Supreme Court allows appeal on penalty but dismisses it regarding conviction due to new lenient law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for using a forged document. While the lower court's assessment of evidence and the finding of guilt were upheld as inadmissible grounds for review, the court found the new penal code provision more lenient regarding the minimum prison term. Consequently, the appeal was granted only to the extent of the sentencing, remanding the case for a new trial on the penalty while dismissing the rest of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 590(1) of the Code of Criminal Procedure; The procedural laws apply immediately to pending cases unless transitional provisions dictate otherwise, while substantive laws favoring the accused apply retroactively; therefore, an appeal must be partially allowed if the new substantive law imposes a lighter penalty, even if the procedural and evidentiary findings remain valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2039 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2039/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Τ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Λαδή, για αναίρεση της υπ'αριθ.73/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατικής Έδρας Λήμνου). Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Ζ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Χατζηχαραλάμπους.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης (Μεταβατικής Έδρας Λήμνου) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2019 αίτησή του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Μαΐου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5888/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 908/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και του πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με βάση τη γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ.1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές.
Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά. (Ολ.ΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικεστέρου ή μη, επί πλημμελημάτων, λαμβάνεται κατ'αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκιση, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 216 του ισχύοντος από την 1-7-2019 νέου ποινικού κώδικα (Ν.4619/2019), ορίζεται ότι: (παρ.1) "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή", (παρ.2) "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".
Οι διατάξεις αυτές είναι επιεικέστερες, ως προς τη στερητική τους ελευθερίας ποινή, έναντι των αντίστοιχων του άρθρου 216 παρ.1-2 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που προέβλεπαν ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, τόσο για την πράξη της πλαστογραφίας (παρ.1.), όσο και για εκείνη της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου (παρ.2).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατ'αρθρο 183 ΚΠοινΔ υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 του ιδίου κώδικα, με την έννοια ότι δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από τις γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων.
Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν όσα οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 73/2018, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης (Μεταβατικής έδρας Λήμνου), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή, με ιδιαίτερη μνεία και της από 28-2-2015 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Δ.
Σ., που διορίστηκε στο στάδιο της προδικασίας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα κάτωθι: "Ο πολιτικώς ενάγων Α. Ζ. εργαζόταν ως σερβιτόρος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας σε ατομική επιχείρηση ταβέρνας - ψητοπωλείου που διατηρούσε στην ... ο κατηγορούμενος για τα χρονικά διαστήματα από 1-7-2005 έως 30-9- 2005, από 1-8-2009 έως 31-10-2012 και από 16-6-2013 έως 8-4-2014.
Μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πολιτικώς ενάγοντος από τον κατηγορούμενο, ο πρώτος προσέφυγε στο Ι.Κ.Α. .... και την Επιθεώρηση Εργασίας, για διαφορές του τόσο σε σχέση με τις ασφαλιστικές εισφορές του ως εργαζομένου, όσο και σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές του. Αναφορικά με την διερεύνηση της καταγγελίας του στο Ι.Κ.Α., ο πολιτικώς ενάγων ενδιαφερόμενος για την τύχη αυτής, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε υποβάλει αίτηση θεραπείας κατά της με αριθμό ΠΕΕ Μ 40/2014, δυνάμει της οποίας του είχε καταλογιστεί ποσό 24.340,03€, για την τακτοποίηση των εισφορών του πολιτικώς ενάγοντος, στο χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2009 έως τον Απρίλιο του 2014.
Διαπίστωσε ακόμη, ότι προς επίρρωση των σχετικών ισχυρισμών του, ο κατηγορούμενος είχε προσκομίσει στο αρμόδιο όργανο του Ι.Κ.Α., ήτοι την Τ.Δ.Ε. του Τοπικού Υποκαταστήματος του εν λόγω ασφαλιστικού φορέα στην ...., τα ακόλουθα έγγραφα: α) την από 02.07.2013 αναγγελία πρόσληψης που φέρεται στη θέση του "μισθωτού" να έχει την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος και β) εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας που αφορούν στο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2011 - Σεπτέμβριο 2012 (μια εξοφλητική απόδειξη για κάθε μήνα και συνολικά 21 εξοφλητικές αποδείξεις), που φέρεται στην θέση του "δηλούντος - λαβόντος εργαζόμενου" να έχουν την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος.
Σημειωτέον ότι τα ίδια έγγραφα κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από την πρώτη στιγμή, ο τελευταίος αρνήθηκε την γνησιότητα της υπογραφής του επί των εγγράφων αυτών, υποβάλλοντας έγκληση τον Σεπτέμβριο του 2014, βάσει της οποίας κινήθηκε η προκείμενη ποινική δίωξη. Στα πλαίσια της προκαταρκτικής έρευνας αυτής της έγκλησης, διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προς δε τον σκοπό αυτόν διορίστηκε ως πραγματογνώμων η γραφολόγος Δ.
Σ., η οποία συνέταξε την από 28-2-2015 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, η ορισθείσα ειδικός αναφέρθηκε ρητώς στο γεγονός ότι διερευνήθηκαν από την ίδια αντίγραφα των επίμαχων εγγράφων, εξαχθέντα εκ της δικογραφίας, τα οποία ελέγχθηκαν ως προς τις υπογραφές τους και μόνον (σελ. 15 και 25), αφού αυτές ήταν το επίμαχο ζήτημα, δοθείσας της πλήρους άρνησης του πολιτικώς ενάγοντος ότι έθεσε αυτές στα ερευνώμενα έγγραφα.
Κατόπιν, μνημονεύθηκε (σελ. 15-17) η γραφολογική εξέταση των επίμαχων υπογραφών, η επακριβής εξέταση γνήσιων υπογραφών του πολιτικώς ενάγοντος ως προς τον υπογραφικό τύπο, την κάλυψη του γραφικού χώρου, την εναρκτήρια γραφική κίνηση, τον αριθμό των γραφικών κινήσεων και τέλος, την ληκτική παράφα (18-20) και τέλος, η επακριβής εξέταση γνήσιων υπογραφών του κατηγορουμένου (σελ. 21-24) για τα ίδια επί μέρους ζητήματα.
Σημειώνεται, ότι στον τελευταίο είχε αρχικώς αποδοθεί όχι μόνον η κατηγορία της χρήσης πλαστού εγγράφου, αλλά και της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, για την οποία ήδη έχει αθωωθεί από την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση. Ως τελικό συμπέρασμα της επίμαχης πραγματογνωμοσύνης (σελ. 26-27), διατυπώθηκε ότι: α. η υπογραφή στο έντυπο 3 αναγγελία πρόσληψης κάτω από την θέση "Ο/Η ΜΙΣΘΩΤΟΣ ΕΛΑΒΑ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΑΒΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ" δεν χαράχθηκε ούτε από τον πολιτικώς ενάγοντα ούτε από τον κατηγορούμενο, λόγω των διαφορετικών γραφολογικών χαρακτηριστικών που διαπιστώθηκαν στην συγκριτική αντιπαραβολή μεταξύ της επίμαχης υπογραφής και των γνήσιων υπογραφών και β.
ότι οι υπογραφές στις προαναφερόμενες εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, φέρουν κοινά γραφολογικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, άρα έχουν τεθεί από το αυτό πρόσωπο, πλην όμως δεν χαράχθηκαν ούτε από τον πολιτικώς ενάγοντα ούτε από τον κατηγορούμενο, ενόψει των διαφορετικών γραφολογικών χαρακτηριστικών που διαπιστώθηκαν από την ίδια συγκριτική αντιπαραβολή που ως άνω αναφέρθηκε.
Περαιτέρω, η πραγματογνώμονας ρητώς ανέφερε ότι οι υπογραφές σε όλα τα κρίσιμα έγγραφα δεν αποπειράθηκαν να μιμηθούν την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος ούτε του κατηγορουμένου, διότι θα καταβαλλόταν προσπάθεια από τον πλαστογράφο να χαραχθούν παρόμοια τουλάχιστον γραφολογικά χαρακτηριστικά των γνησίων υπογραφών, με την μέθοδο του "σκαριφήματος ιδίας εμπνεύσεως", που δεν διαπιστώθηκε εν προκειμένω.
Τέλος, επισήμανε το γεγονός της ελάχιστης επιφύλαξης, λόγω δεοντολογίας, επειδή ακριβώς τα έγγραφα που διερεύνησε ήταν φωτοαντίγραφα και όχι τα γνήσια. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε με έμφαση από την μάρτυρα υπεράσπισης Ε. Α., ειδική δικαστικό γραφολόγο, στην οποία ανατέθηκε από τον κατηγορούμενο η εκπόνηση γραφολογικής γνωμάτευσης, στην προσπάθεια του να αποδομήσει το συμπέρασμα της ως άνω γραφολόγου που διορίστηκε στα πλαίσια της προανάκρισης, ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε θέσει την υπογραφή του στα κρίσιμα έγγραφα.
Η τελευταία συνέταξε την αναγνωσθείσα από 18-4-2017 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης, στην οποία αρχικώς ανέφερε (σελ. 2-3), ότι εξήτασε στο πρωτότυπο τόσο την σύμβαση εργασίας όσο και τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας με τις υπό κρίση υπογραφές, καθώς και συγκριτικό υλικό από διάφορες γνήσιες υπογραφές του πολιτικώς ενάγοντος από έγγραφα που ευρίσκονταν στην κατοχή του κατηγορουμένου ως επί αρκετά έτη εργοδότη του τελευταίου.
Εν συνεχεία (σελ. 3-8), παρέθεσε τις μεθόδους της ανάλυσης που χρησιμοποίησε και διατύπωσε ειδικότερα (σελ. 5) το συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που τέθηκαν στις εξοφλητικές αποδείξεις έχουν τεθεί από το ίδιο άτομο, όπως δηλαδή δέχθηκε η πραγματογνωμοσύνη Σ.. Περαιτέρω (σελ. 9 επ.), έγινε λόγος για την αντιπαραβολή των υπογραφών του πολιτικώς ενάγοντος με τις υπογραφές των εξοφλητικών αποδείξεων.
Ειδικότερα, στις αποδείξεις μισθοδοσίας διαπίστωσε τόσο μορφολογική διαφορά (στο γράμμα Ζήτα) αλλά και ομοιότητες στον σχηματισμό της ληκτικής παράφας, την ταύτιση και την δομή αυτής, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι ενόψει αυτής της ομοιότητας και επειδή οι υπογραφές είναι απλές και εύκολες (σελ. 12) θα μπορούσαν να πλαστογραφηθούν από οιονδήποτε, πλην όμως κατά υψηλή πιθανολόγηση, έχουν τεθεί από τον πολιτικώς ενάγοντα με ηθελημένη αλλοίωση του υπογραφικού τύπου του.
Κατόπιν, ως προς έγγραφο χ25 (κατά την αρίθμηση της ιδίας) διατύπωσε την κρίση ότι αποτελεί την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος (σελ. 14), ενώ ως προς την σύμβαση εργασίας της 1-6-2005, απεφάνθη (σελ. 18) ότι επίσης αυτήν υπέγραψε ο πολιτικώς ενάγων. Καταλήγοντας, η ανωτέρω με περαιτέρω σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα με σκοπό να δημιουργήσει σ'• αυτούς την πεπλανημένη εντύπωση ότι ο πολιτικώς ενάγων έλαβε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που αναγράφεται απ' αυτών σε πλήρη εξόφληση των τακτικών αποδοχών και επιδομάτων αδείας και δώρων, έτσι ώστε να απορριφθεί η υποβληθείσα απ' αυτόν καταγγελία.
Επομένως, πληρούται η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος του άρθρου 216 § 2 ΠΚ και από πλευράς υποκειμενικής υπόστασης, άρα δεν καταλείπεται στο Δικαστήριο καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του κατηγορουμένου τέλεση της αποδιδόμενης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, της οποίας πρέπει κατά συνέπεια να κηρυχθεί ένοχος.".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, για την ομοία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, που ανέστειλε για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στον πιο κάτω τόπο και χρόνο χρησιμοποίησε εν γνώσει του πλαστό έγγραφο, ήτοι ότι στην ... στις την 4-9-2014 έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων με τίτλο "Εξοφλητική Απόδειξη Μισθοδοσίας", τα οποία φέρεται να έχουν την υπογραφή του Α. Ζ. και αφορούν στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 20...
έως και τον Σεπτέμβριο του 2012 (μία εξοφλητική απόδειξη για κάθε μήνα), προσκομίζοντάς τα στο Ι.Κ.Α. ..., έτσι ώστε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του που περιλαμβάνονται στην από 4-9-2014 ένστασή του επί καταγγελίας του πολιτικώς ενάγοντος, έχοντας ως σκοπό με την χρήση αυτών να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. ....
ως προς το ότι ο πολιτικώς ενάγων έλαβε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που αναγράφεται επ' αυτών σε πλήρη εξόφληση των τακτικών αποδοχών και επιδομάτων αδείας και δώρων και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών, προσκομίζοντάς τα στο Ι.Κ.Α. .... στην ανωτέρω ημερομηνία, ώστε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του στην με ιδία ημερομηνία ένσταση που κατέθεσε, επί της καταγγελίας του εγκαλούντος." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ.2 Ποινικού Κώδικα, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται, εκτός από τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παρακάτω εγκλήματος στοιχεία, ο τόπος τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων, καθώς και ο χρόνος τέλεσης αυτής.
Συγκεκριμένα: α)αναφέρεται ως τόπος τέλεσης η ..., β)ως χρόνος τέλεσης της παραπάνω χρήσης πλαστών εγγράφων προσδιορίζεται η 4-9-2014, εκτίθεται δε γ)ότι η χρήση έλαβε χώρα στον παραπάνω τόπο και χρόνο δια της προσκομίσεως των αναφερόμενων πλαστών εξοφλητικών αποδείξεων μισθοδοσίας του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2011 έως και τον Σεπτέμβριο του 2012 προς το ΙΚΑ ...., με σκοπό να ενισχύσει ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων την ένστασή του επί καταγγελίας του πολιτικώς ενάγοντος περί οφειλής τακτικών αποδοχών, επιδομάτων αδείας και δώρων, αποσκοπώντας να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του ΙΚΑ, ότι ο πολιτικώς ενάγων έλαβε τα επ'αυτών αναγραφόμενα χρηματικά ποσά για τις παραπάνω αιτίες και δ) ότι τελούσε ο ίδιος εν γνώσει της πλαστότητος αυτών, αφού απολογούμενος ανέφερε, ότι ο πολιτικώς ενάγων υπέγραψε ενώπιον του και επομένως είχε άμεση γνώση της πλαστότητας αυτών.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί, για τις περαιτέρω αναιρετικές αιτιάσεις, ότι το Δικαστήριο της ουσίας όχι μόνο έλαβε υπόψη την διενεργηθείσα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας δικαστική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Δ. Σ., την οποία και υιοθέτησε, αλλά μνημονεύεται κάθε ένα έγγραφο ειδικά και μάλιστα αναφέρεται το γεγονός, ότι διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη από τα ίδια αντίγραφα των επίμαχων εγγράφων.
Ότι τα έγγραφα αυτά εξήχθησαν από την δικογραφία και ελέγχθησαν ως προς τις υπογραφές τους χωρίς τούτο να αποτελεί εμπόδιο στο έργο της πραγματογνώμονος. Επίσης αναφέρεται στο Δικαστήριο της ουσίας και στην έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης, που συνέταξε με επιμέλεια του κατηγορουμένου η και ως μάρτυρα εξετασθείσα Ε.
Α., η οποία σχολιάζεται ιδιαίτερα, αν και εκτιμάται ως απλό έγγραφο (μη αποτελούσα "δικαστική" πραγματογνωμοσύνη κατά τους όρους του άρθρου 183 ΚΠοινΔ), η δε κρίση του άνω Δικαστηρίου επί του θέματος που πραγματοποιούνται οι ως άνω δύο εκθέσεις, ως αναγομένη στην κυριαρχική κρίση αυτού περί τα πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να υπάρχει αναλυτική αναφορά, ως προς το τι προέκυψε από καθένα χωριστά από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ αρκεί η αναφορά, ότι το παραπάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσδιοριζόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και οι επισημαινόμενες στο αναιρετήριο καταθέσεις των δύο μαρτύρων υπερασπίσεως, καθώς και τα επίσης επισημαινόμενα αναγνωσθέντα έγγραφα, που με βεβαιότητα συνάγεται ότι συναξιολογήθηκαν με τις υπόλοιπες αποδείξεις, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά από αυτές.
Δεν είχε δε υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να προσδιορίσει ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του, ούτε ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή τους. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο σκοπός του αναιρεσείοντα, που απέβλεπε με τη χρήση των επίμαχων πλαστών εγγράφων στην παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων, ότι ο πολιτικώς ενάγων έλαβε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που αναγράφεται επ'αυτών (πλαστών εγγράφων) σε πλήρη εξόφληση των τακτικών αποδοχών και επιδομάτων αδείας και δώρων, έτσι ώστε να απορριφθεί η υποβληθείσα απ'αυτόν καταγγελία στο ΙΚΑ ....
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν έγινε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων, αλλά αντιθέτως λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η αποτελούσα ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο δικαστική πραγματογνωμοσύνη, που εξετιμήθη ελεύθερα σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις και έτσι ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, από τις οποίες προέκυψαν τα προαναφερθέντα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων.
Κατά συνέπεια, οι υποστηρίζοντες τ'αντίθετα λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και τις αποδείξεις, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του αρθρ. 216 παρ.2 ΠΚ, είναι αβάσιμοι.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών αυτού (αναιρεσείοντος), που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ως και όλες οι άλλες αιτιάσεις, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, εφόσον η διάταξη του άρθρου 216 παρ.2, 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019), είναι επιεικέστερη, όπως αναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο της παρούσας, ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 216 παρ.2, 1 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30-6-2019, αφού απειλείται πλέον για τη χρήση πλαστού εγγράφου φυλάκιση με μικρότερο κατώτερο όριο, δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον δέκα (10) ημερών, κατ'άρθρο 53 ΠΚ, αντί της προϊσχύσασας των τουλάχιστον τριών μηνών και, συνεπώς, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 511 εδ.δ'του νέου κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις της και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (άρθρ. 522 νέου ΚΠΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση, με αριθμό 73/2018, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης (Μεταβατικής έδρας Λήμνου), ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές, Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 17-5-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-5-2019) του Π. Τ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ