2039/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2039/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν διοικητικός υπάλληλος ΔΕ του τότε Υπουργείου Γεωργίας και ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) και με την υπ' αριθμό 336384/17.7.1996 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου αυτού μετακινήθηκε, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, από το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων του ΥΠ.Α.Α.Τ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2039 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2039/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 758/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ν. Φ. του Η., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αθανάσιο Καβουρίνο και Ανδρέα Βαγγόπουλο και πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2018 και με αριθμό 43/2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1083/18.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, τον πληρεξούσιο του πολιτικώς ενάγοντος και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 ΚΠοινΔ παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε έναν μήνα από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης, αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ). Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την επ' ακροατηρίω διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της δικαζόμενης αξιόποινης πράξης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή, και όχι η αθωότητα αυτού. Η αθωωτική απόφαση, για να είναι αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή ρητά ή να συνάγεται με βεβαιότητα από το περιεχόμενο του σκεπτικού της, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τη διαμόρφωση της αθωωτικής του κρίσης, το περιεχόμενο των μνημονευόμενων στα πρακτικά αποδεικτικών μέσων, στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά.
Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο εξ αυτών βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Είναι όμως αναγκαίο να προκύπτει αναμφίβολα, αναμφισβήτητα και ανενδοίαστα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι επιλεκτικά μόνο μερικά από αυτά και ότι συμμορφώθηκε προς τις επιταγές που προκύπτουν από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 ΚΠοινΔ.
Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ως προς τις αποδείξεις, υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία το ποινικό δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού παρέθεσε και μνημόνευσε στην αρχή του σκεπτικού της τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, προχώρησε επιλεκτικώς στην αξιολογική εκτίμηση ορισμένων μόνον εξ αυτών, επί των οποίων στήριξε αποκλειστικώς την κρίση του, παραλείποντας πλήρως να αξιολογήσει το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, καθώς και όταν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση περικοπών ενός από τα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 758/2018 απόφασή του, κήρυξε, κατά πλειοψηφία, αθώο τον κατηγορούμενο Ν. Φ. του Η. για την πράξη της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε σε βάρος του τελευταίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 €, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και από υπαίτιο που εξακολουθούσε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος, με το εξής διατακτικό: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-1996 έως 1-3-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας υπαλλήλους αυτού σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισε ο ίδιος και η αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 234.741,22 ευρώ, εξακολούθησε δε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος αυτού.
Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν διοικητικός υπάλληλος ΔΕ του τότε Υπουργείου Γεωργίας και ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) και με την υπ' αριθμό 336384/17.7.1996 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου αυτού μετακινήθηκε, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, από το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων του ΥΠ.Α.Α.Τ.
στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του ιδίου Υπουργείου, δεν παρουσιάσθηκε κατά την ημερομηνία αυτή (17.7.1996) στη θέση που τοποθετήθηκε για να αναλάβει τα καθήκοντα του, ούτε προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες στη διεύθυνση αυτή ή σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση ή υπηρεσία του Υπουργείου αυτού και του Ελληνικού Δημοσίου γενικότερα, από το οποίο παραιτήθηκε έτσι σιωπηρώς.
Παρά ταύτα όμως, αν και γνώριζε ότι δεν δικαιούτο μισθού, λόγω της υπαίτιας απουσίας του από την υπηρεσία (άρθρα 17 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 και 43 περ. 1 του ν. 3528/2007) και όφειλε από τη σύμβαση εργασίας του, τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το νόμο (άρθρα 54 του π.δ.410/1988 και 148 του Υ.Κ.) να υποβάλει εγγράφως την παραίτηση του ή να γνωστοποιήσει το γεγονός της υπαίτιας διαρκούς αποχής από την εργασία του και της άτυπου αποχώρησης του από αυτή στις αρμόδιες για την υπηρεσιακή του κατάσταση υπηρεσίες του Υπουργείου και δη τη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης και τη Δ/νση Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στις μισθολογικές αποδοχές του ως εν ενεργεία υπαλλήλου, παρέλειψε καθ' όλο το παραπάνω (από 17.7.1996 έως 1.3.2010) χρονικό διάστημα να προβεί στις ενέργειες αυτές, ώστε να παραπλανήσει έτσι τους υπαλλήλους των υπηρεσιών αυτών και δι' αυτών και τους αρμοδίους για την πληρωμή του και την έκδοση πράξης περικοπής του μισθού του υπαλλήλους του Τμήματος Προϋπολογισμού και Μισθοδοσίας της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου και δη τον προϊστάμενο και τους εντεταλμένους για την εκκαθάριση και πληρωμή των δαπανών υπαλλήλους του τελευταίου αυτού τμήματος, σχετικά με το ψευδές γεγονός, ότι δήθεν αυτός εξακολουθούσε να προσφέρει κανονικά τις υπηρεσίες του στη θέση που τοποθετήθηκε, και, επομένως, νόμιμα συμπεριλαμβάνεται στις καταστάσεις του προσωπικού τους και πληροί τις προϋποθέσεις για την υπηρεσιακή και μισθολογική του εξέλιξη, ώστε να δικαιούται των αντίστοιχων αποδοχών και έτσι να εξακολουθήσει η τελευταία ως άνω υπηρεσία να του καταβάλει κανονικά και κάθε μήνα το μισθό του προς όφελος του ιδίου και σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Παράλληλα, κατά το χρονικό διάστημα 1.7.1996 μέχρι 31.12.2000, εξακολούθησε να προσέρχεται κάθε μήνα στην υπηρεσία του και να αναλαμβάνει ο ίδιος το μισθό του, προσυπογράφοντας στις αντίστοιχες μισθολογικές καταστάσεις, ενώ στο τέλος του έτους 2000 έδωσε πάγια εντολή, την οποία ουδέποτε ανακάλεσε, στον αρμόδιο για την πληρωμή του υπάλληλο και ταμία του Τμήματος Προϋπολογισμού και Μισθοδοσίας της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Ν.
Δ., να πιστώνει κανονικά τον τραπεζικό του λογαριασμό με το εκάστοτε ποσό του μισθού του, παριστάνοντας έτσι εν γνώσει του ψευδώς προς την υπηρεσία αυτή, ότι εξακολουθούσε να είναι ενεργής η σύμβαση εργασίας του, καθώς και καθημερινή η προσέλευση και η παρουσία του στην υπηρεσία που τοποθετήθηκε και, επομένως, ότι ήταν δικαιούχος των προβλεπόμενων από το νόμο αποδοχών.
Με τις ψευδείς ως άνω παραστάσεις προς τον αρμόδιο για τη διακοπή του μισθού του προϊστάμενο του Τμήματος Προϋπολογισμού και Μισθοδοσίας της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου ΥΠ.Α.Α.Τ. και την αθέμιτη παρασιώπηση της αλήθειας από τους αρμοδίους για την υπηρεσιακή του κατάσταση και εξέλιξη υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης και της Δ/νσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, πέτυχε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των υπηρεσιών αυτών, οι οποίοι, πιστεύοντας πεπλανημένα, ότι αυτός προσφέρει κανονικά τις υπηρεσίες του στο τμήμα που είχε τοποθετηθεί, εξακολούθησαν και μετά τη σιωπηρή παραίτησή του, η μεν Δ/νση Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου και η Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης να τον συμπεριλαμβάνουν κανονικά στις καταστάσεις του προσωπικού τους και να τον κατατάσσουν στα αντίστοιχα με τη δήθεν προϋπηρεσία του μισθολογικά κλιμάκια, το δε Τμήμα Προϋπολογισμού και Μισθοδοσίας να τον συμπεριλαμβάνει ανελλιπώς στις μισθολογικές του καταστάσεις με αποδοχές αντίστοιχες με τα μισθολογικά κλιμάκια που εμφανίζονταν στις καταστάσεις των προηγούμενων υπηρεσιών και να του καταβάλει σύμφωνα με αυτές αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 17.7.1996 έως 1.3.2010, μισθούς συνολικού ποσού 234.741,22 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε αυτός παράνομα σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Την πράξη του δε αυτή εξακολούθησε να τελεί για μακρό χρονικό διάστημα και δη επί 14 περίπου έτη.". Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση το άνω Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασής του, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, τα κατωτέρω: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Ν. Φ., διοικητικός υπάλληλος Δ.Ε., με σύμβαση Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, κατά το έτος 1989, μεταφέρθηκε, ως πλεονάζον προσωπικό, από την ΑΓΡΕΞ στο τότε Υπουργείο Γεωργίας και ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠ.Α.Α.Τ) και τοποθετήθηκε, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του εν λόγω Υπουργείου, στο Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων του Υπουργείου αυτού.
Ακολούθως, με την 336384/17.7.1996 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου, που αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, ο εκκαλών - κατηγορούμενος μετακινήθηκε, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, από το Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων του ΥΠ.Α.Α.Τ, στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του ιδίου Υπουργείου.
Η εν λόγω μετακίνηση σήμαινε και την αλλαγή κτηρίου, δεδομένου ότι το Γραφείο Τύπου στεγαζόταν επί της ... ενώ η Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του ιδίου Υπουργείου επί της .... Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση της ως άνω υπηρεσιακής του μετακίνησης, δεν εμφανίστηκε ποτέ στην εν λόγω διεύθυνση, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του ατομικού του φακέλου δεν προκύπτει ανάληψη υπηρεσίας στην εν λόγω Διεύθυνση.
Επίσης, στο αρχείο της Διεύθυνσης Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης δεν βρέθηκε έγγραφο, με το οποίο να βεβαιώνεται η προσέλευση και η ανάληψη υπηρεσίας του. Αντίθετα, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εξακολούθησε και μετά την 17.7.1996 να είναι στο γραφείο τύπου και να ασκεί εκεί τα υπαλληλικά του καθήκοντα, αφού αμέσως μετά την υπογραφή της ως άνω απόφασης ο τότε Υπουργός στο προαναφερθέν Υπουργείο, Σ.
Τ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι ο ίδιος με δική του εντολή πάγωσε τη μετακίνηση του τελευταίου, χωρίς ωστόσο να βγει απόφαση ανάκλησης, διότι η πρακτική στο Υπουργείο ήταν "απόφαση ή εντολή και όχι το ΦΕΚ". Έκτοτε και μέχρι την 27.1.2010, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εξακολούθησε να παρουσιάζεται και να ασκεί τα υπαλληλικά του καθήκοντα στο Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, άτυπα με την ιδιότητα του Δημοσιογράφου, λόγω της εμπειρίας που διέθετε, χωρίς να έχει λάβει χώρα νομότυπη απόσπαση αυτού.
Συνεργάστηκε δε ο εκκαλών-κατηγορούμενος με όλους τους εκάστοτε Υπουργούς του εν λόγω Υπουργείου, ασκώντας τα καθήκοντα του στο γραφείο Τύπου, στο οποίο δεν τηρείτο παρουσιολόγιο για τις θέσεις απασχόλησης όπως αυτή του κατηγορουμένου, ενώ το καθεστώς των δημοσιογράφων δεν ήταν οκτάωρη εργασία. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 17.7.1996 έως 7.1.2010 δεν έλαβε χώρα η νόμιμη διαδικασία ανάκλησης της ως άνω απόφασης μετακίνησης στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης.
Ωστόσο, τόσο ο Σ. Γ. όσο και η Μ. Σ., οι οποίοι άσκησαν χρέη Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου του Υπουργείου Γεωργίας κατά τη χρονική περίοδο από 8.8.2000 έως 9.1.2005 ο πρώτος και από 17.1.2005 έως 17.2.2010 η δεύτερη, ερευνώντας, κατόπιν ερωτήματος του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου, την υπηρεσιακή κατάσταση του Ν.
Φ., έλαβαν από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου την εντολή να παραμείνει η υπόθεση ως έχει (βλ. σελ. 6 πορίσματος ΕΔΕ). Μάλιστα, η Μ. Σ. στις 31.5.2005, συνέταξε και υπέγραψε ιδιόχειρο σημείωμα, το οποίο αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, στο οποίο αναφέρει "Το θέμα του Ν. Φ. τέθηκε υπόψη της Πολιτικής Ηγεσίας, προφορικά, και δόθηκε προφορική εντολή να παραμείνει ως έχει" και το οποίο έθεσε στον υπηρεσιακό φάκελο του Ν.
Φ.. Πρέπει δε εδώ να αναφερθεί το γεγονός ότι είναι σύνηθες η Ελληνική Δημόσια Διοίκηση να λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις με ένα σύστημα "άτυπων σχέσεων" και "προφορικών εντολών", το οποίο διαπιστώνει και αναφέρει ο διενεργήσας την ΕΔΕ, Δ. Τ., στο πόρισμα του (σελ. 9), το οποίο αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά.
Έτσι το γεγονός ότι ο Ν. Φ. συνέχισε πράγματι, έστω και με το σύστημα της "προφορικής εντολής", να παρέχει την εργασία του στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας, συνάγεται και από το ότι ο ταμίας του Υπουργείου, Ν. Δ., του κατέβαλλε επί σειρά ετών και μέχρι το 2000 τον μηνιαίο μισθό του, με καταβολή μετρητών, στην υπηρεσία του στην ...
όπου μετέβαινε για το σκοπό αυτό από την ..., όπου στεγάζεται η Οικονομική Υπηρεσία του Υπουργείου. Αλλά και οι με αριθμούς πρωτοκόλλου ...79/8.11.1999 και ...14.12.2009 αποφάσεις χορήγησης στον Ν. Φ. του 21ου και 6ου μισθολογικού κλιμακίου, αντίστοιχα, καθώς και το από 1.3.2004 έγγραφο αποδοχών (καταβαλλομένων μέχρι 31.12.2003 και αποδοχών με βάση το νέο μισθολόγιο του Ν. 3205/2004) του Ν.
Φ., που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, κοινοποιούνται από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου στον ενδιαφερόμενο (Ν. Φ.) στο Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων, όπου ο τελευταίος παρέχει την υπηρεσία του, γεγονός που γνωρίζει τόσο η Διεύθυνση Διοικητικού Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου όσο και η Διεύθυνση Οικονομικών του Υπουργείου Γεωργίας.
Αυτό το γεγονός, άλλωστε συνάγεται και από το πόρισμα της ΕΔΕ, αφού και στον διενεργήσαντα την ΕΔΕ σχηματίστηκε, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, η πεποίθηση ότι ο Ν. Φ. συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους εκάστοτε Υπουργούς ως "σύμβουλος τύπου" (βλ. σελ. 9 πορίσματος ΕΔΕ). Αλλά και οι ενώπιον του Δικαστηρίου εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν, ότι ο Ν.
Φ. καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχε ανελλιπώς την εργασία του στο γραφείο Τύπου του εν λόγω Υπουργείου, πλην του μάρτυρα Γ. Λ., του οποίου, ωστόσο, η κατάθεση δεν αναιρεί τα όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, αφού ο τελευταίος επισκεπτόταν το Υπουργείο Γεωργίας ως δημοσιογράφος της εφημερίδας "..." προς ενημέρωση και, συνεπώς, δεν μπορούσε να έχει άμεση αντίληψη του εάν ο κατηγορούμενος παρείχε ανελλιπώς την εργασία του στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου, η δε δημοσιογραφική ερευνά του, όπως ο ίδιος κατέθεσε, αφορούσε το μη αμφισβητούμενο γεγονός της μη εμφάνισης του κατηγορουμένου στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του Υπουργείου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος υπήρξε επί σειρά ετών (από το έτος 2003 έως και το έτος 2012) Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που είχε την έδρα .... Ωστόσο, η συμμετοχή αυτή, την οποία ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν δήλωσε στην υπηρεσία του και η οποία απαγορεύεται χωρίς προηγούμενη άδεια (άρθρο 32 ν. 3528/2007 Κύρωση του Κώδικα κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.) και συνεπώς μπορούσε να είχε δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι συνοδευόταν και από καθημερινή παρουσία αυτού και παροχή εργασίας, συνακόλουθα δε ουδόλως τον εμπόδιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του σε καθημερινή βάση στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας στην Αθήνα.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε έγγραφο, ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος υπηρετούσε στο Υπουργείο Γεωργίας ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας "..., ενώ το ότι πράγματι αυτός, με την ιδιότητα του δημοσιογράφου, έγραφε κάποια άρθρα, τα οποία δημοσίευε η ως άνω εφημερίδα, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ήταν διαπιστευμένος δημοσιογράφος της, ούτε ότι δεν παρείχε την εργασία του στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας.
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, παρείχε κανονικά την υπηρεσία του στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας, πίστευε, δικαιολογημένα ότι παραμένει ισχυρή η σύμβαση εργασίας του, ότι η απουσία του από τη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του ιδίου Υπουργείου δεν σήμαινε σιωπηρή παραίτηση του, ούτε υποχρέωση του να γνωστοποιήσει το γεγονός της αποχής του από την ως άνω Διεύθυνση, ενόψει των διαβεβαιώσεων του τότε Υπουργού στο προαναφερθέν Υπουργείο, Σ.
Τ., ότι είχε παγώσει η μετακίνηση του, αλλά και της αποδοχής των υπαλληλικών του καθηκόντων από τον ίδιο, καθώς και τους μεταγενέστερους Υπουργούς και τους λοιπούς Υπηρεσιακούς παράγοντες και της καταβολής των μισθολογικών του αποδοχών ως εν ενεργεία υπαλλήλου, αφού συμπεριλαμβανόταν στις καταστάσεις του προσωπικού επί σειρά ετών, από 17.7.1996 έως 28.2.2010, ήτοι επί χρονικό διάστημα δέκα τεσσάρων ετών περίπου.
Μάλιστα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, κρίθηκε από την υπηρεσία του ότι πληρούσε και τις προϋποθέσεις για την υπηρεσιακή και μισθολογική του εξέλιξη. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά τέτοια του κατηγορουμένου δυνάμενη να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των αρμοδίων για την υπηρεσιακή του κατάσταση υπηρεσιών και δη τη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης και τη Διεύθυνση Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου και δι' αυτών και τους αρμοδίους για την πληρωμή των αποδοχών του υπαλλήλους του Τμήματος Προϋπολογισμού και Μισθοδοσίας της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου και τον Προϊστάμενο και τους εντεταλμένους για την εκκαθάριση και την πληρωμή των δαπανών υπαλλήλους του τελευταίου αυτού τμήματος, ενόψει του γεγονότος ότι πρόκειται για οργανωμένη Δημόσια Υπηρεσία, που σε κάθε στιγμή έχει την δυνατότητα και τα μέσα να γνωρίζει την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της και λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου ως άνω χρονικού διαστήματος.
Σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε και πρόθεση του κατηγορουμένου να παραπλανήσει τους ως άνω υπαλλήλους, διότι, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (από 17.7.1996 έως 1.3.2010) ο εκκαλών -κατηγορούμενος παρείχε την εργασία του στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας και ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠ.Α.Α.Τ.) και πίστευε ότι δικαιούνταν τις αντίστοιχες αποδοχές, τις οποίες, επίσης, πίστευε ότι νόμιμα εισέπραττε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Είναι γεγονός ότι, στις 9.1.2010 δημοσιεύθηκε άρθρο της εφημερίδας "...", με το οποίο καταγγέλθηκε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν προσφέρει καμία υπηρεσία στη θέση, που είχε τοποθετηθεί. Είναι επίσης γεγονός ότι στις 31.1.2010 ο κατηγορούμενος υπέβαλε την παραίτηση του. Την απόφαση του για παραίτηση ο κατηγορούμενος είχε ήδη λάβει από το 2009, διότι είχε ήδη εργαστεί από την ηλικία των 18 ετών και είχε θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης, και επί πλέον δεν γνώριζε τα ηλεκτρονικά συστήματα, η χρήση των οποίων έκρινε ότι ήταν απαραίτητη για την εκπλήρωση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Ωστόσο, ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην υπηρεσία του, επειδή του ζητήθηκε από το Υπουργείο να παραμείνει στην θέση του μέχρι το τέλος του έτους, οπότε και την υπέβαλε. Μετά την υποβολή της παραίτησης από τον κατηγορούμενο, με το 244139/18.2.2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου του Υπουργείου προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, που αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, ζητήθηκε γνωμοδότηση, μεταξύ άλλων, περί του εάν έπρεπε να γίνει αποδεκτή η παραίτηση του.
Με την 134/2010 γνωμοδότηση κρίθηκε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος οικειοθελώς αποχώρησε, από την Υπηρεσία του Υπουργείου, ήδη από το έτος 1996, ότι εκδήλωσε έτσι σιωπηρά την θέληση του να λύσει την εργασιακή του σχέση και ότι η υποβληθείσα ως άνω από 12.1.2010 "παραίτηση του" ουδεμία έννομη συνέπεια παρήγαγε και ακολούθως, τέσσερα έτη αργότερα ήτοι κατά το έτος 2014 εκδόθηκε η υπ' αριθμό πρωτ. ...78/79560/ 19.6.2014 Πράξη Καταλογισμού του Υπουργείου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, το συνολικό ποσό των 234.741,22 ευρώ, που αφορά αχρεωστήτως ληφθείσες αποδοχές, για το χρονικό διάστημα 17.7.1996 έως 28.2.2010 ήτοι για το επίδικο χρονικό διάστημα, παράλληλα, παραγγέλθηκε ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ.
Γαλατσίου να βεβαιώσει το ποσό αυτό σε βάρος του κατηγορουμένου και να επιδιώξει την είσπραξη του. Ωστόσο, οι ενέργειες αυτές των αρμοδίων ως άνω Υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου, έλαβαν χώρα μετά τη διαδρομή του μεγάλου ως άνω χρονικού διαστήματος, γεγονός που καταδεικνύει προβληματισμό και από την μεριά των αρμοδίων Υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου όσον αφορά την παροχή ή μη των υπηρεσιών εκ μέρους του κατηγορουμένου και συνακόλουθα την ισχύ ή μη της σύμβασης εργασίας και έτι περαιτέρω το δικαίωμα του κατηγορουμένου επί των αποδοχών που του καταβάλλονταν κατά το ως άνω μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, καταλείπονται ορισμένες αμφιβολίες καθόσον αφορά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το όφελος που πέτυχε ο εκκαλών -κατηγορούμενος και η ζημία που προξενήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση και από υπαίτιο που εξακολούθησε επί μακρό χρόνο και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος, κατά πλειοψηφία, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα προαναφερθέντα απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε στο σύνολό τους όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που είχε στη διάθεσή του για να διαμορφώσει την κρίση του, αλλά επιλεκτικά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μερικά μόνο από αυτά, καθώς και περικοπές κάποιων από αυτά.
Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της παραπάνω κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε, αν και το μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση, το με αριθμό πρωτ. ΕΜΠ ...-5-2014 "ΠΟΡΙΣΜΑ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ" και δη κεφάλαια αυτού, στα οποία παρατίθενται καταθέσεις μαρτύρων, προϊσταμένων του Γραφείου Τύπου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπου είχε τοποθετηθεί ο κατηγορούμενος και αναφέρονται έγγραφα του ίδιου Γραφείου, που έχουν ως ακολούθως: "Στις 16/7/1996 και ενώ ο Ν.
Φ. υπηρετούσε στο Γραφείο Τύπου ο Διευθυντής του Γραφείου Υπουργού Γεωργίας (τον Ιούνιο του 1996 ανέλαβε Υπουργός Γεωργίας ο Σ. Τ.) ζήτησε την μετακίνηση του υπαλλήλου Ν. Φ. από το Γραφείο Τύπου στη Διεύθυνση Οικονομικού ελέγχου και Επιθεώρησης. Στη συνέχεια με απόφαση (Α.Π.: 336384/17-7-1996) του τότε Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας, ο Ν.
Φ. μετακινήθηκε "λόγω υπηρεσιακών αναγκών" από το Γραφείο Τύπου στη Διεύθυνση Οικονομικού ελέγχου και Επιθεώρησης .... Το έγγραφο μετακίνησής του εισήλθε στη Διεύθυνση Οικονομικού ελέγχου και Επιθεώρησης την 29-7-1996 σύμφωνα με το βιβλίο πρωτοκόλλου της Διεύθυνσης με Α.Π. 425/29-7-1996. Ωστόσο ο Ν. Φ. δεν εμφανίσθηκε ποτέ στην εν λόγω Διεύθυνση ...
Οι τότε προϊστάμενοι του Γραφείου Τύπου του Υπουργείου Γ. Ε. Γ. (Προϊστάμενος από 12/7/1996 ... μέχρι την 12/11/1998 και Σ. Ά. από την 12/11/1998 και μέχρι την 30/8/1999) κατέθεσαν ότι δεν υπηρετούσε στο Γραφείο Τύπου υπάλληλος ονόματι Ν. Φ. και ούτε αναφέρεται στις καταστάσεις προσωπικού του Γραφείου Τύπου, οι οποίες μας έχουν σταλεί μετά από έγγραφο μας.
Στον υπηρεσιακό φάκελο του Ν. Φ. υπάρχει επίσης έγγραφο (Υπηρεσιακό Σημείωμα) της επόμενης Προϊσταμένης του Γραφείου Τύπου με ημερομηνία 19/10/2000 προς την Διεύθυνση Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι από την ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων προϊσταμένης του Γραφείου Τύπου ο Ν.
Φ. "δεν παρουσιάζεται και δεν εργάζεται στο Γραφείο Τύπου αλλά είναι διαπιστευμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας "... στο Υπουργείο Γεωργίας και ότι ο Ν. Φ. μόνο με την ιδιότητα του δημοσιογράφου συνεργάζεται με το Γραφείο Τύπου". Αυτό που προκύπτει από τη διερεύνηση των σχετικών εγγράφων αλλά και των μαρτυρικών καταθέσεων είναι ότι ο Ν.
Φ. δεν εργάσθηκε μετά την μετακίνησή του στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης ούτε στη Διεύθυνση αυτή αλλά ούτε και στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου ..... Την 18-10-2000 με Υπηρεσιακό Σημείωμα του ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, Σ. Γ., ζητούσε να πληροφορηθεί αν ο Ν.
Φ. παρουσιάζεται και εργάζεται στο Γραφείο Τύπου "προκειμένου να ενημερώσει το Γραφείο του Γενικού Γραμματέα". Με Υπηρεσιακό Σημείωμα της προϊστάμενης του Γραφείου Τύπου, Π. Μ., (υπηρεσιακό Σημείωμα της 19/10/2000) ενημερώθηκε εγγράφως ότι ο Ν. Φ. δεν παρουσιάζεται και δεν εργάζεται στο Γραφείο Τύπου αλλά συνεργάζεται με το Γραφείο Τύπου ως Δημοσιογράφος διαπιστευμένος στο Υπουργείο από την εφημερίδα "....
Μετά την ενημέρωση αυτή, η οποία όπως φαίνεται από τα στοιχεία του φακέλου που τηρούνται στην Υπηρεσία είναι και η μόνη έγγραφη αναφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση του Ν. Φ. κατά την περίοδο μέχρι την παραίτησή του, η αρμόδια Διεύθυνση θα έπρεπε να ενεργήσει άμεσα για να διαπιστώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της προϊσταμένης του Γραφείου Τύπου.
Ωστόσο όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου καμία τέτοια ενέργεια δεν έγινε και ο Ν. Φ. συνέχισε κατά πάσα πιθανότητα να είναι "διαπιστευμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας ..." στο Υπουργείο χωρίς να έχει εργασθεί ποτέ στην Υπηρεσία στην οποία είχε τοποθετηθεί .... Άλλωστε όπως κατέθεσε ο τότε Διευθυντής της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, Σ.
Γ., ενήργησε κατόπιν εντολής του τότε γενικού Γραμματέα με σκοπό να πληροφορηθεί περί της υπηρεσιακής κατάστασης του Ν. Φ. και προκειμένου να τον ενημερώσει, πράγμα που ο ίδιος καταθέτει έπραξε και έλαβε την εντολή να παραμείνει η υπόθεση ως έχει. Εξάλλου την ίδια εντολή έλαβε από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και η μετέπειτα Διευθύντρια της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, Σ.
και πλέον Σ. Μ., η οποία όπως καταθέτει μόλις ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης της Διεύθυνσης πληροφορήθηκε ότι υπάλληλος του Υπουργείου "δημοσιογραφεί και ασχολείται με τα γραφεία της πολιτικής ηγεσίας". Η εν λόγω Διευθύντρια της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου (ανέλαβε καθήκοντα Διευθύντριας την 17-1-2005 και αποχώρησε συνταξιοδοτηθείσα την 17/2/2010) ενημέρωσε το Γραφείο Υπουργού για την υπηρεσιακή κατάσταση του Ν.
Φ. και έλαβε εντολή να μην πράξει οτιδήποτε σχετικά. Ωστόσο για το ζήτημα αυτό η Σ. Μ. συνέταξε ιδιόχειρο σημείωμα με ημερομηνία 31/5/2005 και υπογραφή της το οποίο έθεσε στον υπηρεσιακό φάκελο του Ν. Φ. και στο οποίο αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Το θέμα του Ν. Φ. τέθηκε υπόψη της Πολιτικής Ηγεσίας προφορικά και δόθηκε η εντολή να παραμείνει ως έχει ..." ....
Το τέταρτο ζήτημα αφορά την όλη λειτουργία της αρμόδιας Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου η οποία για μια 15ετία περίπου "αγνοούσε" ή εν πάση περιπτώσει είχε λανθασμένη αντίληψη περί της φύσης της πραγματικής υπηρεσίας υπαλλήλου αρμοδιότητάς της και παράλληλα εξέδιδε κανονικά τις πράξεις μισθολογικής προαγωγής του (μισθολογικά κλιμάκια) τις οποίες κοινοποιούσε και στην Οικονομική Διεύθυνση.
Το ζήτημα αυτό συναρτάται και με το γεγονός ότι η αρμόδια Διεύθυνση Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου ακόμη και όταν ενημερώθηκε για την πραγματική απασχόληση του Ν. Φ. δεν ενήργησε κατόπιν υποδείξεων της πολιτικής ηγεσίας. ... Από τη διερεύνηση των αρχείων της Οικονομικής Διεύθυνσης προέκυψε ότι ουδέποτε η Διεύθυνση Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου απέστειλε έγγραφο σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση του εν λόγω υπαλλήλου.
Υπό αυτές τις συνθήκες δεν ήταν δυνατόν να διακοπεί η μισθοδοσία του υπαλλήλου δεδομένου ότι η Διεύθυνση Οικονομικού ενεργεί πάντοτε κατόπιν εντολών της αρμόδιας Διεύθυνσης Προσωπικού .... και μόνον κατόπιν εγγράφου της Διοίκησης μπορεί να προβεί σε περικοπή μισθού. Από την εξέταση της υποθέσεως του Ν.
Φ. προκύπτουν ζητήματα πειθαρχικής ευθύνης των εμπλεκομένων υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας αναφορικά με ενέργειες τις οποίες όφειλαν να κάνουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και τελικά δεν έκαναν, με αποτέλεσμα η υπηρεσία να "αγνοεί" την τύχη του συγκεκριμένου υπαλλήλου ......". Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι, ενώ σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση και την καταχωρημένη σ' αυτήν κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, Σ.
Τ., ο τελευταίος, με εντολή του, ανέστειλε τη μετακίνηση του υπαλλήλου, κατά το εν λόγω πόρισμα τη μετακίνηση του Ν. Φ. από το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας και ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπου υπηρετούσε, στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης είχε ζητήσει στις 16-7-1996, ήτοι την προηγούμενη της μετακίνησής του, ο Διευθυντής του Γραφείου του Υπουργού Γεωργίας, Σ.
Τ., ο οποίος είχε αναλάβει Υπουργικά καθήκοντα μόλις κατά τον προηγούμενο μήνα. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος για να αιτιολογήσει την ανωτέρω μετακίνησή του κατά την απολογία του στο ακροατήριο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: "... Ένας Υπουργός δεν με ήθελε και έκανε χαρτί να πάω στους σπόρους στο ..
κάποιος άλλος είπε γιατί μετακινείτε τον Φ. και ότι με θέλει και δεν μετακινήθηκα. Ο Σ. τσακώθηκε με τον Τ. και έκανε χαρτί να πάω στη Διεύθυνση Οικονομικού, δεν πήγα..." Επιπλέον το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη εξέταση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, τα πρακτικά του οποίου αναγνώσθηκαν, της μάρτυρα, Λ.
Σ..., υπαλλήλου στο Τμήμα Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, η οποία κατέθεσε ότι " ... Δεν γνωρίζω τον Φ., ήμουν σε άλλη διεύθυνση από το 2001. ... Δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο ότι ήταν σύμβουλος Υπουργού". Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφάσεις. Ειδικότερα δέχεται, αφενός μεν ότι " ...
με ... απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου ... ο εκκαλών κατηγορούμενος μετακινήθηκε, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, από το Γραφείο Τύπου και δημοσίων Σχέσεων του ΥΠ.Α.Α. στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του ίδιου Υπουργείου. ... Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση της ως άνω υπηρεσιακής του μετακίνησης, δεν εμφανίστηκε ποτέ στην εν λόγω διεύθυνση, ....
Αντίθετα ... εξακολούθησε και μετά την 17.7.1996 να είναι στο γραφείο τύπου και να ασκεί εκεί τα υπαλληλικά του καθήκοντα, αφού αμέσως μετά την υπογραφή της ως άνω απόφασης ο τότε Υπουργός στο προαναφερθέν Υπουργείο, Σ. Τ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι ο ίδιος με δική του εντολή πάγωσε τη μετακίνηση του τελευταίου, χωρίς ωστόσο να βγει απόφαση ανάκλησης, διότι η πρακτική στο Υπουργείο ήταν "απόφαση ή εντολή και όχι το ΦΕΚ".
Έκτοτε και μέχρι την 27.1.2010, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εξακολούθησε να παρουσιάζεται και να ασκεί τα υπαλληλικά του καθήκοντα στο Γραφείο Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, άτυπα με την ιδιότητα του Δημοσιογράφου, λόγω της εμπειρίας που διέθετε, χωρίς να έχει λάβει χώρα νομότυπη απόσπαση αυτού.
Συνεργάστηκε δε ο εκκαλών - κατηγορούμενος με όλους τους εκάστοτε Υπουργούς του εν λόγω Υπουργείου, ασκώντας τα καθήκοντα του στο γραφείο Τύπου, στο οποίο δεν τηρείτο παρουσιολόγιο για τις θέσεις απασχόλησης όπως αυτή του κατηγορουμένου, ενώ το καθεστώς των δημοσιογράφων δεν ήταν οκτάωρη εργασία" αφετέρου δε ότι "Ωστόσο, τόσο ο Σ.
Γ. όσο και η Μ. Σ., οι οποίοι άσκησαν χρέη Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου του Υπουργείου Γεωργίας κατά τη χρονική περίοδο από 8.8.2000 έως 9.1.2005 ο πρώτος και από 17.1.2005 έως 17.2.2010 η δεύτερη, ερευνώντας, κατόπιν ερωτήματος του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου, την υπηρεσιακή κατάσταση του Ν.
Φ., έλαβαν από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου την εντολή να παραμείνει η υπόθεση ως έχει (βλ. σελ. 6 πορίσματος ΕΔΕ). Μάλιστα, η Μ. Σ. στις 31.5.2005, συνέταξε και υπέγραψε ιδιόχειρο σημείωμα, το οποίο αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, στο οποίο αναφέρει "Το θέμα του Ν. Φ. τέθηκε υπόψη της Πολιτικής Ηγεσίας, προφορικά, και δόθηκε προφορική εντολή να παραμείνει ως έχει" και το οποίο έθεσε στον υπηρεσιακό φάκελο του Ν.
Φ.". Στο πόρισμα όμως της ΕΔΕ, όπου παραπέμπει η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, αναφέρεται ότι "Την 18-10-2000 με Υπηρεσιακό Σημείωμά του ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, Σ. Γ., ζητούσε να πληροφορηθεί αν ο Ν. Φ. παρουσιάζεται και εργάζεται στο Γραφείο Τύπου "προκειμένου να ενημερώσει το Γραφείο του Γενικού Γραμματέα".
Με Υπηρεσιακό Σημείωμα της προϊστάμενης του Γραφείου Τύπου, Π. Μ., (υπηρεσιακό Σημείωμα της 19/10/2000) ενημερώθηκε εγγράφως ότι ο Ν. Φ. δεν παρουσιάζεται και δεν εργάζεται στο Γραφείο Τύπου αλλά συνεργάζεται με το Γραφείο Τύπου ως Δημοσιογράφος διαπιστευμένος στο Υπουργείο από την εφημερίδα ".... Μετά την ενημέρωση αυτή, η οποία όπως φαίνεται από τα στοιχεία του φακέλου που τηρούνται στην Υπηρεσία είναι και η μόνη έγγραφη αναφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση του Ν.
Φ. κατά την περίοδο μέχρι την παραίτηση του, η αρμόδια Διεύθυνση θα έπρεπε να ενεργήσει άμεσα για να διαπιστώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της προϊσταμένης του Γραφείου Τύπου. Ωστόσο όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου καμία τέτοια ενέργεια δεν έγινε και ο Ν. Φ. συνέχισε κατά πάσα πιθανότητα να είναι "διαπιστευμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας ..." στο Υπουργείο χωρίς να έχει εργασθεί ποτέ στην Υπηρεσία στην οποία είχε τοποθετηθεί .....
Αλλωστε όπως κατέθεσε ο τότε Διευθυντής της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου, Σ. Γ., ενήργησε κατόπιν εντολής του τότε γενικού Γραμματέα με σκοπό να πληροφορηθεί περί της υπηρεσιακής κατάστασης του Ν. Φ. και προκειμένου να τον ενημερώσει, πράγμα που ο ίδιος καταθέτει έπραξε και έλαβε την εντολή να παραμείνει η υπόθεση ως έχει".
Ωστόσο από την εντολή της ηγεσίας "να παραμείνει η υπόθεση ως έχει" ουδόλως προκύπτει ότι ο Ν. Φ. εξακολούθησε να ασκεί τα υπαλληλικά του καθήκοντα όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Επιπροσθέτως η απόφαση δέχεται αντιφατικά, αφενός μεν ότι "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος υπήρξε επί σειρά ετών (από το έτος 2003 έως και το έτος 2012) Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που είχε την έδρα ....
Ωστόσο, η συμμετοχή αυτή, την οποία ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν δήλωσε στην υπηρεσία του και η οποία απαγορεύεται χωρίς προηγούμενη άδεια .... και συνεπώς μπορούσε να είχε δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι συνοδευόταν και από καθημερινή παρουσία αυτού και παροχή εργασίας, αφετέρου δε "συνακόλουθα δε ουδόλως τον εμπόδιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του σε καθημερινή βάση στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας στην Αθήνα".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη δέχεται το μεν μη καθημερινή απασχόληση στην εν λόγω εταιρεία και κατ' επέκταση, κάποιες ημέρες την εβδομάδα, ο κατηγορούμενος να βρίσκεται σ' αυτήν στην πόλη της …ς, το δε παροχή υπηρεσιών αυτού σε καθημερινή βάση στο γραφείο Τύπου του Υπουργείου Γεωργίας στην Αθήνα.
Με αυτά τα δεδομένα, η προσβαλλομένη υπ' αριθμό 758/2018 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών δεν έχει την απαιτούμενη, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου, συντρέχοντος του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγου αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει αυτή, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί κατά τα ανωτέρω και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμό 758/2018 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχουν οι δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2018. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ