Supreme Court dismisses appeal against traffic accident insurance liability judgment for procedural inadmissibility and lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding liability for a traffic accident and insurance claims. The appellant argued that the court improperly considered new factual assertions that altered the basis of the lawsuit, yet the court found these assertions were merely evidentiary submissions rather than new facts. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and unfounded because the lower court's evaluation of the evidence did not constitute a material alteration of the case's foundation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court merely evaluates evidence presented by a party without altering the factual basis of the original claim, and such appeals must be dismissed if no new grounds are established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2039 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2039/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αϋφαντή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δημοπούλου, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-7-2013 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5450/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6549/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-12-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 103218/192/21-12-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 6549/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 681Α του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015),είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6549/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσίβλητων την ένδικη, από 28-5-2013 (αριθ.
έκθ. κατ. 4462/28-5-2013) αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του και υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν συνθήκες τροχαίο ατύχημα κατά τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), εξαιτίας του οποίου προκλήθηκαν υλικές ζημίες στο αυτοκίνητό του.
Ζήτησε, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 3.100,06 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο πρώτος εναγόμενος της ως άνω αγωγής, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, την από 16-7-2013 (αριθμ.
έκθ. καταθ. 6944/29-7-2013) αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσείοντος και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.Γ.Α.", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη, με την οποία ισχυριζόμενος ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης των αυτοκινήτων που προεκτέθηκε, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε η καταστροφή του αυτοκινήτου του και έγινε υπό τις ειδικότερες συνθήκες που αναφέρει, είναι ο αναιρεσείων, το αυτοκίνητο του οποίου ήταν ασφαλισμένο για τους κινδύνους από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 6.500 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.000 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 5450/2014 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τους εναγομένους σ' αυτήν να καταβάλουν εις ολόκληρον στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 6.900 ευρώ.
Επί της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων και η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.Γ.Α.", εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6549/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. "Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης αυτής, η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` του Κώδικα αυτού, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης (Α.Π. 83/2021, Α.Π. 685/2008, ΑΠ 1404/2008). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αν με το δικόγραφο της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ` αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (Α.Π. 83/2021, Α.Π. 832/2011, Α.Π. 685/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 757/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)-(Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 673/2022).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τα οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 325/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6549/2021 απόφασή του, ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "...Στις 21 Απριλίου 2013 και περί ώρα 13:40 ο Γ.
Δ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το αρ. ... αυτοκίνητό του, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ασφάλιζε η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ Α.Α.Ε." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), βρισκόταν ακινητοποιημένος επί της οδού ..., στη διασταύρωση των οδών ... και ... (περιοχή Μεταμόρφωσης Αττικής), που είναι και οι δύο δρόμοι διπλής κατεύθυνσης και συγκεκριμένα στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...
προς Μεταμόρφωση, αναμένοντας τον προ της πορείας του φωτεινό σηματοδότη, που έδειχνε κόκκινο φως, να αλλάξει σε πράσινο χρώμα για να ξεκινήσει. Μόλις ο φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινο χρώμα, ο Γ. Δ. που σημειωτέον ήταν πρώτος στη σειρά των σταματημένων αυτοκινήτων - ξεκίνησε το όχημά του αυξάνοντας προοδευτικά την ταχύτητά του και έστριψε αριστερά στην οδό ...
για να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας της προς Μεταμόρφωση. Κατά τον ίδιο χρόνο στην οδό ... και συγκεκριμένα στο ρεύμα πορείας της από Μεταμόρφωση προς Λυκόβρυση έβαινε ο Σ. Κ. (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας το αρ. ... αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για τούς κινδύνους από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.Γ.Α." (μη διάδικος στην παρούσα δίκη).
Ενώ, λοιπόν τα πράγματα είχαν έτσι, κατά την άφιξη του προρρηθέντος οδηγού Σ. Κ. στην παραπάνω διασταύρωση, αυτός, από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής, εκείνης δηλαδή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν ακινητοποίησε το όχημά του προ του ερυθρού σηματοδότη, που είχε στην δική του πορεία, αλλά συνέχισε ευθεία, παραβιάζοντας το εν λόγω σήμα.
Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής οδηγικής συμπεριφοράς του ήταν να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του Γ. Δ. Υπό τα περιστατικά αυτά υπαίτιος του ατυχήματος τυγχάνει ο οδηγός του αρ. ... αυτοκινήτου Σ. Κ., ο οποίος με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του παραβίασε τις επιτακτικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 6 παρ. 1 β' του ΚΟΚ.
Να σημειωθεί εδώ ότι οι ισχυρισμοί του Σ. Κ. και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.Γ.Α." περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του Γ. Δ., για το λόγο ότι εκείνος παραβίασε τον προ της πορείας του φωτεινό σηματοδότη, δεν αποδείχθηκαν και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων οδηγών ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι εάν ο Σ. Κ., κατά το χρόνο της σύγκρουσης, κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα είτε την ανατροπή του αυτοκινήτου τού πρώτου των εφεσιβλήτων, και το σοβαρό τραυματισμό των επιβαινόντων στα δύο οχήματα, είτε την ολοσχερή καταστροφή των δύο οχημάτων, καθώς και ότι ουδέποτε ο Σ. Κ. επιχείρησε να διασχίσει την οδό ..., προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού ουδόλως η εκκαλουμένη απόφαση υιοθετεί τους άνω ισχυρισμούς, περί μεγάλης ταχύτητας του πρώτου των εκκαλούντων ή περί προσπάθειάς του να εισέλθει ή να διασχίσει την οδό ....
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο έφεσής τους ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δέχτηκε το Δικαστήριο ότι ο Γ. Δ., οδηγώντας το αρ. ... αυτοκίνητό του, βρισκόταν ακινητοποιημένος επί της οδού ..., στη διασταύρωση των οδών ... και ..., (περιοχή Μεταμόρφωσης Αττικής), και μόλις ο φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινο χρώμα, ξεκίνησε το όχημά του αυξάνοντας προοδευτικά την ταχύτητά του και έστριψε αριστερά στην οδό ..., διότι ο ίδιος ως άνω οδηγός αναφέρει στην αγωγή του ότι κινούνταν επί της οδού ...
και με το φωτεινό σηματοδότη στο ρεύμα πορείας του να δείχνει πράσινο, πλησίασε τον άξονα του οδοστρώματος της οδού ... και επιχείρησε να στρίψει προς τα αριστερά έχοντας ανάψει τον αντίστοιχο δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος του. Ωστόσο, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, καταλήγει σε κρίση επί των πραγματικών περιστατικών, μη δεσμευόμενο από όσα οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους, τα οποία ουδόλως υποχρεούται να υιοθετήσει.
Σε κάθε δε, περίπτωση επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, το κρίσιμο στοιχείο για την κρίση περί της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων οδηγών είναι η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη που βρισκόταν στην πορεία τους, η οποία για μεν τον Γ. Δ., ως αποδείχτηκε, ήταν πράσινη, (γεγονός το οποίο αναφέρει στην αγωγή του), για δε τον Σπυρίδωνα Καψούλη ήταν κόκκινη.
Η δε, ανωμοτί κατάθεση του Γ. Δ. στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συνιστά επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και κρίνεται κατά το λόγο γνώσης και αξιοπιστίας αυτού...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο ήδη αναιρεσείων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.Γ.Α.", επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 6 και 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος, ειδικότερα, ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Δικαστήριο:
α) με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, δεχόμενο κρίσιμα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά σε σχέση με όσα αναφέρει στο ιστορικό της αγωγής του, προς θεμελίωσή της, ο πρώτος αναιρεσίβλητος και συγκεκριμένα δεχόμενο, ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος "ήταν σταματημένος στο φωτεινό σηματοδότη με κόκκινη την ένδειξη και ξεκίνησε πρώτο απ' όλα το αυτοκίνητό του μόλις άναψε η πράσινη ένδειξη", ενώ στην αγωγή του ο ίδιος ιστορεί ότι "οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα 30 χλμ/ώρα και πλησίασε προοδευτικά τη διασταύρωση των οδών ...
και ... για να στρίψει αριστερά, δηλαδή ήταν εν κινήσει", μετέβαλε ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., την ιστορική βάση της αγωγής, με βάση την επ' ακροατηρίω, πρωτοδίκως, ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος - 1ου αναιρεσίβλητου και β) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ενόψει του ότι οι από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι ιδρύονται μόνον επί παράβασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 898/2009). Ανεξάρτητα απ' αυτό πάντως, με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν υπάρχει παράβαση του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ και ειδικότερα απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη ως άνω νομική σκέψη, όταν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια αυτού, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εφόσον, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή των ουσιωδών στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, λόγω παράβασης του ερυθρού σηματοδότη, που βρισκόταν στην πορεία του.
Η δε προβαλλόμενη περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., κατά το οικείο σκέλος του, αιτίαση, ότι από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν επαρκώς, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για την αποδοχή της αγωγής του 1ου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αφού δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν και το περιεχόμενο αυτών, ούτε εξειδικεύονται οι πλημμέλειες του Δικαστηρίου, δηλαδή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές αυτού.
Κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, Α.Π. 883/2021).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, Α.Π. 98/2020), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020). Η πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση ιδρύει το λόγο αυτόν αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που μεταβάλλουν απαραδέκτως τη βάση της αγωγής (άρθρα 224 και 526 Κ.Πολ.Δ.- Α.Π.394/2011).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έλαβε υπόψη αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι διαφοροποιούνται από την ιστορική βάση της αγωγής, που προβλήθηκαν κατά δικονομικά απαράδεκτο τρόπο, κατά την ανωμοτί κατάθεση του πρώτου των αναιρεσίβλητων στον 1ο βαθμό του δικαστηρίου της ουσίας, όφειλε δε το δικαστήριο, εφόσον δεν αποδέχθηκε ως αληθείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς του 1ου αναιρεσίβλητου να απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή του τελευταίου. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός διότι η κατάθεση του διαδίκου, ως αποδεικτικό μέσο, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά της έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, ενώ η από το δικάσαν, ως Εφετείο, Δικαστήριο υιοθέτηση του δια της αγωγής προταθέντος ισχυρισμού περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, λόγω παράβασης του ερυθρού σηματοδότη, αποτελεί εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. και δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι και αβάσιμος, διότι το, δικάσαν Δικαστήριο, με το να λάβει υπόψη την κατάθεση του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσίβλητου, που συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 339, 415 επομ. Κ.Πολ.Δ.) και να συγκεκριμενοποιήσει τα περιστατικά υπό τα οποία προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα από υπαιτιότητα του εναγομένου-αναιρεσείοντος, χωρίς να επέλθει ουσιώδης μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, κατά τα προαναφερθέντα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνοντας παρά το νόμο υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον ενάγοντα-πρώτο αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκαν με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. 103218/192/21-12-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6549/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ στον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ