Legislator Case Law & Legislation
2039/2017 AI generated

2039/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2039/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2039/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 28-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της από 8-12-2015 αιτήσεως αναίρεσης της 140/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2039 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2039/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Ε. Γ. του Δ., 2.Ι. Γ. του Δ., 3.Α. Γ. του Δ.,4.Κ. Γ. του Δ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Νιζάμη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 140/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 28-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της από 8-12-2015 αιτήσεως αναίρεσης της 140/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει απ’ την .../12-9-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Δράμας Κ. Π., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες, στον απουσιάζοντα αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί πιστό αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

ΙΙΙ. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Ο ΚΠολΔ συνδέει τη νομιμοποίηση του διαδίκου προς το έννομο συμφέρον, αφού ορίζει ότι δικαστική προστασία δύναται να ζητήσει εκείνος που έχει άμεσο έννομο συμφέρον (άρθρ. 68 ΚΠολΔ). Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ’ αρχήν ως ενάγων, ή αντενάγων, κυρίως παρεμβαίνων, ανακόπτων, τριτανακόπτων, ενιστάμενος στις γνήσιες ενστάσεις κ.ο.κ. Η νομιμοποίηση του εναγομένου, καθού η ένσταση (κ.λ.π), ταυτίζεται με την ιδιότητα του φερομένου ως υποχρέου, υπευθύνου κ.ο.κ κατά του ουσιαστικό (κ.λ.π) δίκαιο. Η νομιμοποίηση είναι διαφορετική από την νομιμοποίηση του νομίμου αντιπροσώπου, καθώς επίσης και από την νομιμοποίηση του δικαστικού πληρεξουσίου. Επίσης, πρέπει να διακρίνεται από την ικανότητα για παράσταση στο δικαστήριο, διότι νομιμοποίηση του διαδίκου είναι η ικανότητα για διεξαγωγή της δίκης, ενώ η ικανότητα για παράσταση στο δικαστήριο (διαδικαστική προϋπόθεση της έννομης σχέσεως της δίκης) είναι εξουσία για διεξαγωγή υπό ίδιο όνομα ορισμένης δίκης. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

ΙV. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο (Τριμελές) Θράκης, ότι με την προσβαλλομένη 140/2015 απόφασή του παρεβίασε το άρθρο 68 ΚΠολΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρεσίβλητος, αδελφός τους, λαμβάνει από την ιδιόγραφη διαθήκη (του πατέρα τους) ‘ ‘ πολύ περισσότερα’ ‘ εν σχέσει με αυτούς και από αυτά που θα λάβει με την ακύρωση της διαθήκης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος και έτσι ελλείπει το αντίστοιχο έννομο συμφέρον του. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο δεν ‘ ‘ εξόπλισε’ ‘ την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του με την επιβεβλημένη νόμιμη βάση (με αιτιολογίες μη νόμιμες και λανθασμένες) περί το ουσιώδες ζήτημα της αναφοράς στην ανωτέρω διαθήκη ότι είναι πλαστή τόσο ως προς την γραφή, όσο και από πλευράς υπογραφής του διαθέτη, ‘ Ετσι δε ‘ ‘ διολίσθησε’ ‘ στην κατ’ άρθρ.559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

V. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής : ‘ ‘ Στις 22-4-2003 απεβίωσε στο Κέντρο Υγείας .., σε ηλικία 81 ετών, ο πατέρας και φερόμενος ως διαθέτης των διαδίκων, Δ. Γ., ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1922 και κατοικούσε εν ζωή στον ..., μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου που υπέστη, σύμφωνα με την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη με αρ. ...2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Νευροκοπίου Δράμας.

Ο εν λόγω διαθέτης μετά τον θάνατο της συζύγου του, (η οποία απεβίωσε το έτος 2000), αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας με αυξημένη αρτηριακή πίεση και ζάχαρο, μάλιστα κατά το διάστημα των τελευταίων δύο μηνών πριν από τον θάνατο του, νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Δράμας, με υψηλή "πίεση και ζάχαρο 600", όπως βεβαίωσε η νύφη του και σύζυγος του ενάγοντα υιού του, Ά.

Γ., η οποία εργάζεται στο ίδιο Νοσοκομείο. Ο διαθέτης κατά τον χρόνο του θανάτου του, διέθετε ακίνητη περιουσία αποτελούμενη από διάφορα αγροτεμάχια στην ευρύτερη περιοχή του ..., (…κατ’ αριθμό δηλωθέντα στο έντυπο Ε9 1997), οικόπεδο στην περιοχή ... Θεσσαλονίκης, παλαιά και νέα οικία σε οικόπεδο στον Βώλακα, καθώς και μαντρί και αλώνι, όπως αυτά αποτυπώνονται στα έντυπα Ε9 των ετών 1997, 1998 και 2001 καθώς και στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2000 και 2002 προς την ..., έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους, καθώς και το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δραχμών, ισόποσο σε ευρώ.

Στο σύνολο της παραπάνω κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος, εάν δεν υπήρχε η προσβαλλόμενη από 20-3-2003 ιδιόγραφη διαθήκη αυτού, θα υπεισέρχονταν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, άπαντες οι διάδικοι που είναι γνήσια τέκνα αυτού, με κληρονομιαίο ποσοστό 1/5 εξ αδιαθέτου έκαστος, συνεπώς υφίσταται ενεργό και άμεσο έννομο συμφέρον του ενάγοντος, Π.

Γ. προκειμένου να προσβάλλει την εν λόγω διαθήκη, αμφισβητώντας το εκ διαθήκης κληρονομιαίο δικαίωμα των λοιπών συγκληρονόμων αδελφών του, καθόσον με βάση την προσβαλλόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα εφ’ όλης της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού, περιορίσθηκε καθόσον κατέστη κληρονόμος επί συγκεκριμένων μόνον κληρονομιαίων ακινήτων, (παλιά οικία και μερίδιο επί ορισμένων αγροτεμαχίων), για τα οποία ισχυρίζεται, ότι είναι μειωμένης εμπορικής αξίας σε σχέση με τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία περιήλθαν στους λοιπούς εκ διαθήκης κληρονόμους-εναγόμενους.

Επομένως, ο ενάγων ήδη εφεσίβλητος, νομιμοποιείται να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή, γι’ αυτό όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων-εναγομένων συγκληρονόμων του, ελέγχονται ως αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης τους. Στην συνέχεια αποδείχθηκε ότι, ο ως άνω αποβιώσας πατέρας των διαδίκων, Δ.

Γ., εφέρετο ότι έχει συντάξει τριάντα δύο ημέρες προ του θανάτου του, ήτοι την 20-3-2003, την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμό ...-5-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας και κηρύχθηκε κυρία, με την υπ’ αριθμό ...-5-2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Το όλο περιεχόμενο της παραπάνω επίδικης διαθήκης είναι γραμμένη σε ένα φύλλο χαρτιού που αποκόπηκε από τετράδιο μικρού μεγέθους, είναι διαστάσεων 24χ17 εκ.

και αποτελείται από δύο σελίδες κειμένου, με τριάντα εννέα γραφικούς στίχους, την ημεροχρονολογία και την αναγραφή του ονοματεπώνυμου του διαθέτη ως υπογραφή στο τέλος, (ο οποίος σημειωτέον αναφέρεται ως Γ. στο επώνυμο), έχει δε κατά λέξη ως ακολούθως: "Διαθήκη Εγώ ο Δ. Γ. του Π. και Ι. μένω στο ... Αφινω στον Π.

το σπίτι το παλιό που συνορευη Ανατολικά με ... Διτικα Ά. Γ. Βόρια με δρόμο και νότια με Π. και τα χωράφια το … το μισό το πάνω μέρος το ... το κάτω την ... το μπουρί και το σωτηρι Στην κόρη μου Ι. αφινο το χωράφι ... με μαντρί μαζί. Στην κόρη μου Ε. το χωράφι … στην κόρη μου Κ. το χωράφι …. Στον γιο μου Κ. αφινο το σπιτι που μένουμε μαζι και συνορευει Ανατολικα με Ν.

Γ. δυτικα με δρομο Βορεια με δρόμο και νοτια με Δ. … ακομη αφινο το αλωνι το κηπο τα χωραφια …το ….. Στις κόρες μου και στο γιο μου (Π. και) τον Κ. αφινο το οικοπεδο στη θεσσαλονίκη στους Ταγαραδες Αφινο το ενα εκατομμύριο που εχω στην Αγροτική Τράπεζα στις τρεις κόρες μου. Αυτά θέλω έτσι να μείνουνε αυτή είναι και η τελευταία μου βούληση ... 20-3-2003 Δ.

Γ.".

Όπως αποδείχθηκε όμως, αυτή η διαθήκη, η δημοσίευση και η κήρυξη της οποίας ως κυρίας έγιναν με την επιμέλεια των εναγόμενων, δεν έχει γραφεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο περιλαμβανόμενος στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, Δικαστικός Γραφολόγος, Π.

Τ., στην από 9-11-2011 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του, που διορίσθηκε με την με αριθμό ...2006 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο. Αυτή η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε να διενεργηθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, τελικά διεξήχθη με επιμέλεια του ενάγοντος ήδη εφεσίβλητου, ο οποίος κατέβαλε στον παραπάνω πραγματογνώμονα, το ποσό των 2.000 ευρώ, σύμφωνα με την από ...-12-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών.

Ειδικότερα, ο παραπάνω διορισθείς πραγματογνώμονας, αφού εξειδίκευσε και ανέλυσε τις επιστημονικές μεθόδους που χρησιμοποίησε, αντιπαραβάλλοντας την υπό έλεγχο υπογραφή της ιδιόγραφης διαθήκης προς επτά τουλάχιστον αναμφισβήτητης γνησιότητας υπογραφές του διαθέτη, τεθειμένες στα πλησιόχρονα έγγραφα, ήτοι στα έντυπα Ε9 των από 5-3-1998, 19-3-1997 ετών, στα έντυπα των φορολογικών δηλώσεων των ετών 2000 και 2002, στις από 14-9-1993 και 26-10-1993 υπεύθυνες δηλώσεις προς την Διεύθυνση Γεωργίας και στην από 19-11-1993 πράξη μεταβίβασης προβάτων, αποφάνθηκε με βαθμό βεβαιότητας για την υπογραφή της φερόμενης ως διαθήκης και με βάσιμη πιθανολόγηση ως προς την γραφή του κειμένου αυτής, διατυπώνοντας το κάτωθι συμπέρασμα ήτοι, 1) ότι η υπογραφή επί της από 20-3-2003 φερομένης ως ιδιόγραφης διαθήκης του Δ.

Γ. (ή Γ.), του Π., που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αρ. Δ150/27-5-2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας και κηρύχθηκε κυρία με την με αρ. 101/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με βεβαιότητα δεν τέθηκε από τον Δ. Γ., αλλά από άλλο, αρκετά νεότερο και υγιές άτομο, 2) ότι αν και γνήσια γραφή του φερομένου ως διαθέτη δεν τέθηκε υπόψη και επομένως δεν μπορεί να γίνει ευθέως γραφολογική σύγκριση με το κείμενο της ανωτέρω υπό κρίση διαθήκης, όμως με βεβαιότητα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κείμενο και η υπογραφή αυτής τέθηκαν από ένα πρόσωπο, αφού τέθηκαν με το ίδιο γραφικό μέσο και υπάρχει σύγκλιση στην ποιότητα γραφικής εξέλιξης και στη δομή των κοινών γραμμάτων, καταλήγοντας συμπερασματικά ότι βάσιμα αξιολογείται όπως και η γραφή της υπό κρίση διαθήκης, δεν τέθηκε από τον φερόμενο ως διαθέτη, αφού παρατηρούνται αποκλίσεις από την γραφική ικανότητα και συνήθεια αυτού.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, ο διαθέτης έθετε σταθερές υπογραφές, περιγραφικού τύπου, αποτελούμενες δηλαδή μόνον από γράμματα, έθετε υπογραφές ως "Γ.", παρότι το επώνυμο του επίσημα ήταν "Γ.", ενώ η υπό έλεγχο υπογραφή στην φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, αποτελείται από τα γράμματα "Δ. Γ.". Έτσι, ενώ ο αποθανών υπέγραφε ήδη από το 1993 με χαμηλή ταχύτητα χάραξης και από το 1998 και μετά η ταχύτητα χάραξης ήταν ιδιαίτερα χαμηλή, καθώς η δυσκαμψία λόγω υπερηλικότητας ήταν έντονη και υπάρχουν εμφανή ίχνη τριχοειδών συνδέσεων και μη οργανικών (αφύσικων -αδικαιολόγητων) διακοπών μέσα στη δομή γραμμάτων γραφικού τρόμου, δηλαδή ευρήματα γραφικής παθολογικότητας λόγω υπερηλικότητας, εντούτοις, η υπογραφή (που φέρεται να τέθηκε το 2003), τέθηκε με υψηλή ταχύτητα χάραξης, χωρίς γραφικό τρόμο και χωρίς κανένα στοιχείο παθολογικότητας.

Επίσης, η γραφική πίεση στην υπογραφή του 2003 είναι μέτρια με λίγες εναλλαγές, όταν ο αποθανών, ήδη από το 1997, υπέγραφε με μέτρια γραφική πίεση αλλά με σαφώς πιο έντονες εναλλαγές λόγω γραφικής αστάθειας και δυσκαμψίας. Επίσης, αν και η γνήσια υπογραφή του διαθέτη Γ. ετίθετο με σταθερή και σαφή κλίση προς τα δεξιά, η υπάρχουσα στη φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη υπογραφή, τέθηκε κάθετα προς το νοητό οριζόντιο άξονα, η δομή των γραμμάτων της γνήσιας υπογραφής του Γ.

εμφανίζει αποκλίσεις σε σχέση με της υπάρχουσας στην φερόμενη ως διαθήκη υπογραφής, καθόσον στην υπογραφή (δηλαδή στην υπάρχουσα στην διαθήκη) χαράχθηκαν τα γράμματα "Δ. Γ.", χωρίς συνδεσμώσεις μεταξύ τους, ενώ ο Δ. Γ. έθετε μόνο το επώνυμο με συνδεσμώσεις ως "Γ.", χωρίς το όνομα και χωρίς το γράμμα "κ" σε αυτό και επιπλέον, διαφέρουν τα γράμματα "Γ", "α", "ζ", "η" και "ς" σε σχέση με τα γράμματα στην γνήσια υπογραφή του διαθέτη.

Επομένως, από τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται ότι τα γραφολογικά χαρακτηριστικά της γνήσιας υπογραφής του αποβιώσαντος Δ. Γ., αποκλίνουν πλήρως από αυτά της υπό κρίση υπογραφής στην εμφανισθείσα ιδιόγραφη διαθήκη. Ως προς την γραφολογική αξιολόγηση της γραφής της υπό κρίση ιδιόγραφης διαθήκης, παρότι δεν διατέθηκε γνήσιο κείμενο του φερόμενου ως διαθέτη, ο παραπάνω πραγματογνώμονας κατέληξε ότι το κείμενο και η υπό κρίση υπογραφή γράφηκαν με τον ίδιο στυλογράφο και από το ίδιο πρόσωπο, αφού φέρουν τα ίδια γενικά και ειδικά γραφολογικά χαρακτηριστικά, στη διαθήκη χρησιμοποιούνται τόνοι, (όχι σε όλες τις λέξεις) και μάλιστα κατά το μονοτονικό σύστημα, αφού δεν υπάρχουν πνεύματα, παρότι ο φερόμενος ως διαθέτης στις υπογραφές του δεν έθετε τόνους.

Ο Δ. Γ., ήδη από το έτος 1993 υπέγραφε αργά, με διακοπές στο γραφικό ίχνος και στη δομή των γραμμάτων της υπογραφής του και γενικά υπήρχε επιδεινούμενη γραφική παθολογικότητα μέχρι το έτος 2002. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στο κείμενο της φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Γ., που σημειώνεται ότι γράφηκε το έτος 2003, παρατηρείται υγιής γραφή, χωρίς στοιχεία παθολογικότητας, γεγονός, το οποίο, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπάγγελτα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, σημαίνει, ότι γράφτηκε από νεότερο και υγιές άτομο και όχι από τον 81 έτους διαθέτη, αφού η παθολογικότητα λόγω υπερηλικότητας, εφόσον εμφανισθεί (εν προκειμένω υπήρχε ήδη από το 1993), δεν μπορεί ν’ αναστραφεί εν έτει 2003, με αποτέλεσμα, βάσει των παραπάνω περιστατικών, να είναι κατά βέβαιη πιθανολόγηση, αδύνατο το γεγονός, το κείμενο της επίδικης διαθήκης να έχει συνταχθεί από τον ίδιο τον Δ.

Γ., παρά την καταβληθείσα ανεπιτυχή προσπάθεια απομιμήσεως της γραφής από τον αυτουργό της πράξης.

Από όλα αυτά τα περιστατικά συνάγεται, ότι η υπό κρίση ιδιόγραφη διαθήκη δεν εγράφη, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπεγράφη από τον αποβιώσαντα πατέρα των διαδίκων, Δ. Γ., αλλά από άλλο άγνωστο φυσικό πρόσωπο με τη μέθοδο της ανεπιτυχούς απομίμησης της γραφής και υπογραφής αυτού, και συνεπώς αυτή είναι πλαστή.

Ούτε και το ενδεχόμενο η διαθήκη να γράφηκε και να υπογράφηκε με υποβασταζόμενο το χέρι του διαθέτη, είναι πιθανό και ουδόλως αποδείχθηκε, διότι σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε κάποια γραφική αδυναμία, αλλά και αρκετά γραφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής και της υπογραφής του φερόμενου ως διαθέτη, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν.

Τα παραπάνω συμπεράσματα, επιβεβαιώνει έμμεσα πλην με σαφήνεια και η με επιμέλεια του ενάγοντος εξετασθείσα μάρτυρας, Ά. Γ., η οποία πρώτη έμαθε από τρίτο πρόσωπο την ύπαρξη της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης, γεγονός που την εξέπληξε, διότι γνώριζε ότι ο αποβιώσας πεθερός της, Δ. Γ., εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που είχε, (υπερήλικας με υψηλή αρτηριακή πίεση και ζάχαρο "600", σε συνδυασμό με καρδιολογικά προβλήματα, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω) δεν θα μπορούσε να γράφει μακροσκελές κείμενο, ούτε να υπογράφει με τα παραπάνω γραφολογικά χαρακτηριστικά και σε κάθε περίπτωση, η υπό έλεγχο διαθήκη φέρεται συνταχθείσα 32 ημέρες πριν το θάνατο του διαθέτη, ενώ είχε προηγηθεί η νοσηλεία του στο Δημόσιο Νοσοκομείο Δράμας, οπότε εάν ο τελευταίος επιθυμούσε την σύνταξη διαθήκης δεν θα είχε λόγο να μην καλέσει προς τούτο έγκαιρα τους εναγόμενους, που είναι φυσικά τέκνα του και οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είχαν πολύ καλές σχέσεις μαζί του, ώστε να τον βοηθήσουν να βρει την κατάλληλη και νομικά ασφαλή λύση, σύμφωνα με την επιθυμία του, καθόσον ο ίδιος δεν είχε ουσιώδεις-γραμματικές γνώσεις, αφού φοίτησε μόνον στο δημοτικό σχολείο, όπως ο εξετασθείς μάρτυρας, Ν.

Γ., επιβεβαίωσε. Σε κάθε περίπτωση δε και ανεξάρτητα της ικανότητας γραφής και υπογραφής του διαθέτη, ο διορισθείς δικαστικός γραφολόγος, Π. Τ., βεβαιώνει χωρίς ενδοιασμούς ότι η γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης και δεν προήλθε από άτομο με γραφική αδυναμία λόγω υπερηλικότητας, όπως αναμφισβήτητα αποδείχθηκε ότι ήταν ο αποβιώσας 32 ημέρες προ του θανάτου του 81 ετών διαθέτης.

Οι εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες, πλήττουν τα συμπεράσματα της διενεργηθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και παραπονούνται για την μη λήψη υπόψη από τον παραπάνω γραφολόγο πραγματογνώμονα, του με αριθμό ... δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του αποβιώσαντος διαθέτη, που φέρει την υπογραφή αυτού και εκδόθηκε στις 10-10-1961, όταν ο τελευταίος ήταν τριάντα εννέα ετών, (γεννήθηκε στις 22-8-1922).

Όμως οι σχετικές αιτιάσεις των εναγομένων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον το συγκεκριμένο έγγραφο της αστυνομικής ταυτότητας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει συγκριτικό έγγραφο σε σχέση με το αμφισβητούμενο, (την ιδιόγραφη διαθήκη της 20-3-2003), καθόσον δεν είναι έγγραφο πλησιόχρονο της προσβαλλόμενης διαθήκης, σε σχέση με αυτά που χρησιμοποίησε ο διορισθείς πραγματογνώμονας, όπως προαναφέρθηκαν λεπτομερώς.

Σε αντίθετη κρίση δεν οδηγείται το Δικαστήριο ούτε από την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα, Ν. Γ. ηλικίας 79 ετών, προταθέντος από τους εναγόμενους, ο οποίος μάλιστα είχε βεβαιώσει τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε κυρία την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, παρότι δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει από ποια έγγραφα γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του διαθέτη, ούτε τέτοια σχετικά έγγραφα προσκομίσθηκαν από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι δε που έφεραν το βάρος απόδειξης, ουδόλως απέδειξαν ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη γράφηκε, χρονολογήθηκε με το χέρι του διαθέτη και υπογράφηκε από αυτόν.

Το γεγονός δε ότι, η με αριθμό ...-2-2004 έγκληση του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων, περί πλαστογράφησης της εμφανισθείσας ως ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος πατέρα τους, Δ. Γ. και περί ψευδορκίας αυτών, κατά την συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου της δημοσίευσης και κήρυξης αυτής ως κυρίας, τέθηκε στο αρχείο με την με αριθμό 29/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας, όπως αυτή επικυρώθηκε από την από 20-4-2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, ο οποίος έκρινε επί της ασκηθείσας προσφυγής του ενάγοντος, ουδόλως επηρεάζει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου στην ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, καθόσον στα πλαίσια της αξιολόγησης της υποβληθείσας έγκλησης με την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, δεν είχε διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς ενίσχυση του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, ενώ η παρούσα δικαστική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη με τα αναλυτικά συμπεράσματα της, διατάχθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο, ήτοι με την με αρ. ...2006 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ήταν αδύνατον να αξιολογηθεί στα πλαίσια της προγενέστερης διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης.

Με βάση τα παραπάνω, αποδεικνύεται πλήρως ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφεί από τον φερόμενο ως διαθέτη πατέρα των διαδίκων, Δ. Γ., αλλά είναι πλαστή και για το λόγο αυτό άκυρη, ο ενάγων δε έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της, διότι στην περίπτωση αυτή, με τους περιορισμούς που τίθενται με αυτή, περιορίζεται το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του, εφ’ όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος".

VΙ. Από την επισκόπηση των παραδοχών αντιδιαστέλλεται η ευδοκίμηση των αναιρετηρίων λόγων, καταδεικνύεται, δηλαδή, η αβασιμότητά τους. Συγκεκριμένα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, εμφαίνεται στην προμετωπίδα της δικανικής κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το θεμελιώδες (ουσιαστικού δικαίου, κατά τα ως άνω) ζήτημα του εννόμου συμφέροντος, αναφερόμενο ενδελεχώς και προσηκόντως, (τούτου συναρτωμένου με την νομιμοποίηση του διαδίκου -) αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω, με τον προσήκοντα ειρμό (ήτοι με πληρότητα) αιτιολογιών το εν λόγω Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αυτήν την απαραίτητη νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Ειδικότερα: Η θεμιτή ιδιοτέλεια του αναιρεσιβλήτου να επιδιώξει την διεύρυνση του οφέλους του από την κληρονομιαία περιουσία, (κατά τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο), είναι το συγγνωστό έννομο συμφέρον του, το οποίον πραγματεύεται στην εφετειακή απόφαση με τις άνω παραδοχές, οι οποίες δεν εμβολίζονται από τον αντίστοιχο (αλλά αβάσιμο, όπως προεκτίθεται) λόγο αναιρέσεως. Προσέτι, οι αναφερόμενες στην πλαστότητα της διαθήκης αιτιολογίες έχουν αρραγή πληρότητα νόμιμης βάσεως, η οποία δεν τίθεται εκποδών από τις προπαρατεθείσες αβάσιμες επί τούτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων.

VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-12-2015 αίτηση των: 1) Ε. Γ., 2) Ι.ς Γ., 3) Α. Γ. και 4) Κ. Γ. περί αναιρέσεως της 140/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ