Legislator Case Law & Legislation
2039/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order, upholding lower court's finding of abuse of right due to 19-year delay.

Case Number 2039/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Athens Municipality's appeal against the First Instance Court's eviction order. The municipality argued the property owner abused their right by failing to exercise it for 19 years, causing significant value increase. The court found the lower court's reasoning sufficient and rejected the appeal's vague claim regarding undisclosed evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, item b of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging the lower court considered evidence not adduced must specifically identify the evidence and the legal basis for its impact on the decision.

Keywords

AI generated
abuse of right eviction order statute of limitations appeal admissibility undisclosed evidence municipal appeal property value increase

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item b of the Code of Civil Procedure
Article 118, number 4 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 307, paragraph 2 of Presidential Decree 410/1995

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Civil and Criminal Section, Case 22/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2039 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2039/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται από τη Δήμαρχό του ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Βασίλειος Αναγνωστάκης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 26-3-2009 και κληρονομήθηκε από τις θυγατέρες του 1. ..., κατοίκου ..., 2. ..., κατοίκου ... και 3. ..., κατοίκου ..., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-1999 αγωγή του αρχικού διαδίκου αποβιώσαντος Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10.120/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1691/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 18-6-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος Καπανδρατίου, στις ... αποβίωσε στο ... ο αναιρεσίβλητος Χ1, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι α') το ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της Κοινότητας ...

και β') το ...πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της ίδιας κιονότητας, ο ανωτέρω αποβιώσας αρχικώς αναιρεσίβλητος κληρονομήθηκε, χωρίς να αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, από τα τέκνα του 1) ..., 2) ... και 3) .... Επομένως, οι τελευταίοι ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Χ1, εκπροσωπούμενοι από την δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστάκη, νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το θάνατο του πιο πάνω αρχικώς αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτού και έτσι παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση, είναι η μη αμφισβήτηση από αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.

Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνον ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει αν από το σύνολο των ισχυρισμών και την γενική άρνηση συνάγεται έμμεση ομολογία (ΑΠ 336/2004). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη απόδειξη που δεν προσκομίστηκε και δη ότι συνήγαγε ομολογία, παρά την εκ μέρους του ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ότι είναι κύριος του επίδικου ακινήτου και ότι το ακίνητο αυτό εμπεριέχεται στον επικαλούμενο τίτλο στον οποίο ο τελευταίος στηρίζει το δικαίωμα κυριότητάς του.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα και δη τις προτάσεις, τις οποίες υπέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναιρεσείων προέβαλε μόνο γενική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου και δεν αμφισβήτησε ειδικά ούτε την κυριότητα αυτού ή των δικαιοπαρόχων του επί του επίδικου ακινήτου, η οποία είχε περιέλθει σ' αυτόν με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο αγοράς, ούτε ότι το επίδικο ακίνητο εμπεριέχεται στον ως άνω τίτλο στον οποίο αυτός στήριζε το δικαίωμα κυριότητάς του.

Η περιεχόμενη στις προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος φράση < Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων ενέκρινε την τροποποίηση του εγκεκριμένου σχεδίου των Αθηνών στην ..., με χαρακτηρισμό του επίδικου ακινήτου του ενάγοντα σε χώρο κοινοχρήστου πρασίνου> δεν συνιστά ειδική αμφισβήτηση του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας.

Αλλά ούτε και η φράση <επειδή αρνούμεθα εν γένει και στο σύνολό της την υπό κρίση αγωγή ως αόριστη νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αναληθή και αναπόδεικτη> συνιστά τέτοια ειδική αμφισβήτηση. Λόγω της μη ειδικής αυτής αμφισβήτησης των ανωτέρω αγωγικών ισχυρισμών εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος το δικαστήριο της ουσίας είχε την δικονομική ευχέρεια να συναγάγει την ως άνω έμμεση ομολογία κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).

Οι δε πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δη από το περιεχόμενο των προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, που κατατέθηκαν στον πρώτο βαθμό, και της ασκηθείσας από τον ίδιο έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων προς απόκρουση της ένδικης σε βάρος του αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία επανέφερε με λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ειδικότερα τα ακόλουθα: < Ο ενάγων με την από 3-8-1981 αγωγή του κατά του Δήμου ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του σ' αυτή επιδίκου ακινήτου, της οποίας όμως η συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 10-11-1981 ματαιώθηκε.

Ο Δήμος με την ... πράξη του χαρακτήρισε το ακίνητο χώρο κοινοχρήστου πρασίνου εγκρίνοντας την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, έγκριση η οποία επαναλήφθηκε με την ...απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Μετά τη ματαίωση της ως άνω αγωγής του ο ενάγων όχι μόνο δεν την επανέφερε με κλήση προς συζήτηση, αλλά και σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβη μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, δημιουργώντας σ' αυτόν έτσι την πεποίθηση ότι δεν θα προχωρήσει στην άσκηση του σχετικού του δικαιώματος, δεδομένου μάλιστα ότι ήδη από το έτος 1983 το επίδικο διαμορφώθηκε σε χώρο πρασίνου και αποδόθηκε στην χρήση των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι το θεωρούν έκτοτε ως κοινόχρηστο χώρο και το χρησιμοποιούν.

Η μη άσκηση από τον ενάγοντα του δικαιώματός του για χρονικό διάστημα 19 ετών έχει ως συνέπεια την υπέρμετρη αύξηση της αξίας του επιδίκου, γεγονός το οποίο επικαλείται ως πασίδηλο, αφού προκύπτει από τις αλλαγές των αντικειμενικών αξιών που δημοσιεύονται στον τύπο και στα εν γένει μέσα μαζικής ενημέρωσης>.

Από το περιεχόμενο της ως άνω προβληθείσας ένστασης προκύπτει ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων, πέραν της μακροχρόνιας κατ' αυτόν αδράνειας του ενάγοντος, δεν επικαλείται επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες από συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος, αλλά αρκείται σε επίκληση μόνο περιστατικών δικής του συμπεριφοράς.

Έτσι, το Εφετείο που απέρριψε την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, διότι ο ενάγων επικαλείται μόνο μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος και τη δική του μακροχρόνια κατάληψη του επίδικου ακινήτου, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι επικαλούμενες αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη νομίμως προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ουδόλως προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι επικαλούμενες αποδείξεις και ο ισχυρισμός για τον οποίο λήφθηκαν υπόψη και ο οποίος ασκεί επίδραση στο διατακτικό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 307 παρ. 2 του Π. Δ/τος 410/1995 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-6-2004 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της 1691/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των ήδη αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ