή κωλυόμενα μέλη της Ένωσης παρίστανται κατά τις γενικές συνελεύσεις και αποφασίζουν, ψηφίζοντα δι’ αντιπροσώπου όντος μέλους της Ενώσεως, εξουσιοδοτημένου δι’ απλής επιστολής παραδιδομένης εις τον πρόεδρον της γενικής συνέλευσης".

Την ίδια δυνατότητα στα απόντα ή κωλυόμενα μέλη να ψηφίσουν δι’ αντιπροσώπου ή και αλληλογραφίας κατά τις αρχαιρεσίες παρέχει και η διάταξη του άρθρου 25 του καταστατικού της ΕΧΠΑ. Οι διατάξεις αυτές, σύμφωνες με το άρθρο 91 ΑΚ (αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά) εξακολουθούν να ισχύουν για το αποτελούν ένωση προσώπων εναγόμενο ταμείο.

Από το ότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 18 του από 5-7-1973 καταστατικού του εναγομένου παραπέμπει στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 22 και 25 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, οι οποίες με επιγενόμενη νομοθετική μεταβολή, κατέστησαν ανίσχυρες ως προς το διαγραφόμενο τρόπο ψηφοφορίας (με αντιπρόσωπο ή με απλή επιστολή) δεν συνάγεται νομοθετική επέκταση της απαγορεύσεως για το άνω Ταμείο.

Το τελευταίο, όταν κατά τα άνω παρέπεμψε στο καταστατικό της ΕΧΠΑ και ενσωμάτωσε διατάξεις αυτού ως δικές του διατάξεις, παρέπεμψε σε διαδικαστικό θέμα που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των μελών του, ερμηνευομένης δε κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ της παραπεμπτικής διατάξεως του άρθρου 18 αυτού, ήθελε και ως προς το αυτό να ισχύσει τότε, ως προς τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης και τον τρόπο λήψεως αποφάσεων, ό,τι κατά τον ίδιο χρόνο ίσχυε και για την ΕΧΠΑ και δεν αφέθηκε στην εν λευκώ στο μέλλον οποιαδήποτε ρύθμιση των διατάξεων του καταστατικού της ΕΧΠΑ είτε εκουσίως, είτε κατόπιν διατάξεως νόμου.

Δηλαδή οι παραπεμπόμενες διατάξεις της ΕΧΠΑ απετέλεσαν περιεχόμενο του καταστατικού του τελευταίου". Από τις παραδοχές αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο διαπίστωσε έμμεσα κενό και αμφιβολία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα, αν το αναιρεσίβλητο Ταμείο θέλησε να εφαρμόζονται για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης και τον τρόπο λήψεως αποφάσεων οι κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις της ΕΧΠΑ, όπως αυτές διαμορφώνονται με εκούσιες τροποποιήσεις ή με νομοθετικές παρεμβάσεις, ή (αντίθετα) να εφαρμόζονται οι ισχύσασες κατά το χρόνο της παραπομπής (5-7-1973) διατάξεις, έστω και αν οι τελευταίες μεταγενέστερα κατέστησαν ανίσχυρες για την ΕΧΠΑ με νομοθετική παρέμβαση.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, χωρίς να διαπιστώσει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην άνω διάταξη του καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Κατά μεν το άρθρο 91 ΑΚ, η ιδιότητα του μέλους, αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, δεν επιδέχεται αντιπροσώπευση και δεν μεταβιβάζεται ούτε κληρονομείται, κατά δε το άρθρο 99 ίδιου κώδικα, για να αποφασιστεί η τροποποίηση του καταστατικού ή η διάλυση σωματείου χρειάζεται η παρουσία των μισών τουλάχιστον μελών και πλειοψηφία των τριών τετάρτων των παρόντων.

Εξάλλου, στο άρθρο 18 του από 5-7-1973 καταστατικού του πρώτου αναιρεσίβλητου Ταμείου ορίζεται ότι "προτάσει του 1/5 των ησφαλισμένων μελών και συνταξιούχων προς την εκτελεστικήν επιτροπήν ή τη εισηγήσει της ίδιας, δύναται η εκτελεστική επιτροπή να τροποποιεί επί τα βελτίω το παρόν καταστατικόν δι’ αποφάσεως της επί τούτω συγκαλουμένης γενικής συνέλευσης των ησφαλισμένων μελών και συνταξιούχων του F.O.A.R.E., η οποία εις περιπτώσεις αφορώσας θέματα απαρτίας, λήψεως αποφάσεων και άλλων στοιχείων τρόπου διεξαγωγής της διέπεται υπό των στοιχείων περί τροποποιήσεως διατάξεων του καταστατικού της ΕΧΠΑ".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, που ίσχυε κατά το χρόνο παραπομπής (5-7-1973) και σύστασης του πρώτου αναιρεσίβλητου Ταμείου, "Η Γενική Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανον αυτού και αποφασίζει περί πάσης υποθέσεως μη υπαγόμενης εις την αρμοδιότητα έτερου οργάνου, ιδία δε...

εγκρίνει την τροποποίηση του καταστατικού και αποφασίζει περί της διαλύσεως του Σωματείου... Απόντα ή κωλυόμενα μέλη της ενώσεως παρίστανται κατά τας γενικάς συνελεύσεις και αποφασίζουν ψηφίζοντα δι’ αντιπροσώπου όντος μέλους της ενώσεως, εξουσιοδοτημένου δι’ απλής επιστολής παραδιδομένης εις τον πρόεδρον της γενικής συνέλευσης.

Ο αυτός αντιπρόσωπος δεν δύναται ν’ αντιπροσωπεύει πλέον του ενός μέλους...", κατά δε το άρθρο 25 του ίδιου καταστατικού "Τα κατά την ενέργεια των αρχαιρεσιών απόντα ή κωλυόμενα μέλη της Ενώσεως δικαιούνται όπως ψηφίσωσι δι’ αντιπροσώπου όντος μέλους της Ένωσης, εξουσιοδοτημένου δι’ απλής επιστολής, παραδιδομένης εις την εφορευτικήν Επιτροπήν κατά την ψηφοφορίαν.

Ο αυτός αντιπρόσωπος δεν δύναται να αντιπροσωπεύει πλέον του ενός μέλους. Επίσης απόντα ή κωλυόμενα μέλη δύνανται να ψηφίσουν δι’ αλληλογραφίας, κατατιθεμένης εις την εφορευτικήν επιτροπήν κατά την ημέραν των αρχαιρεσιών, δια διπλού φακέλου, του μεν εξωτερικού αναγράφοντος τα στοιχεία του μέλους, του δε εσωτερικού φέροντος το ψηφοδέλτιον, κεκλεισμένου άνευ ουδεμίας άλλης ενδείξεως ή σημειώσεως".

Τέλος, το άρθρο 28 του αυτού καταστατικού της ΕΧΠΑ, που φέρει τον τίτλο "τροποποίηση καταστατικού" και ρυθμίζει τα της τροποποιήσεως του καταστατικού της ΕΧΠΑ, ορίζει ότι "τροποποίηση καταστατικού ενεργείται όταν ζητήσει τούτο το 1/5 εκ των εχόντων δικαίωμα ψήφου μελών ή προτάσει του Διοικητικού Συμβουλίου.

Η Συνέλευση θεωρείται ευρισκόμενη σε απαρτία με την παρουσία του μισού τουλάχιστον των εχόντων δικαίωμα ψήφου μελών, η δε απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία των 3/4 των παρόντων μελών". Από το περιεχόμενο των άρθρων αυτών του καταστατικού της ΕΧΠΑ συνάγεται, ότι η συμμετοχή των απόντων ή κωλυόμενων μελών του αναιρεσίβλητου Ταμείου στη γενική συνέλευση για τροποποίηση του καταστατικού του ρυθμίστηκε διαφορετικά από τον κανόνα της ΑΚ 91, κατά τον οποίο απαγορεύεται στη γενική συνέλευση των μελών που αποφασίζει τις τροποποιήσεις η συμμετοχή απόντων ή κωλυομένων μελών μέσω αντιπροσώπου ή με απλή επιστολή.

Συγκεκριμένα το πιο πάνω άρθρο 22 του καταστατικού της ΕΧΠΑ αποτελεί γενική ρύθμιση που αφορά όλες τις γενικές συνελεύσεις, άρα και την καταστατική συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου. Ειδικά η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού, που προβλέπει τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης των απόντων ή κωλυομένων μελών, εφαρμόζεται και στη συνέλευση για την τροποποίηση του καταστατικού, σύμφωνα με τη σαφή διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου.

Γι'αυτό δεν υπήρξε ανάγκη πρόσθετης ρητής πρόβλεψης, για τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης, στο άρθρο 28 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, το οποίο δικαιολογημένα στη συνέχεια δεν παραπέμπει στο άρθρο 22 παρ. 3 του ίδιου καταστατικού. Σύμφωνα με αυτά ο παραπάνω κανόνας της ΑΚ 91 δεν ισχύει ούτε στην καταστατική γενική συνέλευση των μελών του αναιρεσίβλητου Ταμείου για την τροποποίηση του καταστατικού του, πράγμα που συνάδει και προς την αληθινή βούληση των μελών της ΕΧΠΑ, τα οποία είναι πιλότοι Α/Φ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και λόγω του επαγγέλματός τους απουσιάζουν συχνά σε πτήσεις στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολη η επίτευξη αυξημένης απαρτίας σε συνέλευση για τροποποίηση καταστατικού, χωρίς δυνατότητα αντιπροσώπευσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη και τις παραδοχές της πρωτόδικης 4829/2000 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που ενσωματώθηκαν σ'αυτή, το Εφετείο δέχτηκε, ότι για την τροποποίηση ψήφισαν συνολικά 587 μέλη (450 ΝΑΙ, 125 ΟΧΙ και βρέθηκαν 2 λευκά και 6 άκυρα ψηφοδέλτια) του αναιρεσίβλητου Ταμείου και ότι στην καταστατική γενική συνέλευση της 15ης και 16-9-1998 για την τροποποίηση του καταστατικού από τα άνω μέλη ψήφισαν νόμιμα 167 με αντιπρόσωπο εξουσιοδοτημένο, άρα η απόφαση ήταν έγκυρη, γι'αυτό και απέρριψε αντίθετους ακυρωτικούς από το άρθρο 101 ΑΚ λόγους των αναιρεσειόντων ως αβάσιμους.

Με τις παραδοχές αυτές δεν παραβίασε την πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου (άρθρου 101 ΑΚ) και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

και υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη και για ευθεία παράβαση της ΑΚ 101, γιατί δέχτηκε έγκυρη την απόφαση της γενικής συνέλευσης για τροποποίηση του καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, παρά το ότι πάνω από 80 μέλη του ψήφισαν με αντιπρόσωπο - μέλος του σωματείου, εξουσιοδοτημένο όχι με επιστολή, αλλά με τηλεομοιοτυπία (FAX).

Σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 22 παρ. 3 και 25 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, που ίσχυε κατά το χρόνο παραπομπής (5-7-1973) και σύστασης (1973) του αναιρεσίβλητου Ταμείου, για τα οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, η εξουσιοδότηση των απόντων ή κωλυόμενων μελών στον αντιπρόσωπο δίδεται με απλή επιστολή η οποία παραδίδεται στον πρόεδρο της γενικής συνέλευσης (άρθρο 22 § 3) ή στην Εφορευτική Επιτροπή από τον ίδιο τον αντιπρόσωπο (άρθρο 25).

Με τους ορισμούς αυτούς, ότι "η εξουσιοδότηση δίδεται με απλή επιστολή", κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τίθεται θέμα περιορισμού καθόσον αφορά τον τύπο της επιστολής (χειρόγραφη, δακτυλογραφημένη κ.λ.π.) και τον τρόπο αποστολής της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 § 2 του κανονισμού συνδρομητικής τηλεομοιοτυπίας (tele-fax) "τηλεομοιοτυπία είναι η πιστή αναπαραγωγή από απόσταση, κειμένων, σχεδίων και κάθε μορφής εντύπων με τη βοήθεια καταλλήλων τερματικών διατάξεων.

Τα λαμβανόμενα αντίτυπα στο σταθμό λήψεως ονομάζονται τηλεομοιότυπα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το tele-fax, δηλαδή το αντίτυπο που λαμβάνεται στο σταθμό λήψης και με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι απεικονίζει την υπογραφή του εκδότη, αποτελεί μηχανική απεικόνιση κατά την έννοια του άρθρου 444 § 3 Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφίες ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε απεικόνιση.

Η απαρίθμηση είναι ενδεικτική και στην έννοιά της περιλαμβάνει κάθε υλική αποτύπωση οπτικών ή ακουστικών εντυπώσεων που πραγματοποιείται με οποιοδήποτε μηχανικό μέσο. Η διαφορά από τα συνήθη ιδιωτικά έγγραφα συνίσταται στο ότι τα τελευταία χρησιμοποιούν τη γραφή, ενώ οι μηχανικές απεικονίσεις την οπτική ή ακουστική αποτύπωση, ακόμη και όταν το εικονιζόμενο αντικείμενο συνίσταται σε παράσταση με γράμματα.

Η μηχανική απεικόνιση κειμένου δεν συνιστά αντίγραφο, αλλά πρωτότυπο. Η τηλετυπική μεταβίβαση μηνυμάτων ή συμβόλων συνίσταται στην από τη συσκευή του αποστέλλοντος προς τη συσκευή του αποδέκτη αυτόματη μετάδοση των μηνυμάτων αυτών. Επομένως, η τηλεομοιοτυπία που μηχανικά αποτυπώνει την αυτόματη μετάδοση μηνύματος σε δύο ταυτόσημα κείμενα, στο τηλετύπημα που καταχωρίζεται στη συσκευή του αποδέκτη και στο τηλετύπημα που παραμένει στη συσκευή εκείνου που το αποστέλλει, συγκεντρώνει τα γνωρίσματα της μηχανικής αποτύπωσης του άρθρου 444 § 3 Κ.Πολ.Δικ.

Με βάση αυτά, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς ακυρωτικούς λόγους, κατά τους οποίους παρά το νόμο και το καταστατικό του αναιρεσίβλητου Ταμείου στη γενική συνέλευση της 15-9-1998 για τις τροποποιήσεις του καταστατικού ψήφισαν πάνω από 80 μέλη με αντιπρόσωπο - μέλος του Ταμείου, εξουσιοδοτημένο όχι με επιστολή, αλλά με τηλεομοιοτυπία (FAX).

Κρίνοντας έτσι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία παράβαση της ΑΚ 101, συνεπώς ο λόγος αυτός που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, έχει τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός με την παρακάτω αιτιολογία:

Με την αποδοχή των ορισμών των άρθρων 22 § 3 και 25 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο παραπομπής και σύστασης (έτος 1973) του αναιρεσίβλητου Ταμείου, τα μέλη του τελευταίου επέλεξαν τότε, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τρόπο ψηφοφορίας για τους απόντες και κωλυόμενους, ώστε να αποφεύγονται οποιεσδήποτε μεθοδευμένες παράνομες ενέργειες για νόθευση ή αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος.

Από το περιεχόμενο, που προαναφέρθηκε, των άρθρων αυτών, προκύπτει με σαφήνεια, χωρίς προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι τα συμβληθέντα μέλη του αναιρεσίβλητου Ταμείου ρύθμισαν έτσι ρητά και αποκλειστικά τον τύπο της εξουσιοδότησης του απόντος ή κωλυόμενου μέλους προς τον αντιπρόσωπο (με επιστολή ή με αλληλογραφία κ.λ.π., όπως στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε), καθώς και τον τρόπο της αποστολής της, για αποφυγή κάθε αμφισβήτησης.

Αν ήθελαν τότε (1973) ή μεταγενέστερα, η εξουσιοδότηση να δίδεται προς τον αντιπρόσωπο και με τηλεομοιοτυπία (FAX), ασφαλώς θα το όριζαν ειδικά και συγκεκριμένα στο καταστατικό ή θα τροποποιούσαν μεταγενέστερη (έστω ύστερα από τριάντα περίπου χρόνια λειτουργίας του Ταμείου) το τελευταίο. Εξάλλου, τα τηλετυπήματα, ναι μεν κατ' άρθρο 444 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δικ., ως ιδιωτικά έγγραφα με αποδεικτική δύναμη, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 394 § 1α Κ.Πολ.Δικ.

να χρησιμεύσουν ως αρχή έγγραφης απόδειξης, όμως δεν αποκλείεται τεχνικά, τόσον αυτός που αποστέλλει να καταγράψει στη συσκευή του κείμενο το οποίο ουδέποτε μεταβίβασε στον παραλήπτη, όσον και ο παραλήπτης να εγγράψει στη δική του συσκευή κείμενο που ποτέ δεν παρέλαβε από κάποιος, αλλά ενέγραψε από δική του πρωτοβουλία.

Παρέπεται, ότι τα τηλετυπήματα δημιουργούν αμφισβητήσεις τις οποίες απέφυγαν τα μέλη του αναιρεσίβλητου Ταμείου με την αποδοχή των ορισμών των ως άνω άρθρων του καταστατικού της ΕΧΠΑ. Με τα δεδομένα αυτά ήταν άκυρη η παραπάνω απόφαση της γενικής συνέλευσης του Ταμείου για τροποποίηση του καταστατικού του, σύμφωνα με το άρθρο 101 ΑΚ, γιατί λήφθηκε κατά παράβαση της διάταξης αυτής και των άρθρων 22 § 3 και 25 του καταστατικού της ΕΧΠΑ, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 18 του καταστατικού του Ταμείου.

Γι'αυτό κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

V.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλoμένη, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του από τα αναγραφόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση αντιδίκων και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα διάδικα μέρη.

Συνεπώς, ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI.- Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανέλεγκτα τα παρακάτω περιστατικά: "Η ανάγκη τροποποιήσεων των διατάξεων του καταστατικού υπαγορεύθηκε από τη διαφαινόμενη ανεπάρκεια πόρων, για την πληρωμή των παροχών στο μέλλον και τη βιωσιμότητα του Ταμείου, ενόψει του ότι από το καταστατικό προβλεπόταν ετήσια προσαύξηση των παροχών κατά ποσοστό 5%, χωρίς αντίστοιχη προσαύξηση των εισφορών.

Με τις βελτιωτικές τροποποιήσεις που θεσμοθετήθηκαν δεν μεταβάλλεται ο σκοπός του Ταμείου που εξακολουθεί να παραμένει ο ίδιος, της παροχής επικουρικής ασφάλισης στα μέλη του. Προκειμένου να υπάρχει συνάρτηση των παροχών με τις εισφορές καταργήθηκε η έννοια της "πλήρους παροχής", ως ενιαίο, για όλους τους ασφαλισμένους, ονομαστικό ποσό, προσαυξανόμενο ετησίως κατά 5% και θεσμοθετήθηκε η έννοια του πλασματικού ατομικού λογαριασμού για κάθε μέλος, ο οποίος θα πιστώνεται με τις εισφορές του μέλους, τη συνεισφορά που καταβάλλει η Ολυμπιακή Αεροπορία και τις αποδόσεις των επενδύσεων των κεφαλαίων του Ταμείου.

Διατηρείται η παροχή λόγω εξόδου από την υπηρεσία συνεπεία απωλείας του πτυχίου και η παροχή λόγω πλήρους και διαρκούς ανικανότητας και γενικώς, με το νέο σύστημα παροχών εξορθολογίζονται οι παροχές του Ταμείου, διότι απεξαρτώνται πλέον από τις εισφορές και συνεισφορές και εκλείπει ο κίνδυνος αδυναμίας καταβολής στο μέλλον των παροχών.

Σε επίμετρο να προστεθεί, ότι όσοι κατά το χρόνο της άνω γενικής συνέλευσης ελάμβαναν σύνταξη, τους παρασχέθηκε η δυνατότητα είτε να επιλέξουν το παλαιό καθεστώς, είτε το νέο σύστημα παροχών.

Συνεπώς, με τις αποφασισθείσες τροποποιήσεις, ούτε μεταβολή του σκοπού του Ταμείου επήλθε, ούτε διάλυση αυτού, ούτε τροποποιήθηκαν οι διατάξεις "επί τα χείρω". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε στο σύνολό της την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την από 13-10-1998 αγωγή τους ως αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί οι πιο πάνω αιτιολογίες είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες, κατ’ εκτίμηση, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., γιατί περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες με πρόδηλες αντιφάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 26-3-2003, αίτηση των 1) Δ. Γ. και 2) Ν. Δ., για αναίρεση της 4829/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε Ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) για το πρώτο αναιρεσίβλητο Ταμείο και σε Ευρώ εξακόσια πενήντα (650) για το τρίτο αναιρεσίβλητο σωματείο της ΕΧΠΑ που παραστάθηκε χωρίς να καταθέσει προτάσεις.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ