Supreme Court dismisses appeal against High Court's award of legal fees to the State under the Lawyers' Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Monastery and an individual against the High Court's decision on legal fees. The High Court had awarded the State half of the statutory lawyer fees, citing the Lawyers' Code applicable at the time of the hearing. The Court upheld this ruling, confirming that the State falls under the General Government category and that the new law governing fees was correctly applied due to the hearing date.
Legislator headnote
AI generatedArt. 130 para. 2 of Law 4070/2012; Art. 1B of Law 2362/1995: The Supreme Court held that the State is subject to the General Government regime for legal fees and that the new statutory provisions on lawyer remuneration apply if the hearing occurred after their enactment, rendering the appeal based on the old law inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2038 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2038/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ", που εδρεύει στο Μέγα Σπήλαιο Καλαβρύτων και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ.ιδ. 06070012, 06070013 και 06070022) και 2) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 06070011), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαδόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αντιδίκου του.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 345/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις από 15-5-2012 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 59/2012 και 58/2012 αιτήσεις, των 1ου και 2ου των ήδη αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 128/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5/11/2020 (αριθμ. καταθ. 39/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 128/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 17/11/2020, ήτοι εντός έτους από τη δημοσίευσή της (2/10/2020), σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 εδ. β' του ν. 2882/2001, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 128/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Με την υπ' αριθμ. 1040342/2568/Δ0010/5.5.2009 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων 221/14.5.2009), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα υπέρ του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, έκταση συνολικού εμβαδού 123.000 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Αχαΐας.
Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων περιλαμβάνονται: α) οι με ΑΚΠ 06070012, 06070013 και 06070022 ιδιοκτησίες του πρώτου αναιρεσείοντος και β) η με ΑΚΠ 06070011 ιδιοκτησία του δεύτερου αναιρεσείοντος. Με την υπ' αριθμ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, μεταξύ άλλων, αναγνωρίσθηκαν οι αναιρεσείοντες δικαιούχοι της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά για τις παραπάνω ιδιοκτησίες, ορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενά τους και επιδικάσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών με ΑΚΠ 06070013 και 06070011.
Στη συνέχεια, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την από 14/11/2011 (αριθμ. καταθ. 190/2011) αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ζήτησε: α) να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα σ' αυτήν ακίνητα με τα επικείμενά τους, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, β) να μην καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με ΑΚΠ 06070013 (του πρώτου αναιρεσείοντος) και με ΑΚΠ 06070011 (του δεύτερου αναιρεσείοντος), που αποζημιώθηκαν προσωρινά και γ) να υποχρεωθούν σε αυτοαποζημίωση οι ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 06070011 (του δεύτερου αναιρεσείοντος) και με ΑΚΠ 06070013 και 06070022 (του πρώτου αναιρεσείοντος).
Επίσης, το πρώτο αναιρεσείον, με την από 15/5/2012 (αριθμ. καταθ. 59/2012) αίτησή του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, ζήτησε: 1) Να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των με ΑΚΠ 06070012, 06070013, 06070022 ιδιοκτησιών, στο ποσό των 200€ ανά τ.μ. , 2) Να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα:
α) υπό στοιχ. Ια' της ιδιοκτησίας 06070013, επιφανείας 135.165,23 τ.μ. και β) υπό στοιχ. ΙΙΙα' της ιδιοκτησίας 06070012, επιφανείας 44.356,31 τ.μ., στο ποσό των 120€ ανά τ.μ. και γ) υπό στοιχ.
ΙΙβ' της ιδιοκτησίας 06070022, επιφανείας 13.653,69 τ.μ., αφού δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, σε 160€ ανά τ.μ.. 3) Να προσδιορισθεί η αξία των επικειμένων (ελαιοδένδρων), α) σε 600€ για κάθε μεγάλη ελιά, β) σε 450€ για κάθε μεγάλη ελιά και γ) σε 300€ για κάθε μικρή ελιά. Τέλος, ο δεύτερος αναιρεσείων, με την από 15/5/2012 (αριθμ.
καταθ. 58/2012) αίτησή του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου ζήτησε: 1) Να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα της με ΑΚΠ 06070011 ιδιοκτησίας του, στο ποσό των 200€ ανά τ.μ. 2) Να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα της με ΑΚΠ 6070011 ιδιοκτησίας του, επιφανείας 105.697,71 τ.μ., στο ποσό των 120€ ανά τ.μ. 3) Να προσδιορισθεί η αξία των επικειμένων α) 19 μεγάλες ελιές Χ 600€ η καθεμία και β) συρματόπλεγμα προς 30€ ανά τρέχον μέτρο.
Οι αιτήσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) όρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις των αναιρεσειόντων και τα επικείμενά τους στα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά, και β) απέρριψε τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών τους.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, με το από 6/4/2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Η νέα, δε, ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας (ΑΠ1423/2024).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".
Ως "προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ. γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριωμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, η οποία μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002).
Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 61 του ν. 5016/2023) ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Εν όψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του ΑΚ, ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε περίπτωση που έχει παρέλθει έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, είναι ο χρόνος της συζήτησης, που θεωρείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της (ΟλΑΠ2/2015), ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ27/2007, ΑΠ1423/2024, ΑΠ910/2022, ΑΠ1555/2017).
Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου, επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ.1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος. Έτσι, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 1481/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 210/2019, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 171/2020, AΠ 210/2019, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ1056/2023). Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ1056/2023, ΑΠ1481/2022, ΑΠ121/2020, AΠ210/2019, ΑΠ 96/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ1056/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ1056/2023, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ261/2022, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ98/2020).
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ242/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ827/2020, ΑΠ760/2020, ΑΠ633/2019). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ500/2024, ΑΠ1798/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ261/2022, ΑΠ7/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, μεταξύ των οποίων και τα με ΑΚΠ 06070012, 06070013, 06070022 και 06070011 ακίνητα των αναιρεσειόντων, καθώς και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εδαφικών τμημάτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και περιέχονται στα υπ' αριθ. 345/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριούμενών ακινήτων και των επικειμένων τους σε συνδυασμό με τα συγκριτικά-αποδεικτικά στοιχεία (τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται), καθώς και τα λοιπά δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που κάθε διάδικος νομίμως επικαλείται και προσκομίζει, τις υπ' αριθ. ....2018, ....2018 και ....2018 εκθέσεις εκτίμησης αξίας γης και επικειμένων, μεταβολής αξίας εναπομεινάντων τμημάτων περί ύπαρξης ή μη ωφέλειας των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών 1ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης, που έχουν συνταχθεί από τους εκτιμητές Π.
Χ., Β. Π. και Μ. Π. και τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αιγίου, το οποίο καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση για τα ίδια ακίνητα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 040342/2568/Δ0010/5.5.2009 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων 221/14.5.2009) κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα υπέρ του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες σε βάρος αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Κόρινθος-Πάτρα-Πύργος-Τσάκωνα, τμήμα Κόρινθος-Πάτρα, από τη χ.θ. 70+500 έως τη χ.θ. 79+000, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 123.000 τ.μ., η οποία βρίσκεται στα δημοτικά διαμερίσματα Άνω Διακοπτού, Τραπέζης, Διακοπτού, Ζαχλωρίτικων, Ελαιώνος του Δήμου Διακοπτού, του νομού Αχαΐας και απεικονίζεται σε κλίμακα 1:1.500 στα κτηματολογικά διαγράμματα, με αριθμούς σχεδίων 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, 145, 146, 147, 148, 149, 150, 151 και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχουν συντάξει οι μελετητές Π.
Οικονομόπουλος, Ν. Σκιαδάς και Κ. Κατίκα για λογαριασμό του ανάδοχου γραφείου μελετών "Μέθοδος Τεχνική ΑΕ - Σύμβουλοι Μηχανική" και έχει θεωρήσει στις 4.12.2009 ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. I. Σαραντινός και εγκρίθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ12/43188/4.12.2009 απόφασης του Διευθυντή της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, των οποίων εικαζόμενοι δικαιούχοι είναι οι καθ' ων η αίτηση-αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες, βρίσκονται εντός των ορίων του Δήμου Διακοπτού και συγκεκριμένα στα Δημοτικά Διαμερίσματα Άνω Διακοπτού, Τραπέζης, Διακοπτού, Ζαχλωρίτικων και Ελαιώνος. Πλησιέστεροι οικισμοί στα απαλλοτριούμενα είναι αυτοί των ως άνω Δημοτικών Διαμερισμάτων.
Η απαλλοτριούμενη έκταση ευρίσκεται κατά το μεγαλύτερο, προς το νότιο τμήμα της, εκτός σχεδίου πόλης, με αρτιότητα 4.000 τ.μ. και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση σύμφωνα με το Π.Δ. 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270 Δ71985). Ορισμένα όμως εκ των απαλλοτριούμενων ακινήτων ευρίσκονται εντός των προαναφερομένων οικισμών, ενώ άλλα εξ αυτών ευρίσκονται εντός οικιστικής ζώνης και έχουν τη δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, με βάση το ΠΔ 209/1998 [ΦΕΚ 169 Α715-7-1998], στο πέραν των 60 μέτρων από τον άξονα της Ε.Ο.
ή και 15 μέτρων από τον άξονα της υφιστάμενης σιδηροδρομικής γραμμής. Στην εγγύς περιοχή είναι ανεπτυγμένες πλήθος χρήσεων γης, όπως γεωργικές, μόνιμης και παραθεριστικής κατοικίας, βιοτεχνίας, εμπορικές, τουριστικές κλπ. Οι καλλιέργειες που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή είναι στην πλειοψηφία τους εσπεριδοειδή και ελαιώνες.
Οικιστικά, η ευρύτερη περιοχή είναι πολύ ανεπτυγμένη, καθ' όλο το μήκος της παράκτιας ζώνης, που βρίσκεται βόρεια της Ν.ΕΟ. Κορίνθου - Πατρών, εντός των ορίων των οικισμών και πέραν αυτών. Εκτός από το γεγονός ότι στην περιοχή διαμένουν μόνιμα σημαντικοί πληθυσμοί, υπάρχει αξιόλογη τουριστική και οικιστική ανάπτυξη και παρατηρείται αυξημένη ζήτηση ακινήτων για την ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών και επιχειρήσεων, αφενός λόγω του ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αφετέρου λόγω της γειτνίασης με την πόλη των Πατρών και της μικρής απόστασης από την Αθήνα, αλλά και του χειμερινού χιονοδρομικού θέρετρου των Καλαβρύτων.
Στην απαλλοτριούμενη έκταση που βρίσκεται βόρεια της χάραξης του νέου αυτοκινητόδρομου οι χρήσεις είναι κατοικία (κύρια και παραθεριστική), γεωργικές, εμπορικές κλπ. Οι γεωργικές εκτάσεις είναι στη πλειοψηφία τους καλλιεργούμενες, με κρατούσες καλλιέργειες αυτές των εσπεριδοειδών (λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές) και της ελιάς, ενώ οι καλλιεργούμενες ιδιοκτησίες που απαλλοτριώνονται είναι στο σύνολό τους αρδευόμενες.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι πεδινά, με υψόμετρο που κυμαίνεται από 20 έως 70 μέτρα ενώ από πλευράς υποδομής τα απαλλοτριούμενα εξυπηρετούνται από το υφιστάμενο επαρχιακό οδικό δίκτυο, παράδρομους της υπάρχουσας Εθνικής Οδού, καθώς και από αγροτικούς δρόμους, καθώς και από δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ και ύδρευσης).
Τα επικείμενα που κυρίως συναντώνται κατά το μήκος της απαλλοτριούμενης έκτασης είναι λίγες κατοικίες, αποθήκες, άλλα κτίσματα, δένδρα, μάντρες, μεταλλικές πόρτες, περιφράξεις διαφόρων τύπων και άλλες κατασκευές. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού από μάντρες, περιφράξεις και μεταλλικές πόρτες γηπέδων, οφείλεται στο γεγονός ότι η απαλλοτρίωση της νέας χάραξης του οδικού άξονα αποτελεί, στα περισσότερα σημεία του, διεύρυνση των παλαιών ορίων απαλλοτρίωσης της Ν.Ε.Ο.
Κορίνθου - Πατρών. Για τα εκτός σχεδίου ακίνητα στο νομό Αχαΐας, από 29-11-1999 ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1107357/5686/16-11-1999 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε από την Υ.Α. 1059804/2706/29-6-2000. Το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, το οποίο προέβη σε εκτίμηση των απαλλοτριούμενων ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2882/2001, με την υπ' αριθ.
Φ.4.455/11117/30.7.2010 έκθεση εκτίμησης προσδιόρισε την αξία γης των απαλλοτριούμενων ακινήτων, ως εξής: για τα παραθαλάσσια οικόπεδα από 200 έως 300 ευρώ ανά τ.μ., για τα οικόπεδα στα νότια όρια των σχεδίων οικισμών από 90 έως 120 ευρώ ανά τ.μ., για τους αγρούς εντός ζώνης οικοδομησιμότητα από 20 έως 30 ευρώ ανά τ.μ., για τους ποτιστικούς ελαιώνες ή τους οπωρώνες χωρίς οικοδομησιμότητα από 10 έως 18 ευρώ ανά τ.μ., ενώ αναλόγως της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα η αξία τους κυμαίνεται στα εξής ποσά:
α) στο δ.δ. Άνω Διακοπτού, όπου τα απαλλοτριούμενα χαρακτηρίζονται αγροτεμάχια, από 26,65 έως 31,25 ευρώ ανά τ.μ., β) στο δ.δ. Τράπεζας για τα μεν οικόπεδα από 95,30 έως 110,88 ευρώ ανά τ.μ. και για τα αγροτεμάχια από 19,95 έως 21 ευρώ ανά τ.μ., γ) στο δ.δ. Διακοπτού, όπου τα απαλλοτριούμενα χαρακτηρίζονται αγροτεμάχια, από 24,15 έως 28,75 ευρώ ανά τ.μ., δ) στο δ.δ.
Ζαχλωρίτικων, όπου τα απαλλοτριούμενα χαρακτηρίζονται αγροτεμάχια, από 17,96 έως 22,50 ευρώ ανά τ.μ. και ε) στο δ.δ. Ελαιώνα, όπου τα απαλλοτριούμενα χαρακτηρίζονται αγροτεμάχια, από 26,25 έως 31,25 ευρώ ανά τ.μ. Το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο μείωση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων συνεπεία της κρίσης στην κτηματαγορά, ανέθεσε τη σύνταξη νέας έκθεσης εκτίμησης σε ανεξάρτητους και πιστοποιημένους εκτιμητές και συγκεκριμένα στους Π.
Χ. , Β. Π. και Μ. Π., οι οποίοι συνέταξαν τις υπ' αριθ. ...2018, ...2018 και ....2018 εκθέσεις εκτίμησης αξίας γης και επικειμένων, μεταβολής αξίας εναπομεινάντων τμημάτων και περί ύπαρξης ή μη ωφέλειας των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών 1ης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...2018 έκθεση εκτίμησης αξίας γης και επικειμένων, οι τιμές μονάδας των απαλλοτριούμενων ακινήτων κυμαίνονται στα εξής ποσά:
Από τη σύγκριση των προαναφερόμενων εκτιμητικών εκθέσεων παρατηρείται μία αδικαιολόγητη υπερβολική υποτίμηση της αξίας, κυρίως, των αγροτεμαχίων. Έτσι, τα αγροτεμάχια στο Διακοπτό που με την υπ' αριθ. Φ4455/11117/30.7.2010 έκθεση του ΣΟΕ εκτιμήθηκαν στα 24-28 ευρώ, το 2018 εκτιμήθηκαν στα 12-18 ευρώ (μείωση περίπου 50%), τα αγροτεμάχια στο Α.
Διακοπτό που είχαν εκτιμηθεί από το ΣΟΕ στα 26-32 ευρώ, μειώθηκαν στα 5-8 ευρώ (μείωση 80%) και τα αγροτεμάχια στις περιοχές Ελαιώνας-Ζαχλωρίτικα- Τράπεζα, που είχαν εκτιμηθεί από το ΣΟΕ από 18-31 ευρώ, μειώθηκαν στα 8-13 ευρώ (μείωση τουλάχιστον 50%). Οι προαναφερόμενες μειώσεις της προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από το Ελληνικό Δημόσιο έκθεσης εκτίμησης κρίνονται αδικαιολόγητες και δεν αιτιολογούνται επαρκώς, οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις σε πλήρη απαξίωση των απαλλοτριούμενων ακινήτων, που δεν συνάδει με την έννοια της πλήρους αποζημίωσης που, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, πρέπει να συνοδεύει τη στέρηση της ιδιοκτησίας για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο αυτό.
Είναι χαρακτηριστικές, μεταξύ άλλων, οι περιπτώσεις των πέντε πρώτων ακινήτων του συγκεντρωτικού πίνακα εκτίμησης της από 11.10.2018 έκθεσης εκτίμησης, η αξία των οποίων είχε εκτιμηθεί, σύμφωνα με την έκθεση του ΣΟΕ, από 29,69 έως 31,25 ευρώ ανά τ.μ., με την υπ' αριθ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης αυτών καθορίσθηκε από 90 έως 100ευρώ και το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, βάσει της προαναφερόμενης έκθεσης εκτίμησης του 2018 ζητεί να καθορισθεί η αξία τους σε τιμές από 5 έως 7 ευρώ ανά τ.μ.
Η επικαλούμενη από την τελευταία έκθεση οικονομική κρίση, που ενέσκηψε στη χώρα από το έτος 2009 και είχε ως αποτέλεσμα την πτωτική τάση στις εμπορικές αξίες των ακινήτων, δεν μπορεί να δικαιολογήσει επαρκώς την ως άνω προτεινόμενη υποτίμηση της αξίας των απαλλοτριωθέντων.
Εξάλλου, από τον περιληφθέντα στην εν λόγω έκθεση "πίνακα δείκτη τιμών νεόδμητων διαμερισμάτων" προκύπτει ότι από το 2009 έως το 2018 παρατηρείται μείωση της αξίας των διαμερισμάτων κατά συνολικό ποσοστό περίπου 45%, πλην όμως αφενός τα δύο τελευταία χρόνια παρατηρείται μία σταθεροποίηση στην κτηματαγορά και πλέον μία σημαντική εκ νέου αύξηση της αξίας των ακινήτων, αφετέρου η προαναφερόμενη μείωση αφορά τις τιμές των διαμερισμάτων, καθώς η οικονομική κρίση επηρέασε αρνητικά κατά κύριο λόγο την κτηματαγορά κατοικιών και οικοπέδων και σε πολύ μικρότερο βαθμό την εμπορική αξία των αγροτικών ακινήτων, η οποία κατά κύριο λόγο επηρεάζεται από την παραγωγική απόδοσή τους, η οποία παρέμεινε σταθερή όλα αυτά χρόνια, με αποτέλεσμα οι τιμές τους να μην ακολουθούν τις αυξομειώσεις της κτηματαγοράς ακινήτων για οικιστική χρήση.
Εξάλλου, οι αιτούντες-ανταιτούντες ζητούν τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα σε πολύ μεγαλύτερα ποσά από αυτά που αναφέρονται και στις δύο προαναφερόμενες εκτιμητικές εκθέσεις. Προσκομίζουν δε προς τούτο τεχνικές εκθέσεις μηχανικών και μεσιτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και δύο τεχνικές εκθέσεις εκτίμησης αξίας ακινήτων του μεσίτη ακινήτων Ι.
Κ., που αναφέρονται γενικά στις τιμές των ακινήτων των περιοχών στις οποίες βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα. Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές οι αξίες των ακινήτων προσδιορίζονται ως εξής: α) για την περιοχή του Διακοπτού, για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός οικισμού, κατά μήκος της ΝΕΟ Αθηνών-Πατρών, είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στην ΝΕΟ ή στην ΠΕΟ ή σε παραδρόμους τους, στα ποσά των 300-350 ευρώ ανά τ.μ.
και για όσα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα, στα ποσά των 100-110 ευρώ ανά τ.μ., β) για τις περιοχές Ζαχλωρίτικων και Ελαιώνα, για τα ακίνητα που βρίσκονται κατά μήκος της ΝΕΟ Αθηνών-Πατρών, είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στην ΝΕΟ ή στην ΠΕΟ ή σε παραδρόμους τους, στο ποσό των 250 ευρώ ανά τ.μ. και για όσα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στην ΝΕΟ ή στην ΠΕΟ ή σε παραδρόμους τους, στα ποσά των 100-120 ευρώ ανά τ.μ., γ) για την περιοχή Ανω Διακοπτού και Τράπεζας (περιοχή Πούντας), 1) για όσα ακίνητα βρίσκονται κατά μήκος της ΝΕΟ Αθηνών-Πατρών, είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στην ΝΕΟ ή στην ΠΕΟ ή σε παραδρόμους τους, στο ποσό των 250 ευρώ ανά τ.μ., για όσα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στην ΝΕΟ ή στην ΠΕΟ ή σε παραδρόμους τους, στα ποσά των 150-180 ευρώ ανά τ.μ., για όσα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα και δεν έχουν πρόσοψη σε δρόμο, στα ποσά των 100-120 ευρώ ανά τ.μ.
και 2) για όσα ακίνητα βρίσκονται στον κόμβο της Πούντας, κατά μήκος της εξόδου της ΠΕΟ στην ΝΕΟ, είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στον δρόμο αυτό, στο ποσό των 250 ευρώ ανά τ.μ., για όσα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα και έχουν πρόσοψη στο δρόμο, στα ποσά των 150-180 ευρώ ανά τ.μ. και για όσα δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα και δεν έχουν πρόσοψη στον δρόμο, στα ποσά των 100-120 ευρώ ανά τ.μ.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, την ως άνω έκθεση εκτίμησης του ΣΟΕ και την άνω επικαιροποιημένη έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών, με τις επισημάνσεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω, το ανάγλυφο και τη γεωμορφολογία της περιοχής, όλα τα συγκριτικά στοιχεία (συμβόλαια αγοραπωλησίας, προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης κλπ.), που προσκομίζουν οι διάδικοι για τις τιμές των ακινήτων των περιοχών που βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, όλες τις τεχνικές εκθέσεις των ιδιωτών μηχανικών για τα απαλλοτριούμενα που επίσης προσκομίζουν οι διάδικοι, το γεγονός ότι η χώρα διήλθε μια μακρά περίοδο παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, λόγω της οικονομικής κρίσης που επηρέασε την αγορά ακινήτων, με σχεδόν μηδενικές μεταβιβάσεις ακινήτων και συνεχή πτώση των τιμών, από το έτος 2009 έως το έτος 2018, οπότε η κτηματαγορά άρχισε να σταθεροποιείται και να εμφανίζει εκ νέου ανάκαμψη, κρίνει ότι η πραγματική αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επειδή παρήλθε έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάστασή τους με άλλα ισάξια, χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών από την εξαγγελία ή κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, ανέρχεται με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, τόσο για το έδαφος, όσο και για τα επικείμενα, στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό.(...).
Περαιτέρω, ως προς τα παραδεκτά και νόμιμα αιτήματα των αιτούντων-ανταιτούντων για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους (αφορά τις υπ' αριθμ. 0607713, 0607783, 06070009, 06070010, 060260004, 06026006, 06215016, 06026014, 06026031, 06070013, 06070012 και 06070022 ιδιοκτησίες), αποδείχθηκαν τα εξής: (...) 5) Η με ΑΚΠ 06070011 ιδιοκτησία βρίσκεται στο δ.δ. Ελαιώνα, εκτός σχεδίου πόλης, εκτός οικισμού και εκτός ζώνης και πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και δομήσιμη. Μετά την απαλλοτρίωση, απέμεινε επιφάνεια 105.697,41 τ.μ., η οποία παρέμεινε άρτια και δομήσιμη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα γεωμετρικά στοιχεία του απομένοντος ακινήτου, όπως προκύπτουν από το από Δεκεμβρίου τοπογραφικό του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Α. Κ., το εν λόγω ακίνητο συντίθεται: α) από ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο σχήμα, εμβαδού περίπου 104.000 τ.μ., το οποίο απέχει περίπου 50 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ μεταξύ του ακινήτου αυτού και του ορίου της απαλλοτρίωσης μεσολαβούν δύο άλλες ιδιοκτησίες (Κ.
και Κ.) και β) από ένα μικρό, ακανόνιστης μορφής, σχήμα, εμβαδού περίπου 1.500 τ.μ., στη νοτιοδυτική πλευρά του προηγούμενου μεγάλου τμήματος, το οποίο φθάνει μέχρι και το όριο της απαλλοτρίωσης. Δεδομένου, λοιπόν, ότι σχεδόν ολόκληρο το απομένον ακίνητο απέχει σημαντική απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης, με αποτέλεσμα ο όποιος παραγόμενος θόρυβος από τη χρήση της ΝΕΟ να μην επηρεάζει αυτό (λαμβανομένου υπόψη και του ότι το εν λόγω ακίνητο εκτείνεται σε βάθος 300 μ., οπότε η όποια οικία πρόκειται να ανεγερθεί, μπορεί να ανεγερθεί σε τέτοια απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης, που ο θόρυβος που θα φτάνει σ' αυτή να είναι ελάχιστος και η ελάχιστη αυτή ηχορρύπανση να μπορεί να εξαλειφθεί πολύ εύκολα με την τοποθέτηση ηχοπετασμάτων.
Τα ίδια ως άνω ισχύουν όσον αφορά και την υποτιθέμενη αισθητική υποβάθμιση του ακινήτου λόγω ανύψωσης του δρόμου, καθώς το στοιχείο αυτό επηρεάζει ένα ελάχιστο τμήμα του όλου ακινήτου, χωρίς τελικά να μπορεί να επηρεάσει τη συνολική τελική εικόνα του απομένοντος ακινήτου και την αξία του ως άρτιου και οικοδομήσιμου ακινήτου.
Περαιτέρω, σε σχέση με την υπάρχουσα χρήση του ακινήτου, που είναι η αγροτική εκμετάλλευση, οι προαναφερόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις (θόρυβος και αισθητική υποβάθμιση) ουδόλως επηρεάζουν την αξία του ως αγροτικού ακινήτου, καθόσον σε κανένα βαθμό δεν εμποδίζουν τη διεξαγωγή αγροτικών εργασιών, ούτε επηρεάζουν δυσμενώς την παραγωγική απόδοση του ακινήτου.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η αίτηση του Γ. Π. κατά το μέρος που ζητεί την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου του. (...). 8) Οι με ΑΚΠ 06070013 και 06070022 και 06070012 ιδιοκτησίες, εμβαδών 198.457,84 τ.μ., 13.653,69 τ.μ. και 52.879,02 τ.μ. αντίστοιχα, βρίσκονται στο δ.δ.
Ελαιώνα, εκτός σχεδίου πόλης, εκτός οικισμού και εκτός ζώνης. Πριν από την απαλλοτρίωση, οι μεν 06070013 και 06070012 ιδιοκτησίες ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες, η δε 06070022 ιδιοκτησία ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, καθότι στερείται του απαιτούμενου βάθους. Μετά την απαλλοτρίωση: α) από την 06077013 ιδιοκτησία απέμεινε επιφάνεια 135.165,23 τ.μ., η οποία παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη, β) από την 06070022 ιδιοκτησία απέμειναν δύο τμήματα, επιφάνειας 6.998,97 τ.μ.
και 3.005,64 τ.μ. αντίστοιχα, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση και γ) από την 06070012 ιδιοκτησία απέμενε επιφάνεια 44.356,31 τ,μ., η οποία παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη (βλ. την από Νοεμβρίου 2010 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α. Κ.). Επομένως, η ένδικη απαλλοτρίωση δεν επηρέασε καθόλου την πολεοδομική κατάσταση, από άποψης αρτιότητας και οικοπεδικής αξιοποίησης, των προαναφερόμενων τριών ιδιοκτησιών.
Περαιτέρω, ως προς τις δύο ιδιοκτησίες που ήταν και παρέμειναν άρτιες και οικοδομήσιμες (06070013 και 06070012) θα πρέπει να σημειωθεί ότι και πριν από την απαλλοτρίωση γειτνίαζαν με την ΠΕΟ, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για απομείωση της αξίας τους συνεπεία θορύβου και αισθητικής υποβάθμισης από την κατασκευή της ΝΕΟ, καθόσον τα ως άνω μειωτικά της αξίας στοιχεία ενός οικοδομήσιμου ακινήτου προϋπήρχαν στην προκειμένη περίπτωση και δεν αποδεικνύεται ότι αυτά επαυξήθηκαν με τη διαπλάτυνση της υπάρχουσας ΠΕΟ.
Εξάλλου, σε περίπτωση ανέγερσης οικίας στις παραπάνω ιδιοκτησίες, ο όποιος παραγόμενος θόρυβος από τη χρήση της ΝΕΟ θα μπορούσε ευχερώς να αντιμετωπισθεί με την ανέγερση όσο το δυνατόν μακρύτερα από το όριο της απαλλοτρίωσης (και οι δύο ιδιοκτησίες έχουν βάθος που κυμαίνεται μεταξύ 120 και 160 μ.), καθώς και με την τοποθέτηση ηχοπετασμάτων. Τέλος, σε σχέση με την υπάρχουσα χρήση και των τριών ιδιοκτησιών, που είναι η αγροτική εκμετάλλευση, οι προαναφερόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις (θόρυβος, αισθητική υποβάθμιση) ουδόλως επηρεάζουν την αξία τους ως αγροτικών ακινήτων, καθόσον σε κανένα βαθμό δεν εμποδίζουν τη διεξαγωγή αγροτικών εργασιών, ούτε επηρεάζουν δυσμενώς την παραγωγική απόδοση των ακινήτων. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η αίτηση του ΝΠΔΔ "Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου", κατά το μέρος που ζητεί την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας των εναπομενόντων ακινήτων της" (...). Κατ' ακολουθίαν όσων προεκτέθηκαν πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως και κατ' ουσία βάσιμες οι ένδικες αιτήσεις και οι ως άνω συνεκδικασθείσες ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, πλην: α) (...) και β) των αιτήσεων των Γ. Π., του ΝΠΔΔ "Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου", και του Ι. Κ., κατά το μέρος που ζητούν την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης. (...).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: (...)
ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Κόριθνος-Πάτρα-Πύργος-Τσακώνα, τμήμα Κόρινθος-Πάτρα από τη χ.θ. 70+500 έως τη χ.θ. 79+000, ως ακολούθως:
Ι. ΓΙΑ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ: (...) Ιδιοκτησία με α.κ.π. 06070011: 69,6 ευρώ ανά τ.μ., Ιδιοκτησία με α.κ.π. 06070012: 68 ευρώ ανά τ.μ., Ιδιοκτησία με α.κ.π. 06070013: 68 ευρώ ανά τ.μ. (...) Ιδιοκτησία με α.κ.π. 06070022: 68 ευρώ ανά τ.μ. (...).
ΙΙ. ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΑ: α) για τα δένδρα: για κάθε αγριελιά, 225 ευρώ η μικρή και 300 ευρώ η μεσαία (...), για κάθε ελιά, 150 ευρώ η μικρή, 250 ευρώ η μεσαία και 300 ευρώ η μεγάλη (...) β) για τα κτίσματα και λοιπά επικείμενα: (...) Συρματόπλεγμα h = 1,70μ., μέτριας ποιότητας: 17 ευρώ/μ.μ...".
Με τους συναφείς, πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων 17 § 2 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 13 και 20 § 9 του ν. 2882/2001, με αιτιάσεις οι οποίες συνοψίζονται στο ότι, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δεχόμενο ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης είναι ο χρόνος της ενώπιόν του συζήτησης των αιτήσεων και ανταιτήσεων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, παραβιάζοντας την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του καθ' ου η απαλλοτρίωση (non reformatio in pejus), αφού είχε ήδη συντελεστεί η απαλλοτρίωση, κατ' άρθρο 7 § 1 του ν. 2882/2001, με την παρακατάθεση στο ΤΠΚΔ της προσωρινής αποζημίωσης που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και τη δημοσίευση της γνωστοποίησης στο ΦΕΚ (Α.Α.Π. 3/11/1/2013) και άρα κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης είναι ο χρόνος συντέλεσης της απαλλοτρίωσης και όχι ο χρόνος συζήτησης της αίτησης για τον προσδιορισμό οριστικής αποζημίωσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (10/10/2019), αφού δεν πρόκειται για εκκρεμή απαλλοτρίωση αλλά για εκκρεμή δίκη οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, άλλως, με κρίσιμο χρόνο την 10/10/2019 (χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης), το Εφετείο, το οποίο, μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, προσδιόρισε την οριστική αποζημίωση σε ποσό μικρότερο της προσωρινής, που είχε προσδιορισθεί με την υπ' αριθμ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.
Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθή εις τον τόπον και το κοινόν καθ' όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν τω κρινομένω υπό του δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίου μέτρου, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψη τα συμφέροντα της δικαιοσύνης".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, προβάλλεται, μεταξύ άλλων, και η παραβίαση του άρθρου 6 §1 της ΕΣΔΑ, πλην όμως δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη αυτή, αλλά αναφέρονται μόνο τα νομικά σφάλματα, στα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, υπέπεσε το Εφετείο. Με τη διάπραξη, όμως, νομικών σφαλμάτων από το Εφετείο, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, χωρίς να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η εν λόγω διάταξη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 17 § 2 του Συντάγματος, η οποία μεταφέρθηκε και στη διάταξη του άρθρου 13 § 1 του ν. 2882/2001 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 5016/2023) και δεν προσκρούει στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριωμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
Εξάλλου, ο νομοθέτης δεν διαφοροποίησε τον κρίσιμο χρόνο εκτίμησης της αξίας του ακινήτου κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης αναλόγως της συντέλεσης ή μη της απαλλοτρίωσης, έτσι ώστε, κατά την επανεκτίμηση της αποζημίωσης, να ληφθεί υπόψη η αύξηση ή η υποτίμηση της αξίας του ακινήτου στον διαδραμόντα χρόνο και να είναι εγγύτερη προς το χρόνο που θα καταβληθεί, προκειμένου ο καθ' ου η απαλλοτρίωση να λάβει αποζημίωση που θα ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου του, διατηρώντας τη δυνατότητα να αποδείξει την αξία αυτή.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του ν. 2881/2001 (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση του άρθρου 13 § 1 του ως άνω νόμου με το ν. 5016/2023) δεν καθιερώθηκε αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του καθ' ου η απαλλοτρίωση κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης, υπό την έννοια ότι αυτή δεν μπορούσε να υπολείπεται της προσωρινής. Τέτοια αρχή δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 20 § 9 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, αν η απόφαση εκδοθεί μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η τυχόν επιπλέον αποζημίωση καταβάλλεται στο δικαιούχο ή παρακατατίθεται σε προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης, σε περίπτωση μη κοινοποίησης η προθεσμία είναι ένα έτος από την έκδοση της απόφασης και τυχόν μεταγενέστερη κατάθεση επιβαρύνεται με τον ισχύοντα εκάστοτε νόμιμο τόκο, αφού, με την εν λόγω διάταξη επιβάλλεται απλώς η υποχρέωση έγκαιρης καταβολής της ενδεχόμενης διαφοράς μεταξύ προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης (βλ. εισηγητική έκθεση στο άρθρο 20 του ν. 2882/2001), ενώ, η αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου υπολογίζεται σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 13 του ως άνω νόμου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, είναι ο χρόνος της ενώπιόν του συζήτησης (10/10/2019), λόγω παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση του προσωρινού προσδιορισμού και προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων σε ποσό μικρότερο της προσωρινής, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδάφ. γ' του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδάφ. β' του ν. 2882/2001, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ2016/2022).
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτοί, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την απόρριψη των αιτήσεων των αναιρεσειόντων περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, α) η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικότερα της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, άλλως, β) η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 13 § 4 του ν. 2882/2001, άλλως, γ) η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, και ως προς την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ως άνω λόγου, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας της (ΑΠ1962/2024, ΑΠ1810/2024, ΑΠ476/2024, ΑΠ465/2023, ΑΠ376/2022).
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι και αβάσιμος, αφού το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι: Ι) Οι με ΑΚΠ 06070013 και 06070022 και 06070012 ιδιοκτησίες του πρώτου αναιρεσείοντος, εμβαδών 198.457,84 τ.μ., 13.653,69 τ.μ. και 52.879,02 τ.μ. αντίστοιχα, βρίσκονται στο δ.δ. Ελαιώνα, εκτός σχεδίου πόλης, εκτός οικισμού και εκτός ζώνης, ότι πριν από την απαλλοτρίωση, οι μεν 06070013 και 06070012 ιδιοκτησίες ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες, η δε 06070022 ιδιοκτησία ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, καθόσον στερείται του απαιτούμενου βάθους.
Ότι μετά την απαλλοτρίωση: α) από την 06077013 ιδιοκτησία απέμεινε επιφάνεια 135.165,23 τ.μ., η οποία παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη, β) από την 06070022 ιδιοκτησία απέμειναν δύο τμήματα, επιφάνειας 6.998,97 τ.μ. και 3.005,64 τ.μ. αντίστοιχα, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, όπως και πριν από την απαλλοτρίωση και γ) από την 06070012 ιδιοκτησία απέμενε επιφάνεια 44.356,31 τ,μ., η οποία παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη, επομένως, η απαλλοτρίωση δεν επηρέασε καθόλου την πολεοδομική κατάστασή τους, από την άποψη της αρτιότητας, και οικοπεδικής αξιοποίησης.
Ότι οι ιδιοκτησίες 06070013 και 06070012, που ήταν και παρέμειναν άρτιες και οικοδομήσιμες, γειτνίαζαν και πριν την απαλλοτρίωση με την ΠΕΟ, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για απομείωση της αξίας τους, συνεπεία θορύβου και αισθητικής υποβάθμισης από την κατασκευή της ΝΕΟ, καθόσον τα ως άνω μειωτικά της αξίας ενός οικοδομήσιμου ακινήτου προϋπήρχαν και δεν αποδεικνύεται ότι επαυξήθηκαν από τη διαπλάτυνση της υπάρχουσας ΠΕΟ, ότι ο όποιος παραγόμενος θόρυβος από τη χρήση της ΝΕΟ θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την ανέγερση οικίας όσο δυνατόν μακρύτερα από το όριο της απαλλοτρίωσης, αφού και οι δύο ιδιοκτησίες έχουν βάθος κυμαινόμενο μεταξύ 120 και 160 μ., καθώς και με την τοποθέτηση ηχοπετασμάτων και, τέλος, ότι σε σχέση με την υπάρχουσα χρήση και των τριών ιδιοκτησιών, που είναι η αγροτική εκμετάλλευση, οι προαναφερόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις (θόρυβος και αισθητική υποβάθμιση), ουδόλως επηρεάζουν την αξία τους ως αγροτικών ακινήτων, καθόσον δεν εμποδίζουν τις αγροτικές εργασίες ούτε επηρεάζουν δυσμενώς την παραγωγικά απόδοσή τους.
ΙΙ) Ότι η με ΑΚΠ 06070011 ιδιοκτησία του δεύτερου αναιρεσείοντος βρίσκεται στο δ.δ. Ελαιώνα, εκτός σχεδίου πόλης, εκτός οικισμού και εκτός ζώνης, ότι μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε επιφάνεια 105.697,41 τ.μ., η οποία παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη, ότι το εν λόγω ακίνητο συντίθεται α) από ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο σχήμα, εμβαδού περίπου 104.000 τ.μ., το οποίο απέχει περίπου 50 μ.
από το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ μεταξύ του ακινήτου αυτού και του ορίου της απαλλοτρίωσης μεσολαβούν δύο άλλες ιδιοκτησίες (Κ. και Κ.) και β) από ένα μικρό, ακανόνιστης μορφής, σχήμα, εμβαδού περίπου 1.500 τ.μ., στη νοτιοδυτική πλευρά του προηγούμενου μεγάλου τμήματος, το οποίο φθάνει μέχρι και το όριο της απαλλοτρίωσης.
Ότι δεδομένης της σημαντικής απόστασης σχεδόν ολόκληρου του εναπομένοντος ακινήτου από το όριο της απαλλοτρίωσης, ο όποιος παραγόμενος θόρυβος από τη χρήση της ΝΕΟ δεν επηρεάζει αυτό, λαμβανομένου υπόψη και του ότι το εν λόγω ακίνητο εκτείνεται σε βάθος 300 μ., οπότε, η όποια οικία πρόκειται να ανεγερθεί, μπορεί να ανεγερθεί σε τέτοια απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης, που ο θόρυβος που θα φτάνει σ' αυτή να είναι ελάχιστος και η ελάχιστη αυτή ηχορρύπανση να μπορεί να εξαλειφθεί πολύ εύκολα με την τοποθέτηση ηχοπετασμάτων, ότι τα ίδια ως άνω ισχύουν όσον αφορά και την υποτιθέμενη αισθητική υποβάθμιση του ακινήτου λόγω ανύψωσης του δρόμου, καθώς το στοιχείο αυτό επηρεάζει ένα ελάχιστο τμήμα του όλου ακινήτου, χωρίς τελικά να μπορεί να επηρεάσει τη συνολική τελική εικόνα του απομένοντος ακινήτου και την αξία του ως άρτιου και οικοδομήσιμου ακινήτου.
Τέλος, ότι σε σχέση με την υπάρχουσα χρήση του ακινήτου, που είναι η αγροτική εκμετάλλευση, οι προαναφερόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις (θόρυβος και αισθητική υποβάθμιση) ουδόλως επηρεάζουν την αξία του ως αγροτικού ακινήτου, καθόσον σε κανένα βαθμό δεν εμποδίζουν τη διεξαγωγή αγροτικών εργασιών, ούτε επηρεάζουν δυσμενώς την παραγωγική απόδοσή του, και, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω, κατέληξε στην κρίση ότι δεν επήλθε μείωση της αξίας τους και απέρριψε τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 § 4 του ν. 2882/2001, που εφαρμόστηκε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι τα ακίνητα των αναιρεσειόντων δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση και δεν βαρύνονται με αυτοαποζημίωση και της παραδοχής ότι αυτά δεν υπέστησαν μείωση της αξίας τους από την απαλλοτρίωση, καθόσον η μη ύπαρξη ωφέλειας των ακινήτων από την απαλλοτρίωση δεν συνεπάγεται και μείωση της αξίας τους, με την περαιτέρω επισήμανση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί πλεονεκτήματος των ακινήτων λόγω θέας στον αυτοκινητόδρομο, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες.
Οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο μερικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά πιστή αντιγραφή: "Δεν έλαβε υπόψη της την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001 και την Πολεοδομική Νομοθεσία, σύμφωνα με τις οποίες, ειδικά στην ιδιοκτησία με ΑΚΠ 06070022 απομένουν 2 εκτάσεις με το στοιχείο ΙΙα επιφάνειας 6.998,97 τ.μ.
και με το στοιχείο ΙΙδ επιφάνειας 3.005,64 τ.μ,, οι οποίες και είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, δεν έχω ομαλή πρόσβαση σε αυτές και πλέον καθίστανται περίκλειστες και τυφλές. Επιπλέον, στερούνται του απαιτούμενου βάθους και καθίστανται μη δομήσιμες. Και ως εκ τούτου, τουλάχιστον δια την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 06070022 εις την οποία απομένουν 2 εκτάσεις με το στοιχείο ΙΙα επιφάνειας 6.998,97 τ.μ.
και με το στοιχείο ΙΙδ επιφάνειας 3.005,64 τ.μ,, θα έπρεπε να προσδιορίσει ιδιαίτερη αποζημίωση κατά ποσοστό τουλάχιστον 60%. Παράλληλα, η ιδιοκτησία με ΑΚΠ 06070012 και με το στοιχείο ΙΙΙα επιφάνειας 44.356,31 τ.μ. και η ιδιοκτησία με ΑΚΠ 06070013 και με το στοιχείο Ια επιφάνειας 135.165,23 τ.μ., απαξιώνονται σε μεγάλο βαθμό και αχρηστεύονται, διότι καθίστανται περίκλειστες και τυφλές και μειώνεται η αξία τους λόγω θορύβου και αισθητικής, καθ' ότι ο δρόμος διέρχεται έμπροσθεν τις παραπάνω ιδιοκτησίας μας και σε απόσταση μόνο 10 μέτρων από αυτές", καθώς και οι συναφείς αιτιάσεις ότι το Εφετείο:
α) δεν εφάρμοσε τους κανόνες του Π.Δ. 229/1998, για τον περιορισμό δόμησης 10 και 20 μέτρα από το όριο της απαλλοτρίωσης, β) δεν έλαβε υπόψη το περίκλειστο του δρόμου και στην ευθεία στέρηση πρόσβασης των ακινήτων των αναιρεσειόντων σε αυτόν και γ) δεν έλαβε υπόψη τη μόλυνση του περιβάλλοντος από το βενζόλιο, μόλυβδο και λοιπά παράγωγα της βενζίνης και του πετρελαίου, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η κρίση του περί μη μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη ούτε εφάρμοσε τις προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες τεχνικές εκθέσεις που συνέταξαν οι ορισθέντες από αυτούς πολιτικοί μηχανικοί, οι οποίοι έλαβαν υπόψη τους όλα τα πολεοδομικά στοιχεία της περιοχής και προέβησαν σε αυτοψία των ακινήτων τους και έκριναν ότι είναι οικόπεδα, άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση, β) δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επίκλησης συγκριτικά τους στοιχεία, τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, δικαστικές αποφάσεις κλπ, αλλά έκανε δεκτή "ως Ευαγγέλιο" την έκθεση εκτίμησης των Π.
Χ., Β. Π. και Μ. Π., οι οποίοι δεν προέβησαν σε επιτόπια έρευνα ούτε σε αυτοψία, αλλά ούτε καν μελέτη των συγκριτικών τους στοιχείων και άλλων στοιχείων και συμβολαίων τους, αλλά προέβησαν σε απαράδεκτη, αυθαίρετη και αβάσιμη απόρριψη του εναπομείναντος τμήματος των ακινήτων τους (των αναιρεσειόντων) με αποτέλεσμα να εφαρμόσουν νέο πολεοδομικό και χωροταξικό δίκαιο και με αποτέλεσμα, η προβαλλόμενη απόφαση να απορρίψει τα νόμιμα αιτήματά τους περί ιδιαίτερης αποζημίωσης, και γ) δεν έλαβε υπόψη τις τεχνικές εκθέσεις τον πολιτικών μηχανικών των αναιρεσειόντων, οι οποίοι έπειτα από αυτοψία και εφαρμογή των νόμων και κανόνων στην κάθε αυτοτελή περίπτωση ακινήτων, έκριναν ότι τα ακίνητά τους αχρηστεύονται κατά τα αιτούμενα ποσοστά, είναι απαράδεκτες, προεχόντως διότι, η μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο νομίμως προσκομισθέντων εγγράφων, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αλλά τον από τον αριθμό 11γ' του ιδίου άρθρου αναιρετικό λόγο.
Σε κάθε δε περίπτωση, υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή της επίκλησης του τελευταίου αναιρετικού λόγου, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, ως προς τις άνω μερικότερες αιτιάσεις, αφού δεν εξειδικεύονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το Δικαστήριο έγγραφα, κατά τρόπο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, όπως απαιτείται για την πληρότητα του ως άνω λόγου (ΑΠ323/2025, ΑΠ15/2021), χωρίς να αρκεί η γενικόλογη αναφορά σε προσκομισθείσες τεχνικές εκθέσεις, προσκομισθέντα μετ' επίκλησης συγκριτικά στοιχεία, τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, δικαστικές αποφάσεις κλπ., υπό την επίκληση δε της πλημμέλειας από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 13 § 4 του ν. 2882/2001, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της προαναφερόμενης διάταξης και δικαιολογούν, την, κατά την άνω διάταξη, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, με την επισήμανση ότι, το Εφετείο ουδόλως αξίωσε για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης την πλήρη αχρήστευση των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειόντων, όπως οι ίδιοι αβασίμως υποστηρίζουν.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται (επικουρικά) στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (επικουρικά) η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατά πιστή αντιγραφή, "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα (ισχυρισμούς) που προτάθηκαν όσον αφορά τα άνω αιτήματά μας ιδιαίτερης αποζημίωσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, χωρίς νόμιμη, βάσιμη και επαρκή αιτιολογία τα απέρριψε συλλήβδην", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρονται ποιοι συγκεκριμένοι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, σε κάθε δε περίπτωση, υπό την κατ' εκτίμηση εκδοχή ότι, οι αναιρεσείοντες αναφέρονται στους θεμελιωτικούς των αιτήσεών τους περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης ισχυρισμούς, περί μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους εν λόγω ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.
Τέλος, επισημαίνεται ότι ο διαλαμβανόμενος στον τρίτο λόγο αναίρεσης (σελ. 67 του αναιρετηρίου) ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι "όσον αφορά τα άνω αιτήματά μας στερείται νόμιμης βάσης, αφού άφησε αδίκαστα χωρίς νόμιμη, βάσιμη και επαρκή αιτιολογία και τα απέρριψε σιγή" δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη), για τη θεμελίωση του οποίου απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων και δεν ιδρύεται με τη σιωπηρή απόρριψη, χωρίς αιτιολογία, των αιτημάτων (ΑΠ129/2024, ΑΠ1014/2019), και τούτο ανεξαρτήτως του αβασίμου του ως άνω ισχυρισμού, αφού, από το ανωτέρω παρατιθέμενο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι απορρίφθηκαν ρητά οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ680/2024).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ684/2024, ΑΠ680/2024, ΑΠ321/2024, ΑΠ1370/2023, ΑΠ1102/2023, ΑΠ1126/2020, ΑΠ1034/2020, ΑΠ412/2019, ΑΠ705/2019).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στον προσβαλλόμενη απόφαση (κατ' εκτίμηση) η από τον αριθμό 11γ' (και όχι από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τη μερικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, και ειδικότερα, το υπ' αριθμ.
πρωτ. Π1 27876/14-05-2013 έγγραφο της αρμόδιας ειδικής υπηρεσίας του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών & Δικτύων, ΕΥΔΕ/ΜΚ/ΕΠΠ, σύμφωνα με το οποίο, ο δεύτερος αναιρεσείων, παραιτήθηκε από την ιδιαίτερη αποζημίωση που του επιδίκασε η υπ' αριθ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του, επιφανείας 105.597,71τ.μ.
και αιτήθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση δια την απομένουσα έκταση των 19.847,67 τ.μ. και η άνω υπηρεσία δέχθηκε την παραίτηση του όσον αφορά το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του, επιφανείας 105.697,71τ.μ. και συνομολόγησε την αχρήστευση και βλάβη του ως άνω εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου του, εκτάσεως 19.847,67 τ.μ., αποστέλλοντας παράλληλα τον από 13-01-2014 συμπληρωματικό πίνακα παρακατάθεσης της ιδιαίτερης αποζημίωσης του ακινήτου του, ο οποίος έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 31/28-1-14 τ.
ΑΑΠ, και παρακατέθεσε την αποζημίωση για την απομένουσα έκταση των 19.847,67 τ.μ. Επίσης, με τον τέταρτο, συναφή λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ΕΥΔΕ/ΜΚ/ΕΠΠ, το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο δεύτερος αναιρεσείων και από το οποίο προκύπτει ότι αυτός υπέβαλε την από 11/5/2013 εξώδικη δήλωση-παραίτηση, η οποία έλαβε αριθμ. πρωτ. ....2013 στην αρμόδια ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ΕΥΔΕ/ΜΚ/ΕΠΠ, με την οποία παραιτήθηκε από την ιδιαίτερη αποζημίωση που του επιδίκασε η υπ' αριθ. 345/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του, επιφανείας 105.597,71τ.μ.
και αιτήθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση δια την απομένουσα έκταση των 19.847,67 τ.μ. και η άνω υπηρεσία δέχθηκε την παραίτησή του, όσον αφορά το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου του, επιφάνειας 105.697,71τ.μ. και συνομολόγησε την αχρήστευση και βλάβη του ως άνω εναπομένοντος τμήματος του ακινήτου του, εκτάσεως 19.847,67 τ.μ., αποστέλλοντας παράλληλα τον από 13-01-2014 συμπληρωματικό πίνακα παρακατάθεσης της ιδιαίτερης αποζημίωσης του ακινήτου του, ο οποίος έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ 31/28-1-14 τ.
ΑΑΠ, και παρακατέθεσε την αποζημίωση για την απομένουσα έκταση των 19.847,67 τ.μ.. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με το ζήτημα της μείωσης ή μη της αξίας του εναπομείναντος τμήματος της με ΑΚΠ 06070011 ιδιοκτησίας, επιφανείας 105.697,41 τ.μ., σε κάθε δε περίπτωση, είναι και αβάσιμοι, αφού, από τη ρητή βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη (μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων) και "τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους σε συνδυασμό με τα συγκριτικά-αποδεικτικά στοιχεία (τεχνικές εκθέσεις, συμβόλαια, φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται), καθώς και τα λοιπά δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που κάθε διάδικος νομίμως επικαλείται και προσκομίζει" σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, τα οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Για το ορισμένο του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκε εσφαλμένα ο ορισμός του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς την εφαρμογή των κανόνων περί αντικειμενικού βάρους απόδειξης (ΑΠ1106/2024, ΑΠ1551/2022, ΑΠ665/2021).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "το Τριμελές Εφετείο Πατρών εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σε τί, ακριβώς, συνίσταται η επικαλούμενη παράβαση.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...".
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 20/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης στο εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα:
Α) α) για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή με τις προτάσεις ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή με τις προτάσεις, ποσοστό 2% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, β) ποσοστό 1,5% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ) ποσοστό 1% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, δ) ποσοστό 0,5% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ, ε) ποσοστό 0,3% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ, στ) ποσοστό 0,2% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ, ζ) ποσοστό 0,1% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ, η) ποσοστό 0,05% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 25.000.001 ευρώ, και Β) το ήμισυ του κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενου ποσοστού για τη σύνταξη των προτάσεων επί αίτησης ή ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, κατά τα άρθρα 63, 68 παρ. 1, 69 παρ. 3 του ν. 4194/2013.
Σε περίπτωση που ο υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπολογίζεται αυτή με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των ως άνω νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ' του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις (ΑΠ220/2025, ΑΠ252/2024, ΑΠ664/2022, ΑΠ674/2022), δηλαδή, σε εκείνες που δεν είχε συζητηθεί κατά την δημοσίευση του άνω νόμου η αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης κατά την έναρξη ισχύος του (ΑΠ1021/2015), η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10/4/2012 (ΦΕΚ A' /10.4.2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου.
Ο προβλεπόμενος από τις εν λόγω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως εν προκειμένω το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει δε διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού, με τη ρύθμιση αυτή, δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (ΑΠ1061/2024, ΑΠ554/2024, ΑΠ 1260/2023, ΑΠ 664/2022, ΑΠ57/2021, ΑΠ1063/2017).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, που επιδίκασε στους αναιρεσείοντες δικαστική δαπάνη μειωμένη κατά το ήμισυ, εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που δεν ήταν εφαρμοστέο στην ένδικη περίπτωση, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ' του ν. 2882/2001, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ως άνω άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των καθ' ων η αίτηση-ανταιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημίωσης, καταδίκασε το αιτούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης, στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων-ανταιτούντων-παρεμβαινόντων-καθ'ων η αίτηση δικαιούχων αποζημίωσης, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, την οποία όρισε ως εξής: "1) α) για όσους άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις ή παρεμβάσεις, σε ποσοστό 1,5% (όταν η αξία του αντικειμένου της δίκης ανέρχεται μέχρι 200.000 €), 1,125% (από 200.001 € έως 750.000 €), 0,75% (από 750.001 € μέχρι 1.500.000 €), 0,375 % (από 1.500.001 μέχρι 3.000.000 €), 0,225 % (από 3.000.001 € μέχρι 6.000.000 €), 0,15 % (από 6.000.001 € μέχρι 12.000.000 €), 0,075% (από 12 000 001 € μέχρι 25.000.000) και 0,0375 % (από 25.000.001 € και άνω), επί του ποσού της οριστικής αποζημίωσης που προσδιορίστηκε με την απόφαση αυτή, β) για όσους άσκησαν ανταιτήσεις ή παρεμβάσεις δια των προτάσεων, καθώς και για την υποβολή απλών προτάσεων, σε ποσοστό 1% έως 200.000 €, 0,75% από 200.001 € μέχρι 750 000 €, 0,5 % από 750.001 € μέχρι 1.500.000 €, 0,25% από 1,500.001 μέχρι 3.000 €, 0,15% από 3.000.001€ μέχρι 6.000.000€, 0,1% από 6.000.001€ μέχρι 12.000.000€, 0,05% από 12.000.001€ μέχρι 25.000.000€ και 0,025% πέραν από 25.000.001€ επί του ποσού της οριστικής αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε με την απόφαση αυτή και 2) επιπλέον ποσό 800 ευρώ ως αμοιβή κάθε πληρεξουσίου δικηγόρου, που κατά περίπτωση εκπροσώπησε κάθε διάδικο ή ομάδα αυτών, ως αμοιβή του για την παράστασή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%, για όσους εκ των δικαιούχων υποβλήθηκε σχετικό αίτημα".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή, καθορίζοντας, ως άνω, τη δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε στον καθένα από τους αναιρεσείοντες, στο ήμισυ των άνω νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, ορθά εφάρμοσε το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001 και που ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.
δ' των μεταβατικών διατάξεων του ν. 4070/2012 (και δεν εφάρμοσε το άρθρο 18 § 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001 όπως ίσχυε πριν από την κατά τα ως άνω αντικατάστασή του), δεδομένου ότι, το αναιρεσίβλητο και υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, επιπροσθέτως, δε, η συζήτηση για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης έγινε ενώπιον του Εφετείου στις 10/10/2019, δηλαδή μετά την ισχύ του ν. 4070/2012 (10/4/2012).
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ).
Τέλος, οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το υποβληθέν δια των κατατεθεισών προτάσεών του νόμιμο αίτημά του, τα οποία (έξοδα) θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρο 22 ν. 3693/1957), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2020 και με αριθμό κατάθεσης 39/17.11.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ